Τρια Χρωματα: Μωβ. Για τη Συμβολη του Φεμινισμου στο Προγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 25.1.2009)
25/01/2009, 10:18 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Στη πρόσφατη συνάντηση των γυναικών του ΣΥΡΙΖΑ έγιναν πολλές, και καλές, παρεμβάσεις για μια μεγάλη γκάμα ζητημάτων, από τη σεξουαλική παρενόχληση μέχρι τις εργασιακές σχέσεις, από την ανεργία μέχρι το ρόλο των ΜΜΕ στην αναπαραγωγή του σεξισμού, και από την απαξίωση των γυναικών στα συλλογικά υποκείμενα της αριστεράς μέχρι τα ειδικά προβλήματα των μεταναστριών. Αλλά έλλειπαν σε κάποιο βαθμό, ή έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον, οι συνδετικοί κρίκοι, στο επίπεδο ιδεολογίας και προτάσεων, που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν τη συνολική φεμινιστική οπτική στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, επιτρέποντας έτσι το μοβ να σταθεί ισότιμα με την κόκκινη και την πράσινη συμβολή.

Ανησυχώ, γιατί μου φαίνεται ότι η φεμινιστική συμβολή αντιμετωπίζει μια σχετική οπισθοχώρηση την τελευταία περίοδο. Κάτι που δεν συμβαίνει με την οικολογική συμβολή. Αποτελεί κοινός τόπος στην αριστερά ότι η κρίση που έχει ξεσπάσει στο καπιταλιστικό σύστημα είναι συγχρόνως οικονομική και οικολογική. Οι οικολογικές αναλύσεις, ιδιαίτερα αυτές που ονομάζονται οικο-σοσιαλιστικές,  ήταν έτοιμες από καιρό για την ερμηνεία της κρίσης και για την παραγωγή προτάσεων. Η κυριαρχία της ποσοτικοποίησης, η παραγωγή ως αυτοσκοπός, ο ρόλος του κέρδους στην περιθωριοποίηση κοινωνικών αναγκών, και πολλά άλλα, έχουν μπει στο στόχαστρο των οικολόγων αναλυτών και ακτιβιστών. Όπως γράφει ο Μισέλ Λεβί «τόσο ο σοσιαλισμός όσο και η οικολογία επικαλούνται ποιοτικές αξίες – για τους σοσιαλιστές, η αξία χρήσης, η ικανοποίηση των αναγκών, η κοινωνική ισότητα˙για τους οικολόγους, η προστασία της φύσης και η οικολογική ισορροπία. Και οι δύο αντιλαμβάνονται την οικονομία ως κάτι ενσωματωμένο στο – κοινωνικό ή φυσικό – περιβάλλον».

Και υπάρχει και συμπόρευση στο επίπεδο στόχων και μέσων πολιτικής για τη σημερινή συγκυρία. Προτάσεις για πράσινες επενδύσεις και πράσινους προϋπολογισμούς, και την ίδια στιγμή μια αναγνώριση ότι πρέπει να  προωθήσουμε θεσμούς και πρακτικές συμμετοχής και δημοκρατικής παρέμβασης. Δηλαδή βλέπουμε μια κοινή κριτική των τεχνοκρατικών λύσεων. Για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές ανάγκες, και να εδραιωθεί μια άλλη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, χρειάζεται, πέρα από των κηρυγμάτων και τεχνοκρατικών λύσεων, πρακτικές μέσα από τις οποίες τα άτομα θα μπορέσουν να επιβάλουν λύσεις και να εξασφαλίσουν ότι αυτές οι λύσεις θα εφαρμοστούν. Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε κοντά σε ένα πρόγραμμα όπου η πράσινη και η κόκκινη συμβολή θα συνυπάρχουν με τέλεια αρμονία. Υπάρχουν πολλές αντιφάσεις και εντάσεις. Για παράδειγμα αρκετοί και αρκετές στην αριστερά ακόμα βλέπουν το σοσιαλισμό σαν το όχημα αυτό που θα μπορέσει να εξασφαλίσει την όλο και μεγαλύτερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Από την άλλη μεριά πολλές αναλύσεις από την μεριά των οικολόγων υποτιμούν την ισχύ των καπιταλιστικών δομών˙ δομές που χρειάζεται να ξεπεραστούν αν είναι να εφαρμοστούν τα οράματά της οικολογίας. Αλλά νομίζω ότι είμαστε πιο κοντά από ποτέ στις αναγκαίες συνθέσεις που επιβάλλουν οι καιροί.

Μπορούμε να πούμε το ίδιο για τη μοβ συμβολή; Νομίζω όχι. Και προφανώς οι λόγοι θα είναι πολλοί. Δεν θα τους εξετάσω εδώ˙ θα υπάρχουν άλλοι και άλλες πιο αρμόδιες για αυτή τη δουλειά. Ο λόγος όμως που παρεμβαίνω στη συζήτηση είναι ότι μου φαίνεται ότι η πρώτη ύλη, τουλάχιστον στο επίπεδο της ιδεολογίας και σε αυτό των προτάσεων, υπάρχει για την ισότιμη συμβολή του μοβ. Μου φαίνεται, δηλαδή, ότι η φεμινιστική κριτική, που ήδη υπάρχει, είναι εξίσου σχετική στη συγκυρία αλλά δεν έχει αξιοποιηθεί στο ίδιο βαθμό με αυτή της οικολογίας.

Για παράδειγμα, η φεμινιστική κριτική, ανεξάρτητα από τις βαθύτερες αιτίες των φαινομένων που εξετάζει, παρέχει μια παρόμοια κριτική για τις αξίες της αγοράς και του κέρδους. Η κυρίαρχη ιδεολογία και οι κυρίαρχες δομές των κοινωνιών μας δεν είναι μόνο καταστροφικές για τη σχέση μεταξύ ανθρώπων και φύσης, αλλά για τη σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών. Παρομοίως το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης στρέφεται στην ποσοτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε βάρος των κοινωνικών σχέσεων. Δηλαδή η κριτική του φεμινισμού μπορεί να αρχίζει από τη σχέση ανδρών και γυναικών, αλλά γρήγορα επεκτείνεται στις κοινωνικές σχέσεις γενικότερα. Ακριβώς επειδή οι γυναίκες – στο σπίτι, στην κοινότητα, στην αγορά εργασίας – αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη καταπίεση, είναι σε θέση να γενικεύσουν την εμπειρία τους και να οραματιστούν μια κοινωνία με καλύτερες σχέσεις σε όλα τα επίπεδα.

Ο συνδετικός κρίκος των σχέσεων είναι πολύ ευέλικτος και έτσι έχει τη δυνατότητα να γενικεύσει την κριτική των φεμινιστριών και άρα να αναδείξει τη γενικότερη σημασία των προτάσεων τους. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τις προτάσεις που θέλουν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για να μη χαρακτηρίζονται οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών από τη βία, την επιβολή και από άλλους πιο αόρατους μηχανισμούς. Η λογική επέκταση είναι ότι ισότιμες σχέσεις δεν μπορούν να θεμελιωθούν σε μια αγορά εργασίας που συστηματικά διακρίνει κατά των γυναικών. Ή σκεφτείτε τις προτάσεις στο επίπεδο της κοινότητας, που υπάρχουν, για θεσμούς που θα επέτρεπαν το βάρος της φροντίδας – των παιδιών, των ηλικιωμένων, των αρρώστων αλλά και των άλλων ομάδων που έχουν προσωρινές ή μόνιμες ανάγκες – να μοιραστεί με πιο δίκαιο τρόπο μεταξύ ανδρών και γυναικών. Από μια τέτοια αφετηρία, μπορούμε να γενικέψουμε. Χρειαζόμαστε στη σημερινή συγκυρία όχι μόνο μια τεράστια αύξηση των πράσινων επενδύσεων, αλλά μια παρόμοια επένδυση στο κοινωνικό κράτος που θα είχε σαν στόχο τις κοινότητες μας και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων μέσα σε αυτές, που τόσο έχουν διαλυθεί την εποχή του νεοφιλελευθερισμού.

Συγχρόνως η φεμινιστική κριτική συμμερίζεται, και με το παραπάνω, ότι η εναλλακτική πρόταση πρέπει να αμφισβητεί όχι μόνο τους στόχους αλλά και τα μέσα της πολιτικής. Για να δώσω μόνο ένα παράδειγμα, οι φεμινίστριες που έχουν ασχοληθεί με την κοινωνική πολιτική έχουν δώσει μεγάλη έμφαση στο να ακουστούν οι συλλογικότητες που χρειάζονται ενίσχυση – δεν μπορείς να επενδύεις σε σχέσεις χωρίς όλα τα μέλη των νέων σχέσεων που θα εδραιωθούν να έχουν λόγο. Με λίγα λόγια οι φεμινίστριες δεν επιθυμούν την επιστροφή στο παλιό ιεραρχικό κοινωνικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας.

Δεν ξέρω βέβαια αν η έννοια των σχέσεων είναι επαρκής για τη δουλειά του συνδετικού κρίκου. Απλώς ισχυρίζομαι ότι χρειάζονται κάποιοι κρίκοι για να δει ο κόσμος της αριστεράς ότι η φεμινιστική σκοπιά δεν είναι μερική, ότι όπως και η οικολογική, αφορά σχεδόν το σύνολο του προβληματισμού μας ως αριστερά. Βεβαίως και εδώ θα υπάρχουν αντιφάσεις και εντάσεις στη σύνθεση – πως θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα αλλιώς; Τελειώνω με δύο λόγους που ίσως εμποδίζει τη μοβ συνιστώσα από το να προχωρήσει σε κάποιες γενικεύσεις για να επηρεαστεί το σύνολο του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Και οι δύο έρχονται από ευγενή κίνητρα, αλλά νομίζω ότι πρέπει να ξεπεραστούν.

Ο πρώτος έχει να κάνει με τη μερικότητα ως πολιτική στάση. Όπως και πολλά άλλα κινήματα, ιδιαίτερα αυτά που έχουν παίξει ρόλο στο παγκόσμιο κοινωνικό φόρουμ, υπάρχει μια εμμονή στο μερικό και μια δυσπιστία στην πολιτική των κομμάτων, και γενικότερα, στην κεντρική πολιτική σκηνή. Βέβαια αυτή η στάση δεν είναι άσχετη με το πώς οι άντρες, που κυριαρχούν στα κόμματα και στην κεντρική πολιτική σκηνή, κατανοούν την άσκηση πολιτικής. Κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά χρειάζεται η φεμινιστική συνιστώσα, να συνδυάσει τα καλά της μερικότητας, με την ανάγκη να κάνει τις γενικεύσεις αυτές που μπορούν να αλλάξουν όχι μόνο τα προγράμματα της αριστεράς αλλά και την πρακτικής της.

Ο δεύτερος λόγος, παραδόξως, έρχεται από διαφορετική κατεύθυνση. Πολλές γυναίκες, και αρκετές φεμινίστριες, δε θα συμμεριζόταν την ιδέα που υποστήριξα παραπάνω˙ δηλαδή ότι οι γυναίκες έχουν μια συγκεκριμένη οπτική γωνιά λόγου της θέσης τους στην οικογένεια, στην αγορά εργασίας και στην κοινότητα. Θα ισχυριζόταν ότι όλοι και όλες έχουμε την πρόσβαση στα ίδια εμπειρικά στοιχεία και στην ίδια αλήθεια. Δεν είναι θέμα γυναικών και αντρών, αλλά θέμα αντικειμενικότητας. Το θέμα της αντικειμενικότητας είναι δύσκολο. Αλλά νομίζω ότι στο σημείο που μπορούμε να υποστηρίξουμε την ύπαρξη της, τότε η όποια αντικειμενικότητα θα πρέπει να θεμελιωθεί μόνο όταν πάρουμε υπόψη όλες τις οπτικές σκοπιές που υπάρχουν. Το πρόβλημα είναι ότι στη δική μας αριστερά η αντικειμενικότητα πολύ συχνά θεμελιώνεται πάνω στη βάση της περιθωριοποίησης της φεμινιστικής οπτικής. Για να αντιστραφεί αυτή η πραγματικότητα επιχειρηματολόγησα ότι χρειάζονται να βρεθούν οι συνδετικοί κρίκοι που θα αναδείξουν την ευρύτερη σημασία της φεμινιστικής συμβολής. Δεν ισχυρίζομαι, βέβαια, ότι είναι το μόνο που χρειάζεται να γίνει για την τόση αναγκαία ισοτιμία του μοβ.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Advertisements





Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.



Αρέσει σε %d bloggers: