Βια και ΜΜΕ (Ελευθεροτυπια, 18.1.2008)
18/01/2008, 12:51 πμ
Filed under: Δημητρης Οικονομιδης | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

Όλο και πιό συχνά βλέπουν το φως τη δημοσιότητας τραγικά γεγονότα της καθημερινής ζωής, η παρουσίαση της βίας είναι επίσης όλο και πιό συχνή.   Ο τρόπος που χειρίζονται αυτά συμβάντα ορισμένα από τα ΜΜΕ δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι η κορυφή του παγόβουνου και αποτελούν φυσική συνέχεια και συνέπεια πρακτικών που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια σε πολλά ΜΜΕ αλλά και στον τρόπο ζωής μας.

Πως βλάπτουν οι καταστάσεις που αναφέρουμε ;

1. Βομβαρδίζουν, στην κυριολεξία, τον ψυχισμό με εικόνες, πληροφορίες, αισθήσεις οι οποίες είναι και πρόωρες και υπέρογκης μάζας, για τις δυνατότητες επεξεργασίας και απορρόφησης τους από τα  παιδιά και τους εφήβους.

Η εικόνα του κόσμου που δημιουργείται είναι: ότι δεν είναι ασφαλής ∙ ότι είναι, εξ ορισμού, επικίνδυνος και βλαπτικός ∙ ότι χρειάζεται να θωρακιστεί κανείς σαν σκαντζόχοιρος, να είναι έτοιμος για πόλεμο κι όχι για συνεργασία και αγάπη.

2. Υποβάλλουν την ιδέα. ότι ανάμεσα στο χώρο της απόλυτης ελευθερίας δηλαδή στις επιθυμίες και τη φαντασία μας, από τη μια, και την δυνατότητα και το επιτρεπτό της υλοποίησης, από την άλλη, δεν υπάρχει διαφορά. Το μήνυμα είναι: «Μπορούμε να έχουμε και μας οφείλονται τα πάντα.  Το να υλοποιήσει κανείς και την πιο αντικοινωνική και απάνθρωπη ιδέα του είναι δικαίωμά του. Θέλω άρα δικαιούμαι». Πράγμα που σε ασυνείδητο , αλλά και σε συνειδητό , επίπεδο μεταφράζεται ως παντοδυναμία των επιθυμιών μας.

Σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα γιατί να εκπλήσσονται κάποιοι – υποκριτικά; –  με τις πράξεις βίας καθώς και με την διάδοσή τους ;

3. Μέσω της δημόσιας  έκθεσης του ιδιωτικού πόνου παρεμποδίζονται οι διαδικασίες του φυσιολογικού  πένθους. Το πένθος έχει ανάγκη από μοίρασμα, από ανθρώπους που συμπάσχουν, από ένα ζεστό, οικείο περιβάλλον με σεβασμό και αλληλεγγύη,  Το άτομο χρειάζεται να δώσει στον εαυτό του χρόνο και «ψυχικό χώρο » για να βιώσει και να επεξεργαστεί. Είναι αδύνατον να το μοιραστεί κανείς πραγματικά με χιλιάδες τηλεθεατές και αναγνώστες. Η δημόσια έκθεση, μαζί και με την εμπορική και ηδονοβλεπτική εκμετάλλευση που υφίσταται το άτομο, το μόνο που « πετυχαίνουν » , εκτός από ένα 15λεπτο «προσωπικής δόξας » και την ψευδαίσθηση ότι μοιραζόμαστε κάτι, είναι : παρεμποδίζουν τις φυσιολογικές διαδικασίες του πένθους και απλά  εκτονώνουν και απωθούν τον πόνο με συνέπεια τη συσσώρευση παθογόνων στοιχείων στον ψυχισμό.

Οι παραπάνω επιπτώσεις δεν αφορούν μόνο στους ανήλικους. Τα καθημερινά  μικρά και μεγάλα πλήγματα σε συνειδητό και ασυνείδητο επίπεδο, του ναρκισσιστικού προστατευτικού πλέγματός, «σπάνε» την αντοχή και τη συνοχή του ψυχισμού και ενσταλάζουν ανασφάλεια και λογικές παντοδυναμίας και ανομίας και στους ενήλικους.

Το ότι τα φαινόμενα αυτά γνωρίζουν έξαρση τα τελευταία 10-15 χρόνια δεν σημαίνει ότι παλιότερα υπήρχε η « παλιά, καλή, αγγελική »  Ελλάδα, χωρίς βία και διαστροφικές καταστάσεις. Η « παραδοσιακή » οικογένεια, η οποία ευτυχώς αρχίζει να απομυθοποιείται , εμπεριέκλειε στον τρόπο δόμησης και λειτουργίας της τρομακτική βία. Ίσως αυτή η βία να ήταν πιο θερμόαιμή και παθιασμένη από τη σημερινή, η οποία μοιάζει να είναι πιο ψυχρή, « ανατομική» α-συναισθηματική, αλλά πάντως ήταν υπαρκτή. Και ιδιαίτερα απέναντι  στις γυναίκες και τα παιδιά. Ακόμη, η « παραδοσιακή » κοινωνία με τη λογική της φάρας και του κλειστού κύκλου των « δικών μας » υπέτασσε, επί ποινής εξοστρακισμού, τις ατομικές επιθυμίες και τη διαφορετικότητα. Το ότι αυτό το σύστημα ανταποκρινόταν, ως ένα βαθμό, στις ανάγκες της εποχής και αντανακλούσε το επίπεδο συνείδησης της κοινωνίας, δεν αναιρεί το γεγονός ότι συμπίεζε και τραυμάτιζε ψυχολογικά τους ανθρώπους.

Έτσι, στην αναζήτηση λύσης στα σημερινά ζητήματα θα ήταν λάθος να επιθυμούμε την επιστροφή σ’ ένα « αγνό » παρελθόν. Αυτό, εξ άλλου, δεν υπήρξε ποτέ. Είναι μια παρελθοντολάγνα φαντασίωση. Μια τέτοια προσκόλληση δεν θα συμβάλει ούτε στο να προχωρήσουν τα πράγματα, ούτε στο να δούμε ποια από τα στοιχεία του παρελθόντος έχουν διαχρονική αξία.

Από την άλλη η «καθημερινή» και η επαγγελματική μας εμπειρία καταδεικνύει ότι στο « σήμερα» δεν είναι όλα  για « πέταμα». Οι άνθρωποι που αναζητούν μια υπεύθυνη, συνειδητή θέση στην κοινωνία είναι όλο και περισσότεροι. Αναζητούν την εκδήλωση της ατομικότητας τους, σε συσχέτιση κι όχι σε αντιδιαστολή με το σύνολο. Τους συναντά κανείς στις «μικρές » στιγμές της καθημερινότητας- και φυσικά όχι στις αρένες κάποιων ΜΜΕ. Και εξ άλλου δεν έχουν θέση εκεί, ούτε ανάγκη από αυτό.  Το φαινόμενο δεν είναι επαρκώς μαζικό ώστε να βάλει τη σφραγίδα του ούτε μπορούμε να προφητέψουμε ότι θα εξελιχθεί ανεμπόδιστα ούτε πότε θα μαζικοποιηθεί. Όμως είναι υπαρκτό και διακριτό.

Σε σχέση με τις ευθύνες της οικογένειας

Ένας μεγάλος αριθμός γονιών, που δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα παιδιά τους, είναι αναγκασμένος να λειτουργήσει έτσι λόγω της οικονομικής ανέχειας όπως επίσης και λόγω των ανεπαρκειών του εκπαιδευτικού συστήματος. Τα υπερφορτωμένα προγράμματα δεν είναι πάντα αποτέλεσμα του μικροαστισμού των γονιών. Είναι απόλυτο και αυθαίρετο να τοποθετούνται όλοι οι γονείς σε μια κατηγορία. Το φαινόμενο έχει πολλαπλές όψεις.

Ακόμη, ένα χαρακτηριστικό άγχος πολλών σημερινών γονιών είναι το να μην επαναλάβουν τα δεσποτικά, καταπιεστικά στοιχεία του παρελθόντος. Και αυτό είναι αξιόλογο  στοιχείο ανέλιξης των συνειδήσεων. Όμως κάτω από το βάρος αυτού του άγχους, μέσα σε συνθήκες που προάγουν την έλλειψη ορίων, η κατάσταση ορισμένες φορές εκτινάσσεται στο άλλο άκρο. Δηλαδή, στο να μην τίθενται όρια. Αυτή η κατάσταση φυσικά σε ένα πρώτο επίπεδο και « βολεύει » και αρέσει στα παιδιά. Όμως, τελικά, αφήνει το παιδί χωρίς αίσθηση ορίων και ως εκ τούτου δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας. Το παιδί δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνο του όρια, εσωτερικό πλαίσιο. Αυτό είναι έργο των γονιών ( και της κοινωνίας ). Το παιδί , σιγά – σιγά, τα ενσωματώνει και μεγαλώνοντας μπορεί να τα χρησιμοποιήσει από μόνο του. Επιπλέον η έλλειψη ορίων συμβάλλει στην εγκαθίδρυση της λογικής της παραβατικότητας.

Παράλληλα, στο θέμα που συζητάμε, η ευθύνη και η συμμετοχή του κάθε πολίτη είναι σημαντική. Μπορούμε να κλείσουμε την τηλεόραση. Να πούμε όχι στις καταναλωτικές απαιτήσεις των παιδιών ( από το κινητό – αλήθεια τι είδους πραγματική ανάγκη εξυπηρετεί στα 10 ή 15 ;  – ως το ακριβό ρούχο ) αλλά και του εαυτού μας. Να συγκρουστούμε κάποιες φορές με τα παιδιά ( ρόλος του γονιού είναι και η κατανόηση, η αγάπη αλλά και το «όχι»). Μπορούμε να αρνηθούμε να εκθέσουμε τον πόνο μας και τον εσωτερικό μας κόσμο στην κοινή θέα και να ψάξουμε να ξαναβρούμε τους φίλους και τους γείτονες σε καθημερινές συναντήσεις και γιορτές. Αυτές είναι « μικρές » καθημερινές αλλαγές που μπορούν να γίνουν.

Οι πρακτικές που αναφέραμε παραπάνω είναι  διαστρεβλωμένος, παθολογικός ναρκισσισμός. ( Τέτοιες πρακτικές υπήρχαν και σε προηγούμενες εποχές αλλά πιο συγκαλυμμένα και περισσότερο « εν οίκω » παρά « εν δήμω» απ’ ότι σήμερα).

Εκφάνσεις αυτών  των πρακτικών αποτελούν: η έκθεση – επίδειξη της βίας και του ανθρώπινου πόνου με ψυχαγωγικό σκοπό και ηδονοβλεπτικό τρόπο, η παρουσίαση των σωμάτων με πορνογραφικό τρόπο και η χρήση τους σαν άψυχα αντικείμενα, η δημόσια επίδειξη της ιδιωτικής ζωής και των γαργαλιστικών στιγμών της, η επίδειξη του πλούτου και της χλιδής, η ατιμωρησία των «ισχυρών».

Αυτό το γενικότερο πνεύμα και οι επιμέρους λογικές και πρακτικές βάλλουν και διαρρηγνύουν τη σφαίρα του φυσιολογικού ναρκισσισμού, δηλαδή το θεμελιακό επίπεδο οργάνωσης του ψυχισμού των ατόμων.  Ως φυσιολογικός ναρκισσισμός εννοείται  μια επαρκώς ανθεκτική και ευλύγιστη οργάνωση του ψυχισμού. Αυτός παρέχει στο άτομο ένα κατ’ αρχάς αίσθημα ασφάλειας μέσα και μαζί με τον κόσμο, εσωτερικής ζεστασιάς, αντοχής στις ματαιώσεις, ικανότητα έκφρασης πλούσιων συναισθημάτων, λογικής επεξεργασίας και ανοίγματος στους άλλους.

Επίσης βάλλουν την κοινωνική συνοχή, τα θεμέλια της κοινωνικής συγκρότησης. Δηλαδή τον ελάχιστό απαιτούμενο βαθμό αλληλεγγύης, ανθρωπιάς, σεβασμού και ευνομίας ώστε να υπάρχει κοινωνία ανθρώπων.

Το ότι υπάρχει ηδονή και απόλαυση στις συγκεκριμένες πρακτικές είναι αδιαμφισβήτητο. Όμως αυτή η – « στιγμιαία » – ηδονή και η απόλαυση προέρχονται από καταστάσεις που χρησιμοποιούν τον άλλο και τον εαυτό ως « πράγμα », τον πόνο ως πηγή.

Η σημερινή κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στο να είμαστε οι βάρβαροι του αύριο. Πλάσματα και σχέσεις ψυχρές, ωμές, πραγμοποιημένες, σκληρές  και άνομες. Ένας εμφύλιος πόλεμος όλων εναντίων όλων. Το δίλημμα που έχουμε μπροστά μας είναι: ανθρώπινη κοινωνία ή βαρβαρότητα.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: