Οι πιεσεις του ιερεα στην πολιτικη κοινωνια του Αγιου Δημητριου (Ενεργος Δημοτης, Ιανουαριος 2009)
31/01/2009, 11:51 μμ
Filed under: Γεωργια Πετρακη

ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΕΤΡΑΚΗ

Με έκπληξη διαβάσαμε την επιστολή του Πρωτοπρεσβύτερου του ναού Αγίου Δημητρίου στην τοπική εφημερίδα «ΕΝΕΡΓΟΣ ΔΗΜΟΤΗΣ ΝΟΤΙΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ» (07/01/09) στην οποία η δημοτική αρχή εγκαλείται και ελέγχεται διότι παρεχώρησε στην μουσουλμανική κοινότητα του Δήμου το κλειστό γυμναστήριο του Αγίου Βασιλείου για την εκτέλεση των λατρευτικών τους εθίμων (Ραμαζάνι, γιορτή Ιμπραήμ).

Η επιχειρηματολογία του πρωτοπρεσβύτερου είναι η εξής : Πρώτον σύμφωνα με τον  πρωτοπρεσβύτερο  η μουσουλμανική θρησκεία –γενικώς, και άρα οι άνθρωποι του μουσουλμανικού θρησκεύματος – χαρακτηρίζονται από κατακτητική στρατηγική μιας και ήταν επί μακρόν υπό τον δυτικό ζυγό. Άρα το πλήθος των μουσουλμάνων μεταναστών και προσφύγων που καταφθάνουν στην «Ευρώπη-Ελλάδα» θα μας κατακλύσουν και θα αλώσουν την ταυτότητα μας. Το επιχείρημα αυτό που βασίζεται σε μια περιπτωσιολογία αρνητικών δηλώσεων ακραίων μουσουλμάνων ταυτίζει μια μεγάλη θρησκεία της ανθρωπότητας και εν δυνάμει ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού με την κατάκτηση και την θρησκευτική τρομοκρατία. Μέσα από αυτό το επιχείρημα αποκρύβεται η πραγματική τάξη των πραγμάτων στη χώρα μας, ότι δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί, στη δική μας κοινωνία  στερούνται της δυνατότητας εκπλήρωσης στοιχειωδών δικαιωμάτων (πχ θρησκευτικών) ενώ η χριστιανική μας συνείδηση μπορεί εύκολα να συγχωρήσει ή και να μην αξιολογήσει το γεγονός ότι μουσουλμάνοι βουλιάζονται με τα σαπιοκάραβα, δέρνονται στα αστυνομικά τμήματα, στοιβάζονται σε πρόχειρα στρατόπεδα, με την αξιοπρέπεια τους στο έλεος της φιλανθρωπίας μας ή ακόμα σκοτώνονται ενώ εργάζονται όπως το τελευταίο θύμα μετανάστη στο δήμο του Αγίου Δημητρίου.

Δεύτερο υποστηρίζεται από τον εκκλησιαστικό λειτουργό ότι η άσκηση των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων – και των θρησκευτικών- θα πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Δηλαδή αν σε τρίτες χώρες που οι χριστιανοί αποτελούν μειοψηφία οι  χριστιανοί στερούνται δικαιωμάτων,  εκεί που οι χριστιανοί αποτελούν πλειοψηφία θα πρέπει να αποδίδουν τα «ισα» στις μειοψηφούσες θρησκείες. Αλήθεια εκφράζει αυτό το κήρυγμα το πρωτογενές χριστιανικό ιδεώδες για την ανθρώπινη κοινωνία ή συνιστά κήρυγμα μίσους από την εκκλησιαστική εξουσία κατά το «οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδόντος αντί οδόντος»; Όμως πέρα της ασυμβατότητας του προηγούμενου επιχειρήματος με κάθε έννοια κοινωνίας δικαίου, πολιτισμού  αλλά και στοιχειώδους ανθρώπινης ηθικής ο ιερέας του Αγίου Δημητρίου «ευλογεί τα γένια του» υποστηρίζοντας ότι «ο ελληνικός λαός πάντοτε αντιμετώπισε με μεγαλοψυχία και ανεκτικότητα τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς….(και ) με τον ίδιο άψογο τρόπο οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Θράκης συμπεριφέρθηκαν και εξακολουθούν να συμπεριφέρονται προς τους μουσουλμάνους της μειονότητας» Ενημερώνουμε τον πρωτοπρεσβύτερο ότι η μουσουλμανική μειονότητα αποτελεί αντικείμενο χρόνιου αποκλεισμού διοικητικού, πολιτικού, εκπαιδευτικού, κάτι το οποίο επίσημα αναγκάστηκε να αναγνωρίσει η ελληνική κυβέρνηση στις αρχές του ’90 και έκτοτε έχει παρατηρηθεί μια μικρή έστω πρόοδος στην θέση της, ενώ από την άλλη οι εκκλησιαστικοί θεσμοί επί των ημερών του Χριστόδουλου  υιοθέτησαν μια επαχθή διακριτική συμπεριφορά εις βάρος των μουσουλμανικών οικογενειών με το επίδομα τρίτου παιδιού που εκχωρείται αποκλειστικά στις χριστιανικές πολύτεκνες οικογένειες.

Στην ίδια «ανθρωπιστική» λογική εντάσσεται και η διερώτηση του ιερέα προς τη Δημοτική Αρχή όσον αφορά τους «ελεγκτικούς μηχανισμούς» που θα εξασφαλίσουν ότι η «δημοτική συνδρομή στην άσκηση των θρησκευτικών τους δικαιωμάτων» θα παρέχεται στους «νόμιμους» και όχι στους «παράνομους» μετανάστες. Δηλαδή η εκκλησία συνηγορεί στον κοινωνικό, πολιτικό αποκλεισμό αυτών των ανθρώπων να προστεθεί και ο θρησκευτικός τους αποκλεισμός.

Εκφράσεις όπως «ο μωαμεθανισμός επιτίθεται σε όλα τα μέτωπα» καλλιεργούν το μίσος μεταξύ χριστιανών και μουσουλμανικών και αφίστανται του κοινού δημοκρατικού αισθήματος συνύπαρξης των θρησκειών και των πολιτισμών πολύ περισσότερο που κάτω από το πέπλο του «πολέμου των θρησκειών» βρίσκουμε όλη την αυτάρεσκη ισχύ του «απειλημένου» δυτικού πολιτισμού εις βάρος των μουσουλμάνων υπηρετών του στις καπιταλιστικές μητροπόλεις της Δύσης, για να μην επεκταθούμε στους «ανθρωπιστικούς πολέμους».

Χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία του Δημάρχου του Αγίου Δημητρίου να εκχωρήσει τη χρήση γυμναστηρίου του Δήμου για θρησκευτική χρήση στη μουσουλμανική κοινότητα και τον καλούμε να αντισταθεί στις πιέσεις φοβικών  νοοτροπιών που βλασφημούν τον πολιτικό και θρησκευτικό μας πολιτισμό. Τα πολιτικά κόμματα και οι δημοτικές παρατάξεις του Δήμου οφείλουν να τοποθετηθούν στο θέμα αυτό και να διευκολύνουν την εξεύρεση μιας μονιμότερης δημόσιας λύσης στο πρόβλημα του χώρου άσκησης των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων των μουσουλμανικών πληθυσμών.



Η Ροζα Λουξεμπουργκ, το αυθορμητο και η εξεγερση (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 25.1.2009)
25/01/2009, 11:10 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

«Τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο». Έτσι  τιτλοφορούσε ένα από τα τελευταία άρθρα της η Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο οποίο επιχειρούσε να αναζητήσει τα αίτια της ήττας αυτού, που έμεινε στην ιστορία ως «η εξέγερση του Σπάρτακου» στο Βερολίνο, τον Ιανουάριο του 1919. Λίγες μέρες μετά, στις 15 του μηνός, θα δολοφονούνταν μαζί με τον Καρλ Λήμπκνεχτ από τους εγκληματίες, που είχαν αναλάβει τη δουλειά έναντι  αμοιβής υπό τις οδηγίες των υπηρεσιών του σοσιαλδημοκράτη υπουργού Σάιντεμαν. Έτσι η τάξη εγκαταστάθηκε ακόμη ασφαλέστερα στο γερμανικό της βασίλειο.

Στο άρθρο της αυτό, λοιπόν, η Ρόζα, αφού επισημαίνει την έλλειψη των αναγκαίων προϋποθέσεων για την επιτυχή έκβαση –που την έκαναν να διαφωνήσει πριν από την εξέγερση για την ανάληψη μιας τέτοιας δράσης- υπογραμμίζει επιπλέον πως δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει, παρόλ’ αυτά, για λάθος στο μέτρο που η εξέγερση δεν ήταν κάτι προμελετημένο, αλλά, αντίθετα, μια πράξη αναγκαστικής άμυνας. Το νεαρότατο –δύο μηνών μόλις- κομμουνιστικό κόμμα δεν είχε κανένα δικαίωμα να διαχωριστεί από τις μάζες, αλλά, με όλες τις μεγάλες επιφυλάξεις για πολλά θέματα, έπρεπε να μείνει μαζί τους μέχρι το τέλος, έπρεπε να μείνει μέσα στο κίνημα για να το βοηθήσει, από τη στιγμή που ξέσπασε, έστω κι αν δεν αντιστοιχούσε σε κάποια επιλογή του κόμματος –κάθε άλλο, μάλιστα. Γράφει χαρακτηριστικά: «σ’ αυτήν την αντίφαση ανάμεσα στην επίταση των καθηκόντων και στην έλλειψη των προϋποθέσεων για τη λύση τους σε αυτήν την αρχική φάση, το αποτέλεσμα είναι οι μερικοί αγώνες της επανάστασης να καταλήγουν τυπικά σε μια ήττα. Αλλά η επανάσταση είναι η μόνη μορφή «πολέμου»… όπου τελικά η νίκη δεν μπορεί να προετοιμαστεί παρά με μια σειρά από ήττες». Η εξέγερση του Βερολίνου, που έμελλε να της στοιχίσει την ίδια της τη ζωή, ήταν μιά από αυτές τις αναγκαίες ήττες, εφόσον μια κοινωνική έκρηξη, όσο μεγάλη κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε ποτέ να φθάσει στο στόχο με τη μία. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός θα πραγματοποιηθεί στη διαδικασία μιας μακράς επαναστατικής περιόδου, που δεν μπορεί να συγκεφαλαιωθεί σε καμιά μόνη αποφασιστική στιγμή.

Αυτή η παραδοχή της ήττας ως αναγκαίου κρίκου της μακράς επαναστατικής πορείας προς το σοσιαλισμό θα μπορούσε ίσως να ιδωθεί ως ένα είδος εξιδανίκευσης της απελπιστικής κατάστασης που φαίνονταν να διαμορφώνει η ήττα για το κομμουνιστικό κόμμα και τους ανθρώπους του -είναι σπουδαίο από ψυχολογική άποψη να εντάσσεσαι σε κάτι κοσμοϊστορικό, ως αναβαθμός, εσύ ο ίδιος, προς το μεγάλο στόχο της αταξικής κοινωνίας. Και ειπώθηκε αυτό.

Η αναφορά, άλλωστε, στον επαναστατικό ρομαντισμό της Ρόζας –από φίλους και εχθρούς- εξυπονοεί, νομίζω, κάτι τέτοιο. Και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την υποψία πως η στάση της γενικότερα, ίσως και η θεωρία της ακόμη, καθορίζεται από ιδιαίτερους ψυχολογικούς παράγοντες. Ο George Lichtheim έφθασε στο σημείο να υποστηρίξει πως «η Λούξεμπουργκ σε όλη της την πορεία έδινε την εντύπωση πως θεωρούσε τον συνειδητό έλεγχο ως μια απειλή για το αυθόρμητο –μια τυπικά γυναικεία στάση».[1] Εδώ, λοιπόν, ο ψυχολογικός προσανατολισμός αποκτά και βιολογικό υπόστρωμα, εφόσον φαίνεται να αντιστοιχεί στη γυναικεία φύση του φορέα του. Δεν θέλω να μπω σε μια προσπάθεια αναίρεσης αυτών των απόψεων ούτε να επιχειρηματολογήσω σχετικά. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να υποστηρίξω πως ο «λουξεμπουργκικός αυθορμητισμός», που τόσο πολεμήθηκε, έχει χωρίς αμφιβολία «δικαιωθεί». Και μπορεί να εξηγήσει καλά το τι συμβαίνει στις εξεγέρσεις και το γιατί οι εξεγέρσεις είναι δίκαιες, όσο κι αν πολλοί επιχειρούν να τις αμφισβητήσουν από δεξιά κι αριστερά. Το είδαμε έντονα να συμβαίνει και σε μας με αφορμή τα πρόσφατα δεκεμβριανά- που δεν ήταν λέει κίνημα ή εξέγερση γιατί «δεν είχε στόχους, σαφήνεια και συνειδητό προσανατολισμό», γιατί ξέσπασε, δηλαδή, χωρίς την έγκριση των κηνσόρων του «πνευματικού κόσμου» ή των άλλων, των σταλινικών του περισσού.

* * *

Η τοποθέτηση της Ρόζας σχετικά με το αυθόρμητο πρέπει να κατανοηθεί με όλο το στρατηγικό δυναμικό που εμπεριέχει. Είναι ισχυρά δεμένη με την μεγάλη εμμονή της στη δημοκρατία, με την ιδέα πως στο μέτρο που ο σοσιαλισμός απαιτεί τον έλεγχο των κοινωνικών διαδικασιών από το σύνολο των εργαζομένων δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πως ο δρόμος για το σοσιαλισμό θα μπορούσε να βάλει στην άκρη την άμεση παρέμβαση και την ενεργό συμμετοχή τους σε κινήματα μεγάλης έκτασης και ορμής. Με άλλα λόγια ο δρόμος για το σοσιαλισμό είναι ο δρόμος της δημοκρατίας στο μέτρο που απαιτεί την πιό εκτεταμένη εμπλοκή των απλών ανθρώπων σε όσα τους αφορούν.

Όπως σημειώνει η ίδια στο Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα, «[τ]ο αυθόρμητο στοιχείο παίζει ένα μεγάλο ρόλο… [πράγμα που] οφείλεται στο γεγονός… ότι σε κάθε ιδιαίτερη δράση παρεμβαίνει μια τέτοια απειρία στοιχείων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών, γενικών και τοπικών, υλικών και ψυχολογικών που είναι αδύνατον να τα κατατάξεις, να τα αναλύσεις, να τα αναπτύξεις όπως σε ένα αριθμητικό πρόβλημα…». Γι’ αυτό και οι νέες μορφές πάλης δεν εφευρίσκονται από καμιά διεύθυνση, αλλά γενιούνται από τη δημιουργική πρωτοβουλία των μαζών –το ασυνείδητο προηγείται του συνειδητού.

Καμιά διακήρυξη κομματικού συνεδρίου, έλεγε, δεν μπορεί να καθορίσει τις συνθήκες, υπό τις οποίες οι μαζικοί αγώνες θα εμφανιστούν. Η ιστορία –«στην οποία το κόμμα με τις διακηρύξεις του είναι, βέβαια, ένας σημαντικός παράγοντας, αλλά μόνον ένας ανάμεσα σε πολλούς»- θα αποφασίσει για την έκρηξή τους. Η τοποθέτησή της σχετικά με το αυθόρμητο της χρησίμευε ως όπλο για να επιτεθεί στην ιδέα των ηγετών της γερμανικής ΣΔ πως έπρεπε να ελέγχουν τη δράση των μαζών διαμέσου πειθαρχημένων οργανώσεων. Μαχόμενη την θέση της ηγεσίας πως μια τεράστια ανάπτυξη των οργανώσεων ήταν προϋπόθεση οποιασδήποτε ριζοσπαστικής δραστηριότητας, η Ρόζα τώρα έσπρωχνε προς το αντίθετο άκρο ισχυριζόμενη πως η εντατικοποίηση των αγώνων ήταν προϋπόθεση για την ανάπτυξη των οργανώσεων[2]. Την εποχή εκείνη τα συνδικάτα είχαν περίπου 1500000 μέλη, δηλαδή το ένα δέκατο των εργαζομένων. Η μεγάλη μάζα των ανειδίκευτων εργατών δεν ήταν συνδικαλισμένη. Ταυτοχρόνως, τα συνδικαλιστικά στελέχη θεωρούσαν απολύτως αδύνατη τη συνδικαλιστική οργάνωση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης. Λοιπόν, η Ρόζα έβλεπε ακριβώς σε αυτά τα στρώματα των έξω από τα συνδικάτα εργατών τις μεγάλες εφεδρείες του αγώνα για τον κοινωνικό μετασχηματισμό[3]. Όπως σημειώνει ο Norman Geras[4], «[α]υτοί δεν μπορούν να κερδηθούν με την προπαγάνδα ούτε με τη ρουτινιέρικη υπεράσπιση των καθημερινών τους συμφερόντων μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, όσο κι αν και οι δύο αυτοί τύποι δραστηριότητας είναι ανεκτίμητοι. Με τέτοια μέσα μπορούν να κερδηθούν άτομα ή ακόμη να συγκεντρωθεί μια σημαντική επαναστατική πρωτοπορία. Αλλά είναι λάθος να φανταστούμε πως, με την απλή προέκταση μιας τέτοιας σωρευτικής διαδικασίας, οι μάζες, με τα εκατομμύριά τους, θα μπορούσαν να συνταχθούν στον αγώνα για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Η δημιουργία επαναστατικής συνείδησης στις ευρείες μάζες απαιτεί, ως απόλυτη προϋπόθεση, τη συμμετοχή αυτών των εκατομμυρίων σε αγώνες των οποίων η διάσταση και η μαχητικότητα θα είναι ιδιαίτερη. Οι μάζες μαθαίνουν μέσα στη δράση… [Και] επειδή είχε αυτή την αντίληψη, δεν δίσταζε να γιορτάζει με την αυθόρμητη, στοιχειακή πλευρά της επανάστασης –πράξεις που ξεσπούν απρόβλεπτα, μαζικές κινητοποιήσεις εκτός του ελέγχου οποιασδήποτε ηγεσίας… –την ίδια πλευρά, που ο Λένιν αναγνώριζε όταν μιλούσε για γιορτές των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων».

Στην πραγματικότητα, η Λούξεμπουργκ έδειχνε να αντιλαμβάνεται με την θέση της για το αυθόρμητο την καίρια σημασία της ιδέας πως η απελευθέρωση της εργατικής τάξης και των εκμεταλλευόμενων ευρύτερα δεν θα επέλθει παρά μόνο ως έργο της ίδιας της τάξης. Με μορφές που αυτή εφευρίσκει μέσα στον πειραματισμό του πραγματικού. Ανατρέποντας προϋπάρχουσες μορφές στο μέτρο που έχουν πάψει να υπηρετούν τη χειραφέτηση. Η Ρόζα αντιλαμβάνεται πως η οργάνωση και η διεύθυνση έρχονται να συμβάλλουν στον απελευθερωτικό αγώνα –και να συμβάλλουν, μάλιστα, καθοριστικά στην ώρα τους- μόνο όταν δεν αποτελούν εμπόδιο στο νέο που το κίνημα αντιπροσωπεύει σε διαφορετικές περιόδους. Το αυθόρμητο είναι, άλλωστε, σταθερό στοιχείο όλων των επαναστατικών διαδικασιών. Κανένα κάλεσμα κανενός «εκπροσώπου της τάξης» δεν προκάλεσε ποτέ καμιά εξέγερση, καμιά επανάσταση. Τα φαινόμενα αυτά τροφοδοτούνται από αστάθμητες, στοιχειακές διαδικασίες. Η κατανόηση αυτού του δεδομένου είναι στρατηγικά κρίσιμη, για να σταθμίσει ο πολιτικός φορέας την στάση του και την επικοινωνία του μαζί τους.

Δεν είναι τυχαίο που πολύ συχνά στον 20ο αιώνα εμφανίστηκε το φαινόμενο της πλήρους αδυναμίας των κομμουνιστικών «πρωτοποριών» να αντιληφθούν τον χαρακτήρα γεγονότων που δεν ήταν «αναμενόμενα» -ο Μάης του ’68 είναι η χαρακτηριστικότερη περίπτωση. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου στην Ελλάδα και η στάση του ΚΚΕ είναι επίσης ενδεικτική. Ο συντηρητισμός που επέδειξαν πολιτικοί φορείς που βαυκαλίζονται να θεωρούνται επαναστατικοί είχε προβλεφθεί από τη Λούξεμπουργκ 100 και χρόνια πριν. Αυτή μιλώντας για το δικό της κόμμα κατάφερε να μιλήσει για τα περισσότερα από όσα ακολούθησαν. Η τύφλωση των «πρωτοποριακών κομμάτων» είναι ακριβώς συνέπεια της αυτοαντίληψής τους ως πρωτοπορίας, η οποία εμπεριέχει μια ιδέα καθοδηγητισμού και «επαναστατικής δημιουργικής», που είναι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Γι’ αυτό, όταν τα εκατομμύρια γράφουν ιστορία οι «πρωτοπόροι» αδυνατούν να διαβάσουν ακόμη και τα προφανή σημάδια. Το αλφάβητό τους είναι εντελώς ακατάλληλο για κάτι τέτοιο και η αποτυχία τους προβλέψιμη –ένα από τα λίγα προβλέψιμα σε τέτοιες απρόβλεπτες καταστάσεις.

Η Λούξεμπουργκ δεν ήταν με το αυθόρμητο λόγω ρομαντισμού. Αντίθετα ακριβώς, η στάση της απέναντι σε αυτό πήγαζε από μια ρεαλιστική άποψη σχετικά με το πώς συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, πώς συμβαίνουν οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις που αλλάζουν τον κόσμο, πάντοτε και τώρα. Θα επανέλθω…

Ο Χρήστος Λάσκος είναι μέλος της ΠΓ του ΣΥΝ


[1] Norman Geras, The Legacy of Rosa Luxemburg, Verso, 1975, σ. 111

[2] Carl Schorske, German Social Democracy, 1905-1917, Harvard U. P., 1955, σ. 55-57

[3] Πάουλ Φρέλιχ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, ύψιλον, 1981, σ. 186

[4] Norman Geras, όπ. π., σ. 119



Τρια Χρωματα: Μωβ. Για τη Συμβολη του Φεμινισμου στο Προγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 25.1.2009)
25/01/2009, 10:18 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Στη πρόσφατη συνάντηση των γυναικών του ΣΥΡΙΖΑ έγιναν πολλές, και καλές, παρεμβάσεις για μια μεγάλη γκάμα ζητημάτων, από τη σεξουαλική παρενόχληση μέχρι τις εργασιακές σχέσεις, από την ανεργία μέχρι το ρόλο των ΜΜΕ στην αναπαραγωγή του σεξισμού, και από την απαξίωση των γυναικών στα συλλογικά υποκείμενα της αριστεράς μέχρι τα ειδικά προβλήματα των μεταναστριών. Αλλά έλλειπαν σε κάποιο βαθμό, ή έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον, οι συνδετικοί κρίκοι, στο επίπεδο ιδεολογίας και προτάσεων, που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν τη συνολική φεμινιστική οπτική στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, επιτρέποντας έτσι το μοβ να σταθεί ισότιμα με την κόκκινη και την πράσινη συμβολή.

Ανησυχώ, γιατί μου φαίνεται ότι η φεμινιστική συμβολή αντιμετωπίζει μια σχετική οπισθοχώρηση την τελευταία περίοδο. Κάτι που δεν συμβαίνει με την οικολογική συμβολή. Αποτελεί κοινός τόπος στην αριστερά ότι η κρίση που έχει ξεσπάσει στο καπιταλιστικό σύστημα είναι συγχρόνως οικονομική και οικολογική. Οι οικολογικές αναλύσεις, ιδιαίτερα αυτές που ονομάζονται οικο-σοσιαλιστικές,  ήταν έτοιμες από καιρό για την ερμηνεία της κρίσης και για την παραγωγή προτάσεων. Η κυριαρχία της ποσοτικοποίησης, η παραγωγή ως αυτοσκοπός, ο ρόλος του κέρδους στην περιθωριοποίηση κοινωνικών αναγκών, και πολλά άλλα, έχουν μπει στο στόχαστρο των οικολόγων αναλυτών και ακτιβιστών. Όπως γράφει ο Μισέλ Λεβί «τόσο ο σοσιαλισμός όσο και η οικολογία επικαλούνται ποιοτικές αξίες – για τους σοσιαλιστές, η αξία χρήσης, η ικανοποίηση των αναγκών, η κοινωνική ισότητα˙για τους οικολόγους, η προστασία της φύσης και η οικολογική ισορροπία. Και οι δύο αντιλαμβάνονται την οικονομία ως κάτι ενσωματωμένο στο – κοινωνικό ή φυσικό – περιβάλλον».

Και υπάρχει και συμπόρευση στο επίπεδο στόχων και μέσων πολιτικής για τη σημερινή συγκυρία. Προτάσεις για πράσινες επενδύσεις και πράσινους προϋπολογισμούς, και την ίδια στιγμή μια αναγνώριση ότι πρέπει να  προωθήσουμε θεσμούς και πρακτικές συμμετοχής και δημοκρατικής παρέμβασης. Δηλαδή βλέπουμε μια κοινή κριτική των τεχνοκρατικών λύσεων. Για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές ανάγκες, και να εδραιωθεί μια άλλη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, χρειάζεται, πέρα από των κηρυγμάτων και τεχνοκρατικών λύσεων, πρακτικές μέσα από τις οποίες τα άτομα θα μπορέσουν να επιβάλουν λύσεις και να εξασφαλίσουν ότι αυτές οι λύσεις θα εφαρμοστούν. Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε κοντά σε ένα πρόγραμμα όπου η πράσινη και η κόκκινη συμβολή θα συνυπάρχουν με τέλεια αρμονία. Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις και εντάσεις. Για παράδειγμα αρκετοί και αρκετές στην αριστερά ακόμα βλέπουν το σοσιαλισμό σαν το όχημα αυτό που θα μπορέσει να εξασφαλίσει την όλο και μεγαλύτερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη μεριά πολλές αναλύσεις από την μεριά των οικολόγων υποτιμούν την ισχύ των καπιταλιστικών δομών˙ δομές που χρειάζεται να ξεπεραστούν αν είναι να εφαρμοστούν τα οράματά της οικολογίας. Αλλά νομίζω ότι είμαστε πιο κοντά από ποτέ στις αναγκαίες συνθέσεις που επιβάλλουν οι καιροί.

Μπορούμε να πούμε το ίδιο για τη μοβ συμβολή; Νομίζω όχι. Και προφανώς οι λόγοι θα είναι πολλοί. Δεν θα τους εξετάσω εδώ˙ θα υπάρχουν άλλοι και άλλες πιο αρμόδιες για αυτή τη δουλειά. Ο λόγος όμως που παρεμβαίνω στη συζήτηση είναι ότι μου φαίνεται ότι η πρώτη ύλη, τουλάχιστον στο επίπεδο της ιδεολογίας και σε αυτό των προτάσεων, υπάρχει για την ισότιμη συμβολή του μοβ. Μου φαίνεται, δηλαδή, ότι η φεμινιστική κριτική, που ήδη υπάρχει, είναι εξίσου σχετική στη συγκυρία αλλά δεν έχει αξιοποιηθεί στο ίδιο βαθμό με αυτή της οικολογίας.

Για παράδειγμα, η φεμινιστική κριτική, ανεξάρτητα από τις βαθύτερες αιτίες των φαινομένων που εξετάζει, παρέχει μια παρόμοια κριτική για τις αξίες της αγοράς και του κέρδους. Η κυρίαρχη ιδεολογία και οι κυρίαρχες δομές των κοινωνιών μας δεν είναι μόνο καταστροφικές για τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και φύσης, αλλά για τη σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών. Παρομοίως το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης στρέφεται στην ποσοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε βάρος των κοινωνικών σχέσεων. Δηλαδή η κριτική του φεμινισμού μπορεί να αρχίζει από τη σχέση ανδρών και γυναικών, αλλά γρήγορα επεκτείνεται στις κοινωνικές σχέσεις γενικότερα. Ακριβώς επειδή οι γυναίκες – στο σπίτι, στην κοινότητα, στην αγορά εργασίας – αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη καταπίεση, είναι σε θέση να γενικεύσουν την εμπειρία τους και να οραματιστούν μια κοινωνία με καλύτερες σχέσεις σε όλα τα επίπεδα.

Ο συνδετικός κρίκος των σχέσεων είναι πολύ ευέλικτος και έτσι έχει τη δυνατότητα να γενικεύσει την κριτική των φεμινιστριών και άρα να αναδείξει τη γενικότερη σημασία των προτάσεων τους. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τις προτάσεις που θέλουν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για να μη χαρακτηρίζονται οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών από τη βία, την επιβολή και από άλλους πιο αόρατους μηχανισμούς. Η λογική επέκταση είναι ότι ισότιμες σχέσεις δεν μπορούν να θεμελιωθούν σε μια αγορά εργασίας που συστηματικά διακρίνει κατά των γυναικών. Ή σκεφτείτε τις προτάσεις στο επίπεδο της κοινότητας, που υπάρχουν, για θεσμούς που θα επέτρεπαν το βάρος της φροντίδας – των παιδιών, των ηλικιωμένων, των αρρώστων αλλά και των άλλων ομάδων που έχουν προσωρινές ή μόνιμες ανάγκες – να μοιραστεί με πιο δίκαιο τρόπο μεταξύ ανδρών και γυναικών. Από μια τέτοια αφετηρία, μπορούμε να γενικέψουμε. Χρειαζόμαστε στη σημερινή συγκυρία όχι μόνο μια τεράστια αύξηση των πράσινων επενδύσεων, αλλά μια παρόμοια επένδυση στο κοινωνικό κράτος που θα είχε σαν στόχο τις κοινότητες μας και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μέσα σε αυτές, που τόσο έχουν διαλυθεί την εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Συγχρόνως η φεμινιστική κριτική συμμερίζεται, και με το παραπάνω, ότι η εναλλακτική πρόταση πρέπει να αμφισβητεί όχι μόνο τους στόχους αλλά και τα μέσα της πολιτικής. Για να δώσω μόνο ένα παράδειγμα, οι φεμινίστριες που έχουν ασχοληθεί με την κοινωνική πολιτική έχουν δώσει μεγάλη έμφαση στο να ακουστούν οι συλλογικότητες που χρειάζονται ενίσχυση – δεν μπορείς να επενδύεις σε σχέσεις χωρίς όλα τα μέλη των νέων σχέσεων που θα εδραιωθούν να έχουν λόγο. Με λίγα λόγια οι φεμινίστριες δεν επιθυμούν την επιστροφή στο παλιό ιεραρχικό κοινωνικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας.

Δεν ξέρω βέβαια αν η έννοια των σχέσεων είναι επαρκής για τη δουλειά του συνδετικού κρίκου. Απλώς ισχυρίζομαι ότι χρειάζονται κάποιοι κρίκοι για να δει ο κόσμος της αριστεράς ότι η φεμινιστική σκοπιά δεν είναι μερική, ότι όπως και η οικολογική, αφορά σχεδόν το σύνολο του προβληματισμού μας ως αριστερά. Βεβαίως και εδώ θα υπάρχουν αντιφάσεις και εντάσεις στη σύνθεση – πως θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα αλλιώς; Τελειώνω με δύο λόγους που ίσως εμποδίζει τη μοβ συνιστώσα από το να προχωρήσει σε κάποιες γενικεύσεις για να επηρεαστεί το σύνολο του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Και οι δύο έρχονται από ευγενή κίνητρα, αλλά νομίζω ότι πρέπει να ξεπεραστούν.

Ο πρώτος έχει να κάνει με τη μερικότητα ως πολιτική στάση. Όπως και πολλά άλλα κινήματα, ιδιαίτερα αυτά που έχουν παίξει ρόλο στο παγκόσμιο κοινωνικό φόρουμ, υπάρχει μια εμμονή στο μερικό και μια δυσπιστία στην πολιτική των κομμάτων, και γενικότερα, στην κεντρική πολιτική σκηνή. Βέβαια αυτή η στάση δεν είναι άσχετη με το πώς οι άντρες, που κυριαρχούν στα κόμματα και στην κεντρική πολιτική σκηνή, κατανοούν την άσκηση πολιτικής. Κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά χρειάζεται η φεμινιστική συνιστώσα, να συνδυάσει τα καλά της μερικότητας, με την ανάγκη να κάνει τις γενικεύσεις αυτές που μπορούν να αλλάξουν όχι μόνο τα προγράμματα της αριστεράς αλλά και την πρακτικής της.

Ο δεύτερος λόγος, παραδόξως, έρχεται από διαφορετική κατεύθυνση. Πολλές γυναίκες, και αρκετές φεμινίστριες, δε θα συμμεριζόταν την ιδέα που υποστήριξα παραπάνω˙ δηλαδή ότι οι γυναίκες έχουν μια συγκεκριμένη οπτική γωνιά λόγου της θέσης τους στην οικογένεια, στην αγορά εργασίας και στην κοινότητα. Θα ισχυριζόταν ότι όλοι και όλες έχουμε την πρόσβαση στα ίδια εμπειρικά στοιχεία και στην ίδια αλήθεια. Δεν είναι θέμα γυναικών και αντρών, αλλά θέμα αντικειμενικότητας. Το θέμα της αντικειμενικότητας είναι δύσκολο. Αλλά νομίζω ότι στο σημείο που μπορούμε να υποστηρίξουμε την ύπαρξη της, τότε η όποια αντικειμενικότητα θα πρέπει να θεμελιωθεί μόνο όταν πάρουμε υπόψη όλες τις οπτικές σκοπιές που υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι στη δική μας αριστερά η αντικειμενικότητα πολύ συχνά θεμελιώνεται πάνω στη βάση της περιθωριοποίησης της φεμινιστικής οπτικής. Για να αντιστραφεί αυτή η πραγματικότητα επιχειρηματολόγησα ότι χρειάζονται να βρεθούν οι συνδετικοί κρίκοι που θα αναδείξουν την ευρύτερη σημασία της φεμινιστικής συμβολής. Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, ότι είναι το μόνο που χρειάζεται να γίνει για την τόση αναγκαία ισοτιμία του μοβ.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Η Κριση και η Στρατηγικη της Αριστερας: μια συζητηση με τον Leo Panitch (Εντος Εποχης, 25.1.2009)
25/01/2009, 10:15 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες: , ,

Πριν λίγες μέρες ήταν εδώ ο Leo Panitch (στο εξής ΛΠ) για τη δεύτερη ετήσια διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά. Μίλησε για πολλές όψεις της οικονομικής κρίσης. Αλλά στην κουβέντα που κάναμε μετά η συζήτηση εστίασε περισσότερο στη στρατηγική της αριστεράς.

ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΗΡΕ Ο ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣPanitch_leo_50

ΕΤ: Πως βλέπεις τις πιθανές αντιδράσεις στην οικονομική κρίση;
Τι ευκαιρίες προκύπτουνγια την αριστερά;

ΛΠ: Νομίζω ότι ο Obama θα προχωρήσει σε μια εντυπωσιακή επεκτατική τόνωση της ζήτησης μέσω δανεισμού. Και αυτό θα παρουσιάσει ευκαιρίες και για την Ευρωπαϊκή αριστερά, συμπεριλαμβάνοντας και την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική αριστερά. Το πλεονέκτημα των ΗΠΑ έγκειται στο ότι μπορούν να δανειστούν με πολύ χαμηλά επιτόκια. Κάτι που δεν ισχύει σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που έχει το πρόβλήμα του χρέους. Άρα παρόμοιες πολιτικές στην Ελλάδα, και σε κάποιες άλλες χώρες στην Ευρώπη, θα έχουν την τάση να οδηγούν σε μεγαλύτερη κοινωνική πόλωση, γιατί θα πρέπει να αυξηθεί η φορολογία στα πιο ευκατάστατα στρώματα. Και πρέπει να σου πω, από τις βόλτες μου αυτές τις μέρες στην Αθηνά, ότι δεν σας λείπουν τέτοια στρώματα! Δεν μπορεί να παρακαμφθεί το ζήτημα της αναδιανομής εδώ.

ΕΤ: Αλλά γενικότερα βλέπεις στροφή σε ένα κεϋνσιανό μοντέλο; Εγώ βλέπω ότι έχει ανακοινωθεί μία κεϋνσιανή στρατηγική εξόδου από την κρίση. Αλλά δεν έχω δει την εκπόνηση ενός συνολικότερου οικονομικού μοντέλου κεϋνσιανής έμπνευσης. Μήπως κάτι τέτοιο δεν είναι συμβατό με την κερδοφορία του κεφαλαίου σε αυτή τη φάση; Ας σκεφτούμε ένα μοντέλο που συμπεριλαμβάνει «πράσινες» επενδύσεις, που επιτρέπει μια νέα επέκταση του δημοσίου σε τομείς όπως η υγεία και η εκπαίδευση, και που επιδιώκει ένα πιο «συμμαζεμένο» ρόλο για τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτό δεν θα επηρέαζε τη μέση κερδοφορία του κεφαλαίου, αφού αυτοί οι τομείς είναι που στήριξαν την κερδοφορία στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού; Και αν είναι έτσι μήπως θα έχουμε σύντομα στροφή σε πιο αυταρχικές λύσεις;

ΛΠ: Θέτεις δύσκολα ερωτήματα. Νομίζω ότι οι τομείς που αναφέρεις είχαν όντως μεγάλη συμβολή στη συνολική κερδοφορία του κεφαλαίου την προηγούμενη περίοδο. Αλλά δεν ήταν οι μόνοι τομείς. Και, όπως ξέρεις, δεν με πείθει το επιχείρημα ότι μετά από την κρίση της δεκαετίας του ’70, είχαμε μόνο στασιμότητα. Υπάρχει και η περίπτωση της Κίνας που θα δούμε πως θα επηρεάσει τη γενικότερη εικόνα. Αλλά νομίζω ότι είναι πολύ νωρίς για να απευθυνθούμε για τη βιωσιμότητα ενός νέου κεϋνσιανικού μοντέλου. Και νομίζω μέχρι να το μάθουμε αυτό δεν θα ξέρουμε και για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης σου. Νομίζω ότι η πιθανότητα αυταρχικών λύσεων εξαρτάται από τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς, και από το πόσο παθητικά θα αντιδράσουν τα λαϊκά στρώματα. Αν κρίνω από την εμπειρία σας στην Ελλάδα με τα πρόσφατα, και ελπιδοφόρα, γεγονότα, ίσως η παθητικότητα να μην παρουσιαστεί ως κυρίαρχο στοιχείο.

ΕΤ: Στην ομιλία σου στον Πουλαντζά μας είπες ότι ο φόβος για την αριστερά είναι να μη κατανοήσουμε τη συγκυρία, να μην είμαστε αρκετά ριζοσπαστικοί.

ΛΠ: Νομίζω ότι πρέπει να είμαστε πιο φιλόδοξοι, και να κάνουμε τους δικούς μας ανθρώπους πιο φιλόδοξους. Και νομίζω ότι ο κόσμος είναι αυτή τη στιγμή πιο ανοικτός σε μια ατζέντα με αυξημένες προσδοκίες. Ιδιαίτερα τώρα που η αυτοκρατορία ετοιμάζεται για μια τόσο κεϋνσιανή επέκταση, είναι η στιγμή για την αριστερά να χτίσει πάνω στις αυξημένες προσδοκίες και να μην υποκύψει σε διάφορους εκφοβισμούς περί χρέους και πάει λέγοντας.

ΕΤ: Ιδιαίτερα που σε αυτή την κρίση δεν μπορούν οι αντίπαλοι μας να ισχυριστούν ότι οι μισθοί, και τα συνδικάτα, φταίνε για την κρίση.

ΛΠ: Ακριβώς. Ούτε ότι οι εργαζόμενοι φταίνε για τον ψηλό πληθωρισμό, αλλά ούτε οι διάφορες κοινωνικές ομάδες έχουν οδηγήσει με τις απαιτήσεις τους σε μια δημοσιονομική κρίση του κράτους που ήταν επίσης στοιχείο του νεοφιλελεύθερου ιδεολογήματος στη δεκαετία του ’70. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί τέτοια πράγματα σήμερα;

ΕΤ: Βλέπεις το χρηματοπιστωτικό τομέα ως τον αδύνατο κρίκο για τις παρεμβάσεις μας;

ΛΠ: Σίγουρα είναι σημαντικός, και επί πλέον είναι σε αμυντική θέση για πρώτη φορά μετά από τη δεκαετία του ’70. Εκείνη ήταν η εποχή  που πραγματικά βρήκε αυτός ο τομέας τη φωνή του για πρώτη φορά μετά από την κρίση του ’30, και άρχισε να καθορίζει την ατζέντα της οικονομικής πολιτικής. Και βρήκε στις αναπτυγμένες χώρες μεγάλα στηρίγματα και στην εργατική τάξη, που σταδιακά νοιαζόταν όλο και περισσότερο για την πρόοδο του χρηματιστηρίου, μια και από αυτήν εξαρτιόταν και οι συντάξεις τους. Έτσι στον Καναδά, για παράδειγμα, είχαμε τραγελαφικά φαινόμενα όπως εργαζόμενοι να επικροτούν απολύσεις εργαζομένων στις επιχειρήσεις επειδή αυτό έτεινε να αυξήσει την τιμή της μετοχής.

ΕΤ Ένα άλλο παράδειγμα που μου έρχεται στο νου είναι όταν οι επιχειρήσεις μείωναν τα μελλοντικά τους επενδυτικά προγράμματα, ακριβώς για να μοιράσουν το πλεόνασμα της εταιρίας στους μετόχους, και με αυτό τον τρόπο να κρατήσουν την τιμή της μετοχής ψηλά.

ΛΠ: Ακριβώς. Και αυτό αποτέλεσε μια εξαιρετικά δυσμενή αντίφαση. Τώρα όμως, το γεγονός ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν απαξιωθεί, ότι οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες αρχίζουν και βλέπουν την ανάποδη μεριά της σύνδεσης των αποταμιεύσεων τους με την τύχη του χρηματιστηρίου, ανοίγει ο δρόμος για να επιχειρηματολογήσουμε ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας πρέπει να αντιμετωπιστεί ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας. Και είναι ειρωνικό ότι ακόμα και αρκετά δεξιοί σοσιαλδημοκρατικοί οικονομολόγοι αρχίζουν να το λένε αυτό δειλά δειλά. Πάρε για παράδειγμα τον William Buiter που ήταν στη νομισματική επιτροπή της Τράπεζας της Αγγλίας, και που επιχειρηματολογεί ότι πρέπει να επιβληθούν σε όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αυστηρούς κανόνες, και μάλιστα οι ίδιοι για όλα τα ιδρύματα, για το πόσο μπορούν να δανείσουν σε σχέση με το κεφάλαιο τους. Αλλά αν τέτοιοι άνθρωποι επιχειρηματολογούν έτσι, που είμαστε εμείς ως αριστερά;

ΛΠ: Να το πω έτσι. Χωρίς το δημοκρατικό έλεγχο πάνω στα πλεονάσματα που διαχειρίζεται ο χρηματοπιστωτικός τομέας δεν μπορούμε να λύσουμε τις κυρίαρχες αντιθέσεις των σύγχρονων κοινωνιών μας. Θα χρειαστεί για να μπορούμε να επενδύσουμε σε πράσινες τεχνολογίες αν είναι να σώσουμε τον πλανήτη από τις κλιματικές αλλαγές. Θα χρειαστεί αν είναι να επενδύσουμε σε θέσεις εργασίας και σε αναπτυξιακά προγράμματα σε αποκεντρωμένο επίπεδο. Θα χρειαστεί αν θέλουμε να πάρουμε πίσω τις πόλεις μας από τους κατασκευαστές.

ΕΤ: Το πρόβλημα με το τελευταίο είναι ότι τα πιο πολλά κόμματα της κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς είναι σε συμμαχία με κατασκευαστικούς ομίλους, που συνήθως έχουν και ΜΜΕ στον όμιλο. Και βλέπουμε ότι λύσεις που εμφανίζονται ως τεχνοκρατικές, στην πραγματικότητα ενισχύουν αυτή τη σχέση. Για παράδειγμα σε τοπικό επίπεδο όταν τόσες επενδύσεις γίνονται με το σύστημα των ΣΔΙΤ σημαίνει ότι τα κριτήρια επιλογής για το ποιες επενδύσεις θα προχωρήσουν δεν είναι πια η δημοκρατική βούληση της κοινότητας, αλλά η κερδοφόρα του ιδιωτικού τομέα.

ΛΠ: Έτσι γίνεται συνήθως. Σου θυμίζω ότι τα τοξικά ομόλογα έχουν και αυτά μια «ουδέτερη» τεχνοκρατική έμπνευση – κάποιοι εκσυγχρονιστές σκεφτήκανε πως με αυτό τον τρόπο θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της στέγασης των φτωχών με αγοραίες λύσεις. Οι σύμβουλοι του Κλίντον αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά φτάσαμε σε μια εποχή όπου ακόμα και ο Jesse Jackson μίλαγε για ένα ουράνιο τόξο (προοδευτική συμμαχία δηλαδή) για το Wall Street!

Αλλά δεν είναι μόνο θέμα χρηματοπιστωτικού τομέα. Πρέπει να έχουμε και αναβαθμισμένες προσδοκίες σε σχέση με τι παράγεται στην «πραγματική» οικονομία και πως. Στην ομιλία μου θύμισα ότι στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι επιχειρήσεις αυτοκινήτου αλλάξανε προσανατολισμό για τις ανάγκες του πολέμου και έφτιαχναν, μεταξύ άλλων, αεροπλάνα. Γιατί τώρα δεν μπορούν να μεταστραφούν, εν μέρει τουλάχιστον, στις οικολογικές ανάγκες για εναλλακτικές μορφές ενέργειας; Αλλά θέλω να υπογραμμίσω και το πως. Θέλω να ξαναμπεί το θέμα των εναλλακτικών επιχειρησιακών σχεδίων από τη μεριά των εργαζομένων. Ούτε είμαι αφελής για τον καταμερισμό εργασίας – υπάρχει χώρος να ενσωματώσουμε και επιστήμονες και μηχανικούς σε αυτή τη κατεύθυνση• στην κατεύθυνση της ανάπτυξης χρήσιμων προϊόντων για τις ανάγκες της κοινωνίας. Είναι εντυπωσιακό πόσή χρήσιμη γνώση είναι διάσπαρτη στις κοινωνίες μας. Εδώ στις πιο δύσκολες στιγμές του σταλινισμού στη δεκαετία του ’30, είχαμε μηχανικούς, εν μέρει γιατί δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά στη Δύση, να παγαίνουν στη Σοβιετική Ένωση για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Τέτοιοι επιστήμονες μπορεί να δουλεύουν με απλούς εργαζόμενους για να αναπτυχθούν οι ικανότητες τους. Επί πλέον, με αυτό τον τρόπο χτίζεις διαφορετικές κοινωνικές συμμαχίες.

ΕΤ: Βλέπω εδώ μια σχέση με αυτά που είπες στην ομιλία σου για την δημοκρατικοποίηση του κράτους. Μίλησες ότι αυτό θα έπρεπε να είναι από τα κυρίαρχα μελήματα της αριστεράς. Ότι δεν μπορούμε, ως πρόταση, να επιστρέψουμε στο κράτος της σοσιαλδημοκρατίας, που συχνά ξεχνάμε πόσο ιεραρχικό ήταν και πόσο πηγή αλλοτρίωσης. Τώρα λες ότι η αριστερά πρέπει να κάνει το ίδιο και στο οικονομικό σκέλος. Αντί μόνο να εξαγγέλλει πολιτική, να προωθεί πρακτικές που ενισχύουν την ικανότητα των ατόμων να παίρνουν αποφάσεις και να εκτελούν σχέδια για τις δουλειές τους.

Αυτό για τις ικανότητες με ενδιαφέρει πολύ. Αλλά να κάνω μια ερώτηση. Καταλαβαίνω τι σημαίνει μια τέτοια στρατηγική για ένα συνδικάτο σε μια μεγάλη επιχείρηση της μεταποίησης. Το συνδικάτο μπορεί να ζητά διαφορετικές μορφές κατάρτισης που ενισχύουν τις ικανότητες των εργαζομένων, μπορεί να ζητά πληροφόρηση για να είναι σε θέση να διαμορφώνει εναλλακτικά επιχειρησιακά σχέδια κλπ. Μπορώ να το καταλάβω και στο δημόσιο τομέα• το πως θα μπορούσαν οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες στο κοινωνικό κράτος να ενισχύσουν την ικανότητα τους να συνεργάζονται με τα άτομα, και τις ομάδες, που έχουν ανάγκη των κρατικών υπηρεσιών. Αλλά τι σημαίνει για τον γκρίζο τομέα, όπου δουλεύουν τόσοι νέοι και νέες, όπου μπορεί η εργασία να είναι μερική, μπορεί να είναι από το σπίτι, μπορεί ένας εργαζόμενος να μην βλέπει τους άλλους, ούτε καν το αφεντικό;

ΛΠ: Αυτό αποτελεί κορυφαίο ζήτημα για την αριστερά. Να ερευνήσουμε τις στρατηγικές δικτύωσης των νέων σε τέτοια επαγγέλματα, όπου μέσα από το διαδίκτυο ανταλλάζουν πληροφορίες για το κλέψιμο των copyright, για δημιουργικά κολάζ λογισμικού, κλπ. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που κατανοούν τις τεχνολογικές εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα. Ξεχνάμε καμιά φορά το πόσο πια η συσσώρευση γίνεται σε χώρους που μπορεί να μην είναι βιομηχανικοί, αλλά είναι παραγωγικοί, και με την παραδοσιακή και με τη μαρξιστική έννοια – στη βιομηχανία ψυχαγωγίας, και σε μια σειρά προϊόντα, που παράγονται μέσα από ένα πολύ πολύπλοκο καταμερισμό εργασίας, όπως τα DVD, τα προγράμματα για κομπιούτερ κλπ.

Σε συνθήκες ύφεσης η αριστερά θα μπορούσε να ξανασκεφτεί τοπικά σχέδια ανάπτυξης, με νέες θέσεις εργασίας, που θα ενσωμάτωνε και τέτοια νέα στοιχεία. Και αυτά θα μπορούσαν να είναι υπό τον έλεγχο εκλεγμένων αντιπροσώπων σε τοπικούς προγραμματικούς οργανισμούς. Και θα μπορούσαν να έχουν αυτοί οι εκλεγμένοι τη νομική υποχρέωση να βρουν δουλειά στους ανέργους της περιοχής, όπως στον Καναδά τα εκλεγμένα εκπαιδευτικά συμβούλια πρέπει να φροντίσουν για την εκπαίδευση όλων των παιδιών, Εδώ γυρίσαμε κύκλο. Γιατί κάτι τέτοιο θα χρειαζόταν μια τεράστια μεταφορά πόρων στο τοπικό επίπεδο, δηλαδή θα χρειαζόταν το κράτος να προωθεί ένα κομμάτι του πλεονάσματος που περνάει από το χρηματοπιστωτικό τομέα σε τέτοιου είδος δραστηριοτήτων. Και βέβαια χωρίς μια αλλαγή στο συσχετισμό δύναμης ξέρουμε ποια άτομα θα κερδίζανε τις εκλογές σε τέτοια όργανα – αυτοί που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με τα κατασκευαστικά συμφέροντα που μιλήσαμε και πιο πριν.

ΕΤ: Γυρνάμε δηλαδή, και ίσως με αυτό να κλείσουμε, σε ένα παλιό επιχείρημα της αριστεράς που έλεγε ότι το δίλημμα μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου δεν μπορεί να είναι μόνο θέμα αποτελεσματικότητας. Είναι θέμα κοινωνικής δύναμης. Ο ιδιωτικός τομέας, το κεφάλαιο, έχει τη δύναμη να θέτει την ατζέντα σε μια πολύ μεγάλη γκάμα οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων.

ΛΠ: Ακριβώς, η πολιτική εξουσία του κεφαλαίου είναι καθοριστικής σημασίας για την αριστερά. Για αυτό υπάρχει χάσμα με τη σοσιαλδημοκρατία που λεει αφού μπορούμε να έχουμε τα ίδια αποτελέσματα μέσω της ρύθμισης, τι μας ενδιαφέρει η ιδιοκτησία; Το κυρίαρχο επιχείρημα για τη δημόσια ιδιοκτησία παραμένει η ανάγκη να αφαιρέσουμε το βασικό στήριγμα της εξουσίας της μπουρζουαζίας. Και αν δεν το κάνεις αυτό θα αντιμετωπίζεις σε μόνιμη βάση μια εξουσία που πάντα θα υπονομεύει τους στόχους σου.

O Λίο Πάνιτς είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Γιορκ (Τορόντο, Καναδάς) και εκδότης της μαρξιστικής επιθεώρησης Socialist Register

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι οικονομολόγος, μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Το κοστος και το τιμημα (Αυγη, 12.1.2009)
12/01/2009, 11:28 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Όσο η κρίση θα οξύνεται τα πράγματα θα ξεκαθαρίζουν. Ο καθένας –άτομο ή ομάδα- θα πρέπει να αρχίσει να παίρνει τα μέτρα του. Και η αλήθεια είναι πως σε τέτοιες περιόδους ο φόβος και η ανασφάλεια κυριαρχούν διαμορφώνοντας ένα υπόστρωμα συντηρητικών στάσεων για το μεγαλύτερο τμήμα των ανθρώπων. Η Αριστερά, λοιπόν, έχει να αναμετρηθεί, εκτός των άλλων αντιπάλων, και με το φόβο των απλών, των δικών της, ανθρώπων πως τα πράγματα δεν μπορεί παρά να πάνε χειρότερα γι’ αυτούς. Υπάρχει ένα είδος «κοσμικής ανάμνησης» της τάξης, που διαισθητικά «θυμάται» αυτό που ιστορικά έχει συμβεί σε εποχές καπιταλιστικής κρίσης. «Θυμάται», δηλαδή, πως ολόκληρες γενιές ανθρώπων από τις κατώτερες τάξεις έχουν καταστραφεί στις προηγούμενες αντίστοιχες περιστάσεις. Ήταν αυτές που πλήρωσαν όλο το κόστος πάντοτε στο παρελθόν –με φτώχεια, ανεργία και τους συνακόλουθους εξευτελισμούς. Κι έχουνε λόγο, συνεπώς, να φοβούνται –και πολύ, μάλιστα, γιατί οι αντίπαλοι, αυτοί που ακόμα κυριαρχούν, καθόλου δεν θα νιαστούν. Όπως έγραψε, μέσα στις συνθήκες της κρίσης του ’30, ο Μπρεχτ στο «Τραγούδι του έμπορα»,

Τι είναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος;

Πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι!

Ποιός να το ξέρει τάχα;

Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι.

Ξέρω την τιμή του μονάχα.

Και η τιμή του «μικρού ανθρώπου» σε περιόδους κρίσης πέφτει πολύ κοντά στο μηδέν, μαζί με την αξία της ζωής του. Πρώτο μέλημα, λοιπόν, για την Αριστερά είναι η φροντίδα για την τιμή –με τις δυό σημασίες- της εργασιακής δύναμης των απλών ανθρώπων. Το κόστος αυτής της κρίσης πρέπει να πληρωθεί ολόκληρο –κι ακόμα παραπάνω- από την μπουρζουαζία (!), που θάλεγε και ο δικός μας Μαρξ. Γι’ αυτό και οποιαδήποτε τοποθέτηση που αντιμετωπίζει την κρίση και την απάντηση σ’ αυτήν ως καθολικής ή εθνικής σημασίας ζήτημα είναι πολιτικά καταστροφική. Όλη η μέριμνα της καπιταλιστικής τάξης είναι να μετατρέψει την κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας –με πρόθυμο «μεσολαβητή» το κράτος της. Όπως, μέσα στην έξαψη των ημερών, δήλωσε ο ιδεότυπος του σύγχρονου καπιταλιστή, ο Γουώρεν Μπάφετ, «η ταξική πάλη υπάρχει και είναι η δική μου τάξη που κερδίζει». Δουλειά μας είναι να γίνει το αντίθετο ακριβώς: να είναι η δική μας τάξη που κερδίζει. Και προκειμένου γι’ αυτό απαιτείται η πιο συνειδητή ταξική αδιαλλαξία: είναι δεδομένο πως η παραμικρή υποχώρηση θα είναι εκκίνηση της ολικής υποχώρησης. Άρα το ποιός θα πληρώσει το κόστος της κρίσης θα καθορίσει πράγματα πέρα από αυτό. Αν σε αυτές τις συνθήκες ολοκληρωτικής γελοιοποίησης της αστικής ιδεολογίας, στον σκληρό οικονομικό της πυρήνα μάλιστα, δεν κερδηθούν άμεσα αποτελέσματα στο υλικό πεδίο –στο εισόδημα, στην ασφάλιση, στις κοινωνικές υπηρεσίες, στην απο-εμπορευματοποίηση των δραστηριοτήτων ικανοποίησης των βασικών αναγκών- τα πράγματα δεν θα μείνουν ως έχουν, αλλά θα επιδεινωθούν.

Ο καπιταλισμός εμφανίζεται πλέον στα μάτια όλο και περισσότερων ανθρώπων όχι μόνο κοινωνικά άδικος, αλλά και πολύ αναποτελεσματικός. Είδαμε πόσο καλά «κατανέμει τους πόρους η αγορά στις εναλλακτικές χρήσεις». Μια τρύπα στο νερό, που μπορεί, όμως, να ρουφήξει εκατομμύρια. Ας πρόσεχαν όσοι –και ανάμεσά μας- ισχυρίζονταν πως ο καπιταλισμός αποτελεί μια μηχανή παραγωγής πλούτου αναντικατάστατη και πως η καλύτερη διανομή του θα πρέπει να είναι το μοναδικό μέλημα της Αριστεράς. Ο καπιταλισμός αποτελεί μια φονική μηχανή σπάταλη και καταστροφική, που έχει τη δύναμη να μας τινάξει στον αέρα. Θα γίνει όμως το αίσχος –μαζί και η σαχλαμάρα- φανερή ή πολύ σύντομα πάλι θα αρχίσουν τα όργανα περί μικτής οικονομίας και άλλων εξωτικών θαυμάτων; Μόνο αν αδράξουμε τη μέρα, για να φορτώσουμε το κόστος σε αυτούς, που και από την κρίση όφελος θα αποκομίσουν. Αν δεν χειριστούμε καλά το ζήτημα του κόστους θα πληρώσουμε σίγουρα μεγάλο τίμημα.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι καθηγητής Λυκείου



Τι στ’αληθεια φοβουνται οι αστοι; (Αυγη, 2.2009)
08/01/2009, 11:31 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Μέσα στα πολλά που γράφτηκαν και λέχτηκαν το τελευταίο διάστημα, από εχθρούς και φίλους, για το ΣΥΡΙΖΑ νομίζω πως αξίζει να ξεχωρίσουμε το παρακάτω παράθεμα. Δημοσιεύθηκε στο τελευταίο κυριακάτικο Βήμα της χρονιάς σε παραπολιτική –χιουμοριστική (;) στήλη και υπογράφεται από μια κάποια Πανδώρα, η οποία φαίνεται να εκφράζει το συγκρότημα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συντάκτη –και σίγουρα περισσότερο από τους γνωστούς περιώνυμους λυσσασμένους. Αναφέρεται στα 15 σημεία –άμεσους προγραμματικούς στόχους, που παρουσίασε η γραμματεία, λοιδωρώντας τους ως περίπου ανέφικτα μπαρμπούτσαλα και  καταλήγει:

«Ξεχωρίζω επίσης… το στόχο για «πλήρη και σταθερή απασχόληση για όλους». Εδώ στέκομαι και θαυμάζω τη σοβαρότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αν ήταν λαϊκιστές και δημαγωγοί, θα έθεταν τον στόχο της πλήρους και σταθερής εργασίας για όλους και για πάντα. Αλλά είναι συνετοί και ρεαλιστές. Εξάλλου, αυτό που υπόσχονται στην πραγματικότητα, αλλά το αποφεύγουν από ταπεινότητα, είναι ότι υπόσχονται το τέλος της εργασίας. Διότι πλήρης και σταθερή δουλειά για όλους σημαίνει ίσο μισθό, ανεξαρτήτως προσπάθειας, προσόντων και παραγωγικότητας. Με απλά λόγια το τέλος της εργασίας. Επιστροφή στα σπήλαια και στο κυνήγι…».

Δεν είναι αποκαλυπτικά εντυπωσιακό; Επιλέγει να επιτεθεί σε κάτι που επί δεκαετίες υπήρξε ακόμη και συνταγματική επιταγή μερικών από τα καπιταλιστικότερα, χωρίς αμφιβολία, κράτη του πλανήτη. Η πλήρης και σταθερή απασχόληση δεν θεωρήθηκε παρά πολύ πρόσφατα –στην εποχή της ακραίας νεοφιλελεύθερης αντίδρασης- προβληματική ιδέα από τους κέρβερους του συστήματος. Έπρεπε οι γραφικότητες του αιώνα περί εκούσιας ανεργίας και της τεμπελιάς ως βασικής ιδιότητας των ανέργων να γίνουν ο κύριος άξονας της αστικής ιδεολογίας, για να πειστεί ακόμη και το εξωνημένο  πολιτικό και δημοσιογραφικό προσωπικό πως δεν μπορεί, ρε παιδί μου, να δουλεύουν όλοι και καλά –πώς θα γίνει, δηλαδή; Έκτοτε, βέβαια, όλο το αστικό τεμπελχανείο μας νουθετεί πως αν δεν σηκώσουμε τα μανίκια να δουλέψουμε …δουλειά δεν γίνεται. Πρέπει να αυξηθεί η πίτα και τότε όλοι θα ζήσουμε καλύτερα. Αφήνω τις προβλέψεις αυτές στη χλεύη των πραγμάτων: ξέρουμε πια καλά πόσο προκόψαμε με την αύξηση της πίτας τους, σε λίγο ούτε συντάξεις θα παίρνουμε. Αφήνω, επίσης, στην άκρη το γεγονός πως όσοι τα λένε αυτά συνήθως δεν έχουν σηκώσει τα μανίκια τους ούτε όταν πλένονται στο νιπτήρα.

Θα μείνω στην ουσία της δήλωσης, δηλαδή στο ό,τι η πλήρης και σταθερή δουλειά για όλους είναι όχι αίτημα ανέφικτο, αλλά κάτι το κακό. Κάτι που επ’ ουδενί θα έπρεπε να επιτευχθεί επί ποινή του «τέλους της εργασίας».  Μας προειδοποιεί η Πανδώρα: πλήρης και σταθερή απασχόληση σημαίνει ίσο μισθό, ανεξαρτήτως προσπάθειας, προσόντων και παραγωγικότητας. Βέβαια, πλήρης απασχόληση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη τίποτε από όλα αυτά. Θέλει, μάλιστα, περίσσιο θράσος ή βλακεία για να θεωρείς πως οι αμοιβές στον καπιταλισμό καθορίζονται βάσει των κριτηρίων που τίθενται εδώ, λες και ο Αϊνστάιν π.χ. έπαιρνε το ένα εκατομυριοστό των χρημάτων του Ροκφέλερ εξαιτίας μικρότερης προσπάθειας ή λιγότερων προσόντων.

Τα παραπάνω, ωστόσο, δεν σημαίνουν πως έχει εντελώς άδικο η ιδεολόγα συντάκτρια.  Το ταξικό της αισθητήριο σωστά τη προειδοποιεί πως η πλέμπα αν ξεκινήσει από κάτι τέτοια θα απαιτήσει κι άλλα πολλά: και ίσο εισόδημα και λόγο στην παραγωγή και σοσιαλισμό ακόμη. Και σωστά θεωρεί πως στο τέλος αυτής της ιστορίας έρχεται η «επιστροφή στα σπήλαια και στο κυνήγι» -μεταφορικώς, βέβαια, και όχι μόνο γιατί ως οικολόγοι δεν είμαστε με το κυνήγι. Το κύριο είναι πως εκεί στην αρχή των χρόνων της  ανθρωπότητας υπήρχε κάτι σαν αυτό που προσδοκούμε και με το τέλος της προϊστορίας που σημαδεύει ο καπιταλισμός: μια πρώιμη κομμουνιστική αδελφότητα. Αυτά τα κομμουνιστικά φοβούνται οι αστοί –ακόμη και οι αστείοι αστοί. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να τους καθησυχάζουμε. Ας δηλώνουμε σε όλους τους τόνους πως πράγματι επιδιώκουμε αυτά που τους φοβίζουν. Και πλήρη απασχόληση, και σταθερή δουλειά, και ίσο εισόδημα, και πολύ μικρότερο χρόνο εργασίας από τον τωρινό (εύκολο αν αρχίζουν κι αυτοί να δουλεύουν) και όλα όσα βοηθούν να γράψει ξανά η ανθρωπότητα στις σημαίες της «στον καθένα και στην καθεμιά ανάλογα με τις ανάγκες της, από τον καθένα και την καθεμιά ανάλογα με τις δυνατότητές της».

Ο Χρήστος Λάσκος είναι καθηγητής Λυκείου



Ενθουσιωδεις σκεψεις για την εξεγερση της γενιας μας (Αυγη, 3.1.2009)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σε πείσμα ενός διάχυτου στο πολιτικό σύστημα, γλυκανάλατου ρετρό,  για το οποίο ό,τι συνέβη στην Ελλάδα μετά το 1973 δεν είναι παρά “υποσημειώσεις”, είχαμε προειδοποιήσει εγκαίρως ότι εξέγερση δεν είναι “αυτό” που συμβαίνει κάπου αλλού και κάποτε άλλοτε, όπως και ότι οι απόκοσμοι, ηρωικοί και πένθιμοι εξεγερμένοι των βιβλίων, στην πραγματικότητα δεν έχουν τίποτα που να μην είναι του κόσμου τούτου. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξέραμε πώς και πότε -κυρίως δε, ποιοι και ποιες- “θα έπαιρναν (επιτέλους) το λόγο”. Το υπαινίχθηκε ο ίδιος ο Αλέκος Αλαβάνος -“νομίζετε ότι μας ακούνε;”, είπε: η έκταση, ο δυναμισμός και η κοινωνική σύνθεση του υποκειμένου της εξέγερσης αιφνιδίασαν προσδοκίες και ιδεολογικά σχήματα και αναμετρήθηκαν με τις “πολιτικές μας παραδόσεις” και τις οργανωτικές μας συνήθειες. Οι εξεγέρσεις, μ’ αυτή την έννοια, είναι “εκείνο” που συμβαίνει -και συνέβη- όταν τα πολιτικά σχέδια αποτυγχάνουν να προβλέψουν (και να καθοδηγήσουν) την ανοχή μιας κοινωνίας στις σφαίρες, τη διαφθορά, την επιχορηγούμενη τραπεζική τοκογλυφία και την ασφυκτική μείωση των νεανικών προσδοκιών. Εκεί που τελειώνει η ανοχή, αρχίζει -και άρχισε- η εξέγερση.

Αν ήμασταν άλλοι, θα έπρεπε να καταγγείλουμε αυτή την εξέγερση: που δεν ήρθε όταν και όπως την περιμέναμε, που δεν είχε επαρκές σχέδιο για την ανατροπή του καπιταλισμού, που δεν ήταν αγώνας τάξης εναντίον τάξης για να την πούμε αβασάνιστα ταξική και να μας δικαιώσει, που εξόργισε τους εκσυγχρονιστές διανοουμένους μας ξεδιπλώνοντας ένα ρεπερτόριο σύγκρουσης και επικοινωνίας ανοίκειο στην παραδοσιακή εργατική τάξη και τον μεσαίο χώρο, με λογικό επακόλουθο το μένος της διακαναλικής γκρούπας opinion leaders -αυτής που βρίσκουμε πάντα απέναντι, όποτε σκεφτούμε να βγούμε στον δρόμο. (Σημειωτέον ότι πρόκειται για δυσανεξία παροιμιωδώς αδιαφοροποίητη, είτε πρόκειται για μαθητικές καταλήψεις, τη “βεβήλωση” της Ακρόπολης με πανό και την “εισβολή” φοιτητών στη ΝΕΤ, είτε για εμπρησμούς πολυκαταστημάτων, οδομαχίες και ρίψεις μολότοφ). Αν ήμασταν άλλοι, θα έπρεπε να μην κατέβουμε στις 6 Δεκέμβρη στα Εξάρχεια, ή έστω να ρωτήσουμε την MRB τι θα πάθουν τα ποσοστά μας αν το κάνουμε. Ευτυχώς, δεν είμαστε άλλοι.

Όλη η Ελλάδα, έτσι, κατάλαβε ότι όχι, εμείς και “οι άλλοι” δεν είμαστε “όλοι ίδιοι”. Οι “άλλοι” έκαναν το λάθος να μιλούν για κρίση, χωρίς να την αντιστοιχήσουν με τις κοινωνικές διεργασίες που θα μπορούσε αυτή να πυροδοτήσει. Εθίστηκαν να μιλούν στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας (catch-all), την ίδια στιγμή που οι λεκτικοί διαξιφισμοί τους άφηναν απ’ έξω -όπως και οι πολιτικές τους- ευρύτατα τμήματα της κοινωνίας, και που οι ίδιοι μεροληπτούσαν υπέρ των δυναμικών κοινωνικών μειοψηφιών που καθοδηγούν την “ανάπτυξη”. Ότι αδιαφόρησαν για τα απαιτούμενα θεωρητικά εργαλεία (τι να κάνουμε, δεν τα λύνουν όλα οι δημοσκοπήσεις…), προδιέγραψαν τα όρια των αγώνων πριν οι ίδιοι οι αγώνες εκδηλωθούν, υπερεκτίμησαν τις δυνατότητες των στρατευμένων στο κράτος ιδεολογικών μηχανισμών και ήταν ήδη αρκετά κυνικοί για να ψυχαγωγούνται με μπάλα και μπουζούκια, λίγες ώρες μετά τον θάνατο ενός παιδιού από κρατική σφαίρα. Εκεί που ξεχειλίζει ο κυνισμός, αρχίζει -και άρχισε- η εξέγερση.

Πόσο γρήγορα, σε τι έκταση και ποιο βάθος θα αλλάξει τα πράγματα αυτή η εξέγερση, κανείς δεν μπορεί να το πει. Μπορούμε, όμως, να πούμε ότι αυτή είναι η μόνη ορατή δύναμη αλλαγής σε μια κατάσταση που πρέπει επειγόντως να αλλάξει. Και μας ενθουσιάζει, τόσο γι’ αυτό, όσο και γιατί όλο και περισσότεροι πια έχουν το αναγκαίο υλικό και δεν μπορούν παρά να πάρουν θέση, όπως συνήθως συμβαίνει στις κρίσεις. Να διαλέξουν. Όχι τι κόμμα είναι, αλλά με ποιους και με τι είναι μέσα στην κοινωνία. Κι έχει σημασία αυτό, ιδίως όταν αυτοί με τους οποίους είναι (είμαστε) δεν επιλέγουν τα πανό, τη γλώσσα και τις πρακτικές μας για να πουν “μην κάνετε πια ότι δεν μας βλέπετε”.

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών