Τακτική και στρατηγική της Αριστεράς (σεμινάριο του Τμήματος Θεωρίας του ΣΥΝ στον Πειραιά, Οκτώβριος 2008)

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ο δημοκρατικός δρόμος και το Πρόγραμμα της Αριστεράς

Οι αριστεροί πολιτικοί οργανισμοί , η Ριζοσπαστική Αριστερά, ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ, διαθέτουν  πλουσιότατο υλικό για να διαμορφώσουν τις στρατηγικές τους προτάσεις  με μεγάλη φαντασία, όσο και αληθοφάνεια., ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης που στην πραγματικότητα είναι κρίση νομιμοποίησης ολόκληρου του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού οικοδομήματος

Έχει μεγάλη πολιτική σημασία να γίνει αντιληπτό πως κάθε άλλο παρά σε θεωρητικό κενό βρισκόμαστε. Και είναι εντελώς ασυγχώρητο να λέγεται πως όποιος σήμερα αμφισβητεί τον καπιταλισμό δεν έχει να αντιπροτείνει παρά τον αλήστου μνήμης «κεντρικό σχεδιασμό» των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» Το αντίθετο ισχύει: όσοι συνεχίζουν να αναφέρονται στην αριστερά και αποδέχονται τον καπιταλισμό ως αναγκαίο πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν απλώς να γίνουν διορθωτικές παρεμβάσεις εξανθρωπισμού είναι σε αδιέξοδο μ’  όλο που νιώθουν να είναι «μέσα στα πράγματα». Συνεχίζουν να δηλώνουν μεταρρυθμιστές. Μόνο που, φανερά, είναι μεταρρυθμιστές χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Η στρατηγική στη Δύση

Καμιά στρατηγική αναζήτηση δεν μπορεί να έχει τύχη αν δεν κατανοεί τον χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο θέλει να μετασχηματίσει και αν δεν διαθέτει τα απαραίτητα θεωρητικά εργαλεία για την κατανόησή του., στην προκειμένη περίπτωση τις θεωρητικές εγγραφές αυτού του πολιτικοθεωρητικού ρεύματος που ονομάσθηκε «δυτικός μαρξισμός».

Στη Δ. Ευρώπη η εργατική τάξη αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο πολύ πιο ισχυρό από την τσαρική ή την κινέζικη ολιγαρχία. Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη του αναπτυγμένου καπιταλισμού διαθέτει μια διπλή βάση εκμετάλλευσης: τη δική της εργατική τάξη και το πολυάριθμο προλεταριάτο του «Τρίτου Κόσμου» πραγματικό «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό» εύκολα καταπιεζόμενο. Η οικονομική της βάση δεν έχει κανένα κοινό σημείο μ’ αυτή των ραχητικών αστικών τάξεων της Ρωσίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Κούβας ή της Κίνας.

Δεν είναι ίδια η κοινωνική της δύναμη: η ταξική δομή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών  – κοιτίδες και προπύργια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – είναι απείρως πιο πολύπλοκη απ’ αυτή των κυριαρχούμενων χωρών. Ο πολλαπλασιασμός των ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων δημιουργεί ένα σχεδόν συνεχές μανδύα προέκτασης μεταξύ της μεγαλοαστικής τάξης και του προλεταριάτου, που και το ίδιο ακόμα είναι βαθιά διαφορετικό. Η μικροαστική τάξη και τα ανώτατα στρώματα του προλεταριάτου σχηματίζουν τις κοινωνικές βάσεις ενός μπλοκ αστικής κυριαρχίας κάτω από την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου.

Ο χαρακτήρας της αστικής εξουσίας στη Δύση

Η οικονομική και κοινωνική αυτή δύναμη της (δυτικής) αστικής τάξης απαιτεί ένα τρόπο πολιτικής κυριαρχίας πολύ πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό από την τσαρική αυτοκρατορία ή τον δεσποτισμό των «θεών του Πολέμου»: κυριαρχία περισσότερο με συγκατάθεση παρά με καταστολή, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Γκράμσι, συγκεκριμενοποιημένη μέσα από τις διαδικασίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και στηριγμένη σ’ ένα σύστημα «μηχανισμών ηγεμονίας» δημοσίων και ιδιωτικών που εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμα την οργάνωση της συναίνεσης. Σ’ αυτό προστίθεται  – άλλη μια βασική διαφορά με τη Ρωσία – μια συστηματική πολιτική ενσωμάτωσης και διάσπασης των μισθωτών μαζών σε πρώτο πλάνο η διαφθορά και ενσωμάτωση των εργατικών ελίτ που έχουν το ανεκτίμητο αποτέλεσμα της ένταξης των εργατικών γραφειοκρατιών μέσα στο σύστημα.

Όπως σημείωνε ο Γκράμσι η μετάβαση στο σοσιαλισμό στις χώρες αυτές απαιτεί μια μακριά εργασία κυοφορίας, πολιτικής προετοιμασίας, όπου το εργατικό κίνημα συνειδητά και συστηματικά να δημιουργήσει τους όρους της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας. Πρέπει ειδικότερα να αποδιοργανώσει, να ουδετεροποιήσει, να αποδιαρθρώσει, να εκφυλίσει το μηχανισμό ηγεμονίας της μεγάλης αστικής τάξης.

Μπορεί να το πετύχει αναπτύσσοντας σ’ όλα τα πεδία την ενωτική και δημοκρατική αυτοοργάνωση των λαϊκών μαζών για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους και την άμεση ανάληψη απ’ αυτές των υποθέσεων τους. Είναι αυτό που ο Γκράμσι αποκαλούσε «ηγεμονική πορεία»

Η οργάνωση της συναίνεσης

Παρά τη συμπύκνωση του συσχετισμού δύναμης (εξαιτίας των λαϊκών αγώνων), οι θεσμοί (και ιδιαίτερα οι εκλογές), παραμένουν στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Δύση ουσιαστικά στοιχεία του αστικού μηχανισμού ηγεμονίας: ένας «ταυτολογικός μηχανισμός προσανατολισμένος να καταγράφει την κυριαρχία των κυρίαρχων, να επικυρώνει αυτό που υπάρχει, όπως ακριβώς το βαρόμετρο λέει τον καιρό3».

Γνωρίζουμε πως στα κράτη η αστική τάξη κυριαρχεί περισσότερο με τη «συναίνεση» παρά με την «καταστολή»: προσπαθεί να επιτύχει την προσχώρηση των κυριαρχούμενων τάξεων στις αξίες, στις προοπτικές, στις απόψεις που συνδέονται με τα ταξικά της συμφέροντα, παρά να εξαναγκάσει δια της βίας τους εργαζόμενους. Από τη θέση που καταλαμβάνει μέσα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας η αστική τάξη έχει ανάγκη αυτό τον τρόπο «ηγεμονικής» κυριαρχίας (οι δεσποτικές σχέσεις εξουσίας είναι ασυμβίβαστες με την ανάπτυξη των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων που ενσωματώνουν μεγάλο μέρος διανοητικής εργασίας) και διαθέτει γενικά τα μέσα  που επιτρέπει μια συστηματική πολιτική ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης.

Στην καπιταλιστική κοινωνία  – ακόμα και στην «αναπτυγμένη» – που διαπερνάται από τους ταξικούς ανταγωνισμούς, η οργάνωση της συναίνεσης δεν είναι καθόλου αυθόρμητη. Πραγματοποιείται οργανωμένα και συστηματικά δια μέσου ενός πολύπλοκου συνόλου μηχανισμών ηγεμονίας,, δημόσιων ή ιδιωτικών, που ξεκινούν από τα μεγάλα μέσα πληροφόρησης και μαζικής επικοινωνίας και φθάνουν στην Εκκλησία, στην οικογένεια, στο στρατό, στο σχολείο· περνώντας φυσικά από το εργοστάσιο που όπως ο καθένας γνωρίζει δεν παράγει μόνο υλικά αγαθά, αλλά ιδεολογία και κοινωνικές σχέσεις4.

Αυτή την καθημερινή εργασία οργάνωσης και αναπαραγωγής της συγκατάθεσης έρχονται οι εκλογές να επικυρώσουν περιοδικά. Οι εκλογές δεν είναι παρά ένα εργαλείο μέτρησης, μια φωτογραφία της γνώμης στη δεδομένη στιγμή. Δεν παράγουν οι ίδιες αυτή τη γνώμη. Αυτή διαμορφώνεται ουσιαστικά έξω από την εκλογική σφαίρα, μέσα στις κοινωνικές πρακτικές όπως αυτές δομούνται μέσα στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και στους θεσμούς που τις αποκρυσταλλώνουν

Για να μην καταγράφουν οι εκλογές απλώς «την κυριαρχία των κυρίαρχων» το εργατικό κίνημα πρέπει να επεμβαίνει πολύ πριν την εκλογική μάχη, στο επίπεδο της ίδιας της διαδικασίας σχηματισμού της συναίνεσης. Πρέπει να προωθεί μια αγωνιστική αντικαπιταλιστική πρακτική που, ακριβώς, να υπονομεύει την αστική ηγεμονία, να αποσυνθέτει την ταξική συμμαχία στην οποία στηρίζεται, να θέτει σε κρίση τους «μηχανισμούς», τους θεσμούς, τις πρακτικές εκεί όπου αυτές ριζώνουν.

Τι είναι ο εκλογικισμός;

Εκλογικισμός δεν είναι το να συμμετέχεις στις εκλογές και να προσπαθείς να τις κερδίζεις, όπως για καιρό πίστευε ένας συγκεκριμένος αριστερισμός. Εκλογικισμός είναι η ιδέα ότι η εξουσία καταχτιέται με τις εκλογές και ότι οι εκλογές κερδίζονται μέσα στις προεκλογικές καμπάνιες. Ιδέα ολέθρια, που δεν σταμάτησε να φέρνει καταστροφικές ήττες  –  ακόμα και εκλογικές!

Αν θέλουμε να κερδίσουμε τις εκλογές λέει ο εκλογικισμός δεν πρέπει να αρνηθούμε βέβαια αυτούς τους αγώνες μα να υποτάξουμε το περιεχόμενο και τη μορφή τους στον εκλογικό στόχο: να τους συλλάβουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να καθησυχάζουν και να προσελκύουν τους αναποφάσιστους εκλογείς: όχι πλατειά κοινωνικά κινήματα, (ανεξέλεγκτα πάντα), αλλά εφήμερες πράξεις στη μορφή του ελιγμού, όπως θα ταίριαζε σ’ ένα κυβερνητικό κόμμα.

Η καταγγελία του συστήματος μένει καθαρά προπαγανδιστική, όταν δεν ενσαρκώνεται μέσα σε αγωνιστικές πρακτικές και σε οργανωμένες μορφές που θα την καθιστούσαν συγκεκριμένη και νικηφόρα.. Η δουλειά των «αστικών μηχανισμών ηγεμονίας» ασκείται κατά συνέπεια πάνω σε μάζες παθητικές, εξατομικευμένες σε εκλογείς, άρα αποκτά πλήρη αποδοτικότητα,

Πρέπει να τροποποιήσουμε τους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ των τάξεων εκεί όπου οι συσχετισμοί αυτοί ριζώνουν να μετασχηματίσουμε τη συνείδηση, τις πολιτικές στάσεις των εργαζομένων, εκεί όπου εγκαθιδρύονται αυτές οι στάσεις: όχι μόνο με τις αφίσες, και τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις, αλλά μέσα στις επιχειρήσεις σε χώρους όπου ριζώνουν οι καπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης, όπου αναπτύσσεται η πρωτογενής ταξική πάλη.

Γιατί η εκλογική νίκη δεν είναι η επανάσταση, η διαδοχή στην κυβέρνηση δεν είναι η κατάκτηση της εξουσίας. Δεν είναι τίποτ’ άλλο από στιγμές απαραίτητες μα όχι επαρκείς της σοσιαλιστικής προοπτικής. Η κατάκτηση της εξουσίας πραγματοποιείται ουσιαστικά έξω από την εκλογική σφαίρα (ακόμα κι αν βρίσκει στήριγμα σ’ αυτή), με τη μαζική δράση και κινητοποίηση: με συμβούλια εργοστασίων, παραγωγικών ζωνών με εστίες αυτοδιαχείρισης, με ζώνες παραγωγής αποεμπορευματοποιημένες στην περιοχή των δημόσιων αγαθών, που εγκαθιδρύουν τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο μέσα στην παραγωγή, με επιτροπές γειτονιάς, συνοικιών, με κινήματα πόλης, κοινωνικές πρωτοβουλίες και αντιστάσεις, που διασφαλίζουν τον έλεγχο, και το μετασχηματισμό του κρατικού μηχανισμού και την αντικατάσταση τους από μηχανισμούς ελεγχόμενους από τις λαϊκές μάζες.

Ο σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία

Η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι, προφανώς, αναγκαία συνθήκη για την κάλυψη των βασικών αναγκών του γήινου πληθυσμού. Ο σοσιαλισμός είναι το πρόγραμμα κοινωνικής μεταβολής που διαμορφώνεται με την οπτική όσων υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση και βάσει αξιών που προκύπτουν από την ταξική πάλη και την ευρύτερη κοινωνική σύγκρουση. Ελευθερία και ισότητα για όλες και όλους, αδελφότητα και αλληλεγγύη προς όλες και όλους, σεβασμός στην φύση, οριστική άρση των διακρίσεων ανάμεσα στα φύλα και τις φυλές.

Ο σοσιαλισμός είναι ο τρόπος που το κίνημα της ανθρώπινης χειραφέτησης επεξεργάστηκε για τη δημιουργία μιας αταξικής και αντιιεραρχικής κοινωνίας. Από αυτήν την άποψη έχει σημασία να επισημανθεί πως ο σοσιαλισμός δεν είναι αυτόνομος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, αλλά μετάβαση σε έναν νέο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, τον κομμουνιστικό. Δεν είναι τυχαίο πως ο Μαρξ στο κείμενο το πιο σχετικό με αυτό το ζήτημα –την περίφημη Κριτική του Προγράμματος της Γκόττα- περιγράφει το σοσιαλισμό ως πρώιμη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Δεν είναι δυνατό, λοιπόν, να μιλάμε ούτε για κάποιον ειδικό σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο σοσιαλισμός είναι η μεταβατική κοινωνική φάση, η οποία μέσω της εξάλειψης της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της επέκτασης της δημοκρατίας σε όλα τα πεδία της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής διαμορφώνει έναν κόσμο άξιο να τον ζουν οι άνθρωποι. Είναι μια κοινωνία συνεταιρισμένων παραγωγών, που χαρακτηρίζεται από κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, άμεση κοινωνική φύση της εργασίας, σχεδιασμό της παραγωγής για ικανοποίηση αναγκών -πράγμα που σημαίνει παραγωγή αξιών χρήσης και όχι εμπορευμάτων, απελευθέρωση από την τυραννία των νόμων της αγοράς.  Είναι η κοινωνία στην οποία η δύναμη των αποφάσεων περνάει σ΄ ολόκληρο τον πληθυσμό από την ελάχιστη μειοψηφία που τις μονοπωλεί σήμερα, η κοινωνία στην οποία κριτήριο των αποφάσεων είναι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών –που αποτιμώνται δημοκρατικά- κι όχι το κέρδος και η συσσώρευση, η κοινωνία στην οποία η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων εξοβελίζει τον ανταγωνισμό και μαζί μ΄ αυτόν την κολοσσιαία σπατάλη και αναποτελεσματικότητα που συνιστά η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Σοσιαλισμός είναι η μετάβαση σ΄ έναν  κόσμο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη της καθεμιάς και του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Είναι προφανές βέβαια πως η δέσμευση σ΄ έναν τέτοιο στόχο σημαίνει ταυτόχρονα δέσμευση σε μια διαδικασία κοινωνικών συγκρούσεων που όσο θα προσεγγίζεται ο στόχος τόσο περισσότερο θα εντείνονται. Και σημαίνει, ακόμη, την κατάστρωση μιας στρατηγικής που διευθύνει αυτήν την πορεία. Κέντρο μιας τέτοιας στρατηγικής είναι η αδιαμφισβήτητη διαπίστωση πως ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. «Αυταρχικός σοσιαλισμός» ή ότιδήποτε τέτοιο δεν μπορεί να υπάρξει –συνιστά αντίφαση εν τοις όροις. Μ’ αυτήν την έννοια η μετάβαση είναι μια διαρκής επιδίωξη διεύρυνσης κι εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Αν δεν διασφαλίζεται αυτό, όλα τα υπόλοιπα, ο σχεδιασμός, η εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων κλπ μπορεί να δημιουργούν έναν τύπο μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, πάντως δεν συγκροτούν μια σοσιαλιστική κοινωνία. Μ’ αυτήν την έννοια, ακόμη, είναι προφανές πως οι χώρες του «υπαρκτού» δεν ήταν σοσιαλιστικές και από καμιά θετική άποψη δεν έχουν να διδάξουν κάτι στο σύγχρονο κίνημα ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων. Η αρνητική ιστορική εμπειρία, όμως, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως οποιαδήποτε διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης που υποβαθμίζει τις   δημοκρατικές απαιτήσεις στο όνομα «υπέρτερων» σκοπών είναι εναντίον πρώτα απ΄ όλα των δυνάμεων που επιδιώκουν την κοινωνική μεταβολή.

Αστικοί θεσμοί και δημοκρατικό δρόμος

Η κριτική στην σύγχρονη αστική δημοκρατία, καθ΄ όλα δίκαιη σε μια εποχή που όλο και περισσότερο αυτή μεταλλάσσεται σε ένα είδος φιλελεύθερης ολιγαρχίας,  δεν θα πρέπει από την άλλη πλευρά -πράγμα που συχνά γίνεται- να υποθέτει πως οι αστικές πολιτικές μορφές είναι ένα τέχνασμα των κυρίαρχων προκειμένου να άρχουν. Αντίθετα, η νομιμοποιητική ισχύς αυτών των μορφών σε μεγάλο βαθμό βασίζεται ακριβώς  στο γεγονός πως δεν αποτελούν ψευδαίσθηση ή απάτη: η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι πολιτικές ελευθερίες, τα νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, είναι μια απτή πραγματικότητα, η ολοκλήρωσή τους υπήρξε κυρίως έργο του εργατικού- αλλά και του γυναικείου κινήματος- και η απώλειά τους θα σηματοδοτούσε μια μεγάλη ήττα για τα κινήματα συνολικά.

Ιστορικά  η αντιπροσωπευτική αστική δημοκρατία επιχειρήθηκε να περιοριστεί σ’ ένα μικρό κλάσμα του πληθυσμού, σ’ ένα τμήμα των ιδιοκτητριών τάξεων και διευρύνθηκε τελικά ως αποτέλεσμα έντονων και παρατεταμένων αγώνων σε σύγκρουση με την μανιώδη αντίσταση  των φιλελεύθερων αστικών τάξεων. Άρα, η σημερινή αντιπροσωπευτική δημοκρατία,  τόσο ως έκταση όσο και ως θεσμική συγκρότηση υπάρχει μόνο λόγω των λαϊκών αγώνων των δύο τελευταίων αιώνων

Σοσιαλισμός και δημοκρατικός δρόμος

Η σύλληψη του καπιταλιστικού κράτους ως σχέσης, η πεποίθηση  πως το τελευταίο δεν είναι ούτε εργαλείο στα χέρια της αστικής τάξης ούτε υποκείμενο  που  ασκεί αυτόνομα τις εξουσίες του, στηρίζεται ακριβώς στην επίγνωση πως οι λαϊκοί αγώνες, η ταξική πάλη είναι παράγοντας συγκρότησης του κράτους, όπως υφίσταται στην πράξη. Η στρατηγική πρόταση του δημοκρατικού δρόμου είναι λογικό επακόλουθο αυτής της επίγνωσης: αν η ταξική πάλη διατρέχει τους κρατικούς θεσμούς, μια διπλή κίνηση μέσα και έξω από το κράτος μπορεί να οδηγήσει  στην επικράτηση του κινήματος, που επιδιώκει την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων και την αντικατάστασή της από μια σοσιαλιστική  κοινωνική δομή.

Η διεύρυνση της δημοκρατίας είναι ουσιώδες στοιχείο αυτού που στην παράδοση του μαρξισμού ονομάστηκε διαδικασία «μαρασμού του κράτους». Απ΄ αυτήν την άποψη το θεμελιώδες είναι πώς να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών, με την επέκταση της αυτοδιεύθυνσης ως κύριου χαρακτηριστικού της μετάβασης.

Δημοκρατικός δρόμος σημαίνει μια πορεία ουσιαστικών διαρθρωτικών αλλαγών που το κορυφαίο σημείο τους –και θα υπάρξει αναγκαστικά ένα τέτοιο σημείο- βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών και πάνω στο στρατηγικό πεδίο του κράτους. Ο δημοκρατικός δρόμος είναι εκείνη η στρατηγική που προετοιμάζει την ιστορική ρήξη επιτυγχάνοντας θεσμικές μεταβολές στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Όλες οι μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τη δυνατότητα συλλογικής δράσης των ανθρώπων σήμερα, όλες οι επιλογές που μειώνουν την επικράτεια του εμπορεύματος, όλες οι θεσμικές αλλαγές που επιτρέπουν την αμεσοδημοκρατική παρέμβαση του πληθυσμού  είναι πολιτικές νίκες του κινήματος από την σκοπιά του σοσιαλισμού. Είναι πολιτικές παρεμβάσεις που ξεκόβουν τόσο από μια αριστερίστικη σωτηριολογική προσμονή μιας απρόβλεπτης στην πράξη κατάστασης επαναστατικής κρίσης και δυαδικής εξουσίας όσο –και πιο έντονα- με μια ρεφορμιστική προκήρυξη θεσμικών αλλαγών, που μεταρρυθμίζουν τον καπιταλισμό χωρίς να τον κλονίζουν ούτε κατ΄ ελάχιστο

Το Πρόγραμμα

Ιστορική υπενθύμιση: Τα προγράμματα των πρώτων εργατικών κομμάτων (της 1ης και 2ης Διεθνούς) ήταν προγράμματα αρχών και δευτερευόντως αιτημάτων που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε μεταβατικά, παρότι περιείχαν και τέτοια αιτήματα. Ο ίδιος ο Μαρξ έδωσε σκληρές μάχες με τους αναρχικούς οι οποίοι ήταν ενάντια στους συνδικαλιστικούς αγώνες και αιτήματα ή και ενάντια στην πολιτική, αλλά επέμεινε επίσης μέχρι τέλους στη συγκρότηση της μαζικής εργατικής πρωτοπορίας πάνω σε ξεκάθαρες αντικαπιταλιστικές και διεθνιστικές αρχές. Ο πυρήνας λοιπόν των προγραμμάτων των εργατικών κομμάτων της εποχής αυτής ήταν τα θεμελιώδη μέτρα για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.. Η έμφαση λοιπόν στα προγράμματα των πρώτων εργατικών κομμάτων ήταν σε μέτρα θεμελίωσης του σοσιαλισμού (κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, κατάργηση της μισθωτής εργασίας, κατάργηση του αστικού κράτους και εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, κατευθύνσεις για τις ταξικές συμμαχίες του προλεταριάτου κ.λπ.).

Το σχίσμα και η ενοποίηση της τάξης

Η προσχώρησης της ηγεσίας των κομμάτων της 2ης Διεθνούς στον Πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και το επαναστατικό κύμα που σάρωσε την ευρωπαϊκή ήπειρο στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα δημιούργησαν το πρώτο μεγάλο σχίσμα στους κόλπους του εργατικού κινήματος, καθώς ενάντια στη ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία που προσχώρησε στην ιμπεριαλιστική σφαγή δημιουργήθηκαν τα Κομμουνιστικά κόμματα και η 3η Διεθνής. Για τους επαναστάτες αυτής της περιόδου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήταν «αστικά εργατικά» κόμματα: η πολιτική τους εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της αστικής τάξης, αλλά εκπροσωπούσαν πολιτικά τις δυνάμεις προσαρμογής μέσα στην εργατική τάξη, τα πιο συμβιβασμένα κομμάτια της, ή -με μια άλλη ανάγνωση- τα μη επαναστατικά κομμάτια της. Η πολιτική εκπροσώπηση της τάξης διασπάστηκε, το ζήτημα της ενότητας στο κίνημά της έμπαινε πλέον με νέους όρους. Η απόσπαση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης από την πολιτική επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, η πολιτική εκπροσώπηση της πλειονότητας της εργατικής τάξης από το επαναστατικό κόμμα και ακόμα παραπέρα η διαμόρφωση μιας μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας για την ανατροπή του καπιταλισμού έγιναν τα βασικά «μοτίβα» της επαναστατικής πολιτικής.

Η επιμονή στις αρχές εξακολουθεί να τίθεται με έμφαση, αλλά στόχοι, αιτήματα και κοινές μάχες που επανενοποιούν την τάξη στη μάχη και συγκροτούν ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες για την ανατροπή του συστήματος αποκτούν εξαιρετική σπουδαιότητα. Αυτό αναπόφευκτα φέρνει και μια μετατόπιση του κέντρου βάρους του προγραμματικού λόγου προς τον «μεταβατικό» προγραμμα.

Το μεταβατικό πρόγραμμα

Ήδη γι’ αυτούς τους λόγους έχει θεμελιωθεί η ανάγκη για την έννοια του μεταβατικού προγράμματος, που θα γεφυρώνει σε μια ενότητα πολιτικής τους θεμελιώδεις σοσιαλιστικούς στόχους της επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας με τους στόχους και αιτήματα πάλης στο σήμερα που έχουν τη δυνατότητα να «υποκινούν» μαζικούς αγώνες με ανατρεπτική δυναμική και που έχουν την ικανότητα να «γεφυρώνουν» τη σοσιαλιστική στοχοθεσία με το σημερινό επίπεδο συνείδησης του κινήματος των καταπιεσμένων. Η κωδικοποίηση αυτής της λογικής έγινε από τον Τρότσκι με το μεταβατικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς το 1938.

Στον αντίποδα, ο σταλινισμός (που είχε ήδη προ πολλού επικρατήσει στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα), εισήγαγε μια άλλη λογική, γνωστή ήδη από το ρεφορμισμό της Δεύτερης Διεθνούς: τη διάκριση ανάμεσα σε «μίνιμουμ» και «μάξιμουμ» πρόγραμμα. Το μίνιμουμ ήταν για τους αγώνες του σήμερα και το μάξιμουμ για τη σοσιαλιστική κοινωνία του αύριο. Αυτή η αποσύνδεση των σημερινών αγώνων και αιτημάτων από τη σοσιαλιστική προοπτική -γνωστή επίσης από το ρεφορμισμό της Β’ Διεθνούς- είχε διπλό αρνητικό αποτέλεσμα:

Αφενός, ο σοσιαλισμός μετατράπηκε σε απώτατο «ευγενή στόχο» αποσυνδεμένο από τη δυναμική του σήμερα, κάτι σαν τη Δευτέρα Παρουσία των χριστιανών, και άρα απαξιώθηκε σε «πολιτισμικό στοιχείο» της αριστερής κουλτούρας. Αυτή η διαρκής αποσύνδεση από τους αγώνες του σήμερα και άρα απαξίωση του «τελικού στόχου» είχε αποτέλεσμα την πλήρη απαξίωσή του και τελικά την «εκδίωξή» του από τα προγράμματα των σοσιαλιστικών αλλά και των κομμουνιστικών κομμάτων της ύστερης μεταπολεμικής περιόδου.

Αφετέρου, η στοχοθεσία των αγώνων του σήμερα, το «μίνιμουμ» πρόγραμμα, απαλλαγμένο από το «βαρύ φορτίο» της σοσιαλιστικής προοπτικής, εκφυλλίστηκε σε συνδικαλιστική θεματολογία ή σε πολιτικούς στόχους μεταρρύθμισης του αστικού κράτους – ως «στάδια» προσέγγισης στο σοσιαλισμό.

Η συντριπτική επικράτηση της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού στην Αριστερά κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες,  οδήγησαν σε πλήρη απαξίωση γενικά του προγράμματος, σε οποιαδήποτε εκδοχή του. Η Αριστερά επένδυε τις δυνάμεις της σε μέτωπα αντίστασης, σε καμπάνιες, σε κινήματα και εξανλούνταν σε τακτικές και σε κοινοβουλευτικές «στρατηγικές» για την «άλωση» ή το «μετασχηματισμό» του αστικού κράτους.

Από τη «σχηματική αυτή ιστορική διαδρομή» προκύπτει ότι το πρόγραμμα (πρέπει να) είναι το κατεξοχήν στοιχείο ταυτότητας της Αριστεράς η οποία επαγγέλλεται την ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό. Η σχετικοποίηση της σημασίας του και η τελική του εξαφάνιση από τα στοιχεία ταυτότητας της Αριστεράς ήταν αποτέλεσμα και σύμπτωμα της διαλυτικής ιστορικής κρίσης στην οποία περιέπεσε.

Με αυτή την έννοια πρέπει να επανέλθουμε στα τρία βασικά συστατικά του προγράμματος για να ξεκαθαρίσουμε τη μεταξύ τους σχέση.

1. Πρώτο, οι θεμελιώδεις στόχοι αρχών: Σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι νωρίς για να έχουμε τις κατακτήσεις που μας χρειάζονται: για πολλούς λόγους, η «αποκατάσταση της βλάβης» δεν μπορεί να αρχίσει από τα ζητήματα αρχών. Η συζήτηση στην Αριστερά για το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», υπό το βάρος της ιστορικής κατάρρευσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και της βαθιάς ιδεολογικής κρίσης, είναι ακόμη σε πολύ πρωτόλειο στάδιο για να μπορεί να θεμελιώσει ξανά τους βασικούς σοσιαλιστικούς προγραμματικούς στόχους στις συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού. Ωστόσο, η επίκληση του σοσιαλισμού, η επανανομιμοποίησή του στα ντοκουμέντα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς  και η συστημική κρίση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος αλλά και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης κάνουν επιτακτική την ανάγκη να αρχίσει να ξαναγράφεται το κεφάλαιο των θεμελιωδών σοσιαλιστικών στόχων.

2. Δεύτερο, το κεφάλαιο του προγράμματος που αφορά τα μεταβατικά αιτήματα. Κάποιοι το ονομάζουν «μίνιμουμ πρόγραμμα», κάποιοι άλλοι «αντι-νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα», ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι είναι η απλή άθροιση των αιτημάτων που προβάλλουν και παλεύουν τα κινήματα. Στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα απ’ αυτά. Δεν είναι «μίνιμουμ πρόγραμμα»Πρώτον διότι δεν είναι το λιγότερο για το οποίο μπορούμε να παλέψουμε: η νικηφόρα υλοποίηση αυτού του προγράμματος ισοδυναμεί με μια μεγάλης κλίμακας ρήξη με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Δεύτερον, διότι δεν στοχεύει στην εγκαθίδρυση μιας άλλης «ρύθμισης» του καπιταλισμού, αλλά είναι μάλλον εργαλείο για την εκκίνηση μιας διαδικασίας «διαρκών ρήξεων» με σοσιαλιστική δυναμική και στοχοθεσία  μαζί του

3. Προφανώς, τα μεταβατικά αιτήματα σχετίζονται και σε τελική ανάλυση προκύπτουν από τα κινήματα: Πολλές φορές άμεσα, ακόμη περισσότερες φορές όμως έμμεσα και με καθόλου προφανή τρόπο. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι κατεξοχήν πολιτικό πρόγραμμα. Περιλαμβάνει ασφαλώς βασικά αιτήματα μάχης, αλλά είναι διαποτισμένο από μια λογική κατακτήσεων που ξεπερνούν τις ανοχές του συστήματος στη δεδομένη φάση και εγκαινιάζουν διαδικασίες ανατροπών, στους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς αλλά και στη συνείδηση των αγωνιστών/στριών του κινήματος.

Κοινωνικές συμμαχίες

Οι διαδραματιζόμενοι μετασχηματισμοί στην ταξική δομή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών  – παρακμή της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης και μεγάλη επέκταση των μισθωτών – τροποποιούν ταυτόχρονα και την αιχμή του προβλήματος και τους όρους επίλυσης του: το πρόβλημα δεν είναι πια τόσο η συμμαχία με την προσκολλημένη στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής παραδοσιακή μικροαστική τάξη, αλλά η ενοποίηση, ιδεολογική και πολιτική, των μισθωτών στρωμάτων. Αν μέσα από τις λειτουργίες που επιτελεί στην παραγωγική διαδικασία, μέσα από το επίπεδο μισθού .της, κλπ. ένα μέρος των νέων μισθωτών (διοικητικά στελέχη, επιστάτες, διδάσκοντες…) σχηματίζει μια νέα μικροαστική τάξη, η μεγάλη πλειοψηφία των νέων μισθωτών δημιουργεί νέα στρώματα στην καρδιά του προλεταριάτου: οι ταχυδρομικοί, οι φαρμακοποιοί, οι κατώτεροι υπάλληλοι τραπεζών και εμπορίου, οι τεχνικοί και μηχανικοί παραγωγής κλπ, είναι εκμεταλλευόμενοι που υπόκεινται στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Έχουν αντικειμενικά συμφέρον στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, στη σχεδιασμένη αυτοδιαχείριση της οικονομίας.

Η αναζήτηση της πολιτικής του ενοποίησης και κινητοποίησης είναι πολύ πιο σημαντική. Είναι αυτό ακριβώς που υποδεικνύει ο Αλτουσέρ όταν υπογραμμίζει ότι η νίκη στην Γαλλία (στη δεκαετία του 80) περνά περισσότερο από την κατάκτηση του 37% των εργατικών ψήφων που πάνε στη δεξιά ή στην αποχή, παρά από την έλξη του μετριοπαθούς μικροαστικού εκλογικού σώματος.

Με αυτή την ανάλυση στις σημερινές συνθήκες οι κοινωνικές αναφορές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι άλλες από τις δυνάμεις της εργασίας, τους μισθωτούς, τους εργαζόμενους στην επισφάλεια και στην εργασιακή περιπλάνηση, στους νέους και τις νέες, τη γενιά των 700 ευρώ, τους μετανάστες, άνδρες και γυναίκες.

Advertisements





Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.



Αρέσει σε %d bloggers: