Οι κοινωνικοι αγωνες στην Ελλαδα και την Ευρωπη (Φορουμ Πρεβεζας, Φεβρουαριος 2009)
27/02/2009, 6:50 μμ
Filed under: Χριστοφορος Παπαδοπουλος

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στην χώρα μας λίγες βδομάδες μετά την νεανική εξέγερση του Δεκέμβρη τη σκυτάλη πήραν οι αγώνες των αγροτών στήνοντας μπλόκα σε όλη την ελληνική ενδοχώρα διεκδικώντας το αυτονόητο, την επιβίωση. Την ίδια στιγμή μερικότεροι αγώνες ξετυλίγονται παντού: για το σύστημα υγείας σε υποχρηματοδοτούμενα και διαλυμένα από τις περικοπές νοσοκομεία, στην επισφάλεια της εργασίας, με αφορμή τη δολοφονική επίθεση στη Βουλγάρα συνδικαλίστρια Κούνεβα, κινήσεις πολιτών παλεύουν για τους ελεύθερους χώρους, στο Βοτανικό και στην Κυψέλη απέναντι στη συμμαχία του πολιτικού συστήματος με τις κατασκευαστικές εταιρείες που θέλουν να οικοδομήσουν και την τελευταία σπιθαμή αδόμητης γης. Άλλοι, στην Κρήτη, την Καλαμάτα, το Βόλο, αγωνίζονται για να διαφυλάξουν τους ελεύθερους χώρους και το φυσικό περιβάλλον από τη σύμπραξη μεγάλων τουριστικών συμφερόντων με το κράτος και την εκκλησία που εκχωρούν τεράστιες δημόσιες εκτάσεις για γήπεδα γκολφ και φαραωνικές τουριστικές μονάδες.

Τα ΣΔΙΤ, η σύμπραξη δηλαδή του δημόσιου και  του ιδιωτικού, δεν πείθουν πλέον κανένα ότι είναι ένα εργαλείο ανάπτυξης, αντίθετα όλοι καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για ένα ακόμα μηχανισμό εκχώρησης των δημόσιων αγαθών στην κερδοφορία του κεφαλαίου και αυτό είναι επαρκής λόγος για να συσπειρώνει ανθρώπους, να δημιουργεί κοινωνικές αντιστάσεις και πρωτοβουλίες ανυπακοής είτε μιλάμε για το άλσος της Κυψέλης, τον αυτοκινητόδρομο της Πάτρας, τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία. παντού. Το κύμα ανόδου των κοινωνικών αγώνων στην Ελλάδα δεν αποτελεί την ευρωπαϊκή εξαίρεση, παρόλο που ο θερμός Δεκέμβρης αποτέλεσε το φωτεινό παράδειγμα για τα ευρωπαϊκά κινήματα και  την ίδια στιγμή τον φόβο της «μεταλαμπάδευσης» από τις νεοφιλελεύθερες ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αγώνες αναπτύσσονται από άκρου σε άκρου της γηραιάς Ηπείρου. Δεν απέχουμε πολλές βδομάδες από το εκπαιδευτικό κύμα στην Ιταλία που σάρωσε τις αντιεκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του Μπερλουσκόνι, ενώ στη Γαλλία 2.500.000 απεργοί διαδηλώνουν εναντίον της πολιτικής Σαρκοζί, διεκδικώντας μέτρα προστασίας του κόσμου της εργασίας από την οικονομική κρίση. Στην Ισλανδία ανατρέπεται η κυβέρνηση κάτω από το βάρος των κινητοποιήσεων, ενώ πρωτοφανείς συγκρούσεις δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών με την αστυνομία στη Λετονία και τη Λιθουανία υπογραμμίζουν την κοινωνική οργή που προκαλούν τα εξοντωτικά προγράμματα λιτότητας που επιβάλλει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το ίδιο και στη Βουλγαρία και την Ουγγαρία, ενώ η Ισπανία είναι το καζάνι που βράζει με την ανεργία να πλησιάζει το 16% του ενεργού πληθυσμού. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που μεταφέρεται από τις τράπεζες και τα τοξικά ομόλογα στην πραγματικά οικονομία, μεταφραζόμενη σε παραγωγική ύφεση, απολύσεις και ανεργία, δρομολογεί ταυτόχρονα την πολιτική αντιπαράθεση στα δομικά ζητήματα του κοινωνικοοικονομικού συστήματος με αίτημα την αντικατάσταση του. Μόνο που αυτή η αντιπαράθεση, η σύγκρουση δηλαδή με τον νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, δεν γίνεται σε συνθήκες κοινωνικής άπνοιας, όπως για παράδειγμα η χρηματιστηριακή κρίση των ΗΠΑ το 1987-9, η Ασιατική κρίση το 1997, η Ρώσικη το 1998 ή η κρίση της νέας οικονομίας το 2000. Αντίθετα εύκολα διαπιστώνουμε ότι στο πεδίο της Ευρώπης διαμορφώνεται ένα ρεύμα κοινωνικής διαμαρτυρίας και αντίστασης που το αποτελούν εργαζόμενοι στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, άνεργοι, μετανάστες και μετανάστριες, νέοι και νέες της επισφάλειας και της εργασιακής περιπλάνησης, ένα κοινωνικό ρεύμα που τροφοδοτεί αγώνες και αντιστάσεις σε πολλά και διαφορετικά μέτωπα του κοινωνικού ανταγωνισμού, ένα κοινωνικό ρεύμα που πλαισιώνει κινήματα  και αποτελεί εν δυνάμει την πολιτική βάση της Αριστεράς και ιδιαίτερα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Αυτή ακριβώς η κοινωνική δυναμική επιτρέπει στην Αριστερά και στο ΣΥΡΙΖΑ να προτείνει στο πολιτικό του πρόγραμμα μέτρα που ξεπερνούν τα μέτρα ανακούφισης των κοινωνικών στρωμάτων που θίγονται από την κρίση και από τα σχέδια διάσωσης του συστήματος (ενίσχυση των τραπεζών, πολεμικής βιομηχανίας, αυτοκινητοβιομηχανίας από τη μια-λιτότητα για τους μισθωτούς από την άλλη).

Ο προγραμματικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως κατατέθηκε στα 15 σημεία, οργανώνεται με τα δεδομένα της οικονομικής κρίσης, προτείνει και διεκδικεί ταυτόχρονα άμεσα μέτρα ενίσχυσης του εισοδήματος των οικονομικά ασθενέστερων (ενεργή ζήτηση με αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις), επενδύσεις στις κοινωνικές υποδομές (νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια)φορολόγηση του πλούτου, δραστική μείωση των εξοπλισμών, εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος  με δομές που να διασφαλίζουν τον κοινωνικό έλεγχο και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, επανα-οικειοποίηση στο δημόσιο έλεγχο της ενέργειας, των μεταφορών, των επικοινωνιών, των υδάτινων πόρων, ανάκτηση δημόσιων χώρων ώστε να αποκαθίσταται το περιβαλλοντικό ισοζύγιο, βιώσιμη ανάπτυξη με επενδύσεις στις ανανεωμένες πηγές ενέργειας. Μέτωπα πάλης και προγραμματικοί στόχοι δηλαδή που μετασχηματίζουν το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα και φέρνουν ποιο κοντά την υπόθεση του σοσιαλισμού.

O Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ και της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ



Περι σοσιαλισμου (Εντος Εποχης, 22.2.2009)
22/02/2009, 10:57 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι καπιταλισμός.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι το ακριβώς αντίθετο.

Ρωσικό ανέκδοτο

Όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει τις θέσεις του ΚΚΕ για τα όσα συνέβησαν στον πρώην «υπαρκτό», ακόμη κι αν πρόκειται για άνθρωπο ιδιαίτερα υποψιασμένο σχετικά με τις παροιμιώδεις ανεπάρκειες αυτού του πολιτικού φορέα, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί. Η «ανάλυση» δεκαετιών «οικοδόμησης» και «αποικοδόμησης» πραγματοποιείται χωρίς ούτε μία αναφορά σε τάξεις –ούτε μία!. Έστω, για ξεκάρφωμα. Είναι πάντα κάποιοι οπορτουνιστές –άτομα ή ομάδες ατόμων, χωρίς κανένα κοινωνικό προσδιορισμό, που προδίδουν την υπόθεση. Φανερά, για τους συντάκτες των θέσεων, ο μαρξισμός, με την επιμονή του στην ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, συνιστά το περισσότερο ακατάλληλο εργαλείο για την αποτίμηση του τι και πώς συνέβη. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο τύπος της «ανάλυσης» αποκαλύπτει πράγματα ενδιαφέροντα. Η ενασχόληση αποκλειστικά με πράξεις και παραλείψεις προσώπων, που επέδρασαν πράγματι στις εξελίξεις, προκύπτει εύλογα. Η εξουσιοφρένεια αυτής της πολιτικής παράταξης, η ανάγκη της να αποκρύψει το προφανές, πως, δηλαδή, στη «χώρα των σοβιέτ», σοβιέτ δεν υπήρχαν από δεκαετίες, πως η δημοκρατία, στις στοιχειώδεις εκδοχές της, ήταν πιο απούσα κι από τον Θεό ανάμεσά μας,  νομοτελειακά (sic!) την οδηγεί στη σταλινολατρεία ή στη γκορμπατσοφαπαίχθεια. Όταν οι μάζες είναι απλοί διεκπεραιωτές της ιστορίας, ποίμνια ή αναλώσιμα κατά περίπτωση, τα άτομα ως υπέρτατοι πατεράδες ή πληρωμένοι πράκτορες του ιμπεριαλισμού τα κάνουν όλα.

Δεν θα μείνω άλλο σ’ αυτό. Το να κάνεις επ’ αυτού κριτική στο ΚΚΕ είναι σα να κλέβεις εκκλησίες. Και θα πρέπει να αποφεύγουμε τα εύκολα. Γιατί έχουμε ως αριστεροί πραγματικά πολλά δύσκολα να αντιμετωπίσουμε. Όχι ως θεωρητικό αποκλειστικά έργο, αλλά πρωτίστως ως πολιτική υποχρέωση. Το ξεκαθάρισμα σχετικά με το τι συνέβη με το πρώτο σοσιαλιστικό πείραμα στην ιστορία είναι όρος για την πολιτική ανάταξη των αριστερών δυνάμεων.

* * *

Είναι γνωστό –και επισημάνθηκε εκ νέου με το πρώτο τμήμα του αφιερώματος του Εντός Εποχής- πως υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με την φύση των ανατολικών καθεστώτων. Σοσιαλιστικά, μεταβατικά μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, το ίδιο αλλά «εκφυλισμένα» εργατικά κράτη, γραφειοκρατικά-κολλεκτιβιστικά, κρατικοκαπιταλιστικά, ένα φάσμα απόψεων εξαιρετικά αποκλίνον εμφανίζεται.

Από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας, είναι δεδομένο πως το καθοριστικό κριτήριο για τον κοινωνικό χρακτηρισμό ενός σχηματισμού είναι οι σχέσεις παραγωγής, που αποτελούν το βασικό στοιχείο της υποδομής του. Εδώ, με όλες τις αποκλίσεις, οι αριστεροί δεν μπορεί παρά να συμφωνούν κατ’ αρχήν. Βέβαια, το δυστυχές γεγονός πως το Κεφάλαιο σταματάει ακριβώς στο σημείο, όπου ο Μαρξ θα ξεκινούσε την συστηματική ανάπτυξη της θεωρίας του για τις κοινωνικές τάξεις αφαιρεί ένα εργαλείο που θα ήταν πολύ χρήσιμο για τη συζήτηση που κάνουμε. Ας βασιστούμε, λοιπόν, καταρχήν στις σχετικές διατυπώσεις του Νίκου Πουλαντζά, που μου φαίνονται συνεκτικές και πλήρεις.

Γράφει ο Πουλαντζάς: «Οι σχέσεις παραγωγής, σε μια ταξική κοινωνία, συγκροτούνται με μια διπλή σχέση, που περιλαμβάνει τις σχέσεις των ανθρώπων με την φύση κατά την υλική παραγωγή. Οι δύο σχέσεις είναι σχέσεις των φορέων της παραγωγής με το αντικείμενο και με τα μέσα της εργασίας και, συνακόλουθα, σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, σχέσεις ταξικές. Οι δύο αυτές σχέσεις αφορούν έτσι: α) τη σχέση που έχει ο μη εργαζόμενος (ο ιδιοκτήτης) με το αντικείμενο και με τα μέσα της εργασίας και β) τη σχέση του άμεσου παραγωγού (ή του άμεσου εργαζόμενου) με το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας. Έχουν δε δύο πλευρές:

Α. την οικονομική κυριότητα: με τον όρο αυτό εννοούμε τον πραγματικό οικονομικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, δηλαδή, τη δυνατότητα να προορίζεις τα μέσα παραγωγής σε ορισμένες χρήσεις και να διαθέτεις έτσι τα παραγόμενα προϊόντα.

Β. την κατοχή: εννοούμε εδώ την ικανότητα να βάζεις σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, δηλαδή να ελέγχεις την εργασιακή διαδικασία.

[…]

[Η] κυριότητα υποδηλώνει την πραγματική οικονομική κυριότητα, τον πραγματικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και διακρίνεται από τη νομική κυριότητα, όπως αυτή καθιερώνεται από το Δίκαιο… Το Δίκαιο βέβαια επικυρώνει γενικά την οικονομική κυριότητα: αλλά συμβαίνει οι μορφές νομικής κυριότητας να μην συμπίπτουν με την πραγματική οικονομική κυριότητα. Στην περίπτωση αυτή, η οικονομική κυριότητα παραμένει καθοριστική ως προς την οριοθέτηση των κοινωνικών τάξεων, δηλαδή ως προς τον προσδιορισμό της κυρίαρχης –εκμεταλλεύτριας τάξης.

[Η] δεύτερη σχέση, η σχέση μεταξύ των άμεσων παραγωγών –των εργαζομένων- και των μέσων και του αντικειμένου της παραγωγής, είναι εκείνη που προσδιορίζει, στο πλαίσιο των σχέσεων παραγωγής, την τάξη που υφίσταται την εκμετάλλευση.

[…]

Αντίθετα [από τους προκαπιταλιστικούς], στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι άμεσοι παραγωγοί –η εργατική τάξη- έχουν τελείως αποστερηθεί την κατοχή των μέσων τους εργασίας, που τα κατέχει ο κεφαλαιούχος. Πρόκειται, δηλαδή, για μιαν ολοκληρωμένη μορφή αποκοπής των εργαζομένων από τα μέσα τους παραγωγής, γεγονός που καθορίζει την εμφάνιση αυτού που ο Μαρξ ονομάζει «απογυμνωμένο εργάτη». Ο εργάτης δεν κατέχει παρά μόνο την εργατική του δύναμη, που την πουλάει. Αυτή η αποφασιστική, στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων, αλλαγή της θέσης των άμεσων παραγωγών μετατρέπει την ίδια την εργατική δύναμη σε εμπόρευμα και γενικεύει την εμπορευματική παραγωγή.

[…]

Από … τον κυρίαρχο ρόλο των σχέσεων παραγωγής πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις και τη διαδικασία της εργασίας απορρέει ο ουσιαστικός ρόλος των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στο δομικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων. Οι σχέσεις παραγωγής και οι σχέσεις που τις συνθέτουν (οικονομική κυριότητα/κατοχή) εκφράζονται με τη μορφή εξουσιών που απορρέουν απ’ αυτές, δηλαδή με ταξικές εξουσίες. Σαν τέτοιες, οι εξουσίες αυτές συνδέονται οργανικά με τις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που τις καθιερώνουν και τις νομιμοποιούν. Οι σχέσεις αυτές δεν επιπροσθέτονται απλώς στις προϋπάρχουσες σχέσεις παραγωγής, αλλά είναι και οι ίδιες παρούσες με ειδική για κάθε τρόπο παραγωγής μορφή, στη διαμόρφωση των σχέσεων παραγωγής. Η διαδικασία παραγωγής και εκμετάλλευσης είναι συγχρόνως διαδικασία αναπαραγωγής των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας/υποταγής…».

* * *

Αξιοποιώντας τις διατυπώσεις που προηγήθηκαν μπορούμε να φθάσουμε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα σε ό,τι αφορά την ταξική φύση των «υπαρκτών σοσιαλισμών».

Πρώτα απ’ όλα, είναι δεδομένο πως στους σχηματισμούς αυτούς είχαμε ένα διευρυμένο προλεταριάτο, που από την άποψη του ουσιώδους, δηλαδή της σχέσης του με το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας του δεν διέφερει σε τίποτε από το δυτικό του αντίστοιχο. Πράγματι, οι άμεσοι παραγωγοί –εργαζόμενοι στερούνταν τόσο την οικονομική κυριότητα, δηλαδή την πραγματική δυνατότητα να καθορίζουν την χρήση των μέσων παραγωγής και την διάθεση των παραγόμενων προϊόντων όσο και την κατοχή, δηλαδή τη δυνατότητα να βάζουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, να ελέγχουν, συνεπώς, την εργασιακή διαδικασία στην οποία συμμετείχαν. Η διατήρηση της μισθωτής σχέσης –καλύτερα, η τεράστια ανάπτυξή της- επί «υπαρκτού» είναι ισχυρός δείκτης του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του συστήματος. Ο «απογυμνωμένος εργάτης», που τόσο προσιδιάζει στον καπιταλισμό σύμφωνα με το Μαρξ, ήταν ο αποκλειστικός τύπος άμεσου παραγωγού και δεν είχε στην κατοχή του παρά μόνο την εργατική του δύναμη. Η πώλησή της ήταν αναγκαίος όρος για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του. Η εργατική δύναμη, συνεπώς, ήταν εμπόρευμα και κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί κάτι διαφορετικό: ο λαϊκισμός –εργατισμός του κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου φρόντιζε γι’ αυτό στιγματίζοντας όσους αμφισβητούσαν την κατάσταση ως αντικοινωνικά στοιχεία.

Επιπρόσθετα, η έλλειψη στοιχειωδών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων έκανε ώστε, στο πλαίσιο της επιχείρησης, το διευθυντικό δικαίωμα να παίρνει ακραίες διαστάσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σοβιετική εργατική τάξη, για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε μια από τις πιο καταπιεσμένες και εκμεταλλευόμενες κοινωνικές τάξεις στη νεότερη ιστορία. Κι αυτό ισχύει ακόμη κι αν δε βάλουμε στο λογαριασμό την ακραία καταδίωξη και ανελευθερία –τα στρατόπεδα εργασίας, τα γκουλάγκ, τις εκτελέσεις εκατομμυρίων ανθρώπων. Ισχύει ακόμη και αν δεν τονίσουμε το δεσποτισμό της μονοπρόσωπης διεύθυνσης, τα εσωτερικά διαβατήρια που μηδένιζαν τη δυνατότητα για «ελεύθερη» αναζήτηση εργασίας και τα βιβλιάρια εργασίας που έκαναν παράπτωμα με μεγάλες επιπτώσεις την απουσία από την εργασία ή την καθυστέρηση στη βάρδια.  Η έλλειψη της δημοκρατίας έφθανε γι’ αυτό.

Η διατύπωση του Πουλαντζά προηγουμένως για το ουσιαστικό ρόλο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στον ίδιο το δομικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων παίρνει έτσι το βάρος που της αντιστοιχεί και υποσημειώνει τον ειδικό τρόπο με τον οποίο αναπαράγονταν οι σχέσεις κυριαρχίας/υποταγής μέσω της διαδικασίας παραγωγής και εκμετάλλευσης. Δεδομένου πως η οικονομική κυριότητα, ο πραγματικός οικονομικός έλεγχος των μέσων παραγωγής, ανήκε με συλλογικό τρόπο στους «κατόχους» των διευθυντικών λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού και του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού η σχέση των βασικών «δρώντων» στο οικονομικό πεδίο αποκτούσε άμεσα πολιτικό χαρακτήρα κι έτσι έκανε πολύ δύσκολη την τήρηση και των στοιχειωδών τυπικών δημοκρατικών προϋποθέσεων, που ισχύουν ιστορικά στο δυτικό καπιταλισμό. Γι’ αυτό και πάντοτε οι προσπάθειες «φιλελευθεροποίησης» των καθεστώτων αυτών οδηγούσαν σε μη διαχειρίσιμες ανισορροπίες.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ζήτημα της μισθωτής εργασίας. Όπως ήδη σημειώθηκε ο σοβιετικός εργάτης δεν είχε στην κατοχή του τίποτε πέρα από την εργατική του δύναμη, εμφανιζόμενος ως τυπικό παράδειγμα άμεσου παραγωγού «φτιαγμένου για την καπιταλιστική εποχή», ολοκληρωτικά αποστερημένου από τα μέσα της εργασίας του. Όσοι ισχυρίζονται πως η εργατική του δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα στο μέτρο που δεν είχαμε, στις σοβιετικές συνθήκες, καπιταλιστικού τύπου αγορά εργασίας μπερδεύουν ασύγγνωστα από θεωρητική άποψη το εμπόρευμα με την «ελεύθερη» διάθεσή του από τον κάτοχο. Πράγματι, ο αναγκαστικός πολιτικός αυταρχισμός του συστήματος δεν επέτρεψε ποτέ μετά το 1928 συλλογική ή άλλη διαπραγμάτευση στο μέτρο που οι μισθοί καθορίζονταν από το κράτος και τους διευθυντές, αλλά το να χρησιμοποιείται αυτό το στοιχείο προκειμένου να υποστηριχθεί ο μη-εμπορευματικός χαρακτήρας της εργατικής δύναμης είναι στο όριο της ασυναρτησίας. Ο σοβιετικός εργάτης είχε, όπως και ο δυτικός, την ελευθερία που αντιστοιχούσε στην θέση του στις σχέσεις παραγωγής: «απελευθερωμένος» από τα μέσα παραγωγής, αλλά και τα μέσα της άμεσης εργασίας του, είχε απολύτως την ελευθερία να δουλέψει για τα αφεντικά του ή να πεθάνει από την πείνα.

Μπορούμε, όμως, να μιλάμε για αφεντικά; Έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε τα διευθυτικά και ανώτερα κρατικά-κομματικά στρώματα ως εκμεταλλευτικά; Ή είναι περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα η άποψη που, με όλες τις παραλλαγές της, τα θεωρεί ως παρασιτικά, η ύπαρξη και επικράτηση των οποίων οφείλετο στις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επανάσταση και σε όσα επακολούθησαν;

Νομίζω πως η τελευταία άποψη, παρ’ όλο που τόσο ο Τρότσκι όσο και ο Μαντέλ έχουν συνεισφέρει πάρα πολλά και πολύ σημαντικά στην συγκεκριμένη ανάλυση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αποδείχτηκε εσφαλμένη ακριβώς εκεί που θεωρούσε η ίδια πως είναι το δυνατό της σημείο. Πολύ συχνά οι υποστηρικτές της έδειχναν πως οι αντίπαλοί τους από θεωρητική άποψη οπαδοί της θεωρίας του κρατικού καπιταλισμού , από τον Κλιφ ως τον Μπετελέμ,  ή της «διευθυντικής επανάστασης», από το Ρίτσι ως τον Μπάρναμ, αδυνατούσαν να αντιληφθούν πόσο ήταν ανέφικτο να παλινορθωθεί ο «τυπικός καπιταλισμός» στις χώρες αυτές χωρίς κοινωνική αντεπανάσταση, που θα συναντούσε καθολική αντίσταση από μέρους της εργατικής τάξης, η οποία,  παρ’ όλο τον εκφυλισμό του, αντιμετώπιζε το κράτος ως εργατικό, ως «δικό της» κατά μια ισχυρή έννοια. Η ιστορία μίλησε επ’ αυτού. Ο «τυπικός καπιταλισμός» αποκαταστάθηκε ευκολότατα με πέρασμα της κρατικής ιδιοκτησίας στα χέρια των ατομικών καπιταλιστών, που δεν ήταν προφανώς άλλοι από τους, προηγούμενα, «παρασιτούντες γραφειοκράτες»[1] και χωρίς ούτε πέντε εργάτες να αντισταθούν σε αυτό.

Η ιστορική αυτή ετυμηγορία δεν λύνει, βέβαια, το θεωρητικό πρόβλημα σχετικά με την κοινωνική φύση των «υπαρκτοσοσιαλιστικών» καθεστώτων, κλίνει, ωστόσο, την πλάστιγγα προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη των ερμηνειών περί εργατικού κράτους, εκφυλισμένου ή όχι. Δίνει το βάρος που αντιστοιχεί στη διαπίστωση του Λένιν –στον ορισμό του για τις κοινωνικές τάξεις- πως η νομική καθιέρωση των σχέσεων παραγωγής δεν είναι καθοριστική για το περιεχόμενο των τελευταίων: άλλο καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κι άλλο ατομική ιδιοκτησία. Οι νομικές μορφές της ιδιοκτησίας δεν πρέπει να συγχέονται με τις πραγματικές ταξικές σχέσεις –οι πρώτες είναι απλώς ένα παράγωγο δεδομένο, που εκφράζει τις υποκείμενες σχέσεις παραγωγής. Όπως σημειώνει παραπάνω ο Πουλαντζάς, είμαστε, επί ποινή ολοκληρωτικής σύγχυσης, διακρίνουμε αυστηρά μεταξύ οικονομικής-πραγματικής κυριότητας των μέσων παραγωγής και της νομικής αντίστοιχης.

Και, επιπλέον, υποδεικνύει πως η σχεσιακή αντίληψη που υπόκειται στη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας οδηγεί βάσιμα στην ιδέα πως, όπου εμφανίζεται μισθωτή εργασία και το εμπόρευμα εργατική δύναμη είναι λογικό να αναμένεται και ο άλλος πόλος της σχέσης, το κεφάλαιο. Οι μέχρι σήμερα διατυπωμένες θεωρίες του κρατικού καπιταλισμού δεν είναι επαρκώς ικανοποιητικές, κατά τη γνώμη μου. Νομίζω, όμως, πως ακολουθώντας το δρόμο που αυτές ανοίγουν είναι πιθανότερο να βρούμε τη μαρξιστική θεωρητική απάντηση  στο καίριο -και από πολιτική άποψη- ερώτημα για την κοινωνική φύση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Αυτό που είναι απολύτως βέβαιο, ωστόσο, είναι πως όλα τούτα δεν είχαν καμιά σχέση με το σοσιαλισμό –κουτσό, λειψό ή στραβό. Το σοβιετικό κράτος ήταν, περισσότερο και από τα τυπικά καπιταλιστικά, αντίθετο του κράτους-κομμούνα των συμβουλίων, που υπήρξε ο στόχος της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Και ο σοσιαλισμός δεν είναι μορφή ιδιοκτησίας, αλλά η δημοκρατία άμεσα και παντού. Εργατικό κράτος χωρίς εργατική δημοκρατία είναι αδύνατο να υπάρξει –πόσο μάλλον για εξήντα χρόνια. Θα επανέλθω…


[1] Ένας έμμεσος δείκτης της ταξικής δομής μιας κοινωνίας είναι και η κοινωνική κινητικότητα. Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστικό πως, κατά τη δεκαετία του ’80, η πιθανότητα ένας εργάτης να γίνει διευθυντής ήταν 15 φορές μεγαλύτερη στη Γαλλία, 3 φορές στην Ιαπωνία και 5 φορές στις ΗΠΑ σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Σε ό,τι αφορά τη σχέση εισοδηματικών μεριδίων ανάμεσα στο ανώτερο και στο κατώτατο δέκατο του πληθυσμού ήταν το 1946 η χειρότερη στον αναπτυγμένο κόσμο, ενώ προς το τέλος ήταν ίδια με τις ΗΠΑ. Αυτοί οι έμμεσοι δείκτες είναι αρκετά χαρακτηριστικοί σε σχέση με το αν η περίφημη νομενκλατούρα μπορεί να χαρακτηριστεί τάξη ή όχι. Η σταθερότητα και η εισοδηματική της θέση, μεταξύ άλλων, οδηγεί προς το πρώτο.



ΚΚΕ και δημοκρατια (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης 22.2.2009)

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Η τριτοδιεθνιστική παράδοση του ΚΚΕ το έχει προικίσει με ορισμένα πολύ διακριτά χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η συνετή και πειθαρχημένη στάση του απέναντι στον «ταξικό εχθρό» και τους πολιτικούς του εκφραστές. Στάση που παίρνει πολύ συχνά την μορφή ανέξοδης διαμαρτυρίας ή ελεγχόμενης επαναστατικής γυμναστικής, προκειμένου να μην ξεφύγει από τον έλεγχο η «ταξική σύγκρουση», να μην εκτραπεί το οργανωμένο σχέδιο ανατροπής του καπιταλισμού, να μη δοθεί λαβή για χτυπήματα από τον αντίπαλο, να μην απομονωθεί το εργατικό κίνημα από τα –άκρως συντηρητικά– μεσαία στρώματα. Το δεύτερο είναι η απόλυτη ιδεολογική εχθρότητα απέναντι σε κάθε άλλη αριστερή δύναμη, οργανωμένη ή κινηματική. Όσο πιο κοντά στο ΚΚΕ βρίσκεται κάποιος τόσο πιο επικίνδυνος σοβαρός αντίπαλος θεωρείται. Τέλος, το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η απόλυτη προσήλωση στο καθοδηγητικό κέντρο, ακόμα και σήμερα, που το κέντρο αυτό δεν υφίσταται.

Η εξάρτηση από το ΚΚΣΕ

Η πρώτη και τελευταία σύγκρουση του ΚΚΕ με το διεθνές καθοδηγητικό κέντρο έγινε από τον Ζαχαριάδη και την πλειοψηφία της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης τις παραμονές του ιστορικού 20ού Συνεδρίου. Η εντυπωσιακή ανατροπή του Ζαχαριάδη από την ίδια του την Κεντρική Επιτροπή, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τον ακολουθούσε τυφλά σε κάθε εκτροπή, εδραίωσε μια ισχυρή εξάρτηση του ΚΚΕ από το ΚΚΣΕ, που δεν διαταράχτηκε ποτέ μέχρι τη διάλυση του τελευταίου. Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ διαλύθηκαν το 1958 οι παράνομες κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ (και μάλιστα, όπως υποστηρίζεται από στελέχη της εποχής, προκειμένου να διευκολυνθεί η εμπορική προσέγγιση της Σοβιετικής Ένωσης με την Ελλάδα). Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ εξορίστηκε και πέθανε στη Σιβηρία ο Ζαχαριάδης, χωρίς να έχει παραβεί κάποιον νόμο του σοβιετικού κράτους και χωρίς να είναι καν σοβιετικός πολίτης. Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο ο Κολιγιάννης –ο οποίος μάλιστα δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα, παρότι απέκτησε αυτό το δικαίωμα ως πολιτικός πρόσφυγας– και αντικαταστάθηκε αιφνιδιαστικά από τον Χαρίλαο Φλωράκη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ζήτημα της απόλυτης εξάρτησης από τους Σοβιετικούς δεν υπάρχει στην ατζέντα της βαθύτατης εσωκομματικής διαίρεσης, η οποία οδήγησε στη διάσπαση του 1968, παρά μόνο μεμονωμένα, δειλά και περιστασιακά. Για παράδειγμα, το ζήτημα των μαζικών συστηματικών διώξεων που υπέστησαν από το σοβιετικό καθεστώς οι αγωνιστές της Τασκένδης, ως πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία δεν απασχόλησε κανέναν απολύτως στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, εκτός ίσως από τον Μίκη Θεοδωράκη. Και η αμφισβήτηση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισε μόνο όταν η ομάδα των στελεχών που αποκλείστηκε από την 12η Ολομέλεια απέτυχε να αποσπάσει το χρίσμα των Σοβιετικών και κινήθηκε προς τους ευρωκομμουνιστές της Δυτικής Ευρώπης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Δ. Παρτσαλίδης υπήρξε το στέλεχος που είχε μακράν τις στενότερες σχέσεις με τους Σοβιετικούς στην ιστορία του ΚΚΕ, σχέσεις που παρέμειναν αδιατάρακτες καθ’ όλη τη διάρκεια της σταλινικής αλλά και της χρουτσοφικής περιόδου.

Η διάσπαση του ’68 και η συγκρότηση του ΚΚΕ εσωτερικού εντός του ευρωκομμουνιστικού ιδεολογικού ρεύματος εδραιώνει ακόμα περισσότερο την εξάρτηση του ΚΚΕ από τη Σοβιετική Ένωση. Η μακρά παραμονή της ηγεσίας στην προσφυγιά ίσως παίζει κάποιον ρόλο. Αυτό όμως είναι κάτι που ποτέ δεν ίσχυσε για την ανάλογη περίπτωση του ΚΚ Ισπανίας.

Ενάντια σε αριστεριστές και αναθεωρητές

Το 1974, η μεταπολίτευση και η κατάργηση του ν. 509 αφήνει στο ΚΚΕ ανοιχτό το πεδίο της νόμιμης δράσης, για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια. Η τελευταία απόπειρα του ΚΚΕ να συνδυάσει τον ταξικό αγώνα με μια ομαλή ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα –μια προσπάθεια που ο Ζαχαριάδης θα εισηγηθεί στο 7ο Συνέδριο του 1945, αρκετά χρόνια πριν το κάνει στην Ιταλία ο προσωπικός του φίλος Παλμίρο Τολιάτι– είχε πνιγεί μέσα στη σκληρή μεταβαρκιζιανή τρομοκρατία και στον τελικό προσανατολισμό προς την εμφύλια σύγκρουση. Τριάντα χρόνια μετά, η κατάσταση είναι διαφορετική. Και το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης έχει δύο σοβαρά πολιτικά θέματα να αντιμετωπίσει.

Το ένα είναι η πλήρης κατοχύρωση της νομιμότητας, σε συνθήκες που ο εμφύλιος είναι ακόμα εν πολλοίς ζωντανός, τόσο στον κρατικό μηχανισμό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Η προσπάθεια για εδραίωση στη νόμιμη πολιτική δράση θα οδηγήσει το κόμμα σε αποστάσεις από τους αυθόρμητους αγώνες που ξεσπάνε με τη μεταπολίτευση σε χώρους παραγωγής και, λίγο αργότερα, στα πανεπιστήμια. Η άμεση ανάγκη να ελεγχθεί αυτό το ξέσπασμα και να τεθεί κάθε είδους κινητοποίηση υπό τη στενή κηδεμονία των οργανωμένων δυνάμεων του ΚΚ το οδηγεί σε ένα οξύτατο μέτωπο απέναντι σε κάθε είδους αριστεριστές, οργανωμένους ή μεμονωμένους, οι οποίοι ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια μέσα στους κοινωνικούς χώρους. Αποκορύφωμα της τακτικής αυτής είναι η στρατιωτική επίθεση με καδρόνια στην κατάληψη του Χημείου, το 1979. Μια ενέργεια που, όπως και πολλές άλλες ανάλογου ύφους, δεν στρέφεται προφανώς εναντίον των κυβερνήσεων και του συστήματος, αλλά κάθε αριστερού αυτόνομου πόλου μέσα στα κινήματα. Κάτι ανάλογο θα γίνει και στον εργατικό χώρο, όπου με τη μέθοδο των κλαδικών σωματείων ελέγχονται οι απείθαρχοι και οι απείθαρχες στα εργοστάσια. Στην πορεία αυτή, τα πιο δυναμικά και ριζοσπαστικά στοιχεία, στα πανεπιστήμια και την παραγωγή, απομακρύνονται από το κόμμα, είτε διά της εθελουσίας εξόδου είτε με διαδοχικά κύματα μαζικών διαγραφών.

Για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού

Το δεύτερο ζήτημα είναι η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Η μεγάλη σοσιαλιστική πατρίδα έχει να βγάλει πέρα την παγκόσμια διπολική σύγκρουση απέναντι στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπερασπιστεί το εσωτερικό της καθεστώς και τη σφαίρα κυριαρχίας της, αλλά και να διευρύνει την επιρροή της σε κομμάτια του Τρίτου Κόσμου, που απελευθερώνονται μετά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας. Μια πρόσθετη σκοτούρα είναι τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα που συγκροτούν το ρεύμα του ευρωκομουνισμού. Τα κόμματα αυτά δείχνουν να συμβιβάζονται με την υπαγωγή των χωρών τους στην δυτική σφαίρα επιρροής και ειδικά στο ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα προωθούν δραστικά την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που η σοβιετική πλευρά δεν αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη θέρμη. Κυρίως όμως, και ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, υψώνουν τους τόνους της κριτικής απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς και ανοίγουν τα ζητήματα δημοκρατικών ελευθεριών στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι κάτι που την Σοβιετική Ένωση την ενοχλεί ιδιαίτερα, καθώς ο αντίκτυπος της ευρωκομμουνιστικής κριτικής είναι απολύτως ενθαρρυντικός για τα ρεύματα της εσωτερικής αντιπολίτευσης τα οποία διαμορφώνονται στο ανατολικό μπλοκ.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τα κεντρικά πολιτικά καθήκοντα της περιόδου για το ΚΚΕ: Τη συνεπέστατη πάλη για ανεξαρτησία από το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ και τα δυτικά πολυεθνικά κεφάλαια. Την, με κάθε κόστος, υπεράσπιση της σοβιετικής πραγματικότητας, τόσο στο εσωτερικό του ανατολικού μπλοκ όσο και σε επίπεδο διεθνών πρωτοβουλιών, ακόμα κι αν πρόκειται για εισβολές στο Αφγανιστάν, για τη στρατιωτική καταστολή των εργατικών αγώνων στην Πολωνία ή ακόμα και για την υποστήριξη της χούντας στην Αργεντινή. Και, τέλος, ένα πολύ σκληρό ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στον εγχώριο ευρωκομουνισμό / οπορτουνισμό / ρεφορμισμό / αναθεωρητισμό.

Έτσι, η σύγκρουση με τον αριστερισμό στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων και με τον ευρωκομουνισμό στο πεδίο της δημοκρατίας θα είναι τα μοναδικά στοιχεία της πολιτικής του ΚΚΕ που έχουν πραγματικά δυναμικά χαρακτηριστικά. Όπως το έθεσε και ένα στέλεχος που αποχώρησε το 1989 με το ΝΑΡ, «τόσα χρόνια εδώ μέσα κοιτάζουμε πώς θα τσακίσουμε τους αριστεριστές και πώς θα τσακίσουμε τους αναθεωρητές. Τον καπιταλισμό τον έχουμε μονίμως σε δεύτερο πλάνο».

Το πρόβλημα της δημοκρατίας και η νεκρανάσταση του Στάλιν

Η αδιάλλακτη υπεράσπιση του σοβιετικού καθεστώτος, η προσπάθεια επιβολής της κομματικής γραμμής στους μαζικούς χώρους και η ιδεολογική σύγκρουση με τον ευρωκομουνισμό απομάκρυναν το ΚΚΕ από κάθε ιδεολογική προσέγγιση της δημοκρατίας. Η γκορμπατσοφική παρένθεση (που οδήγησε στην συγκρότηση του Συνασπισμού, αλλά και στην απίθανη οπορτουνιστική ακροβασία της κυβέρνησης Τζαννετάκη) τελείωσε οριστικά με την κατάρρευση του «υπαρκτού» και τη διάσπαση του 1991, αποκρυσταλλώνοντας ακόμα περισσότερο την απόσταση του κόμματος από κάθε δημοκρατική αντίληψη. Και δεν εννοούμε τους δημοκρατικούς αγώνες στο κοινωνικό πεδίο, όπου το ΚΚΕ έχει παίξει σοβαρό ρόλο, παρότι ενδεχομένως δεν το συνειδητοποιεί καν. Εννοούμε τη δημοκρατία ως αντίληψη για την Αριστερά: τη συνύπαρξη, δηλαδή, τη ζύμωση, ακόμα και τον διάλογο με άλλες αριστερές αντιλήψεις, τη δημοκρατία μέσα στο κόμμα ή το συνδικάτο, και κυρίως τη δημοκρατία ως συστατικό στοιχείο του σοσιαλισμού. Τέτοια πράγματα αντιπροσωπεύουν για τον Περισσό κινδύνους ιδεολογικής και πολιτικής διάβρωσης και υποχωρητικότητα απέναντι στην αστική ιδεολογία. Ως αποτέλεσμα της μονολιθικότητας αυτής, το ΚΚΕ δεν κατάφερε ποτέ να ενσωματώσει καμία απολύτως θεωρητική επεξεργασία μεταγενέστερη του κλασικού τρικέφαλου των Μαρξ-Ένγκελς και Λένιν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναστήλωση του Στάλιν. Όχι επειδή ο Στάλιν κέρδισε τον πόλεμο ενάντια στον φασισμό, ούτε επειδή το πέτυχε δίνοντας μια ώθηση στην τεχνολογική και παραγωγική ανάπτυξη του σοβιετικού κράτους. Αλλά επειδή εξόντωσε τους διαφωνούντες. Επειδή σύμφωνα με τους ενθουσιώδεις κνίτες, «ζει και σπέρνει εφιάλτες σε ρεφορμιστές και αντεπαναστάτες». Και, υπό την έννοια αυτή, η αποκατάσταση του Στάλιν με 53 χρόνια καθυστέρηση είναι ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα που επιδιώκει να εγείρει την αίσθηση του «πολιορκημένου κάστρου», να ενισχύσει την αντίληψη ότι «όλοι έξω από εμάς είναι εχθροί και η στρατηγική τους στοχεύει εναντίον μας». Και το μήνυμα αυτό απευθύνεται κυρίως σε όσους οπαδούς και μέλη του ΚΚΕ βλέπουν, στις σημερινές συνθήκες, καθαρά την ανάγκη για ενότητα, κοινή δράση και συνεννόηση ανάμεσα σε ολόκληρη την Αριστερά.

Ο Άγγελος Τσέκερης είναι δημοσιογράφος, συνεργάτης της «Αυγής»



Γαλλία, 29 Ιανουαριου 2009: «ni pauvre ni soumis » (ούτε φτωχοι ούτε υποτελεις) (Κυριακατικη Αυγη, 15.2.2009)
15/02/2009, 11:33 μμ
Filed under: Γεωργια Πετρακη | Ετικέτες:

ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΕΤΡΑΚΗ

Η ροή της πορείας από τη Βαστίλη μέχρι την Πλατεία της Δημοκρατία, όπου περίμενα, μαζί με φίλη Γαλλίδα, τη διέλευση του διαμερίσματος της Εσσόν (Essone), διήρκεσε 8-9 ώρες. Ήταν μια πορεία συγκινητική και γιγάντια, νομίζω ότι δεν έχω δει μεγαλύτερη. Τα νούμερα που δόθηκαν είναι 300 χιλιάδες για το Παρίσι και 2,3 εκατομμύρια για όλη τη Γαλλία. Οι μεγάλες πορείες στο Παρίσι είναι πάντα εντυπωσιακές, γιατί οι συλλογικότητες που συμμετέχουν δημιουργούν διακριτά καλλιτεχνικά σύνολα που πορεύονται: σκίτσα, χορευτικά, πιρουέτες, μουσικές. Και σ ΄ αυτή τη γιγάντια πορεία συνάρπαζε η δημιουργικότητα, η πολιτική σάτιρα, η φαντασία. Τα συνθήματα αντλημένα από όλα τα πεδία που αποτελούν στόχο των πολιτικών εκσυγχρονισμού της «καθυστερημένης» Γαλλίας. Την υγεία, την παιδεία (Κάτω τα χέρια από το μπακαλορεά), την έρευνα, τα πανεπιστήμια, τη Δικαιοσύνη, τα ΜΜΕ, την απασχόληση, τη λαϊκή στέγη.

Μαθητής πορεύεται με τη πλάτη φορτωμένη «Nous sommes mecontents», (είμαστε δυσαρεστημένοι), πανώ «grrrrrrrr…..»,«tire toi petit-con» (τραβήξου παλιομαλάκα, λόγια του Σαρκοζύ προς κάποιον που τον πλησίασε εν μέσω πλήθους για να διαμαρτυρηθεί), «nous sommes tous de schizophrènes» (απάντηση στη μεταρρύθμιση των ψυχιατρικών υπηρεσιών που μεταφέρει μέρος των ψυχικά ασθενών στην αρμοδιότητα του σωφρονιστικού συστήματος), «les grèves personnes s’ en rend compte» (διατύπωση του Σαρκοζύ σύμφωνα με την οποία κανείς δεν παίρνει είδηση τις απεργίες), «ni dieu ni maitre»(ούτε θεός ούτε αφέντης), «ni pauvre ni soumis» (ούτε φτωχοί ούτε υποταγμένοι), «rêve générale» (γενικευμένο όνειρο) λογοπαίγνιο με το «grève générale» που πρωτοβγήκε από το κίνημα των νέων ενάντια στην Πρώτη Σύμβαση Εργασίας το 2005.

Μυρωδιά μπαρούτης στον αέρα, έγραφε αρθρογράφος του περιοδικού Μαριάννα στις 24 Ιανουαρίου αναφερόμενος στα μεγάλα κοινωνικά ηφαίστεια που βρυχώνται, ενώ ο Γκάρτιαν στις 31 Ιανουαρίου συνέχιζε: «Revolt in the air, Governments across Europe tremble as angry people take to the streets»(Εξέγερση στον αέρα, κυβερνήσεις ανά την Ευρώπη τρομάζουν από το θυμό των λαών που κατεβαίνουν στους δρόμους) και ενέτασσε τη γαλλική κινητοποίηση στην αλυσίδα των ευρωπαϊκών  εξεγέρσεων των τελευταίων μηνών (Ισλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Λετονία, Βουλγαρία, Λιθουανία).

Ξαναζώντας στο Παρίσι μετά από πολλά χρόνια νιώθεις τη διαφορά. Η γαλλική κοινωνία αλλάζει προς το χειρότερο Στο πλούσιο Παρίσι είναι ορατή πλέον η φτώχια και αυτό δεν αφορά μόνο τους πλέον φτωχούς. Η κοινωνική ανασφάλεια-που τη νιώθεις στις κουβέντες, δηλώνεται και από τους αριθμούς. Το 62% των Γάλλων αισθάνονται ότι η κοινωνική και οικονομική τους κατάσταση υποβαθμίζεται(Institut Viacom). Η ανάπτυξη σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπεται αρνητική για το 2009 (-1,8%) και η ανεργία 10,6% το 2010.

Δεν είναι τυχαία η προσωρινή απόσυρση της μεταρρύθμισης του λυκείου, η πρώτη απόσυρση νόμου, από την έναρξη της 5ετους προεδρίας. Η μεγάλη κινητοποίηση των μαθητών του λυκείου και η σύμπτωση των κινητοποιήσεων τους με την ελληνική εξέγερση των νέων δημιούργησαν φόβο για μια γενικευμένη εξέγερση των νέων μια κατηγορία πληθυσμού που δυσκολεύεται να ενταχθεί και κατ εξοχή υφίσταται την ανεργία. Οι ερευνητές καταγράφουν το γενικευμένο μπλοκάρισμα των προσλήψεων στους κάτω των 25 ετών. Μια ολόκληρη γενιά απειλείται να παραμείνει «εκτός» απασχόλησης. Επιπλέον, οι νέοι μεταξύ 18-25 ετών είναι τα πρώτα θύματα του πρεκαριάτου και οι λιγότερο προστατευμένοι από το σύστημα κοινωνικής προστασίας. Στη χαίνουσα πληγή των συνοικιών δεν φαίνεται να έχουν γίνει σπουδαία πράγματα, αφού ο ίδιος ο νεοδιορισθείς επίτροπος για την ισότητα ευκαιριών (Yazid Sabeg) κατήγγειλε το «κοινωνικό απαρτχάιντ».

Όμως και τα μεσαία  στρώματα λυγίζουν υπό τη πίεση των μεταρρυθμίσεων: Οι διευθύνοντες φοβούνται ένα νέο είδος σύγκρουσης που την ονομάζουν   «la greve d’ ingenieurs» (η απεργία του μηχανικού). Φαίνεται πώς οι παραδοσιακές φιλίες μεταξύ επιχειρηματιών και στελεχών έχουν ξεθωριάσει. Τα στελέχη υφίστανται επίσης τις συνέπειες των αναδιοργανώσεων ενώ ζουν υπό την πίεση αύξησης των κερδών των μετόχων. Παρόμοια δυσφορία παρατηρείται και στους υπαλλήλους των τραπεζών. Η κατηγορία αυτή που συνήθως δεν διαμαρτύρεται αισθάνεται απειλημένη: μείωση των θέσεων εργασίας, συνεχής αύξηση των στόχων για μπόνους και επί πλέον βρίσκεται στο στόχαστρο δυσαρεστημένων πελατών που ή ζητούν τα χαμένα λεφτά τους ή διεκδικούν ματαίως δάνειο. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια η απόσταση στους μισθούς μεταξύ εργατών και ενδιάμεσων κατηγοριών έχει μειωθεί κατά 35%.

Ο υπερπρόεδρος της Γαλλικής δημοκρατίας όπως τον αποκαλούν πολλοί σχολιαστές έχει δείξει πολλά σημάδια περιφρόνησης των δημόσιων θεσμών και έχει προκαλέσει το θυμό ακόμα των πλέον καλοπροαίρετων: Οι δικαστές υπογράφουν προκηρύξεις διαμαρτυρίας, οι αστυνομικοί ετοιμάζονται για δικές τους κινητοποιήσεις (τους εμειώθησαν οι αμειβόμενες διακοπές κατά μία εβδομάδα), οι διευθυντές και πρόεδροι των νοσοκομείων δεν βλέπουν με συμπάθεια τη σύμπτυξη των δημόσιων νοσοκομείων.

Το πλαίσιο της διαδήλωσης ήταν κοινό και για τις 8 συνδικαλιστικές ενώσεις της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένων και των συνδικάτων των στελεχών επιχειρήσεων (CGC) ενώ οι ευρύτατες κοινωνικές συμμαχίες ήταν ορατές στην πορεία: δημόσιο και ιδιωτικό, υπάλληλοι, εργάτες-με έντονη την παρουσία των εργατών αυτοκινητοβιομηχανίας, δάσκαλοι, καθηγητές, ακαδημαϊκό προσωπικό, ερευνητές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικού, γιατροί, παραϊατρικά, νοσοκομειακά επαγγέλματα κλπ. Ο τεράστιος γαλαξίας της μισθωτής εργασίας σ’ όλες της τις διαστρωματώσεις, βρέθηκε ενωμένος σ’ αυτή τη πορεία.  Όμως στο πολιτικό επίπεδο η υστέρηση είναι ορατή. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα στην πορεία μοίραζε προκηρύξεις για τις ευρωπαϊκές εκλογές και οι παρεμβάσεις του στο δημόσιο χώρο ασαφείς, το κομμουνιστικό κόμμα αναδιοργανώνει επί το κομματικότερο το 3% που του έμεινε ενώ το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (Μπεζανσενό) πορεύεται αυτάρεσκα και μοναχικά ελπίζοντας να αρδεύσει από τη κρίση της αριστερής πολιτικής εκπροσώπησης.

Από την άλλη στην γαλλική κοινωνία πολλές ιδέες του νεοφιλελευθερισμού είναι πλέον, μετά από τόσα χρόνια πλύσης εγκεφάλου περί ανταγωνιστικότητας, παρούσες στη κοινή λογική

Οι υπηρεσίες υγείας της Γαλλίας είναι πολύ ακριβές και σπάταλες, μου είπε φίλη, οικολόγος ακτιβίστρια. Δεν είναι δυνατό να έχουμε παντού υπερσοφιστικές ιατρικές εγκαταστάσεις». Ερευνητές του IRES (Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών) συζητούν την αξιολόγηση των καθηγητών-ερευνητών με βάση το νέο νόμο (τα περιοδικά του ΙRΕS δεν περιλαμβάνονται στις τοπ επιστημονικές εκδόσεις)  και εκτιμούν ότι ίσως έτσι, με το νέο νόμο, δεν θα περιθωριοποιηθούν στο διεθνές πεδίο. Η  ανάγκη «της Γαλλίας που νικάει» και η άποψη ότι η κρατικιστική Γαλλία οφείλει να εκσυγχρονιστεί, ίσως έχει περάσει στις σκέψεις πολλών ανθρώπων που αναφωνούν μαζί με την πρόεδρο του MEDEF (γαλλικό ΣΕΒ) Περιζό «πώς θα συνεχίσουμε να είμαστε μια πλούσια χώρα;». Όμως στη χώρα αυτή, στην οποία οι εργοδότες καταγράφονται ως οι πλέον απαισιόδοξοι του πλανήτη, το κράτος πρόνοιας ανθίσταται πολύ καλύτερα στην οικονομική κρίση και, σύμφωνα με την Le Monde, «η γαλλική καθυστέρηση» είναι παράγοντας εξισορρόπησης στη κρίση»(Le Monde, 31, Ιανουαρίου).

Η Γεωργία Πετράκη είναι καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο



Η Χιλη της Unidad Popular και η σοσιαλιστικη στρατηγικη (Αυγη, 15.2.2009)
15/02/2009, 11:06 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ


«Μια μέρα θα γραφτεί η αληθινή ιστορία αυτών των ημερών –μια μέρα θα γράψω γι’ αυτά τα ευτυχισμένα χρόνια της ανεπιφύλακτης στράτευσης και αφοσίωσης … Λίγο έλειψε να τα καταφέρουμε –όλα τα είχαμε εκτός από τα όπλα»

Λουίς Σεπούλβεδα

Η τρέλα του Πινοτσέτ

Το 1973 είναι χρονιά με πολύ μεγάλο βάρος στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος. Στις 11 Σεπτεμβρίου πνίγεται στο αίμα το χιλιανό σοσιαλιστικό πείραμα και, λίγες μέρες μετά, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ δημοσιεύει στη Rinascita τις «Σκέψεις για την Ιταλία μετά τα γεγονότα της Χιλής», που θα σημάνουν μια στροφή ιστορικής σημασίας για την πορεία της μεγάλης ιταλικής αριστεράς.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Είναι δεδομένο –και παράδοξο μαζί- πως η χιλιανή εμπειρία έχει συζητηθεί στο πλαίσιο της διεθνούς αριστεράς πολύ λίγο σε σχέση με την σημασία της. Στην πραγματικότητα, αυτό που έμεινε πάνω απ’ όλα είναι μια συναισθηματικού, κατά βάση, τύπου σχέση με τη σφαγή της 11ης Σεπτεμβρίου: όπως το έθεσε ένας ανδαλουσιάνος αναρχικός, με αφορμή μια άλλη σφαγή στις αρχές του αιώνα, «ο αέρας μύριζε μαραμένα τριαντάφυλλα, γιατί έτσι μυρίζει το αίμα». Η οσμή γέμισε τον κόσμο όλο και δεν άφησε χώρο για μια συζήτηση που πολλά θα πρόσφερε στη στρατηγική μας τοποθέτηση.

Γιατί η Χιλή της Unidad Popular και του Αλιέντε είναι μια πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη ιστορία. Ένας καλός τρόπος για να το αντιληφθούμε είναι να προστρέξουμε  στην άποψη, αλλά και τα αισθήματα των σφαγέων.  Όπως επισήμαινε ο Ρότζερ Μόρις, συνεργάτης του Κίσινγκερ στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, καιρό μετά τα γεγονότα: «Νομίζω πως κανείς στην κυβέρνηση δεν κατανοούσε πόσο ακραία ιδεολογική ήταν η στάση του Κίσινγκερ έναντι της Χιλής… Ο Χένρυ έβλεπε τον Αλιέντε ως πολύ μεγαλύτερη απειλή από τον Κάστρο. Αν η Λατινική Αμερική επρόκειτο ποτέ να γίνει σοσιαλιστική δεν θα συνέβαινε με έναν Κάστρο. Ο Αλιέντε ήταν το ζωντανό παράδειγμα της δημοκρατικής κοινωνικής μεταρρύθμισης στη Λατινική Αμερική. Όλα τα κατακλυσμιαία γεγονότα γύριζαν γύρω μας, αλλά αυτόν τον τρόμαζε η Χιλή… Η Χιλή τον τρόμαζε»[1]. Η Χιλή, λοιπόν, απασχολούσε τον Χένρυ πολύ περισσότερο από ό,τι η Κούβα. Και, προφανώς, τον απασχολούσε και τον τρόμαζε εξαιτίας, κυρίως, του γεγονότος πως εδώ δεν μπορούσαν να επικαλεστούν το κύριο –και πολύ δραστικό λόγω της πραγματικότητας του ανύπαρκτου- αντικομμουνιστικό τους επιχείρημα περί του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα των σοσιαλιστικών εγχειρημάτων. Ήταν σε όλους φανερό πως η δημοκρατική –όπως κι αν ορίσεις τη λέξη- εξέλιξη της Χιλής δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Έπρεπε, άρα, να κατασταλεί, όπως και έγινε.

Στη Χιλή, λοιπόν, έχουμε μια εκδοχή αυτού που έμελλε να μείνει στη στρατηγική ορολογία ως δημοκρατικός δρόμος για το σοσιαλισμό. Αυτό, ωστόσο, δεν υποσημειώνει κάποια αντίληψη σταδιακής και βαθμιαίας μετάβασης. Τουλάχιστον όχι αναγκαστικά. Πρώτα πρώτα, η εμπειρία της Χιλής είναι παράδειγμα εφαρμογής ενός πολύ ριζοσπαστικού προγράμματος με άμεσες επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων. Όπως σημειώνει ο Τζέιμς Πέτρας[2], «αν συγκρίνουμε τις μεταβολές πούγιναν στη Χιλή στη διάρκεια των πρώτων έξι μηνών με αυτές πούγιναν στην Κούβα και στην Κίνα, ο ρυθμός και ή έκτασή [τους] είναι πιθανώς της ίδιας σημασίας αν όχι μεγαλύτερος».

Ενδεικτικά στοιχεία της δραστικής τομής που αποτέλεσε η Unidad Popular είναι, μεταξύ άλλων, μια εισοδηματική πολιτική, η οποία αύξησε τα εργατικά μεροκάματα κατά 100% στον πρώτο ήδη χρόνο, και μια πολιτική εθνικοποιήσεων -που περιέλαβε στο δημόσιο τομέα το 60% του εθνικού προϊόντος –όχι μόνο «στρατηγικών μονοπωλίων», αλλά και κλάδων βασικών καταναλωτικών αγαθών, όπως τροφίμων και ρούχων . Οι τράπεζες δεν εθνικοποιήθηκαν άμεσα, απέκτησε όμως το κράτος την πλειοψηφία στη μετοχική σύνθεση όλων σχεδόν των πιστωτικών ιδρυμάτων. Την ίδια περίοδο εφαρμόστηκε μια αποφασιστική πολιτική διατίμησης με πολύ θετικά αποτελέσματα στα χαμηλά εισοδήματα[3].

Η ταξική μεροληψία της κυβέρνησης είχε εκδηλωθεί στην πράξη με απολύτως σαφή τρόπο, πράγμα που –στο μέσο μιας ευρύτατης κινητοποίησης στα εργοστάσια και στα χωράφια- αύξησε θεαματικά την υποστήριξη προς την κυβέρνηση Αλιέντε. Ειναι χαρακτηριστικό πώς, ενώ ο Αλιέντε εκλέχτηκε πρόεδρος το Σεπτέμβριο του ’70 με ποσοστό 36%, στις τοπικές εκλογές του Απριλίου του ’71, μόλις μισό χρόνο μετά, η Unidad Popular πήρε το 51% των ψήφων. Τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους και οι ρυθμοί διαμορφώνονταν, όπως σε όλες τις επαναστατικές καταστάσεις, ανεξάρτητα πολλές φορές από τις προθέσεις των πρωταγωνιστών. Η ιστορία άρχισε να κινείται ιλιγγιωδώς. Οι προοπτικές του χιλιανού πειράματος δεν φαίνονταν κακές –κάθε άλλο.

Τι έγινε, λοιπόν, και φθάσαμε στην τραγική 11η Σεπτεμβρίου; Τι έγινε και αυτό που τόσο είχε τρομάξει τον Κίσινγκερ κατέληξε, όπως κατέληξε; Προφανώς στο μικρό χώρο αυτού του κειμένου είναι αδύνατο να απαντηθεί αναλυτικά αυτό το ερώτημα. Τα κείμενα που παραθέτω στις σημειώσεις προσφέρουν καλό υλικό για μια τέτοια απάντηση. Εδώ θα κάνω μόνο μερικές νύξεις για όσα παρουσιάζουν ένα στρατηγικό ενδιαφέρον.

Εκκινώντας από το ζήτημα του, τόσο καθοριστικού στα εγχειρήματα κοινωνικού μετασχηματισμού, πολιτικού χρόνου, διαπιστώνουμε πως η χιλιανή αριστερά γρήγορα απώλεσε την πρωτοβουλία στο πεδίο αυτό. Από το καλοκαίρι του ’72 και μετά, μάλιστα, στην πραγματικότητα είχε μπει σε μια διαδικασία να απαντάει σε όσα σχεδίαζαν και υλοποιούσαν οι αντίπαλοί της. Η απώλεια αυτή της πρωτοβουλίας σήμανε και απώλεια αποφασιστικότητας στο μέτρο που η Unidad Popular βρισκόταν πλέον σε άμυνα. Καθοριστική, όπως καταγράφεται σε πολλές αποτιμήσεις, ήταν η καθυστέρηση. Κι έτσι, η fortuna, για να θυμηθούμε το Μακιαβέλι, άρχισε να στρέφεται εναντίον της.  Το ’71 θα μπορούσε, βάσει της θεαματικής υποστήριξης που απολάμβανε η πολιτική της, να περάσει σε θεσμικές ρήξεις –στο πλαίσιο ακόμη και του υπάρχοντος συντάγματος- που θα την ισχυροποιούσαν εξαιρετικά έναντι των αντιπάλων της.

Κι εδώ εμφανίζεται το δεύτερο ζήτημα. Η αριστερά είχε -και αργότερα- όλες τις ευκαιρίες να ενισχύσει τους εργατικούς και κοινωνικούς θεσμούς, που αυθόρμητα προέκυπταν μέσα από τους αγώνες των απλών ανθρώπων που τη στήριζαν. Τα Cordones –είδος εργατικού συμβουλίου που αναπτύχθηκε εν πρώτοις ως προσπάθεια να απαντηθούν τα άμεσα βιοτικά προβλήματα που δημιουργούσε η αντίδραση των αφεντικών- δεν ιδώθηκαν ως αυτό που αντικειμενικά ήταν: θεσμοί μιας αμεσοδημοκρατικής εξουσίας, σαν αυτούς που ο Πουλαντζάς μερικά χρόνια αργότερα θα θεωρούσε βασική προϋπόθεση σε οποιαδήποτε πορεία προς το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό καθόλου ασύμβατοι με αυτούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που η Unidad Popular δεν είχε –και ορθά- καμία πρόθεση να καταργήσει λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τα ιδιοφυή σχόλια της Λούξεμπουργκ σχετικά με τη Ρωσική Επανάσταση. Τα Cordones, όπως και τα Comandos Communales, είχαν αποδείξει πως μπορούσαν αποτελεσματικά να οργανώνουν τη ζωή, όποτε απαιτήθηκε κάτι τέτοιο –και ειδικά στη μεγάλη δοκιμασία του Οκτωβρίου του ’72 με το γενικό λοκάουτ, που ξεκίνησε από τους φορτηγατζήδες και επεκτάθηκε στο σύνολο της οικονομίας σε μια προσπάθεια της αστικής τάξης να κάνει τους «ξεβράκωτους» να πεινάσουν πραγματικά. Ο Αλιέντε άντεξε ακριβώς επειδή τα συμβούλια πήραν πάνω τους την υπόθεση τόσο της παραγωγής, όσο και της μεταφοράς και διανομής των βασικών αγαθών, αποδεικνύοντας εμπράκτως πως η κοινωνικοποίηση ήταν άμεσα εφικτή. Δεν τους έδωσε, όμως, το ρόλο που τους αντιστοιχούσε με τρόπο σταθερό. Ενδεικτική ήταν η πρόταση του ΚΚ να μπουν υπό την σκέπη των συνδικάτων! Σκεφτείτε το ενδεχόμενο το 1917 τα σοβιέτ να «οργανώνονταν» στα συνδικάτα –πολιτική ασυναρτησία πρώτου μεγέθους.

Τα προηγούμενα, επιπλέον, είναι στενά δεμένα με το τρίτο στρατηγικό ζήτημα, τη λυδία λίθο της αριστερής πολιτικής, την τοποθέτηση απέναντι στις τάξεις. Η Unidad Popular είναι δεδομένο πως πολιτεύτηκε θεωρώντας πως είναι δυνατή μια στρατηγική συμμαχία των εργατών, των φτωχών αγροτών και των αποκλεισμένων με τις «μεσαίες τάξεις» των ιδιοκτητών. Ακόμη κι όταν φάνηκε καθαρά πως οι τελευταίες, προσανατολισμένες ορθά από το ταξικό τους αισθητήριο, έρχονταν σε τροχιά σύγκρουσης με την αριστερά, η τελευταία επιχείρησε να τους «κατευνάσει». Πολλές από τις πολιτικές ενέργειές της είχαν αυτό το στόχο. Η παρατεταμένη προσπάθεια για συμφωνία με τη Χριστιανοδημοκρατία, ενώ η τελευταία συνεννοούνταν με τις ΗΠΑ για την ανατροπή του Αλιέντε, η ασυλία που προσφέρθηκε στον «ουδέτερο» στρατό είναι αποτελέσματα αυτής της επιδίωξης για την «ανέφικτη» συμμαχία. Όταν ξέσπασε το μεγάλο λοκάουτ, έλαβε μέρος σε αυτό ακόμα και ο μικρότερος μαγαζάτορας. Κανείς νοικοκύρης δεν έλειψε από το προσκλητήριο των ιδιοκτητριών τάξεων. Το ίδιο συνέβη όμως και με τα «νέα μεσαία στρώματα». Οι γιατροί και οι οδοντίατροι απεργούσαν με διαλείμματα σχεδόν ολόκληρο τον τελευταίο χρόνο της κυβέρνησης Αλιέντε, όπως και το σύνολο σχεδόν των αυτοαπασχολούμενων και των δημοσίων υπαλλήλων.Ο ιατρικός σύλλογος του Σαντιάγκο διέγραψε από τις τάξεις του τον Αλιέντε την ίδια στιγμή που στα νοσοκομεία των φτωχών οι θάλαμοι πρώτων βοηθειών έμεναν χωρίς προσωπικό: «αφήστε τους εργάτες να πάνε στους σοασιαλιστές υπουργούς τους για να γιατρευτούν». Και η στάση αυτή διαμορφώνονταν σε μια περίοδο, όπου οι συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού είχαν σαφώς ωφεληθεί εισοδηματικά. Ο φόβος και η απέχθεια του «αξιοπρεπούς κόσμου» για τους «κατώτερους», το βαθύ ταξικό του ένστικτο φάνηκαν ισχυρότερα από το όφελος που φρόντιζε να τους διασφαλίζει η κυβέρνηση.  Από την άποψη αυτή, η εμπειρία της Χιλής αποτελεί το πιο καθαρό επιχείρημα εναντίον οποιασδήποτε εκδοχής αντιμονοπωλιακών συμμαχιών και των αντίστοιχων στρατηγικών.

Είναι σημαντικό να ειπωθεί εδώ πως τα θέματα αυτά ήταν αντικείμενο αντιπαράθεσης σε όλη τη διάρκεια της τριετίας με κορύφωση τη διαμάχη, που σχηματοποιήθηκε στο δίλημμα «consolidar o avanzar?» (σταθεροποίηση ή προχώρημα;) και διαμόρφωσε οριστικά μια δεξιά πτέρυγα με άξονα το ΚΚ και μια αριστερή γύρω από την αριστερά του ΣΚ, το MAPU και το –εξωκυβερνητικό, αλλά υποστηρικτικό-  MIR. Όπως το έθετε ο Kyle Steenland σε μια από τις σημαντικότερες αποτιμήσεις των πραγμάτων που έγινε μέχρι σήμερα, «το ΚΚ πιστεύει πως ο σοσιαλισμός θα είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον μετά που οι αντιμονοπωλιακές και αντιιμπεριαλιστικές στοχεύσεις θα έχουν επιτευχθεί. Αυτή η θεωρία των σταδίων, με το τελευταίο και πιο σημαντικό στάδιο αφημένο για το αόριστο μέλλον ξεχνάει πως οι επαναστάσεις που δεν εξελίσσονται γρήγορα συντρίβονται… [βλ. Ρόζα Λούξεμπουργκ]. Η τοποθέτηση αυτή του ΚΚ κατέστησε ανάπηρη την U.P. Μετά από τις αρχικές προόδους και παρόλα τα μεγάλα οικονομικά οφέλη, η U.P. σήμερα υπαναχωρεί. Το άλλο μεγάλο κόμμα, το Σοσιαλιστικό, είναι πολύ ετερογενές και αποδιαρθρωμένο για να ισοσταθμίσει το ισχυρό και πειθαρχημένο ΚΚ: σε κάθε κρίσιμη συγκυρία η γραμμή του ΚΚ θριάμβευσε απέναντι στη περισσότερο ριζοσπαστική γραμμή του ΣΚ»[4]. Αυτό καθόρισε και την κατάληξη των πραγμάτων, δίνοντας απαντήσεις αντίθετες από τις απαιτούμενες σε όλα τα στρατηγικά ζητήματα που τέθηκαν: στη χρήση του πολιτικού χρόνου, στις θεσμικές ρήξεις και, κυρίως, στις ταξικές συμμαχίες και συγκρούσεις. Η αντιμονοπωλιακή -σταδιακή αντίληψη για την επανάσταση ακύρωσε όλες τις σοσιαλιστικές της προοπτικές και, στην πράξη, οδήγησε στην καταστροφή τη στιγμή που το «προχώρημα» ήταν η μόνη πιθανότητα για να επέλθει «σταθεροποίηση».

* * *

Και μετά απ’ όλα αυτά ο Μπερλινγκουέρ στη Ρινάσιτα να βγάζει το συμπέρασμα από αυτό το «γεγονός παγκόσμιας σημασίας». Και το συμπέρασμα να είναι το αίτημα του «ιστορικού συμβιβασμού», λόγω της ανάγκης ενός ιταλικού δρόμου «βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών», που «να μην πραγματοποιείται με τρόπο που να εξωθεί σε θέσεις εχθρότητας πλατιά στρώματα των ενδιάμεσων τάξεων…». Στην πραγματικότητα ο σοσιαλισμός είχε πάψει –οριστικά, όπως αποδείχτηκε τελικά- να είναι το θέμα. Και, ως προς αυτό, το χιλιάνικο, πολύ φιλοσοβιετικό, ΚΚ του Κορβαλάν ελάχιστα διέφερε από το ιταλικό. Η στρατηγική ανάλυση, που μοιράζονταν και τα δυό, έκανε το σοσιαλισμό σχήμα λόγου, μιλώντας μόνο γαι τα «μονοπώλια». Και οι χιλιανοί «ιστορικό συμβιβασμό» επιδίωκαν, για να αποδειχτεί πόσο η «μετριοπάθεια» ήταν η ασφαλής μέθοδος με τους 30000 νεκρούς της πρώτης μέρας της σφαγής.

Διαβάζοντας σήμερα, τριανταπέντε χρόνια μετά, τα κείμενα των ιταλών αν κάτι εντυπωσιάζει είναι η απίστευτη ένδεια των επιχειρημάτων αυτού που ο Πουλαντζάς ονόμασε δεξιό ευρωκομμουνισμό. Σε αυτό, όμως, πρέπει να επανέλθουμε…


[1] Nathaniel Davis, The last two years of Salvador Allende, I. Tauris, 1999, σελ. 7

[2] H μετάβαση στο σοσιαλισμό στη Χιλή στο: Πωλ Σουήζυ –Χάρρυ Μάγκντοφ, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Χιλή, Καρανάση, 1983

[3] Αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής που εφαρμόστηκε από την Unidad Popular γίνεται στο: Comite de Soutien a la Lutte Revolutionnaire du Peuple Chilien, Χιλή –Η ταξική αναμέτρηση 1970 -1973, Βέργος, 1974. Από άλλη οπτική βλ. Lois Hecht Oppenheim, Politics in Chile, Westview Press, 2007

[4] Kyle Steenland, Two years of “Popular Unity” in Chile, New Left Review, I/78, 1973

Ο Χρήστος Λάσκος είναι καθηγητής Λυκείου



Πρόγραμμα με όραμα τον δημοκρατικό κομμουνισμό (Φεβρουάριος 2009)

ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟ-ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝ

Το προγραμματικό κείμενο, επιπλέον, διαμορφώνει τη δυνατότητα ακόμη μεγαλύτερης ιδεολογικής σαφήνειας – κι αυτό θα αποδειχτεί μεγάλο όπλο αν το αξιοποιήσουμε κατάλληλα. Η ισχυρή αναφορά στην οικονομία των αναγκών που επιδιώκουμε, στον κομμουνισμό με άλλα λόγια, η διευκρίνιση πως ο δημοκρατικός δρόμος περιλαμβάνει ως κύριο στοιχείο του μια, από σήμερα εφαρμοζόμενη, στρατηγική όλο και μεγαλύτερου εξοβελισμού του εμπορεύματος από τομείς της κοινωνικής ζωής κάνει την πολιτική μας περισσότερο συνεκτική. Δίνει, δηλαδή, τη δυνατότητα να εντάσσουμε την καθημερινή μας πολιτική, τη μεταρρυθμιστική μας δραστηριότητα, σε μια μεγαλύτερη εικόνα. Να προεικονίζουμε το στόχο. Να κάνουμε πολιτική ως κομμουνιστές και όχι ως «δημοκράτες της προόδου».

Η προσέγγιση μετά το Δεκέμβρη

Η πιο πρόσφατη μεγάλη δοκιμή για μας υπήρξε χωρίς αμφιβολία η δεκεμβριανή εξέγερση.  Μαζί της μπήκαμε σε μια χρονιά που σίγουρα θα είναι πολύ διαφορετική από τις προηγούμενες. Και, για την Αριστερά, πολύ πιο απαιτητική. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου έχει αλλάξει κατά πολύ τις προτεραιότητες. Οι χιλιάδες  άνθρωποι που πήραν μέρος στις συγκρούσεις και τις πολυποίκιλες κινητοποιήσεις δεν θα επιστρέψουν εύκολα στην «προτέρα» κατάστασή τους. Η συμμετοχή τους ήταν αφεαυτή ένας μεγάλος συνειδησιακός κλονισμός. Από αυτήν την άποψη, οι αγώνες που έρχονται θα είναι άλλοι αγώνες. Ακόμη κι αν  γίνονται με τα ίδια αιτήματα και τα ίδια συνθήματα, ίδιοι δεν θα είναι.

Γι΄ αυτό κιόλας όλη αυτή η «προβληματική» που επιχείρησε από διάφορες πλευρές να πλήξει το κίνημα του Δεκεμβρίου επικαλούμενη την έλλειψη προγράμματος, στόχων και αιτημάτων ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Αυτό που έλειψε εδώ και χρόνια δεν ήταν τα αιτήματα και τα συνθήματα, αλλά τα σώματα που θα τα έφεραν και θα τα υλοποιούσαν, οι παθιασμένοι φορείς τους. Αυτό είναι που φαίνεται ότι υπάρχει πλέον.
Είναι εύλογο, λοιπόν, να περιμένουμε πως οι ελπίδες για καλύτερες κινηματικές μέρες είναι πολύ βάσιμες. Η Αριστερά έχει λόγους να διαμορφώσει πεδία και στόχους, έτσι ώστε η εγρήγορση και η αυξημένη ευαισθησία που γέννησαν τα τρομερά συμβάντα των ημερών να δώσουν μετασχηματισμούς που θα ωφελήσουν τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, τις καταπιεσμένες κατηγορίες του πληθυσμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ο ΣΥΝ, όπως ήδη πολλές φορές έχει σημειωθεί, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην εξέγερση με όλες τις χρόνιες πολιτικές και οργανωτικές του αδυναμίες. Ο τρόπος που πολιτεύτηκε υπήρξε καθοριστικός στο να ακουστεί από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας η τρομερή κραυγή, στο να δοθεί το όνομα που άξιζε στο Συμβάν.

Ήταν – και είναι – τόσο κρίσιμη αυτή η υπόθεση που επιμέτρησε και το εσωτερικό μέτωπο. Και δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε πως αρκετοί σύντροφοι από την Ανανεωτική Πτέρυγα έπαιξαν ένα ρόλο εξαιρετικά αρνητικό με τις προσπάθειες «διαχωρισμού», που ανέλαβαν αμέσως με τα γεγονότα. Η «επίδειξη σοβαρότητας» στο όνομα μιας «ανανεωτικής» – μα καθόλου ανανεούμενης – αριστεράς συντέλεσε στο θόλωμα μιας εικόνας καθόλα εξαιρετικής για το κόμμα μας. Συνεχίζεται μάλιστα στις μέρες μας με την επαναφορά των σκουριασμένων σεναρίων για κυβερνητική στήριξη του ενός εκ των δύο εταίρων του δικομματισμού, του ΠΑΣΟΚ στην προκειμένη, στην περίπτωση έλλειψης αυτοδυναμίας, επιφυλάσσοντας για άλλη μια φορά στο κόμμα μας το ρόλο της συμπληρωματικής δύναμης του φθαρμένου και διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω της «ανεξήγητα» προνομιακής σχέσης κάποιων συντρόφων με τα μέσα. Γι΄ αυτό και σήμερα είναι επιτακτικότερη η ανάγκη ρύθμισης του ζητήματος της δημόσιας εκπροσώπησης με τρόπο πολύ λογικότερο από ό,τι μέχρι τώρα.

Συμπερασματικά: η κινηματική προτεραιότητα, η σαφής αριστερή ταυτότητα, η ενότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι οι κατακτημένοι ήδη όροι για την  εκκίνηση μιας διαδικασίας ανασύνθεσης και επανίδρυσης των αντισυστημικών  δυνάμεων στη χώρα μας. Γι΄ αυτό είναι ανάγκη να αρχίσει μια σοβαρή συζήτηση για την επανίδρυση σε ενιαίο οργανωτικά χώρο όσων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ το επιθυμούν. Είναι ο μόνος τρόπος για την ουσιαστική πολιτική ένταξη της μεγάλης συνιστώσας, που αποτελούν οι ανένταχτοι της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η παραμονή στη σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επί πολύ  αν δεν θέλουμε να διακινδυνέψουμε την ακύρωση της πιο ελπιδοφόρας προσπάθειας στο χώρο εδώ και δεκαετίες.

Η μάχη των ευρωεκλογών

Σε λίγους μήνες, ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει τη μάχη των ευρωεκλογών. Ο στόχος μας σ’ αυτές είναι η θετική καταγραφή στην κάλπη της σημαντικής παρουσίας μας στους αγώνες και τις πρωτοβουλίες που αναπτύχθηκαν, όλη την προηγούμενη περίοδο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο: από τη συμμετοχή μας στις πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις κατά της οδηγίας Μπολκεστάϊν, της αντίθεσής μας στο ευρωσύνταγμα και τη συνθήκη της Λισσαβόνας μέχρι την επιτυχή διοργάνωση του 4ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα και από τους αγώνες της εκπαιδευτικής κοινότητας για το άρθρο 16, την πρόσφατη εξέγερση της νεολαίας, τις μάχες που δίνουν για να αποφύγουν τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης οι αγρότες σε απόγνωση, οι εργάτες των βιομηχανιών που κλείνουν, οι επισφαλώς εργαζόμενοι και εργαζόμενες και με αφορμή τη δολοφονική επίθεση ενάντια στη Βουλγάρα συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα, μέχρι τις κινήσεις πολιτών για τους ελεύθερους χώρους (Ελληνικό, Βοτανικός, πλατεία Κύπρου κλπ) που έχουν να αντιμετωπίσουν τη διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας με τις κατασκευαστικές εταιρείες. Οι ευρωεκλογές του Ιουνίου είναι μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε με οριστικό τρόπο τη στάση μας – και να κάνουμε την αυτοκριτική μας – απέναντι σε ενέργειες του παρελθόντος, να καταστήσουμε σαφές πως η μεγάλη πλειοψηφία του κόμματος κρίνει ως εσφαλμένη την επιλογή υπερψήφισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ, βασικού θεσμικού εργαλείου για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας στην Ευρώπη και πρωταρχικής αιτίας για την απαξίωση μεταξύ των λαών της Ευρώπης της διαδικασίας της ενοποίησης.

Οι ευρωεκλογές του Ιουνίου είναι, ταυτόχρονα, και μια ευκαιρία για το κόμμα μας, τον Συνασπισμό, να αποκαταστήσει σφάλματα του παρελθόντος σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο δυσμενές αποτέλεσμα των προηγούμενων ευρωεκλογών. Αυτή τη φορά οφείλουμε να ρυθμίσουμε ψύχραιμα και χωρίς πάθος το ζήτημα των εκπροσωπήσεων μας, απέναντι σε μια «παράδοση» που θεωρεί τα βουλευτικά και ευρωβουλευτικά «αξιώματα» κεκτημένο δικαίωμα των «επωνύμων» πολιτικών «στελεχών» που, κατά σύμπτωση, είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία άνδρες. Η εξασφάλιση της πλουραλιστικής εκπροσώπησης από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και τους ανένταχτους – άνδρες και γυναίκες-είναι κυρίως δική μας υπόθεση, όπως δική μας υπόθεση είναι και η γυναικεία εκπροσώπηση του κόμματός μας στο Ευρωκοινοβούλιο, για πρώτη φορά από τότε που ο Συνασπισμός μετέχει στην Ευρωβουλή. Η πρόταση του Κοκκινοπράσινου Δικτύου στο σώμα του Διαρκούς Συνεδρίου είναι ο Συνασπισμός να καταλάβει την πρώτη και την τρίτη θέση του ευρωψηφοδελτίου και οι άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ την δεύτερη και την τέταρτη. Στο κόμμα μας οφείλουμε να εξασφαλίσουμε, με διπλές λίστες υποψηφίων στο εσωτερικό δημοψήφισμα, την επιλογή άνδρα και γυναίκας στις εκλόγιμες θέσεις του ψηφοδελτίου. Οφείλουμε, τέλος, να καθιερώσουμε επιτέλους τις εναλλαγές και τις μισές θητείες οι οποίες, πέραν της δυνατότητας που παρέχουν για μεγάλες (τασικές) συναινέσεις, καθώς και για την ηλικιακή και ευρύτερη ανανέωση, εμποδίζουν την μετατροπή μιας πολιτικής χρέωσης ορισμένων μελών απέναντι στο κόμμα μας και γενικότερα την Αριστερά σε πολιτική καριέρα αστικού τύπου.



Η βια ως «δημοσια ταξη». Και η αλληλεγγυη, το οπλο μας (Αυγη, 14.2.2009)

ΤΟΥ ΔΗΣΜΟΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Τις μέρες που συμπληρώνονταν 40 χρόνια από το γαλλικό Μάη, κοντά στα λευκώματα, τις μαρτυρίες και τις γραπτές συμβολές διανοουμένων και πρωταγωνιστών της εξέγερσης, κυκλοφορούσε στα βιβλιοπωλεία και μια ειδική έκδοση του Liaisons, του περιοδικού που εκδίδει το αρχηγείο της γαλλικής αστυνομίας. Στο «εκτός σειράς» τεύχος, μπορούσε κανείς να βρει ενδιαφέροντα ντοκουμέντα από την «απέναντι πλευρά» των οδοφραγμάτων: υπηρεσιακά έγγραφα της εποχής, μαρτυρίες αστυνομικών που πήραν μέρος στην καταστολή της εξέγερσης, «στατιστικά» συλλήψεων και τραυματισμών, πρωτοσέλιδα εφημερίδων για καταστροφές και φωτογραφίες με σπασμένα πεζοδρόμια.

Αν κρίνουμε από τη δυσανεξία του προέδρου Σαρκοζί («να τελειώνουμε πια με το Μάη του ‘68»), η έκδοση δεν ήταν μια ανιδιοτελής προσφορά στον ιστορικό του μέλλοντος ή απλώς μια καταγραφή γεγονότων. Το Liaisons «είδε» το ’68 από συγκεκριμένη σκοπιά και με τον ίδιο τρόπο που οι από πάνω βλέπουν τις εξεγέρσεις: ως -θεαματικό, έστω- σκηνικό βίας, ως καταστροφή και ως απειλή για τη δημόσια τάξη. Με αφορμή τη στρογγυλή επέτειο λοιπόν, το αρχηγείο της γαλλικής αστυνομίας θέλησε να επέμβει στην εξηνταοχτωλογία και να επιβάλει αυτήν την τροπή στη μνήμη. Όχι από αδυναμία να καταγράψει τον πλούτο της εξέγερσης, αλλά γιατί ως εκεί μπορούσε να δει και, κυρίως, γιατί αυτό ήθελε να κάνει. Αν και ακίνδυνη για όσα ανήκουν πια στο παρελθόν, η μνήμη των εξεγέρσεων είναι σημείο αναφοράς για τους δυνάμει εξεγερμένους (το είδαμε και στην Ελλάδα: Fuck May ’68: fight now). Ακόμα, λοιπόν, κι αν ο υπόλοιπος κόσμος συνεχίσει να βλέπει το ’68 ως συνώνυμο της αντίστασης, οι Γάλλοι θα πρέπει, κατά την αστυνομία, να το θυμούνται με θυμό και φόβο, ως κάτι εγκληματικό και απεχθές.

Στην Ελλάδα έχουν περάσει μόλις δύο μήνες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, οι τοίχοι γράφουν ακόμα συνθήματα του δεκεμβριανού «Μάη» και η επιχείρηση «να τελειώνουμε με την εξέγερση» έχει ήδη ξεκινήσει. Δεν είναι η ώρα των λευκωμάτων. Η επιχείρηση είναι σαφώς πιο βίαιη, ιδίως τώρα που η εξέγερση βρίσκεται στην άμπωτη και που η κρίση εντείνει τη δυσαρέσκεια και προοιωνίζεται αγώνες. Αντί λευκωμάτων, επίδειξη τσαμπουκά, λοιπόν: με χημικά και ξύλο σε δημοσιογράφους και δικηγόρους, με την ίδια συνταγή για αγρότες και αντιεξουσιαστές, με το «ιδιώνυμο» της κουκούλας δια χειρός Μαραγκοπούλου, με την επίθεση στους διαύλους ενημέρωσης που δεν ελέγχονται και δεν ορίζονται από την κερδοσκοπία, με διαρροές στον Τύπο για πολεμικές ετοιμασίες (βλ. εξοπλισμό -βομβίδες, σκυλιά, όπλα Taser, υδραντλίες-, αλλά και εμπλοκή του στρατού στην καταστολή διαδηλώσεων), με στοχοποίηση από την Ασφάλεια ενός στα δέκα σχολεία της Αθήνας. Αλλά και με συλλήψεις στο σωρό, φυλακίσεις και διώξεις, ακόμα και στη βάση του αντιτρομοκρατικού νόμου.

Σήμερα θα μας φαινόταν αστείο οι εξεγερμένοι του ’68 να διώκονται ως τρομοκράτες και τουλάχιστον εξωφρενικό μαθητές να βολιδοσκοπούνται από τις υπηρεσίες. Όμως αυτό το εξωφρενικά αστείο συμβαίνει στην Ελλάδα και επαληθεύει τις προβλέψεις όσων το 2001 ζητούσαμε να αποσυρθεί ο (πασοκικός) τρομονόμος. Πρόκειται για την πιο σοβαρή ίσως, αλλά όχι τη μόνη διάσταση του ζητήματος. Δίπλα σ’αυτήν, υπάρχει και το πιο «κλασικό» κατασταλτικό ρεπερτόριο: σωρηδόν συλλήψεις και απαγγελίες κατηγοριών με κατασκευή στοιχείων, στοχοποίηση μεταναστών ως των πλέον αδύναμων θηραμάτων, καταθέσεις «καρμπόν». Τα «μεμονωμένα περιστατικά» Δημόσιας Τάξης συνεχίζονται σαν τίποτα να μην άλλαξε και, εν προκειμένω, συνεχίζονται με δικαστικά μέσα.

Η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης (κρατικής βίας) δια της ματατζίδικης μπότας και της δικαστικής τηβέννου, δεν αφορά μόνο τους συλληφθέντες. Αφορά όσους αναγνωρίσαμε και υπερασπιστήκαμε την εξέγερση. Αφορά όσους ζητήσαμε να απαγορευθούν τα χημικά, να διαλυθούν τα στρατιωτικά σώματα της αστυνομίας, να καταργηθεί ο τρομονόμος –όσους ζητήσαμε, δηλαδή, περισσότερη ελευθερία. Γι’ αυτό και το μεσημέρι του Σαββάτου θα είμαστε στα Προπύλαια. Για την εξέγερση και την αλληλεγγύη, για την απελευθέρωση των συλληφθέντων, για την απελευθέρωση όλων μας.

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών