Η καταρρευση του μυθου του ΚΚΕ (Εντος Εποχης, 8.2.2009)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Για πολλά χρόνια μετά την κατάρρευση του ’89-’91 -και ενώ τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης ακολουθούσαν τον κανόνα «σοσιαλδημοκρατικοποίηση ή περιθωριοποίηση»-, στην Ελλάδα φαινόταν να ζούμε μια εξαίρεση. Σε «δίσεκτους» χρόνους κι έπειτα από τη σύντομη (;) παρένθεση της δεκαετίας του ’80 («μορατόριουμ» και κριτική σύμπλευση με την παπανδρεϊκή Αλλαγή, ενδοκινηματική καταστολή, σύμπραξη με τον «οπορτουνισμό», συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, προσδοκίες για κυβέρνηση με «κορμό» το ΠΑΣΟΚ –βλ. Παπαρήγα 1991), ο νόμιμος κληρονόμος του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, το κόμμα των ηρωικών αγώνων και θυσιών, ο μόνος φορέας που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους «το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε», πορευόταν το μοναχικό δρόμο της Συνέπειας: διατηρούσε το «Κ», πρωτοστατούσε σε σημαντικές κοινωνικές μάχες (αγροτικά μπλόκα, μαθητικό κίνημα, Γιουγκοσλαβία και επίσκεψη Κλίντον ‘99) και στεκόταν αξιοπρεπώς σε άλλες (Μακεδονικό ‘92), εξοργίζοντας αντιπάλους και εχθρούς και διατηρώντας τα εκλογικά του ποσοστά σε αξιοπρεπή επίπεδα.

Η «αντιδημοφιλής» κριτική και η πολιτική της διαρκούς συρρίκνωσης

Ενώ συνέβαιναν τα παραπάνω, ως μόνη «νόμιμη» κριτική στο ΚΚΕ φαινόταν αυτή που κατήγγελλε τον απομονωτισμό του. Οι ενστάσεις που πρόβαλλε συστηματικά η ριζοσπαστική Αριστερά αντιμετωπίζονταν σ’ αυτό το πλαίσιο, ως υπερβολικές, δευτερεύουσες ή ελιτίστικες: το πρόβλημα με το ΚΚΕ δεν ήταν αυτό που έκανε (ή δεν έκανε) στο όνομα εκείνου που επεδίωκε στρατηγικά (και που, κατ’ευφημισμόν αποκαλούσε «σοσιαλισμό»), αλλά η αδιαφορία του για συνεργασίες εκεί όπου δεν είχε τον αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο ρόλο[1].

Στο φόντο αυτής της συλλογιστικής, μια σειρά από σοβαρές στρεβλώσεις έπρεπε να αποσιωπώνται διακριτικά –θα μπορούσαμε να τις κωδικοποιήσουμε ως «πολιτική της διαρκούς συρρίκνωσης»: του αντικαπιταλισμού σε «αγώνα ενάντια στα μονοπώλια» (χάριν της «λαϊκής εξουσίας», αλλά και της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος…), της ταξικότητας στην οικονομία, του αντιιμπεριαλισμού σε αντιαμερικανισμό και εθνοκεντρισμό (με λογική συνέπεια τα «μέτωπα» του ΚΚΕ με απόστρατους και νεο-ορθόδοξους…), του λενινισμού σε μονολιθικό, αυταρχικό μοντέλο κομματικής οικοδόμησης και λειτουργίας· βάσει της ίδιας λογικής, στο απυρόβλητο θα έμεναν και άλλα σήματα-κατατεθέντα: η εργαλειοποίηση των κοινωνικών αντιστάσεων (και η πρακτορολογία για όσες δεν εργαλειοποιούνται), η παραγνώριση όσων εξουσιαστικών σχέσεων δεν ανάγονται στις σχέσεις παραγωγής, η θυσία του μαρξισμού στον ντετερμινισμό, η απεμπόληση του διεθνισμού για μια συνωμοσιολογική αντίληψη των «διεθνών σχέσεων», η δογματική προσήλωση στον κρατισμό, τον αυταρχισμό και τον οικονομισμό του σοσιαλισμού που (δεν) γνωρίσαμε –και που το ΚΚΕ εξακολουθεί να μας «υπόσχεται» στις τρέχουσες «Θέσεις για το Σοσιαλισμό».

Μ’ αυτά και μ’εκείνα, η «ανθενωτική» κριτική γινόταν υπόθεση σχεδόν αποκλειστικά κάποιων διανοουμένων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και ορισμένων, ευτυχώς αναγνωρίσιμων, ρευμάτων της, αν και αφορούσε συνολικά την Αριστερά και τα κινήματα.

Μία, δύο, τρεις, πολλές εκτροπές

Όσο τα παραπάνω παρέμεναν «δευτερεύοντα», το ΚΚΕ μπορούσε να ασχημονεί με την ησυχία του, στο όνομα των «οχτώ δεκαετιών» και μιας ενότητας που, από αναγκαίο μέσο για την ανάσχεση της επιθετικότητας των «από πάνω»[2], έτεινε να γίνεται ευσεβές ευχολόγιο. Με την ίδια λοιπόν λογική και πάντα χάριν της Ενότητας, η αθεράπευτη νοσταλγία του «υπαρκτού» μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως χαριτωμένος αναχρονισμός (κάτι σαν επιμονή στην παλιά μόδα), η ανάδειξη της κ. Κανέλλη σε πρωθιέρεια του μαρξισμού-λενινισμού ως «ανορθρογραφία», η -συνολική ή μερική- σύμπλευση του ΚΚΕ με τον «πατριωτικό χώρο» (ταυτότητες, παρελάσεις, σχέδιο Ανάν, βιβλίο Στ’ Δημοτικού, ελληνοτουρκικές σχέσεις, Μακεδονικό, μειονότητες) ως συμβατή με το παραδοσιακό «λαϊκό αίσθημα», η αφωνία και η πρακτορολογία[3] στην τρομοϋστερία του 2002 ως μη αξιολογήσιμη, η καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» από τους κρανοφόρους της ΚΝΕ και η συκοφάντηση αγώνων εκτός του κομματικού πλαισίου του ΚΚΕ ως «μεμονωμένα περιστατικά».

Ανυπακοή και άλλες χαμένες αισθήσεις

Αυτού του είδους η «νομιμότητα» έμελλε, τα τελευταία χρόνια, να δεχτεί ορισμένα σοβαρά πλήγματα. Στην αρχή ήταν η υπεράσπιση από το ΚΚΕ του «δικαιώματος κάθε λαού» (άρα και του ελληνικού) να διεκδικεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες· μετά, οι αμφιλεγόμενες επιλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση -Καρδίτσα από τη μια πλευρά, Ελληνικό από την άλλη· έπειτα η καταγγελία του αγώνα της ΠΟΣΔΕΠ και στη συνέχεια η συκοφάντηση του κινήματος των καταλήψεων του 2006 ως «μαύρου μπλοκ ΔΑΠ-ΠΑΣΠ-ΕΑΑΚ-ΣΥΝ» που θα στείλει τον κόσμο στο σπίτι του[4]. Το σκηνικό θα συμπλήρωνε πρόσφατα η βελούδινη διαμαρτυρία για το ξεπούλημα των λιμανιών –βελούδινη από σεβασμό στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Κίνα, όσο και από προσήλωση στο πνεύμα των «Θέσεων» για το 18ο Συνέδριο: οι αγώνες δεν μπορούν να δώσουν ουσιαστικές λύσεις, το θέμα είναι ο σοσιαλισμός.

Κι ύστερα ήρθε (;) η εξέγερση

Εν αναμονή της αναπόφευκτης έλευσης του σοσιαλισμού, οι εξεγέρσεις όπου το Κόμμα της Εργατικής Τάξης δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο είναι απολύτως αστάθμητες, συνεπώς το σχήμα του ΚΚΕ για την ιστορική εξέλιξη δεν τις καλύπτει. Εφ’όσον δεν προβλέπεται εξέγερση όπου το ΚΚΕ δεν πρωταγωνιστεί, εύλογα κι αυτό δεν «βλέπει» εξέγερση και εξακολουθεί να διαδηλώνει ως είθισται. Εξέγερση, λοιπόν, δεν έγινε ποτέ -εξάλλου οι εξεγέρσεις ή θα είναι αγώνες «τάξης εναντίον τάξης» ή δεν θα υπάρξουν. Οι καθημερινές κινητοποιήσεις και οι βίαιες συγκρούσεις σε όλη τη χώρα που έκαναν το γύρο του κόσμου (και κατονομάστηκαν ως εξέγερση) ήταν «τυφλή βία των κουκουλοφόρων», ο πυρήνας των οποίων «έχει διαμορφωθεί στους κόλπους του κράτους, από θύλακες μέσα και έξω από την Ελλάδα και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ», ενώ «όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, σε κάποια φάση είναι δυνατόν να ξεφύγουν και από τον έλεγχο των αρχικών εμπνευστών τους που συντονίζονται από μυστικές υπηρεσίες»[5].

Εφαρμοσμένος οπορτουνισμός

Αν σε άλλες, ανώδυνες περιπτώσεις, η βία θα ανακηρυσσόταν πομπωδώς ως η μαμή της ιστορίας κι όποιος (Συνασπισμός) την απέρριπτε, θα στηλιτευόταν ως φορέας του αστικού πασιφισμού, υπερασπιστής της ιμπεριαλιστικής ειρήνης, οπορτουνιστής που καλλιεργεί αυταπάτες, κ.ά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και στο βαθμό που ο Συνασπισμός στοχοποιείτο ως θωπεύων τις ερωτογενείς ζώνες των «κουκουλοφόρων»[6], η θεωρία του ΚΚΕ περί επαναστατικής βίας χρειαζόταν να τροποποιηθεί. Σε πείσμα της ιστορίας λοιπόν, στην πραγματική εξέγερση δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι -προφητεία που, μεταξύ άλλων, καθιστά την εξέγερση στα προάστια της Γαλλίας (αυτήν που το ΚΚΕ χαιρέτιζε προ τριετίας) μη πραγματική.

Υπεύθυνες αναλύσεις και στάσεις όπως οι παραπάνω, άξιζαν και πήραν τα εύσημα του αστικού πολιτικού κόσμου: κοντά στα άλλα, η αναγωγή της αντιπαλότητας με τον ΣΥΡΙΖΑ σε κύρια αντίθεση στη συγκυρία και το συλλεκτικό διήγημα που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη (ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου ξεσπάει: «ένα κομμάτι ψωμί έβγαζα κι εγώ»), ήταν επαρκείς λόγοι ώστε το ΚΚΕ να αποσπάσει τα συγχαρητήρια ακόμα και της ακροδεξιάς, δίνοντας στο μύθο της Συνέπειας και του «πέντε κόμματα, δύο πολιτικές» μιαν άλλη διάσταση: το ΚΚΕ ήταν σαφώς πια το ένα από τα τέσσερα κόμματα, εκπλήσσοντας μόνο όσους επί χρόνια εθελοτυφλούσαν.

Κομμουνιστικό κόμμα χωρίς κομμουνισμό

Το συμπέρασμα είναι μάλλον προφανές. Άλλοτε «απέναντι» κι άλλοτε σε ρόλο κατώτερο των αναγκών, του πολιτικού του βάρους και των οργανωτικών του δυνατοτήτων[7], το ΚΚΕ δεν έχει απλώς ξεκόψει από την υπόθεση του κομμουνισμού, αλλά σε κρίσιμες περιστάσεις στέκεται στον αντίποδα. Δεν πρόκειται βέβαια για «προδοσία» της ιστορίας του. Στην καμπή μιας αντιφατικής ιστορικής διαδρομής (που μόνο το ίδιο επιμένει να παρουσιάζει ενιαία και αδιάσπαστη), το ΚΚΕ αποτυγχάνει συστηματικά να συνδέσει την κομμουνιστική επαγγελία με την καθημερινή διεκδίκηση (με συνέπειες, συμμετρικά, τον προπαγανδισμό και τον τακτικισμό), φοβάται, αποθαρρύνει και συκοφαντεί κυνικά τους αγώνες που δεν καθοδηγεί, αναβιώνει το τραύμα του ’49 ενόψει κάθε σύγκρουσης απ’το Πολυτεχνείο μέχρι σήμερα, «προσαρμόζει», τέλος, τον κοινωνικό ανταγωνισμό στο πολιτικό-εκλογικό του όφελος, προσχωρώντας σ’ ένα μοντέλο «αυτοαναφορικού» κομματικού ανταγωνισμού, όπου η πολιτική σύγκρουση αδιαφορεί για τα επίδικα των κοινωνικών αγώνων, ενώ είναι σαφές ότι επηρεάζει την έκβασή τους[8].

Το τέλος του μύθου της Συνέπειας

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι ξένο στην αντιφατική ιστορία του ΚΚΕ, εν τούτοις ο Δεκέμβριος του 2008 σηματοδοτεί μια ποιοτική διαφορά: την ταυτόχρονη εμφάνιση όλων αυτών των στοιχείων σε μια οριακή συγκυρία όπου, αντίθετα μ’ ό,τι συνέβαινε κάποια χρόνια πριν (όταν η ρευστή κατάσταση στο Συνασπισμό και η περιορισμένη δυναμική της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς συντηρούσαν τον μύθο του), αυτά σήμερα δεν μπορούν να κρυφτούν. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου έπληξε αποφασιστικά έναν μύθο που χτιζόταν με τα υλικά της Παράδοσης (και «επιχείρημα» τις εκσυγχρονιστικές αυταπάτες του Συνασπισμού της δεκαετίας του ’90), κατέδειξε τα όρια που θέτει στο ΚΚΕ η κοινωνική του σύνθεση και τους ισχυρούς δεσμούς του στο πολιτικό σύστημα και επιβεβαίωσε την κριτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι ο σταλινισμός και η (δανεική…) ρητορική της ανυπακοής δεν αποτελούν εχέγγυα αγωνιστικότητας και επαναστατικής αφοσίωσης, αλλά στρέβλωση και εκτροπή του κομμουνισμού, καθ’όλα συμβατή με τα τοτέμ της αστικής κυριαρχίας: τη δημόσια τάξη, το κρατικό μονοπώλιο στη βία, το εθνικό συμφέρον και την ατομική ιδιοκτησία. Η αναμενόμενη πανηγυρική νεκρανάσταση του Στάλιν στο επικείμενο Συνέδριο του ΚΚΕ, δείχνει πως τα περιθώρια για διορθωτικές κινήσεις είναι πολύ στενά. Μακάρι οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες του ΚΚΕ να μας διαψεύσουν.


[1] Εννοείται ότι για το ΚΚΕ, κι αυτή και κάθε άλλη κριτική ήταν (και είναι) «αντικομμουνισμός».

[2] Ότι η ενότητα είναι μέσο και όχι σκοπός, -ότι, δηλαδή, δεν είναι από μόνη της προωθητική και αριστερόστροφη-, το αποδεικνύει η εμπειρία του «Κοινού Πορίσματος ΕΑΡ-ΚΚΕ» και όσα την ακολούθησαν: συγκυβέρνηση’89, διπλή διάσπαση’91, αποστράτευση σημαντικού μέρους αγωνιστών-τριών, απαξίωση ΚΚΕ-ΕΑΡ, τόσο από τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ όσο και από αυτόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς…

[3] «Η «17Ν» δεν μπόρεσε να αποκτήσει στην Ελλάδα μαζική βάση. Έφαγε τα ψωμιά της και τώρα, άχρηστη πια με αυτή τη μορφή, κλείνει το μαγαζί. Κάτι θα φέρουν στη θέση της». Αλέκα Παπαρήγα, Ριζοσπάστης 24/9/2002 στο: Ηλίας Ιωακείμογλου-Σώτη Τριανταφύλλου, Αριστερή Τρομοκρατία, Δημοκρατία και Κράτος, εκδόσεις Πατάκη 2003

[4] Δεν ήταν, λοιπόν, στην εξέγερση του Δεκεμβρίου «η πρώτη φορά που η κριτική του ΚΚΕ στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν κριτική από τα δεξιά», όπως γράφτηκε στην Αυγή.

[5] Ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Για τις τελευταίες εξελίξεις με αφορμή τις κινητοποιήσεις για τη δολοφονία του 15χρονου, 9 Δεκεμβρίου 2008. Έχει ενδιαφέρον να παραβάλουμε τη στάση του ΚΚΕ με τη μαρτυρία του Στέργιου Κατσαρού για τα γεγονότα του ’65 («Εγώ ο προβοκάτρορας, ο τρομοκράτης»). Γράφει ο Κατσαρός: «Ο θάνατος του Σωτήρη (σ.σ.: Πέτρουλα) έδειχνε ότι η επαναστατική πρωτοπορία κινδύνευε πλέον σοβαρά από την αστυνομία, αλλά και από την κομματική ηγεσία της ΕΔΑ (…) Οι κατηγορίες για προβοκάτορες και χαφιέδες μπορούσαν να εξοντώσουν ηθικά και πολιτικά κάποιον αγωνιστή. Οι σκέψεις αυτές ήταν που οδήγησαν τους επαναστάτες να σκεπάζουν το πρόσωπό τους με μαντίλια. Ο μηχανισμός της ΕΔΑ σκύλιαζε στη θέα αυτών των νέων με τα μαντίλια στα πρόσωπα. Τους αποκαλούσε κουκουλοφόρους, θέλοντας να τους παρομοιάσει με τους κουκουλοφόρους προδότες της κατοχής. Ωστόσο, παρά τις συκοφαντίες αυτές, τα πρόσωπα με τα μαντίλια γίνονταν διαρκώς περισσότερα» (σελ. 47).

[6] Το ΚΚΕ καταγγέλλει τις «θωπείες» του ΣΥΡΙΖΑ στους κουκουλοφόρους ως «ψηφοθηρική» και καιροσκοπική τακτική (δηλώσεις Παπαρήγα, στελεχών του κόμματος, ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής). Άσχετα αν οι μυστικές υπηρεσίες δεν έχουν λόγο να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, ήταν επιεικώς γελοίο η σχετική ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ να κλείνει με προτροπή στο λαό και τη νεολαία «να δώσουν τώρα την απάντησή τους με τον αγώνα και την ψήφο τους» και να βρίσκονται σε (εκλογική) «ετοιμότητα».

[7] Το έχουμε ξαναγράψει και με άλλες αφορμές: η οργανωτική ανάπτυξη εγγυάται την αναγκαία «κρίσιμη μάζα», όμως δεν αντιστοιχεί ευθύγραμμα σε αναβάθμιση του ρόλου ενός υποκειμένου στον κοινωνικό ανταγωνισμό: η οργανωτική υπεροπλία δε συνεπάγεται νομοτελειακά πολιτική επικράτηση.

[8] Η προτεραιότητα της πολιτικής επί της κοινωνικής ισχύος αποτελεί σχήμα οικείο του σοσιαλδημοκρατικού βολονταρισμού, ο Γκράμσι ωστόσο δεν ήταν ποτέ το φόρτε του ΚΚΕ.

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: