Το ΚΚΕ του 18ου: απελπισμενος και απελπιστικος σταλινισμος (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 16.11.2008)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ


Οι αγώνες που περιορίζονται να διαφυλάξουν κάποιες κατακτήσεις, παρότι είναι αναγκαίοι, δεν μπορούν να δώσουν ουσιαστικές λύσεις. Μόνη διέξοδος και νομοτελειακή προοπτική παραμένει ο σοσιαλισμός
(Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό, σελ. 36)

Κάθε δημόσια έκφραση που φέρει (καταχρηστικά ή μη) τα σημαίνοντα του κομμουνισμού –πόσο μάλλον η συνεδριακή διαδικασία ενός κόμματος με την ιστορία και το πολιτικό βάρος του ΚΚΕ- επιδρά στην «τάση» του κομμουνισμού, είτε ενισχύοντας και καταξιώνοντάς τη, είτε αποδυναμώνοντας και δυσφημώντας τη. Γι’ αυτό και μας ενδιαφέρουν τα συμπεράσματα που εκθέτει σήμερα το ΚΚΕ για την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» και την πορεία της ΕΣΣΔ απ’ το 1917 ως το 1991: διότι «χρησιμεύουν» στη χάραξη της σύγχρονης στρατηγικής του κόμματος και τη συγκρότηση οργανώσεων και κομματικών στελεχών που μιλούν και πράττουν στο όνομα του κομμουνισμού, και διότι (δικαίως ή μη) επηρεάζουν την αντίληψη της κοινωνίας για το «κίνημα που καταργεί την ισχύουσα τάξη πραγμάτων από σήμερα». Από τη σκοπιά αυτή, λοιπόν, συμμερίζομαι τη θλίψη που κατέθεσε εδώ ο Στρατής Μπουρνάζος (26/10), με αφορμή την έκδοση των Θέσεων της Κ.Ε. του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό.

Σταλινική, βεβαίως. Αλλά «στροφή»;

Αυτό για το οποίο δεν είμαι σίγουρος είναι ότι το εν λόγω κείμενο σηματοδοτεί «στροφή» του ΚΚΕ στο σταλινισμό· αντίθετα, αυτό για το οποίο διακρίνεται η διάτρητη αυτή ανάλυση της ηγεσίας του κόμματος, είναι η …αυτοπεποίθηση με την οποία επιχειρεί να υπερασπιστεί και να αναδείξει επιλογές μιας υπερδεκαετούς πορείας -χονδρικά: από τα μέσα του ’90 μέχρι σήμερα. Αυτοπεποίθηση, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο α) ρισκάρει να θερίσει αντιδράσεις και κείμενα σαν αυτό του Γιώργου Ρούση, έτσι αλόγιστα που σπέρνει σταλινίνη και, κυρίως γιατί β) αναδεικνύει μια προφανή ασυνέχεια εφ’ όσον, για δεκαετίες μετά το ’56, το ΚΚΕ ταυτίστηκε αταλάντευτα μ’ ένα κόμμα (ΚΚΣΕ) και ένα υπόδειγμα σοσιαλιστικής οικοδόμησης (ΕΣΣΔ) που σήμερα «αναγνωρίζει» ως διαβρωμένα από τον οπορτουνισμό και το κυνήγι του κέρδους, ταξικά και θεωρητικά αποδυναμωμένα (σελ. 26). Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για επιλογή με σοβαρές πολιτικές συνέπειες.

Πρωτόγονος οικονομισμός

Μια από τις πλέον αναπόφευκτες, είναι η ταύτιση του ΚΚΕ μ’ έναν πρωτόγονο οικονομισμό. Διαβάζουμε, φέρ’ ειπείν, ότι «στην περίοδο 1917-1940 πραγματοποιήθηκε η ολοκληρωτική κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής» (Θέση 13)· δεδομένου όμως ότι «σε μια χώρα όπως η Ρωσία του 1917-1921»[1] ήταν «αναπόφευκτη» η εφαρμογή μιας πολιτικής «διατήρησης σε ορισμένη έκταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής» (Θέση 14), η κατάργηση θα πρέπει να επετεύχθη μεταξύ 1921 και 1940. Χρειάστηκε ωστόσο, «μια νέα φάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στα τέλη της δεκαετίας του 1920» για να αντικατασταθεί η Νέα Οικονομική Πολιτική (διατήρησης καπιταλιστικών σχέσεων) (Θέση 15)[2]. Κι αν δεχτούμε, όπως το κάνει το ΚΚΕ –σιωπηρά, αλλά αναγκαστικά- το σταλινικό Σύνταγμα του 1936, το οποίο αναγγέλλει την κατάργηση των ανταγωνιστικών τάξεων[3], τότε η «ολοκληρωτική» κατάργηση του καπιταλισμού φαίνεται να υλοποιήθηκει μέσα σε οχτώ χρόνια, στο διάστημα 1928-1936, χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και παρά την καθυστέρηση των σχέσεων παραγωγής (Θέση 18)! Όμορφο και γρήγορο δεν ακούγεται;

Αποθέωση, αντί απονέκρωσης του κράτους

Σε ό, τι πάλι αφορά στην ομολογούμενη καθυστέρηση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, αυτή συνδέεται προνομιακά με τον κεντρικό σχεδιασμό (σελ. 19), όπως άλλωστε και τα δεινά που επέφερε το προοίμιο της οπορτουνιστικής επικράτησης -λέγε με 20ο Συνέδριο-, εξαιτίας του οποίου «κλιμακώθηκε» η αποδυνάμωση του κεντρικού σχεδιασμού (σελ. 21). Το πάθημα έγινε μάθημα για το ΚΚΕ: στη σύγχρονη σοσιαλιστική στρατηγική του «στόχος είναι σταδιακά όλο το προϊόν να κατανέμεται μέσω ενιαίου κρατικού μηχανισμού» (σελ. 39), δεδομένου άλλωστε ότι η λειτουργία της επαναστατικής εργατικής εξουσίας είναι «οργανωτική, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, διαπαιδαγωγητική, αμυντική, υπό την καθοδήγηση του Κόμματος» (σελ. 41: δεν ξεφεύγει τίποτα!). Το Κόμμα που καθοδηγεί το υπερκράτος είναι (αλίμονο…) ένα και μοναδικό και ρόλος του είναι να δώσει πνοή στην απελπιστική νοσταλγία της δεκαετίας του ’30, για την οποία γράφουν οι Resnick και Wolff: «τα πιστά στον Στάλιν κρατικά και κομματικά στελέχη (…) προήγαγαν το κράτος σε μοναδική κινητήρια δύναμη της μετάβασης στον κομμουνισμό. Κανένα άλλο μαρξιστικό κίνημα δεν είχε ως τότε αποδώσει τόσο πρωταρχική σημασία για την επίτευξη του κομμουνισμού σε έναν πανίσχυρο κρατικό μηχανισμό. Ο σταλινισμός ανήγγειλε την κατάργηση των τάξεων [κι έτσι] τα κρατικής ιδιοκτησίας εργοστάσια και η κολλεκτιβοποιημένη γεωργία μπορούσαν πλέον να αξιοποιήσουν τις παραγωγικές τους δυνατότητες κάτω από και χάρη στη διοίκηση και τον έλεγχο του κράτους»[4].

Συνεχίζοντας όμως στη ρότα των «Θέσεων», η γιγάντωση του κράτους σε μια περίοδο «ολοκληρωτικής» κατάργησης των τάξεων (στην οποία «κανονικά» αυτό θα απονεκρωνόταν) παραμένει ανεξήγητη από την Κ.Ε. του ΚΚΕ. Και πρόκειται για σιωπή σημαντική, ιδίως υπό το πρίσμα της θεωρίας για το κράτος-εργαλείο-στα-χέρια-μιας-τάξης. Διότι, αν οι τάξεις καταργήθηκαν «ολοκληρωτικά», τότε α) ποια τάξη καταπίεζε ποιαν μέσω του κράτους και β) από πού ξεπήδησαν τα «ταξικά αντισοσιαλιστικά συμφέροντα [που] είχαν την αντανάκλασή τους μέσα στο ΚΚ» της ΕΣΣΔ (Θέση 16, σελ. 16) και οδήγησαν το κόμμα στο δρόμο του οπορτουνισμού και της αντεπανάστασης –αρχής γενομένης, μάλιστα, απ’ το 19ο Συνέδριο του 1952, ζώντος δηλαδή του Στάλιν (!), οπότε και πρωτοδιατυπώνονται τα περί «ειρηνικής συνύπαρξης» με τον ιμπεριαλισμό (Θέση 29, σελ. 33);

Ακατανόητη εμμονή στη σοβιετική διανόηση

Πόσο «ολοκληρωτική» ήταν η εξάλε ιψη των καπιταλιστικών σχέσεων αν η κομμουνιστική εξουσία στην ΕΣΣΔ υπήρξε –όπως τη θέλει η Κ.Ε. του ΚΚΕ- από τη γέννησή της εξαρτημένη «από διευθυντικό και επιστημονικό δυναμικό αστικής προέλευσης» (Θέση 22, σελ. 27); Και πώς μπορούμε να απορρίψουμε τους Σερζ, Λούξεμπουργκ, Τρότσκι, Γκράμσι, Μπετελέμ, Πουλαντζά, Ρέσνικ και Χόμπσμπάουμ για να εμπιστευτούμε αποκλειστικά και μόνο τους «Σοβιετικούς» να μας πουν για τις ακρότητες της μεταβατικής διαδικασίας[5]; Πώς μπορούμε να το κάνουμε, αν «μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο το ΚΚΣΕ βρέθηκε ταξικά και ιδεολογικά αποδυναμωμένο» (Θέση 22, σελ. 26), λόγω των συνθηκών του πολέμου, των απωλειών και της απότομης αύξησης των μελών του, εξ αιτίας των οποίων υποχώρησε το επίπεδο πολιτικής μαρξιστικής μόρφωσης της ηγεσίας του (σελ. 27); Γιατί να μη θέλησαν «οι Σοβιετικοί» να αποκρύψουν ή να δικαιολογήσουν εκτροπές, στο όνομα της δυσκολίας των συνθηκών και της υπεράσπισης της επανάστασης;

Εν πάση περιπτώσει, για ποιον επαναστατικό σκοπό επιστρατεύτηκαν ως μέσα οι δίκες-τερατουργήματα, που οδήγησαν επαναστάτες στο απόσπασμα και πώς γίνεται να μην υπάρχουν «Σοβιετικοί» να τις στηλιτεύσουν; Μήπως «διάβαζαν» τότε, μαζί με το ΚΚΕ; Αρκεί η μαρτυρία του αμερικανού πρέσβη στη Μόσχα Τζ. Ντέιβις[6] για να δικαιολογηθεί μια πολιτική δολοφονία όπως αυτή του Μπουχάριν; Και πώς μπορεί να ξεμπερδεύει ένα κομμουνιστικό κόμμα χαρακτηρίζοντας ως «υπερβολές»[7] εγκληματικές πρακτικές που, πίσω κι απ’ αυτές ακόμα τις αστικές δικονομικές εγγυήσεις, διαμόρφωσαν ένα δικαστικό σύστημα χωρίς «καμιά προστασία [για τον] κατηγορούμενο» (σελ. 17);

Κατά λάθος δικαιολόγηση της «άλλης όχθης»

Αν ισχύουν οι παραδοχές του ΚΚΕ για την μετά το ’53 περίοδο, τότε η ανάλυση του ευρωκομμουνισμού για τις ιδιαιτερότητες της Δυτικής Ευρώπης -και άρα της στρατηγικής των ευρωπαϊκών ΚΚ-, είτε «προσχηματική (όπως τη θέλει η Θέση 29), είτε όχι, δεν ήταν άραγε το ίδιο τουλάχιστον θεμιτή όσο και η πρόσδεση σ’ ένα ΚΚΣΕ «διαβρωμένο απ’ τον οπορτουνισμό» – άρα ανίκανο να επιτελέσει τον επαναστατικό-καθοδηγητικό του ρόλο; Δεν ήταν αν μη τι άλλο «λογική», εφ’ όσον το ΚΚΣΕ φέρεται να είχε χάσει την προωθητική του δύναμη απ’ τη δεκαετία του ’50, η αυτονόμηση των κομμάτων εκτός ΕΣΣΔ και η αποκοπή τους από ένα όλο και πιο «οπορτουνιστικό», αντιεπιστημονικό και μη επαρκώς ταξικό κόμμα;

***

Το ΚΚΕ δεν μπορεί πια να αντλεί το ηθικοπολιτικό του κύρος από τη βαρβαρότητα των αντιπάλων του, την αναξιοπιστία των δυνάμει συμμάχων του και την αυτοθυσία των μελών του. Το γεγονός αυτό, μαζί με την εκκωφαντική του απουσία από τις σημαντικότερες μάχες των τελευταίων χρόνων, το υποχρεώνουν σε μια «σκληρή» για την εποχή επιλογή, όσο βέβαια και «άνετη» (νοσταλγία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, κυνική αδιαφορία απελπισμένου σε ό, τι αφορά τους αγώνες, νομοτελειακή θεώρηση της ιστορίας, «επιστημονικοποίηση» θεωρητικών σχημάτων υποταγμένων στις τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες: πολιτικός και θεωρητικός οπορτουνισμός). Πρόκειται, ωστόσο, για ριψοκίνδυνη επιλογή που αφορά συνολικά την Αριστερά και το ενδεχόμενο μαζικής αποστράτευσης ανθρώπων (κυρίως νέων) απρόθυμων να υπηρετήσουν επί μακρόν ένα πρότυπο πολιτικής πρακτικής συνώνυμο της ακαμψίας, του σταχανοβισμού και της αυτοαναφορικότητας. Τούτων δοθέντων, αυτό στο οποίο ειλικρινά ελπίζουμε, είναι αυτή την κατηφόρα να τη σταματήσουν το συντομότερο αγωνιστές και αγωνίστριες που υποψιάζονται  τον κίνδυνο μουσειοποίησης και εξάρθρωσης του κόμματός τους.


[1] Για την οποία βαρύνουσας σημασίας, σύμφωνα με την ίδια την ΚΕ του ΚΚΕ, είναι η ιστορική κληρονομιά, «από την άποψη της έκτασης της προκαπιταλιστικής της καθυστέρησης και της ανισόμετρης καπιταλιστικής ανάπτυξής της» (Θέση 22).

[2] Σε τι καθεστώς παραγωγικών σχέσεων, άραγε, αναπτύχθηκαν αυτές οι τρομερές παραγωγικές δυνάμεις;

[3] Γ. Ρούσης, παραπέμποντας στο Ι. Στάλιν, Ζητήματα Λενινισμού», Έκδοση Καμπίτση, σελ. 675 και 679. Βλ. και Δημήτρης Μπελαντής, Οι συνέπειες του οικονομισμού, Θέσεις, τεύχος 101

[4] S.A Resnick-R.D. Wolf, Ταξική Θεωρία και Ιστορία, Καπιταλισμός και Κομμουνισμός στην ΕΣΣΔ, Ελληνικά Γράμματα (μτφρ. Θανάσης και Βίκτωρας Τσακίρης), σελ. 483-484

[5] «Έγιναν ακρότητες; Εγώ σου λέω ότι μπορεί και να έγιναν. Αυτό θα μας μείνει σύντροφοι από εκείνη την περίοδο; Και στο κάτω κάτω ας τα πουν οι ίδιοι οι Σοβιετικοί, είμαστε εμείς μέσα στην ΕΣΣΔ, το ’30 και το ’35 να ξέρουμε; Πάμε να βγούμε απέξω και να κάνουμε τους έξυπνους; Ε, δεν είμαστε», θα πει η Αλέκα Παπαρήγα σε παρουσίαση των Θέσεων στην Πάτρα, Ριζοσπάστης, 6/11/2008

[6] Θέση 16, υποσημείωση 18, σελ. 17

[7] ό.π.

Advertisements





Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.



Αρέσει σε %d bloggers: