Βία και υποκρισία (Μακεδονία, 29.12.2008)
29/12/2008, 12:26 πμ
Filed under: Χρηστος Λασκος
ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Η στοιχειακή αντίδραση μεγάλων τμημάτων της νεολαίας και κοινωνικά αποκλεισμένων συμπολιτών μας σπάζει το νοσηρό εφησυχασμό μιας κοινωνίας που χρόνια τώρα καμώνεται πως δεν τρέχει τίποτε, όταν δεν αγγίζονται τα ιερά και τα όσια μιας συνθήκης πλασματικής και ευτελούς μαζί ευημερίας.

Οι μικροί μαθητές, που καθημερινά βρίσκονται στο δρόμο εκφράζοντας δυναμικά την κι από τον ίδιο το Θεό δικαιωμένη οργή τους, αυτοί που είναι αγανακτισμένοι με μια αγανάκτηση ιερή, σε αντιπαραβολή με εκείνη την άλλη, των “αγανακτισμένων πολιτών”, διδάσκουν κι ας μην γνωρίζουν πολλά. Μαζί τους όλοι όσοι κινητοποιούνται, για να τους συμπαρασταθούν χωρίς μεμψιμοιρίες και αναστολές, χωρίς περικοκλάδες και όρους, για να βαδίσουν μαζί τους το δρόμο της αξιοπρέπειας και της ελπίδας, είναι σαν να ξυπνούν σε μεγάλους αριθμούς από λήθαργο βαθύ, που μείωνε τη ζωή σε βίο, ελάχιστα μάλιστα αξιοβίωτο.

Ζούμε μέρες ιστορικές. Η εξέγερση που (όπως πάντα γίνεται με τις εξεγέρσεις) εξελίσσεται χωρίς κανείς να την έχει προβλέψει, χωρίς κανείς να την έχει οργανώσει, θα αλλάξει τις ζωές όλων μας, θα γίνει ορόσημο στη σύγχρονή μας ιστορία. Ο Δεκέμβριος του 2008 θα καταχωριστεί ως ένα από εκείνα τα συμβάντα που, ενώ στους περισσότερους διαφεύγει η βαθύτερη σημασία τους, δεν παύουν, ωστόσο, να μας υποψιάζουν πως αυτή είναι μεγάλη.
Ζούμε μέρες ιστορικές. Και το πολιτικό μας σύστημα δεν έχει πάρει χαμπάρι. Η ΝΔ ισχυρίζεται πως το πρόβλημα είναι οι περιφερόμενοι αλητήριοι που βάσει σχεδίου(!) τα σπάνε εκμεταλλευόμενοι το χιλιοστό τραγικό μα μεμονωμένο περιστατικό. Το ΠΑΣΟΚ ανάβει κεριά προσευχόμενο να μη γίνουν γρήγορα εκλογές και αναλάβει να διαχειριστεί τον ρεζίλη ελληνικό καπιταλισμό -για τη δημιουργία του οποίου τόσα συνεισέφερε επί δεκαετίες- σε συνθήκες χάους. Και το ΚΚΕ, αυτός ο βαθιά συντηρητικός πολιτικός οργανισμός που κάνει επίδειξη των ικανοτήτων περιφρούρησης των κινητοποιήσεών του, όταν οι κινητοποιήσεις αυτές είναι ταχύτατες περιστροφές γύρω από τον εαυτό του, απλώς για να βγει ο κομματικός λαός από την υποχρέωση, παριστάνει τη μυστική αστυνομία «δίνοντας» τη ριζοσπαστική Αριστερά ως υπαίτια της διασάλευσης του νόμου και της τάξης, που τόσο υπεύθυνα το ίδιο υπερασπίζεται.

Η ριζοσπαστική Αριστερά είναι από την πρώτη στιγμή μαζί με τους εξεγερμένους, γι’ αυτό οι εξουσίες όλων των τύπων είναι εναντίον της. Και δεν είναι μόνο οι μαθητές και οι σπουδαστές εξεγερμένοι. Μετέχουν μαζικά και τμήματα της νεολαίας που εισέρχονται -ή αδυνατούν να εισέλθουν- στην παραγωγή με μισθούς πείνας, ατέλειωτες απλήρωτες υπερωρίες, εργασιακές σχέσεις που έχουν μεγαλύτερη συνάφεια με τη δουλεία παρά με την αστική δημοκρατία, ανύπαρκτη συνδικαλιστική εκπροσώπηση, στο έλεος της εργοδοτικής κτηνωδίας. Η γενιά των 400 ευρώ, των Stage και της ατελείωτης εργατικής μαθητείας ένιωσε από τις 6 Δεκεμβρίου πως είναι και στο στόχαστρο κάθε αστυνομικού. Πώς θα ήταν δυνατό να μην εκφράσει με τον πιο έντονο τρόπο την οργή για τις τόσο βίαιες κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής της; Μόνο υποκριτές θα το απαιτούσαν.
Ζούμε μέρες ιστορικές. Οι βάρβαροι -για να θυμηθούμε τον Καβάφη- είναι ξανά εδώ μαζί μας. Όσο και αν δεν αρέσει σε κάποιους αυτό, αποτελούν μια κάποια ελπίδα. Είναι υποχρέωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς αυτό να δείξει. Και φαίνεται πως, ως προς το κύριο, βρίσκεται στο σωστό δρόμο.

* Ο Χρήστος Λάσκος είναι μέλος ΚΠΕ Συνασπισμού

Advertisements


Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΑΡΧΗ (ΑΥΓΗ, 28.12.2008)
28/12/2008, 6:20 μμ
Filed under: Δημητρης Λαβατσης | Ετικέτες:

TOY ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΒΑΤΣΗ

Η εξέγερση  που εξελίσσεται από τις 6  Δεκεμβρίου μας υποχρεώνει να ορίσουμε  εκ νέου  αυτό  που μέχρι χτες ήταν  λυμένο ως ξεπερασμένο: Τι εννοούμε λέγοντας εξέγερση.

Συνέχεια



Αριστερα και ανθρωπινα δικαιωματα (Μαγμα, τευχος Δεκεμβριου 2008)
26/12/2008, 10:30 πμ
Filed under: Σπυρος Απεργης

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΑΠΕΡΓΗ 

«Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης φύσης,χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινο ον» από κείμενο των Ενωμένων Εθνών.

1.ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Ο αέναος αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι μια διαχρονική πάλη ανά τους αιώνες για καλύτερη ζωή που συνεχίζεται ακατάπαυστα μέχρι τις ημέρες και θα συνεχίζεται και στο μέλλον. Η πρώτη μεγάλη κατάκτηση ήταν η Magna Carta που επιβλήθηκε στον βασιλιά Ιωάννη της Αγγλίας το 1215 από άγγλους βαρόνους. Αυτός ο Χάρτης είναι το παλαιότερο  συνταγματικό κείμενο για τα ανθρώπινα δικαιώματα που έγινε σύμβολο της ατομικής ελευθερίας και ο σπόρος του κράτους δικαίου έναντι της δεσποτικής, φεουδαρχικής εξουσίας. Η επανάσταση του 1648, που κατάργησε την απόλυτη μοναρχία στην Αγγλία και εγκαθίδρυσε την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, προετοίμασε το έδαφος για την υιοθέτηση νέων νόμων υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως  ο νόμος του habeas corpus του 1679 που ενίσχυσε την προστασία του υπάρχοντος εθιμικού δικαίου προς τους πολίτες από την αυθαίρετη σύλληψη και φυλάκιση και ο νόμος του 1688 για την Ανεξιθρησκεία που αποτελεί και το θεμέλιο της σύγχρονης θρησκευτικής ελευθερίας.

 Το 1776 η επανάσταση στις ΗΠΑ διατύπωσε την Αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, διακηρύσσοντας ότι «θεωρούμε ότι αυτέ τις αλήθειες αυταπόδεικτες, δηλαδή ότι όλοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν ίσοι, ότι προικίστηκαν από τον δημιουργό τους με ορισμένα αναφαίρετα δικαιώματα και ότι, μεταξύ αυτών, των δικαιωμάτων είναι η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας». Η επίδραση των φιλοσόφων του 18ου αιώνα , όπως ο Μοντεσκιέ και ο Λοκ, είναι σαφής στη Αμερικανική Διακήρυξη ενώ το αμερικανικό σύνταγμα του 1787 είναι το πρώτο γραπτό σύνταγμα που προσδιορίζει σαφέστερα τα ανθρώπινα δικαιώματα και την θεσμική υποχρέωση της κάθε εξουσίας να τα σέβεται και να τα εφαρμόζει. Στη συνέχεια  η Γαλλική Επανάσταση του 1789 με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου  με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών επεξέτεινε τα δικαιώματα του πολίτη έναντι της (κρατικής) εξουσίας και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τις επαναστάσεις του 19ου αιώνα.

Η άνοδος της (διαμορφούμενης τους 18ο και 19ο αιώνες) αστικής τάξης στην  πολιτική και οικονομική εξουσία και η εγκαθίδρυση καπιταλιστικών δομών στην κοινωνική και οικονομική ζωή αρκετών χωρών οδήγησε στην ανάπτυξη αγώνων για την προστασία των εργαζομένων από την ερασιακή βαρβαρόττηα του πρώιμου καπιτλαισμού. Στην Πρωσσία και στις ΗΠΑ, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα καθιερώθηκε η δωρεάν υποχρεωτική στοιχειώδης εκπαίδευση. Το 1825 καθιερώθηκε η καθολική ψηφοφορία για τους λευκούς άνδρες στις ΗΠΑ. Το 1824 και 1825 το αγγλικό κοινοβούλιο πέρασε τους πρώτους νόμους που επέτρεπαν τον συνδικαλισμό των εργαζομένων. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, υπό την ολοένα αυξανόμενη πίεση που δημιουργούσαν οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας στα εργοστάσια και στα ορυχεία καθώς και η ίδρυση και η δράση σοσιαλιστικών κομμάτων σε διάφορες χώρες, οι αστικές ελίτ υποχρεώθηκαν στη θέσπιση κοινωνικής νομοθεσίας και στη συνέχεια ασφαλιστικής νομοθεσίας.

Η ρωσική,κομμουνιστική επανάσταση του 1917 και η πλήρης ανατροπή του οικονομικού συστήματος στη Ρωσία υπήρξε ο φάρος για πολλά επαναστατικά κινήματα του 20ού αιώνα ενώ, παράλληλα, επέφερε σημαντικές βελτιώσεις στην κατάσταση των δικαιωμάτων στην στέγη, στην τροφή, στην παιδεία, στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση κλπ όχι μόνο στη Ρωσία αλλά, εμμέσως πλην σαφώς μέσω των συνδικάτων και των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη και αλλού, και σε πολλές άλλες δυτικές και μη χώρες του κόσμου.

2. ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ

Πριν από εξήντα χρόνια, από τις στάχτες του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ξεπήδησε μια νέα τάξη πραγμάτων, που έθετε ως πρωταρχικούς στόχους των Ηνωμένων Εθνών τον σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παράλληλα με την ειρήνη, την ασφάλεια και την ανάπτυξη. Σήμερα, 60 χρόνια μετά στην συμβολική επέτειο της υπογραφής της Διακήρυξης, τα Ηνωμένα Έθνη εμφανίζονται ανίκανα και απρόθυμα να υλοποιήσουν τους στόχους της και να  επιδιώξουν την αξιοπρεπή εφαρμογή του περιεχομένου της Διακήρυξης.

Σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο, οι παγκόσμιες προκλήσεις  της φτώχειας, της ανασφάλειας, της μετανάστευσης, της περιθωριοποίησης, απαιτούν απαντήσεις βασισμένες στις παγκόσμιες αξίες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ενώνουν τους ανθρώπους και προάγουν τη συλλογική μας ευημερία. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παρέχουν τη βάση για ένα βιώσιμο μέλλον. Όμως, προτεραιότητα σήμερα μοιάζει να είναι η προστασία της ασφάλειας των κρατών και όχι η βιωσιμότητα και η αξιοπρέπεια της ζωής και του βιοπορισμού των ανθρώπων. Σήμερα, οι εθνικές και οι υπερεθνική ελίτ ποδοπατούν την ελευθερία και διαλαλούν όλο και περισσότερους φόβους: φόβο μήπως κατακλυστούμε από μετανάστες· φόβο για «τον άλλο» και μήπως χάσουμε την ταυτότητά μας· φόβο μήπως μας ανατινάξουν τρομοκράτες· φόβο για «κράτη-παρίες» με όπλα μαζικής καταστροφής.

Ο φόβος ευδοκιμεί όπου υπάρχει μυωπική και δειλή ηγεσία. Υπάρχουν, πράγματι, πολλές πραγματικές πηγές φόβου, όμως η προσέγγιση που υιοθετούν οι σημερινές ελίτ στον κόσμο είναι κοντόφθαλμη, θεσπίζοντας πολιτικές και στρατηγικές που διαβρώνουν το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αυξάνουν τις ανισότητες, τροφοδοτούν τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, διαιρούν και φθείρουν τις κοινότητες και σπέρνουν τους σπόρους που φέρνουν βία και περισσότερες συγκρούσεις.

Η πολιτική του φόβου έχει γίνει πιο πολύπλοκη με την εμφάνιση ένοπλων ομάδων και μεγάλων επιχειρήσεων που διαπράττουν ή παραβλέπουν καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και οι δύο –με διαφορετικούς τρόπους– αμφισβητούν την ισχύ των κυβερνήσεων σε έναν κόσμο όπου τα σύνορα έχουν όλο και λιγότερη σημασία. Η εστίαση των περισσότερων κυβερνήσεων σε ένα στενά προσδιορισμένο, επικεντρωμένο στο κράτος, πρόγραμμα «ολικής ασφαλείας» με διακηρυγμένο εχθρό τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» εξέτρεψε την προσοχή από ορισμένες πολύ πραγματικές απειλές που θίγουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Ανάμεσα σε αυτές είναι η αποτυχία των κυβερνήσεων να σταματήσουν το απρόσκπτο εμπόριο όπλων  κυρίως μικρού διαμετρήματος που η ανεξέλεκτη χρήση τους ευθύνεται για εκατομμύρια νεκρούς, ανάπηρους και άλλους τραυματίες κάθε χρόνο, η αποτυχία να εξαλείψουν την ακραία φτώχεια και τις ασθένειες που μπορούν να προληφθούν, να αναχαιτίσουν και να θεραπεύσουν την εξάπλωση του HIV/AIDS, να αντιμετωπίσουν τις οδυνηρές κοινωνικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και να αντιμετωπίσουν την οικονομική και κοινωνική αποδυνάμωση που διευκολύνει τη βία κατά των γυναικών.

Σε μια εποχή αυξημένης ανασφάλειας, κάποιες κυβερνήσεις επέλεξαν να αγνοήσουν και να υπονομεύσουν το συλλογικό σύστημα ασφάλειας του ΟΗΕ που το αντιπροσωπεύει το διεθνές δίκαιο. Δρακόντεια μέτρα –από δημοκρατικές όσο και από αυταρχικές κυβερνήσεις– για την επέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα και την παρακολούθηση επικοινωνιών, για τη σύλληψη και κράτηση υπόπτων χωρίς δίκη και για την απέλαση ανθρώπων χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψη η μοίρα τους, αποδυνάμωσαν την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ατόμου καθώς και τον σεβασμό για τα πρότυπα του διεθνούς δικαίου. Οι ΗΠΑ συνέχισαν να θέτουν υπό κράτηση αιχμαλώτους από τον πόλεμο του Αφγανιστάν περιφρονώντας το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, απέστρεψαν το βλέμμα από τον βασανισμό και την κακομεταχείριση υπόπτων από τους λειτουργούς και τους συμμάχους τους, και επιδίωξαν να υπονομεύσουν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μέσα από διμερείς συμφωνίες. Σε αυτή τη διαδικασία υπονόμευσαν και το δικό τους ηθικό κύρος να εκφράζονται κατά των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλα μέρη του κόσμου.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι μια πολυτέλεια για τις καλές εποχές. Πρέπει να  τηρούνται  σε  κάθε  εποχή και, ιδίως, σε καιρούς κινδύνου και ανασφάλειας. Ενδυναμώνουν τους ανθρώπους και τους δίνουν την ελευθερία να  επιλέγουν, να αμφισβητούν και να διαμορφώνουν το δικό τους πεπρωμένο.  Παρέχουν ένα πλαίσιο για δημιουργικό διάλογο μεταξύ κυβερνήσεων και λαών. Αν σκοπεύουμε να πετύχει η αναζήτηση ενός  πολύπλευρα και πολυδιάστατα ασφαλέστερου  αλλά και σοσιαλιστικού κόσμου, τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να βρίσκονται στον πυρήνα του.Η πάλη για τα δικαιώματα, για την ενότητα των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, για την καθολικότητά τους χωρίς εξαιρέσεις δεν είναι απλά ένα στοιχειώδες πολιτικό καθήκον στο πλαίσιο του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας. Πρέπει να είναι ο πυρήνας της αντίληψής  μας για το σοσιαλισμό και ένα από τα θεμέλια στο σχέδιο μετάβασης.

Η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού οδηγεί ολοένα και περισσότερο στη συρρίκνωση των συλλογικών (κοινωνικών και πολιτικών) δικαιωμάτων και στην αμφισβήτηση των ατομικών ελευθεριών. Ισχυρά μεταναστευτικά ρεύματα, σκλήρυνση του νομικού εποικοδομήματος και απίσχνανση των διαδικασιών δημοκρατικού ελέγχου, ανάπτυξη ενός διεθνούς παρακράτους (π.χ. μυστικές πτήσεις CIA), δημιουργία  σε  ευρωπαικό και εθνικό επίπεδο «κράτους έκτακτης ανάγκης» (ευρωένταλμα σύλληψης, προτεινόμενο ευρωένταλμα συγκέντρωσης δικαστικών αποδείξεων, συρρίκνωση ασύλου,  έξαρση της προληπτικής καταστολής, αστυνομικά πογκρόμ  κυρίως σε βάρος μεταναστών,  ηλεκτρονικό «φακέλωμα» κ.α), πολιτικές διαχείρισης του φόβου και της ανασφάλειας των πολιτών με τη μεσολάβηση πανίσχυρων μέσων μαζικής ενημέρωσης που δημιουργούν όρους πειθάρχησης και προιούσας απάθειας των κοινωνιών είναι μερικές από τις εκδηλώσεις μιας τέτοιας επίθεσης. Παράλληλα, κοινωνική ασφάλιση, υγεία, παιδεία, εργατικό δίκαιο και συνδικαλιστικές ελευθερίες είναι τα κύρια θύματα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης σε βάρος των κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.

Τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα, τα συνδικάτα, οι τοπικές και θεματικές ευαισθησίες,  οι συλλογικότητες με ισχυρή παρουσία της Αριστεράς αποτελούν, εκ των πραγμάτων, τον αντίπαλο πόλο στις πολιτικές αυτές. Πολιτικές σταθερές μιας συνεπούς και συνεκτικής αριστερής δράσης πρέπει ν’ αποτελούν η συνάρθρωση των κινημάτων,  ο αλληλοεπηρεασμός του πολιτικού με το κοινωνικό, οι κοινές κινηματικές δομές, η ισχυρή συνδικαλιστική παρουσία, η επιδίωξη εφαρμογής και εμβάθυνσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πεδίο της κοινωνικής ζωής και της ιδιωτικής σφαίρας, η έμφαση στην ανάλυση και πρόσληψη της κάθε πολιτισμικής κοινωνικής πραγματικότητας. Άρα τα πολιτικά καθήκοντα κάθε αριστερού, με την ευρύτερη δυνατή έννοια, για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες δεν μπορεί παρά να συσχετίζονται με την ανάπτυξη των αντιστοίχων κινημάτων, με την ενθάρρυνση των ανθρώπων για συμμετοχή σε συλλογικότητες με τις προαναφερόμενες κατευθύνσεις.

Παρά τις υποσχέσεις της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ότι κάθε άνθρωπος δικαιούται να έχει επαρκές βιοτικό επίπεδο και πρόσβαση σε τροφή, νερό, στέγη, παιδεία, εργασία και υγειονομική περίθαλψη, σήμερα περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι δεν έχουν καθαρό νερό, δεκάδες εκατομμύρια  παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο, οι περισσότεροι από τους 25 εκατομμύρια ανθρώπους που πάσχουν από HIV/AIDS στην Αφρική δεν έχουν πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, και μισό εκατομμύριο γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό. Οι φτωχοί έχουν επίσης περισσότερες πιθανότητες να πέσουν θύματα της εγκληματικότητας και της αστυνομικής βαρβαρότητας.  

3. ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ

To ζήτημα της ανάδυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο μεσαίωνα και στη συνέχεια στον στον καπιταλισμό τους τελευταίους αιώνες   συνδέεται  αναπόσπαστα με τη φύση του ανθρώπου. Είναι, λοιπόν, απαραίτητες ορισμένες ανθρωπολογικές παραδοχές για να μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε το το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μοναδική και ανεκτίμητη προσφορά στην κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής  προσέφερε το επιστημονικό έργο του Σίγκμουντ Φρόυντ χωρίς το οποίο δεν θα μπορούσαμε να εισχωρήσουμε στον σκληρό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής.Οι δε επίγονοι και οι μαθητές του , παρά τις διαφοροποιήσεις τους και τις κριτικές τους, αποδέχτηκαν τις βασικές θεμελιώδεις κατασκευές του Φρόιντ. Είναι ανάγκη εδώ να επισημάνουμε τη βαθιά πίστη του Φρόιντ στον δυισμό σώματος και ψυχής (όχι βέβαια με την θρησκευτική έννοια) ως δύο εντελώς ετερογενών χώρων που υιοθετώ κι εγώ στην παρούσα ανάλυση. Το έργο αυτό χαρακτηρίζεται από ορισμένες πραγματικά ανυπέρβλητες ανακαλύψεις όπως το ασυνείδητο και ο ρόλος του στον ανθρώπινο ψυχισμό και  η θεωρία των ενορμήσεων που, παρά τις απόπειρες ανασκευής ή ανατροπής τους, εξακολουθούν να αποτελούν επιστημονικό φάρο που φωτίζει τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και εξακολουθούν να κυριαρχούν και στη σημερινή επιστημονική πραγματικότητα των κοινωνικών επιστημών.

Είναι γνωστή η ανακάλυψη από τον Φρόιντ της σεξουαλικής ενόρμησης (libido)- η άλλη ενόρμηση είναι αυτή του θανάτου ή της καταστροφής- η οποία (libido) έχει ως πηγή το ανθρώπινο σώμα και αποσκοπεί στην ανάγκη ικανοποίησης της ηδονής ή της ευχαρίστησης. Όταν και όπως αυτή επέρχεται, οδηγεί στην εκτόνωση και μετά στην ηρεμία. Ενώ όμως η ενόρμηση αυτή σωματοποιείται με σταθερό και μονοσήμαντο τρόπο στα ζώα (π.χ. ο γάτος ερεθίζεται με την-ψυχική-παράσταση της όψης και της οσμής της γάτας και πάντα θα συμβαίνει  ακριβώς και μόνο έτσι), στον άνθρωπο δεν συμβαίνει το ίδιο καθώς μεσολαβεί η φαντασία. Έτσι λοιπόν η σεξουαλική ενόρμηση στον άνθρωπο σωματοποιείται ποικιλότροπα (ετεροφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι, φετιχιστές, σαδιστές, μαζοχιστές, επιδειξίες κλπ) με την καθοριστική συμβολή της φαντασίας. Για λόγους εντιμότητας πρέπει να επισημάνουμε  ότι η παραδοχή αυτή κινδυνεύει να ανατραπεί μετά τις πρόσφατες επιστημονικές ενδείξεις για ομοφυλοφιλία στα ζώα και για πιθανά γενετικές αιτίες διαμόρφωσης της ανθρώπινης ομοφυλοφιλίας.

Όπως προσφυώς επισημαίνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης που προσέγγισε δημιουργικά το έργο του Φρόιντ, οι άνθρωποι είναι ζώα τελείως ανώμαλα, τρελά και ουσιωδώς και θεμελιωδώς ανίκανα να επιζήσουν εάν αφεθούν στον εαυτό τους (αν αφήσουμε π.χ. ένα απογαλακτισμένο γατί μόνο του θα επιζήσει ενώ ένας άνθρωπος  δε θα τα καταφέρει ή αν τα καταφέρει δεν θα είναι άνθρωπος- σας παραπέμπω και στη σχετική θαυμάσια ταινία του Φρανσουά Τριφό Ένα αγρίμι στην πόλη (1969). Είμαστε ανίκανοι να επιζήσουμε όχι γιατί θα επιδιδόμασταν-αυτό αφήνει να εννοηθεί ο Φρόιντ-στην απεριόριστη ικανοποίηση των σεξουαλικών και άλλων ορμών μας αλλά επειδή θα μέναμε εγκλωβισμένοι στην πρωταρχική μορφή της ύπαρξής μας, δηλαδή σε μια αυτάρκη ψυχική μονάδα, η οποία είναι παραστασιακά κλεισμένη στον εαυτό της και η οποία αφήνεται στην απεριόριστη ηδονή που τις παρέχουν οι ψυχικές παραστάσεις. Γνωρίζουμε θετικά και με επιστημονική βεβαιότητα ότι αυτή είναι η ψυχική κατάσταση των νεογέννητων και συχνά και των ενηλίκων (νυχτερινά όνειρα ή ακόμα και ημερήσιες ονειροπολήσεις).

Από τα παραπάνω προκύπτει  ότι η επιβίωση των ανθρώπων εξαρτάται από την ύπαρξη της όποιας κοινωνίας που θα τους επιτρέψει να κοινωνικοποιηθούν και άρα, να ανθρωποποιηθούν με πρώτο χρονικά στοιχείο της το θεσμό της οικογένειας και ειδικότερα τη μητέρα. Η κοινωνία όμως, σύμφωνα με τον Φρόιντ, προυποθέτει και θα προυποθέτει πάντα την απώθηση ή την καταστολή σε κάποιο βαθμό των ενορμήσεων του ανθρώπου. Εκτός αυτού και σύμφωνα με τις κρατούσες ψυχολογικές θεωρίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει τίποτα στο ασυνείδητο, τον πυρήνα της ψυχής, που να μπορέσει ποτέ να παραγάγει τα βασικά στοιχεία μιας κοινωνίας δηλαδή τους θεσμούς και την οργάνωσή τους. Παρ’ ότι η ψυχή σ΄ ένα κοινωνικοποιημένο άτομο είναι, κυρίως, διαδοχικά στρώματα κοινωνικοποίησης, το βιωμένο ζήν, όπως το ονομάζει ο σημαντικός υπαρξιστής αλλά, μάλλον, εθνικοσοσιαλιστικών προσανατολισμών, Μάρτιν Χάιντεγκερ, η ψυχή στο βάθος της είναι εντελώς ασύμβατη με την κοινωνία και η κοινωνία με την ψυχή.

Με δεδομένες αυτές τις παραδοχές που συνοψίζουν, κάπως σχηματικά αλλά, πιστεύω, με συνέπεια, πορίσματα κυρίως της ψυχανάλυσης και λιγότερο της κοινωνικής ανθρωπολογίας  τα οποία, βεβαίως, επιδέχονται  επιστημονικού αντιλόγου, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο πολιτισμός και η κοινωνία καταπιέζουν σ ένα βαθμό τον άνθρωπο, ο οποίος επιπλέον δεν μπορεί να υπερβεί ή να παραμερίσει την σεξουαλική ενόρμηση και την ενόρμηση του θανάτου ή της καταστροφής, η οποία βέβαια αποβαίνει όχι μόνο ετεροκαταστρεπτική αλλά και αυτοκαταστρεπτική.

Παράλληλα ο εγωκεντρισμός που προαναφέραμε είναι η αιτία, κατά τον Φρόιντ, ενός πρωτογενούς ναρκισσισμού που αποτελεί και τη ρίζα του μίσους κατά του οποιουδήποτε Άλλου (θεωρητικά οποιουδήποτε έξω από τον εαυτό μας). Το μίσος για τον Άλλο  είναι  το πρωτογενές αίτιο του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και της μισαλλοδοξίας σε όλες τις εποχές και σε κάθε γεωγραφική περιοχή.

Η ιστορική πείρα  δικαιώνει αναμφίβολα τον Φρόιντ. Η αμοιβαία εχθρότητα των ανθρώπων μεταξύ τους επειδή υπάρχει ο φόβος του Άλλου και τα φρικιαστικά μαζικά εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί σε όλες τις εποχές και περιοχές του πλανήτη με διάφορες αφορμές και προσχήματα έχουν την πηγή τους στο πολύπτυχο της ψυχής: τον ναρκισσισμό, την κυριαρχία της φαντασίας, το μίσος του Άλλου και τη τάση καταστροφής του στο μέτρο που δεν ικανοποιούνται οι επιθυμίες μας ή απλά επειδή είναι Άλλος. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι θα υπάρχει πάντα μια αξεπέραστη εχθρότητα του ψυχικού πυρήνα του ανθρώπου απέναντι στις διαδικασίες κοινωνικοποίησής του, στις οποίες είναι υποχρεωμένος να υποβληθεί και μέσα από τις οποίες υφίσταται αναμφίβολα μια οδυνηρή καταπίεση.

Έτσι λοιπόν υπάρχουν συγκεκριμένα όρια στις δυνατές καταστάσεις της ανθρώπινης κοινωνίας. Για παράδειγμα, η κομμουνιστική ουτοπία του Μαρξ για μια απόλυτη αρμονία και συμφιλίωση των ανθρώπων μεταξύ τους και του καθένα με τον εαυτό του είναι  μάλλον αδύνατη, εφόσον ισχύουν οι παραδοχές μας. Από την άλλη μεριά τα εγγενή χαρακτηριστικά της ψυχής, όπως περιγράφονται παραπάνω, υψώνουν σοβαρά εμπόδια στην υιοθέτηση και συνεπή, ολοκληρωμένη υλοποίηση του (όποιου) σοσιαλιστικού προτάγματος. Είμαστε άραγε καταδικασμένοι να ζούμε αιώνια σ ένα κόσμο βαρβαρότητας, πολέμων και καταπίεσης; Η φύση του ανθρώπου κάνει όντως πρακτικά αδύνατη την αλλαγή των ανθρώπινων κοινωνιών σε σοσιαλιστική κατεύθυνση;

Μια εξαιρετικά ευφυής απάντηση που επιτρέπει θετικές προοπτικές συναντάμε στο έργο του Καστοριάδη «Ένας θρυμματισμένος κόσμος». Αντιγράφω το απόσπασμα: «Δεν μπορεί κανείς να ορίσει τον σκοπό της ψυχανάλυσης παρά ως την αυτονομία των αναλυομένων. Η έννοια της αυτονομίας δεν είναι ο εξοβελισμός ή η ολοκληρωτική καταπίεση του ασυνείδητου, πράγμα που θα ήταν αδύνατο και τερατώδες, ούτε η κυριαρχία της συνείδησης πάνω στο ασυνείδητο, αλλά η εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής σχέσης ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο.Αυτή η διαφορετική σχέση μπορούμε να την ορίσουμε ως σχέση όπου το υποκείμενο έχει, όσο είναι δυνατό, επίγνωση των ασυνείδητων ενορμήσεών του και δεν τις απωθεί, με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά μπορεί να συλλογιστεί πάνω σ’ αυτές και, μέσα απ αυτό το διαλογισμό, να αποφασίσει με βούλευση και διαβούλευση αν θέλει να ενεργήσει σύμφωνα μ αυτές της επιθυμίες. Νομίζω δηλαδή ότι το μότο της ψυχανάλυσης θα έπρεπε να είναι ξέρω τι είναι επιθυμία μου, αλλά ύστερα απο ώριμη σκέψη δεν θα την πραγματοποιήσω-ή θα την πραγματοποιήσω».

Βέβαια η αυτονομία βούλευσης και διαβούλευσης προυποθέτει ένα αυτόνομο άτομο, με υψηλό επίπεδο παιδείας και ελάχιστα έως καθόλου εξαρτημένο από τον φόβο και την ανάγκη, καταστάσεις  αδύνατες σ’ ένα καπιταλιστικό καθεστώς. Από την άλλη η ανάδυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις κοινωνίες συνιστά, από πλευράς της ψυχαναλιτικής θεώρησης, τη δημιουργική πλευρά της ενέργειας της libido που διοχευτεύτηκε με θετικό και γόνιμο τρόπο στον αγώνα συγκρότησης θεσμών που θα οδηγούν στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τον φόβο και την ανάγκη. 

 Από την άλλη η μαρξική θεωρία προυποθέτει την  ανθρωπολογική παραδοχή μιας ανθρώπινης φύσης ανοιχτής και «πλαστικής» που μπορεί να δημιουργήσει ποικίλες κοινωνίες και τους πιο διαφορετικούς θεσμούς. Αυτή η παραδοχή, ασφαλώς, έχει αντίκρυσμα στην ιστορική και κοινωνική εξέλιξη του ανθρώπου αλλά παραβλέπουν την διάσταση του ανθρώπου ως ψυχικής μονάδας. Ως , εκ τούτου, η προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας από τον Μαρξ και τους περισσότερους μαρξιστές όλων των εκδοχών είναι ατελής και αυτό αντανακλάται και στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που συνιστούν τον πυρήνα μιας ατομικής θεώρησης της κοινωνίας. Αυτή η εγγενής έλλειψη αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την μήτρα των ποικίλων ελλειμμάτων της Αριστεράς στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχουν εμφανίσει ορισμένα ρεύματα του ελευθεριακού μαρξισμού τις τελευταίες δεκαετίες υπό την επίδραση των διαφόρων  ελευθεριακών κινημάτων  και των απελευθερωτικών εξεγέρσεων όπως , για παράδειγμα, ο γαλλικός Μάης του 1968.

 4. H  Ε ΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

 Σχεδόν όλα τα ρεύματα της Αριστεράς έλκουν τις ιδεολογικές και πολιτικές  καταβολές τους από την κοίτη των θεωριών του Μαρξ και του παραδοσιακού μαρξισμού. Η Αριστερά με πρόταγμά της το σοσιαλισμό (στις ποικίλες ιστορικές εκδοχές του) πάλεψε και παλεύει εδώ και ενάμιση περίπου αιώνα για τη μεταμόρφωση της ανθρώπινης κοινωνίας στην κατεύθυνση των ιδεών, των αξιών και της όποιας ( λιγότερο ή περισσότερο συνεπούς) πολιτικής και κοινωνικής ενσάρκωσής τους.

          Η μεταμόρφωση της ανθρώπινης κοινωνίας προυποθέτει όμως τη δυνατότητα και ικανότητα μεταμόρφωσης του ανθρώπου. Το ζήτημα του ανθρώπου ως ψυχικής μονάδας και ψυχικού υποκειμένου  εξετάζουν από διαφορετικές πλευρές βέβαια κυρίως η ψυχολογία, η ψυχανάλυση και η κοινωνική ανθρωπολογία με την πλούσια επιστημονική προσφορά που έχουν παράσχει και παρέχουν στην ανθρωπότητα. Δυστυχώς, όμως, ο Μαρξ, οι παραδοσιακοί μαρξιστές  και τα διάφορα ρεύματα της λεγόμενης Νέας Αριστεράς  έχουν παραβλέψει συστηματικά, όχι, όμως, χωρίς  φωτεινές εξαιρέσεις (π.χ. Βίλχελμ Ράιχ, Έριχ Φρομ, ο μη μαρξιστής Ζιλ Ντελέζ), στις θεωρητικές τους κατασκευές και αναλύσεις  τον παράγοντα άνθρωπο ως φύση και ως ψυχικό (όχι ιστορικό) υποκείμενο, υποτιμώντας χαρακτηριστικά (όχι τόσο ο Μαρξ καθώς δεν είχαν αναπτυχθεί τότε οι παραπάνω επιστημονικοί κλάδοι)  την ψυχολογική και υποκειμενική διάσταση του ανθρώπινου ατόμου στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι και τον αναπόφευκτα σχετικό ρόλο του στη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Κι αυτά στο όνομα μιας, κατά βάση, ντετερμινιστικής θεώρησης του ιστορικοκοινωνικού γίγνεσθαι, όπου ο άνθρωπος υπόκειται σε ιστορικούς και κοινωνικούς «νόμους», οι οποίοι επικαθορίζουν αποφασιστικά και σε, γενικές γραμμές, αναπότρεπτα την θέση και την εξέλιξή του σε μια ιστορικά δοσμένη κοινωνία. Μάλιστα θεμελιώδης θέση του παραδοσιακού μαρξισμού (αν και  με διαφορετική ένταση και τεκμηρίωση) ότι και οι όποιες επαναστατικές ή ρεφορμιστικές αλλαγές προκύψουν προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού θα επέλθουν λίγο-πολύ ως φυσική απόρροια των «νόμων» αυτών! Αντίθετα, ο μαρξισμός αδιαφόρησε για τις εσωτερικές αλλαγές που απαιτούνται στον άνθρωπο ως παράλληλη και θεμελιώδης διαδικασία ατομικής-ψυχικής μεταμόρφωσης  που συγκαθορίζει την πορεία προς τον σοσιαλισμό, η οποία διαδικασία δεν είναι στοιχείο του «εποικοδομήματος» που απλά θα επηρεαστεί από την κατάληψη της εξουσίας και τις κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που αυτή θα επιφέρει.Ακόμα και η ανανεωτική Αριστερά, παρά την σκληρή κριτική που άσκησε στον σταλινισμό και τον μαοισμό και την σαφώς θετικότερη τοποθέτηση της για την αξία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν μπόρεσε ποτέ να απαλλαγεί από τη νοοτροπία της κυριαρχίας του οικονομισμού και του παραγωγισμού έναντι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Έτσι λοιπόν, τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτέλεσαν πεδίο επιλεκτικής πολιτικής εκ μέρους αφενός των καπιταλιστικών χωρών και αφετέρου  των χωρών του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Το γεγονός και μόνο ότι διαμορφώθηκαν δύο μεγάλες ομάδες δικαιωμάτων τα αστικά και πολιτικά αφενός και τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά αφετέρου, οι οποίες έλαβαν τη μορφή σχετικών διεθνών συμβάσεων που υιοθετήθηκαν η πρώτη κυρίως από τις καπιταλιστικές χώρες και η δεύτερη από τις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού» δείχνει την επιλεκτικότητα και την υστεροβουλία των δύο μπλοκ του Ψυχρού Πολέμου. Στην ουσία, οι μεν υποστήριζαν τα δικαιώματα που εκτιμούσαν ότι παραβίαζαν οι δε. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε ότι το νήμα της μαρξικής υποβάθμισης των αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων οδήγησε στην  λενινιστική θεώρηση των οικονομικών στόχων στις παραγωγικές σχέσεις, ως πρωταρχικής προτεραιότητας για την σοσιαλιστική ανάπτυξη, και στη συνακόλουθη επικράτηση του οικονομισμού και του  αναπτυξιολάγνου παραγωγισμού στη θεωρία και στην πρακτική των αριστερών κομμάτων των αρχών του 20ού αιώνα. Μάλιστα, αν ανατρέξουμε στην ιστορική εμπειρία των  μαρξιστιστικών κομμάτων ή κινημάτων που κατέλαβαν την εξουσία, θα αντιληφθούμε εναργέστερα την υποβάθμιση, τον εξοβελισμό και, τελικά, την κατάφωρη παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως, της ζωής, της θρησκευτικής συνείδησης, της ελευθερίας από διακρίσεις, της σωματικής και διανοητικής ακεραιότητας, του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, του συνδικαλισμού κλπ. Σχεδόν όλα τα, μαρξιστικής προέλευσης ή αναφοράς, καθεστώτα (σταλινισμός, μαοισμός, ανατολίτικες εκδοχές τύπου Βόρειας Κορέας, Βιετνάμ, Καμπότζης κλπ, αφρικανικές εκδοχές) που ήλθαν στην εξουσία όχι μόνο δε σεβάστηκαν ιδίως, τα αστικά και πολιτικά ανθρώπινα δικαιώματα αλλά  και τα υποβάθμισαν ή και εξαφάνισαν σε θεσμικό επίπεδο.

 Το ελευθεριακό, επαναστατικό στοιχείο στον μαρξισμό που εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τα μέτρα της συγκρότητης των σοβιέτ που, όμως, απονευρώθηκαν δημοκρατικά σχεδόν αμέσως μετά την επικράτηση της ρωσικής επανάστασης ή από  τα ριζοσπαστικά, πρωτοποριακά, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα, φεμινιστικά μέτρα της ρωσίδας υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας την περίοδο 1917-1920, Αλεξάνδρας Κολοντάι, υποχώρησε γρήγορα για να δώσει τη θέση του στα γκουλάγκ, στον πανεποπτικό κράτος με τους πανίσχυρους μηχανισμούς ασφάλειας τύπου KGΒ (Ρωσία), Στάζι (Ανατολική Γερμανία), Σεκουριτάτε (Ρουμανία), στις δίκες της Μόσχας και τις χιλιάδες εκτελέσεις αντιφρονούντων, στη «Πολιτιστική»  (ψευτο)Επανάσταση, στο Μεγάλο Άλμα (προς τον όλεθρο εκατομμυρίων ανθρώπων).Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν από ποικίλων εκδοχών ολοκληρωτικά καθεστώτα κρατικού καπιταλισμού που βασίστηκαν στις κυρίαρχες στην Αριστερά εκδοχές του μαρξισμού που κατέλαβε την εξουσία, τον σταλινισμό και τον μαοισμό. Ενδεικτική αναφορά για την απαξίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο σοσιαλιστικό «νέο κόσμο» αξίζει στη Ρωσία, όπου το 1934 ξαφνικά επανήλθαν η λατρεία της πατριαρχικής οικογένειας και οι νόμοι ενάντια στην ομοφυλοφιλία. Αυτές οι αντιμεταρρυθμίσεις ξεκάθαρα αντιπαραβάλλονταν με τους νόμους που ο Λένιν είχε εισηγηθεί πίσω στα 1917, που ονομαστικά ήταν οι πράξεις για την «κατάργηση του γάμου» και για «τον πολιτικό γάμο, τα παιδιά και το πολιτικό ληξιαρχικό γραφείο». Αυτοί οι νόμοι υποστήριζαν πως ο άνδρας δεν ήταν πλέον ο ηγέτης της οικογένειας και πως οι γυναίκες θα αποκτούσαν πλήρη υλικό και σεξουαλικό αυτό-προσδιορισμό, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της κάθε μίας να μπορεί να διαλέγει το όνομά της, την κατοικία και να ασκεί τα πολιτικά της δικαιώματα.

Ο δρόμος προς ένα πιο ανθρώπινο κόσμο είναι, με βάση την προηγούμενη ανάλυση, εξαιρετικά δύσβατος αλλά έχει ήδη χαραχτεί ήδη από τις πρωτόγονες αταξικές κοινωνίες, την αρχαία Αθηναική Δημοκρατία (με τα όποια αρνητικά της), τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, τις πρώιμες βουδιστικές κοινότητες, από τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, τη γέννηση του μαρξισμού, τις επαναστάσεις του 1848, την Κομμούνα του Παρισιού το 1871, τη σοβιετική επανάσταση, τα επαναστατικά κινήματα του 19ου και  20ού αιώνα όπου γης με εξέχον αυτό του Μάη του 1968 στη Γαλλία κλπ. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις και σε πολλές άλλες, ο άνθρωπος απέδειξε ότι οι δημιουργικές ψυχικές δυνάμεις του μπορούν να προσανατολιστούν προς μια δικαιότερη, πιο ανθρώπινη κοινωνία και  προς το σοσιαλιστικό πρόταγμα και στις αξίες του χρησιμοποιώντας (με τον τρόπο που επισημαίνει ο Καστοριάδης) σε κάποιες ιστορικές στιγμές τις πρωτογενείς ψυχικές του τάσεις. Το σοσιαλιστικό πρόταγμα με αυτοδιαχείριση και σε αντιιεραρχική και αντιγραφειοκρατική κατεύθυνση είναι τελικά εφικτό, αν κρίνουμε τουλάχιστο από το παράδειγμα της αθηναικής ( άμεσης ) δημοκρατίας. Όμως είναι απαραίτητο, η όποια θεωρία και  στρατηγική προς το σοσιαλισμό, να συμπεριλαμβάνει στη ανάλυση,τις πολιτικές της και τα οργανωτικά σχήματά υλοποίησής τους τον παράγοντα άνθρωπο ως ψυχική μονάδα με τις εγγενείς ανάγκες του και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή άλλα διαφορετικά που πιθανώς προκύψουν από την επιστημονική έρευνα καθώς και την πολιτισμική κατάκτηση  των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως εγγενές στοιχείο και απαραίτητη προυπόθεση στην πορεία για ένα ανθρώπινο και σοσιαλιστικό κόσμο.

O Σπύρος Απέργης είναι μέλος του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΝ



Τι γινεται στους χωρους εργασιας; Η επιδημια αυτοκτονιων στη Γαλλια (Κυριακατικη Αυγη, 18.12.2009)
18/12/2008, 11:45 μμ
Filed under: Γεωργια Πετρακη

ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΕΤΡΑΚΗ

Η κοινωνιολογία της αυτοκτονίας

Η αυτοκτονία είναι μια πράξη με έντονη τη σφραγίδα του υποκειμένου που την εκτελεί και σ’ αυτή την ατομική όψη της αυτοκτονίας θέλησε ο Εμίλ Ντυρκάιμ να απαντήσει γράφοντας το περίφημο βιβλίο του «Η αυτοκτονία» 120 χρόνια πριν [1]. Στο βιβλίο αυτό ο Γάλλος κοινωνιολόγος χρησιμοποιώντας τις στατιστικές σειρές της εποχής του υποστήριξε ότι η αυτοκτονία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και η ουσία της πρέπει να αναζητηθεί όχι στα ατομικά χαρακτηριστικά αλλά στη διασάλευση της συλλογικής τάξης που παράγεται μέσα από τους κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς και όσα αυτοί συνεπάγονται για την κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων. Στο βιβλίο του δείχνει την αλληλεξάρτηση που παρατηρείται ανάμεσα στις έντονες οικονομικές κοινωνικές και οικογενειακές αλλαγές και την εξέλιξη των ποσοστών των αυτοκτονιών. Τα οικονομικά φαινόμενα που επηρεάζουν τις αυτοκτονίες είναι οι οικονομικές κρίσεις αλλά και οι κρίσεις ευμάρειας ενώ η κρίση της οικογένειας συναρτάται θετικά με τις αυτοκτονίες: Οι ανύπαντροι αυτοκτονούν συχνότερα ενώ μεταξύ των ζευγαριών οι αυτόχειρες απαντώνται περισσότερο μεταξύ εκείνων που δεν έχουν παιδιά.

Η εργασία του Ντυρκάιμ για την αυτοκτονία εξακολουθεί να είναι εύστοχη αφού οι παρατηρήσεις του που αφορούσαν τα τέλη του  19ου αιώνα επιβεβαιώθηκαν από τις σύγχρονες τάσεις. Τον 20ο αιώνα τα ποσοστά αυτοκτονιών μειώθηκαν αισθητά στη διάρκεια των πολέμων (που επηρεάζουν θετικά τη συνοχή των κοινωνικών ομάδων) και αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια των οικονομικών κρίσεων (1929-1931 και μετά το 1974, την πρώτη πετρελαϊκή κρίση). Οι ανύπανδροι, οι χήροι και οι χωρισμένοι αυτοκτονούσαν σαφώς περισσότερο από τους παντρεμένους, οι αυτοκτονίες αυξάνονται με τη ηλικία ενώ οι άντρες αυτοκτονούσαν περισσότερο από τις γυναίκες

Σε ένα πιο πρόσφατο βιβλίο στο οποίο περιέχονται και διεθνείς συγκρίσεις, οι κοινωνιολόγοι Κριστιάν Μποντλό και Ροζέ Εσταμπλέ ( C., Baudelot, R., Establet,) διαφοροποιούνται ή αμφισβητούν κάποιες θέσεις του Ντυρκάιμ κυρίως σε ότι αφορά την «κρίση ευμάρειας», τη σχέση της αυτοκτονίας με την ηλικία, και τον αδύναμο ισχυρισμό του Ντυρκάιμ ότι η φτώχια δήθεν προστατεύει από την αυτοκτονία. Οι συγγραφείς δείχνουν επίσης ότι η σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση  των αυτοκτονιών που παρατηρούσε ο Ντυρκάιμ  τον 19ο αιώνα αντιστρέφεται τον 20ο αιώνα (κυρίως την περίοδο σταθερής ανάπτυξης της γαλλικής κοινωνίας 1948-1978, κατά την οποία τα ποσοστά των αυτοκτονιών βρίσκονται στο χαμηλό επίπεδο των 15 αυτοκτονιών ανά 100.000 κατοίκους) κάτι που εξηγείται σύμφωνα με τους συγγραφείς από το «κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον που προστατεύει από την αυτοκτονία λόγω του ότι συγκεντρώνει πολλούς παράγοντες, ευνοϊκούς στην ασφάλεια (welfare) και στη δυνατότητα σχεδιασμού του μέλλοντος». Η τάση αυτή ανατρέπεται στη περίοδο 1979-1995 που χαρακτηρίζεται από κάμψη της ανάπτυξης  και της αγοραστικής δύναμης και την αύξηση των ποσοστών αυτοκτονίας από 23 ανά 100.000 το 1985 σε 26 το 1986. Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι είναι δύσκολο να μη συνδεθεί η αύξηση των αυτοκτονιών με το καινούργιο κοινωνικό κλίμα που χαρακτηρίζει τη γαλλική κοινωνία από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 αλλά και στη συνέχεια: την ανεργία ως μαζική πραγματικότητα αλλά και απειλή, το κλείσιμο των εργοστασίων, τις μετεγκαταστάσεις, τις απολύσεις αλλά και την εντατικοποίηση της εργασίας, τη προσωρινότητα, την εντεινόμενη ευελιξία. Μία συνέπεια των παραπάνω αλλαγών είναι η μεταβολή της σχέσης ανάμεσα στη ηλικία και την αυτοκτονία, κάτι που ανατρέπει σύμφωνα με τους συγγραφείς μια τάση καταγεγραμμένη εδώ και 150 χρόνια: Η αυτοκτονίες των νέων αυξάνονται ενώ των ηλικιωμένων παραμένουν σταθερές κάτι που εξηγείται από τις διαφοροποιημένες συνέπειες των οικονομικών μεταβολών στις ομάδες ηλικιών και την μεγαλύτερη διακινδύνευση των νέων.

Αυτοκτονίες στους χώρους εργασίας

Όμως το πρόβλημα της αυτοκτονίας τίθεται σήμερα στη γαλλική κοινωνία με μία παράξενη δριμύτητα όχι από τον κοινωνιολογικό στοχασμό σ’ ένα σημαντικό αλλά περιθωριακό πρόβλημα, αλλά ως ένα συχνό φαινόμενο που παράγεται από τις σημερινές συνθήκες εργασίας, δηλαδή από την καταπόνηση και το άγχος που προκαλεί η νέα οργάνωση της εργασίας στις επιχειρήσεις. Τα τελευταία χρόνια πολλές γαλλικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της αυτοκτονίας ενός ή περισσότερων εργαζόμενων στους χώρους εργασίας τους[2]. Η συγκλονιστικότερη περίπτωση αφορά  το Τεχνοκέντρο (Technocentre) της αυτοκινητοβιομηχανίας Ρενώ στο Γκυγιανκούρ, ένα είδος γαλλικής Σίλικον Βάλλει, στο οποίο εργάζονται 12000 μηχανικοί και τεχνικοί στο σχεδιασμό των μοντέλων της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου αλλεπάλληλα επεισόδια αυτοκτονίας έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια.: Πέντε υπάλληλοι αυτοκτόνησαν από τον Ιούλιο του 2005. Τον Ιούλιο του 2005, τον Οκτώβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007 αντίστοιχα, τρείς υπάλληλοι αυτοκτόνησαν στο χώρο εργασίας. Το Φεβρουάριο του 2007 ένας τέταρτος υπάλληλος αυτοκτόνησε σπίτι του αφήνοντας επιστολές που ενοχοποιούν την πίεση που δεχόταν στην εργασία του από την επιχείρηση. Μόλις είχε προβιβασθεί στην ιεραρχία και η αυτοκτονία του  ήταν η τρίτη σε διάστημα λίγων μηνών. Η κηδεία του έλαβε χώρα 3 εβδομάδες μετά την σιωπηλή κινητοποίηση των εργαζομένων του Τεχνοκέντρου (Technocentre) στο Γκυγιανκούρ προς τιμή των 2 συναδέλφων τους που λίγους μήνες πριν είχαν αυτοκτονήσει στους χώρους εργασίας, ο πρώτος με εκπαραθύρωση και ο δεύτερος με πνιγμό. Το τελευταίο επεισόδιο αυτοκτονίας στην ίδια επιχείρηση έλαβε χώρα στις 12 Μαρτίου 2008 και αφορά έναν υπάλληλο επιχείρησης που συνεργάζεται (προμηθευτής)  με την Ρενώ στον ίδιο χώρο του Τεχνοκέντρου. 41 χρόνων ο τελευταίος αυτόχειρας της Ρενώ , εργαζόταν στο σχεδιασμό των πληροφοριακών συστημάτων για την εταιρεία Assystem προμηθευτή της Ρενώ. Αυτοκτόνησε σπίτι του μια Κυριακή με κρεμάλα. Το μέγεθος του προβλήματος γίνεται εμφανές από το σύνολο των σχετικών θεσμικών αντιδράσεων που υπήρξαν, τις σημαντικότερες εκ των οποίων προσπαθήσαμε να καταγράψουμε προκειμένου να κατανοήσουμε πως στη σημερινή γαλλική κοινωνία οι χώροι εργασίας παράγουν απελπισία και αυτοκτονικές τάσεις.

Στη Βουλή των Αντιπροσώπων

Στις 15 Νοεμβρίου 2007 κατετέθη και έγινε αποδεκτή πρόταση ψηφίσματος στη Γαλλική Βουλή η οποία στην αιτιολογία της εκθέτει τα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί στους εργασιακούς χώρους και αιτείται «τη δημιουργία επιτροπής έρευνας 30 μελών με σκοπό να διερευνήσει την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας όλων των κατηγοριών εργαζομένων και τις συνέπειες τους στην υγεία τους αλλά και να καταθέσει προτάσεις προστασίας και εγγύησης νέων δικαιωμάτων και δυνατοτήτων στην επιχείρηση».

Η έκθεση της Επιτροπής, κατετέθη στον υπουργό Εργασίας Ξαβιέ Μπερτράν (Xavier Bertrand) στις 12 Μαρτίου του 2008 ενώ τον ίδιο μήνα νέο, το τελευταίο στη σειρά, στον ίδιο εργασιακό χώρο, αυτοκτονικό επεισόδιο λάμβανε χώρα. Σύμφωνα με την Έκθεση [3]ο αριθμός των εργαζομένων που βάζει τέλος στη ζωή του αυξάνεται ενώ σε αντίθεση με το παρελθόν όταν οι αυτοκτονίες αφορούσαν περιπτώσεις εξαθλιωμένων από τα χρέη αγρεργάτες ή κοινωνικά εξαθλιωμένους εργάτες τώρα οι αυτόχειρες είναι μηχανικοί ή στελέχη υψηλού επιπέδου σε επιχειρήσεις με μεγάλο κύρος. Αν και την τελευταία δεκαετία, υπάρχει σαφής αύξηση των αυτοκτονιών που έχουν σχέση με την εργασία, δεν υφίστανται συνολικοί δείκτες του φαινομένου «διότι μέχρι πρόσφατα εθεωρείτο θέμα ταμπού». Υπολογίζεται ότι 300 – 400 αυτοκτονίες το χρόνο έχουν σχέση με την εργασία.

H Έκθεση προτείνει τη βελτίωση των μεθοδολογικών εργαλείων για την κατανόηση αλλά και τη μέτρηση των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων που παράγονται στην εργασία, την εκπαίδευση των φορέων δράσης στις επιχειρήσεις, δράσεις πιλοτικές και παραδειγματικές στο δημόσιο τομέα, απογραφές των αυτοκτονιών που λαμβάνουν χώρα στην εργασία και την «ψυχολογική τους αυτοψία» ενώ συνιστάται καμπάνια ευαισθητοποίησης της κοινωνίας για το στρες από την εργασία.

Στην Ποινική δικαιοσύνη

Μετά την τρίτη –σε διάστημα 3 μηνών -αυτοκτονία στο Τεχνοκέντρο (Technocentre) της Ρενώ η Εισαγγελία τω Βερσαλλιών παρήγγειλε ποινική έρευνα προκειμένου να διαλευκανθούν οι συνθήκες εργασίας του τελευταίου αυτόχειρα. Είχε προηγηθεί γνωμάτευση της Επιθεώρησης Εργασίας που ζητούσε κοινοποίηση των φακέλων επικαλούμενη «θεσμική ηθική καταπόνηση» των αυτοχείρων και προκαταρκτική έρευνα.

Ανεξάρτητη (επιστημονική) έρευνα στους χώρους εργασίας

Φώς στις ειδικές συνθήκες εργασίας που επικρατούν στο Τεχνοκέντρο της Ρενώ έριξε η ανεξάρτητη έρευνα για τις συνθήκες εργασίας, που πραγματοποιήθηκε από εμπειρογνώμονες, [4] με την πρωτοβουλία μίας εκ των επτά Επιτροπών Υγιεινής και Ασφάλειας που δραστηριοποιούνται στο Τεχνοκέντρο της Γκυγιανκούρ.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της Έκθεσης που βασίσθηκε σε συνεντεύξεις με 6000 από τους 11 000 απασχολούμενους στο Τεχνοκέντρο το 31.2% των στελεχών και των μηχανικών βρίσκονται «υπό πίεση» διατρέχοντας υψηλούς δείκτες ψυχοσωματικής διακινδύνευσης, δείκτες 3 φορές υψηλότεροι από τον εθνικό μέσο όρο (10.3%) που χαρακτηρίζει αυτή την επαγγελματική κατηγορία. Τα 2/3 των εργαζομένων εκτιμούν ότι εργάζονται πάνω από 9 ώρες ενώ για το 87.5% των στελεχών πρόκειται για 10 ώρες το ελάχιστο. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες ο υψηλός φόρτος εργασίας διαρκεί μεγάλες περιόδους, μήνες ή και χρόνια, και αφορά όχι μόνο υπερβολικά πολλές ώρες εργασίας αλλά και υπερβολικό φορτίο πληροφοριακό. Αναγνωρίσθηκαν καταστάσεις οδύνης σε πολλούς εργαζόμενους που «συνδέονται στενά με την απουσία αναγνώρισης » με  «μη στήριξη σε δύσκολες καταστάσεις» και με « περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης» ενώ οι κύριοι περιορισμοί που αναφέρονται από το προσωπικό είναι η έλλειψη χρόνου σε συνδυασμό με το μειωμένο προσωπικό και η έλλειψη σαφούς πληροφόρησης. Σε μια επιχείρηση που χαρακτηρίζεται από μια κουλτούρα υπέρ-εμπλοκής, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, παρατηρείται η τάση πολλοί εργαζόμενοι να επενδύουν υπερβολικά στην εργασία τους σε σημείο πέραν του λογικού.

Όμως ο μηχανισμός καταγραφής του φόρτου εργασίας καταγράφει τους χρόνους όπως ορίζονται από τις οδηγίες και όχι τους πραγματικούς χρόνους που επενδύουν οι εργαζόμενοι στα διάφορα Προγράμματα. Συνήθως αυτό συμβαίνει προκειμένου ο υπεύθυνος να δείξει ότι έχουν τηρηθεί οι χρόνοι κάτι που συχνά καταλήγει σε απόκρυψη των πραγματικών χρόνων εργασίας με τη συναίνεση των ίδιων των εργαζομένων που δεν επιθυμούν να τα «χαλάσουν» με τον υπεύθυνο. Όμως η απόκρυψη του πραγματικού χρόνου εργασίας οφείλεται και στην πολιτική της ενοχοποίησης των στελεχών που προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους αναγκάζονται να εργάζονται περισσότερο, «παίρνοντας τη δουλειά στο σπίτι»

Η οργάνωση της εργασίας μπορεί να σκοτώσει

Έμφαση δίνεται από την Έκθεση στην νέα οργάνωση της εργασίας της Ρενώ η οποία έχει ανεβάσει στα ύψη το συνολικό φόρτο εργασίας και προκαλεί φαινόμενα εξάντλησης (burn-out) στους υπαλλήλους της. H αυτοκινητοβιομηχανία της Ρενώ με σύμμαχο την Νισσάν από το 2000, βρίσκεται στην 4η θέση στην παγκόσμια αγορά αυτοκινήτων με βασικό ανταγωνιστή την Τογιότα που κατέχει την πρώτη θέση. Το πλάνο της καμπάνιας Ρενώ «Σύμβαση 2009» που ξεκίνησε το 2006 από το μεγάλο αφεντικό της Ρενώ τον πρόεδρο της Κάρλος Γκόσν (Carlos Ghosn), έχει δημιουργήσει μια νέα οργάνωση της εργασίας με ταυτόχρονη δημιουργία μονάδων της επιχείρησης στο εξωτερικό σε περιοχές χαμηλού κόστους (Μαρόκο, Βραζιλία, Κορέα, Ρουμανία) και με αναθέσεις μέρος των κατασκευαστικών εργασιών σε εξωτερικούς συνεργάτες. Γενικός στόχος  αυτού του συμβολαίου είναι η καθιέρωση της Ρενώ στην πρώτη θέση στην ευρωπαϊκή αγορά, και οι πλέον εξειδικευμένοι στόχοι είναι το νέο μοντέλο Laguna να γίνει το τοπ 3 σε ποιότητα και εξυπηρέτηση, να αυξηθούν τα κέρδη κατά 6% (marge operationelle) και να πουληθούν το 2009 επιπλέον 800 χιλιάδες οχήματα. Στα πλαίσια αυτού του πλάνου σχεδιάζεται η εκκίνηση 26 νέων μοντέλων εκ των οποίων τα μισά θα είναι πρωτότυπα. Σύμφωνα με την παραπάνω στρατηγική οι εργαζόμενοι, στελέχη αλλά και τεχνικοί θα πρέπει  να σχεδιάσουν, να αναπτύξουν και να εκβιομηχανίσουν 2 φορές τα μοντέλα που είχαν αναπτύξει μέχρι τότε σε μικρότερους χρόνους και με το ίδιο προσωπικό. Έτσι ενώ το 1993 ο σχεδιασμός και η παραγωγή του Λαγκούνα  ένα (1) χρειαζόταν 54 μήνες το Λαγκούνα δύο (2) χρειάστηκε 26 μήνες ενώ στη νέα Μεγκάνε πρέπει να μειωθεί περαιτέρω ο χρόνος του κύκλου σύλληψης-σχεδιασμού- παραγωγής.

Οι εργαζόμενοι υπάγονται σε μια διπλή και συνήθως σε μια τριπλή ιεραρχία. Αυτήν που είναι πυραμιδωτή και αφορά τις λειτουργίες και τα επαγγέλματα που υπάγονται σε μεγάλες διευθύνσεις, αυτή που διαμορφώνεται από τα υπό κατασκευή σχέδια (project) στα οποία οι εργαζόμενοι συμμετέχουν αλλά και την ιεραρχία των προμηθευτών –συνεργατών της επιχείρησης που βρίσκονται σε ενιαίο χώρο με το Τεχνοκέντρο. Οι εργαζόμενοι των διαφόρων ειδικοτήτων συμμετέχουν σε περισσότερα του ενός προγράμματα (project) και συνήθως μετακινούνται από πρόγραμμα σε πρόγραμμα ως νομάδες -μην έχοντας συχνά δικό τους γραφείο (bureau partagé) λόγω στενότητας χώρου[5] επιτείνοντας έτσι τη νομαδικότητα τους. Η διπλή δομή της ιεραρχίας (organizations matricielles) αποτελεί μια επιπλέον συνεχή πηγή έντασης και πίεσης διότι οι ζώνες αρμοδιότητας δεν μπορούν να είναι σαφώς διαχωρισμένες ενώ επί πλέον οι υπάλληλοι και οι τεχνικοί οφείλουν να υπαχθούν στην ιεραρχία του προμηθευτή όταν πρόκειται να δώσουν οδηγίες ή να πάρουν πληροφορίες.

Οι εργαζόμενοι αξιολογούνται με συνεντεύξεις 2 φορές το χρόνο ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους εργασίας ενημερώνονται συνεχώς[6] για την επίτευξη των δεικτών –στόχων (αφορούν συνήθως προθεσμίες και κόστη) που τους έχουν χρεωθεί. Οι δείκτες-στόχοι που επιτυγχάνονται μια χρονιά θεωρούνται δεδομένοι για τον επόμενο χρόνο προκειμένου να υπολογισθούν οι νέοι στόχοι σε ν+1 ενώ δεν  δικαιούνται τα πριμ απόδοσης αν δεν επιτευχθούν οι στόχοι. Οι εργαζόμενοι παρ’ όλο που έχουν συναινέσει στο πλάνο 2009 εκφράζουν τις αμφιβολίες τους για την ρεαλιστικότητα των στόχων και στις συνεντεύξεις εκφράζεται σταθερά μια αίσθηση φόβου αποτυχίας, συνεχές αίσθημα αρνητικής απόδοσης λόγω υψηλών στόχων.

Eπίλογος

Τα αυτοκτονικά περιστατικά στη Ρενώ –αν και φαντάζουν ως ακραίες συμπεριφορές-θέτουν με έμφαση το πρόβλημα των χώρων εργασίας και των συνθηκών εργασίας στις σημερινές συνθήκες της ταυτόχρονης ανεργίας και υπερεντατικοποίησης της εργασίας. Στην ελληνική κοινωνία οι «συνθήκες εργασίας» και «η οργάνωση της εργασίας» δεν συνιστούν θεματοποιημένα πεδία παρέμβασης[7] και ενασχόλησης, αν και την ίδια ώρα στην υπόλοιπη Ευρώπη γίνονται προσπάθειες κατανόησης των νέων προβλημάτων και ανάπτυξης νέων εργαλείων κοινωνικής και συνδικαλιστικής παρέμβασης[8]. Στη χώρα μας μαθαίνουμε τι συμβαίνει στους χώρους εργασίας μέσα από τα συχνά θανατηφόρα ατυχήματα. Ακολουθούν κάποιες έντονες αντιδράσεις και κατόπιν αδράνεια και λησμονιά μέχρι το επόμενο ατύχημα. Το πλέον οδυνηρό και τελευταίο στην επικαιρότητα ατύχημα –οι 8 θάνατοι στην ναυπηγοκατασκευαστική ζώνη του Περάματος -αφού έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς να πλειοδοτήσουν σε φιλοεργατικά και αντικαπιταλιστικά συνθήματα- αποτελεί την κορυφή ενός καλά κρυμμένου και αποσιωπημένου παγόβουνου του οποίου η σημασία για το σύνολο της κοινωνίας δεν έχει αξιολογηθεί.


[1] Ε., Ντυρκάιμ, (χ. χ. 1η έκδοση 1897) Οι Κοινωνικές Αιτίες της Αυτοκτονίας, Αναγνωστίδης, Αθήνα.

[2] Αυτοκτονικά περιστατικά έχουν λάβει χώρα μεταξύ άλλων στις επιχειρήσεις Ρενώ, Πεζώ, στην Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (EDF), στα Ταχυδρομεία (La Poste) , στην επιχείρηση τηλεπικοινωνιών (La France Telecom), αλλά και στις τράπεζες HSBC, BNP, και Paribas

[3] Rapport sur la détermination, la mesure et le suivi des risques  psychosociaux au travail (2008).

[4] Rapport d’ expertise CHSCT/Technocentre RENAULT de Guyancourt (2008)

[5] Σύμφωνα με την έρευνα το bureau partagé «φαίνεται να εγκαταλείφθηκε μετά τις αυτοκτονίες».

[6] Δέχονται συνεχή ενημέρωση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ότι δεν πιάνουν τους στόχους, συχνά κατά τις βραδινές ώρες και οι εργαζόμενοι επιπλήττονται αν δεν «ανοίξουν» την ηλεκτρονική τους αλληλογραφία από το σπίτι  τους.

[7] Το ευρύτερο πρόβλημα της καταπόνησης στην εργασία έχει μπει στην ατζέντα των γαλλικών συνδικάτων. Τον Απρίλιο του 2008 ξεκίνησε κύκλος διαπραγματεύσεων για την ένταξη στο γαλλικό εργατικό δίκαιο της ευρωπαϊκής  συμφωνίας- πλαίσιο του 2004 για το στρες στην εργασία. Το διακύβευμα για τα συνδικάτα είναι η αναγνώριση από τους διευθυντές των επιχειρήσεων του βάρους της εργασίας και της πίεσης στην ανάπτυξη ψυχοκοινωνικών κινδύνων. Η εργοδοσία για την οποία το στρες συνιστά ένα ατομικό πρόβλημα υποχώρησε στην τρίτη συνάντηση διαπραγμάτευσης με τα συνδικάτα, αρχές Ιουνίου (2008), δεχόμενη ότι η οργάνωση της εργασίας συνιστά έναν δυνητικό παράγοντα πίεσης μεταξύ άλλων. Η συμφωνία που υπογράφηκε συνιστά μια θετική εξέλιξη διότι αναγνωρίζεται η οργάνωση της εργασίας ως θεματική του κοινωνικού διαλόγου και το στρες ως πρόβλημα που παράγεται στους χώρους εργασίας χωρίς παρ’ όλα αυτά η καταπόνηση από την εργασία να περιλαμβάνεται στις αναγνωρισμένες επαγγελματικές ασθένειες.

[8] Η Διεύθυνση του Τεχνοκέντρου μετά από τις 3 πρώτες αυτοκτονίες παρουσίασε σειρά μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και συνεργάζεται με τα συνδικάτα για την εφαρμογή 2 δράσεων που ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 2006: Η πρώτη είναι οργανωμένη από την Επιτροπή Υγιεινής Ασφάλειας και Συνθηκών Εργασίας και αφορά τη δημιουργία παρατηρητήριου για το στρες σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο Δράσης Ενάντια στο Στρες. Η δεύτερη δράση αφορά τη δημιουργία από τη Διεύθυνση μονάδας «διαχείρισης κρίσεων» ιατρικής και ψυχολογικής στήριξης και εκπαίδευσης γιατρών εργασίας στην επιχείρηση.

Η Γεωργία Πετράκη είναι καθηγήτρια Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο