Περι σοσιαλισμου (Εντος Εποχης, 22.2.2009)
22/02/2009, 10:57 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι καπιταλισμός.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι το ακριβώς αντίθετο.

Ρωσικό ανέκδοτο

Όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει τις θέσεις του ΚΚΕ για τα όσα συνέβησαν στον πρώην «υπαρκτό», ακόμη κι αν πρόκειται για άνθρωπο ιδιαίτερα υποψιασμένο σχετικά με τις παροιμιώδεις ανεπάρκειες αυτού του πολιτικού φορέα, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί. Η «ανάλυση» δεκαετιών «οικοδόμησης» και «αποικοδόμησης» πραγματοποιείται χωρίς ούτε μία αναφορά σε τάξεις –ούτε μία!. Έστω, για ξεκάρφωμα. Είναι πάντα κάποιοι οπορτουνιστές –άτομα ή ομάδες ατόμων, χωρίς κανένα κοινωνικό προσδιορισμό, που προδίδουν την υπόθεση. Φανερά, για τους συντάκτες των θέσεων, ο μαρξισμός, με την επιμονή του στην ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, συνιστά το περισσότερο ακατάλληλο εργαλείο για την αποτίμηση του τι και πώς συνέβη. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο τύπος της «ανάλυσης» αποκαλύπτει πράγματα ενδιαφέροντα. Η ενασχόληση αποκλειστικά με πράξεις και παραλείψεις προσώπων, που επέδρασαν πράγματι στις εξελίξεις, προκύπτει εύλογα. Η εξουσιοφρένεια αυτής της πολιτικής παράταξης, η ανάγκη της να αποκρύψει το προφανές, πως, δηλαδή, στη «χώρα των σοβιέτ», σοβιέτ δεν υπήρχαν από δεκαετίες, πως η δημοκρατία, στις στοιχειώδεις εκδοχές της, ήταν πιο απούσα κι από τον Θεό ανάμεσά μας,  νομοτελειακά (sic!) την οδηγεί στη σταλινολατρεία ή στη γκορμπατσοφαπαίχθεια. Όταν οι μάζες είναι απλοί διεκπεραιωτές της ιστορίας, ποίμνια ή αναλώσιμα κατά περίπτωση, τα άτομα ως υπέρτατοι πατεράδες ή πληρωμένοι πράκτορες του ιμπεριαλισμού τα κάνουν όλα.

Δεν θα μείνω άλλο σ’ αυτό. Το να κάνεις επ’ αυτού κριτική στο ΚΚΕ είναι σα να κλέβεις εκκλησίες. Και θα πρέπει να αποφεύγουμε τα εύκολα. Γιατί έχουμε ως αριστεροί πραγματικά πολλά δύσκολα να αντιμετωπίσουμε. Όχι ως θεωρητικό αποκλειστικά έργο, αλλά πρωτίστως ως πολιτική υποχρέωση. Το ξεκαθάρισμα σχετικά με το τι συνέβη με το πρώτο σοσιαλιστικό πείραμα στην ιστορία είναι όρος για την πολιτική ανάταξη των αριστερών δυνάμεων.

* * *

Είναι γνωστό –και επισημάνθηκε εκ νέου με το πρώτο τμήμα του αφιερώματος του Εντός Εποχής- πως υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με την φύση των ανατολικών καθεστώτων. Σοσιαλιστικά, μεταβατικά μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, το ίδιο αλλά «εκφυλισμένα» εργατικά κράτη, γραφειοκρατικά-κολλεκτιβιστικά, κρατικοκαπιταλιστικά, ένα φάσμα απόψεων εξαιρετικά αποκλίνον εμφανίζεται.

Από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας, είναι δεδομένο πως το καθοριστικό κριτήριο για τον κοινωνικό χρακτηρισμό ενός σχηματισμού είναι οι σχέσεις παραγωγής, που αποτελούν το βασικό στοιχείο της υποδομής του. Εδώ, με όλες τις αποκλίσεις, οι αριστεροί δεν μπορεί παρά να συμφωνούν κατ’ αρχήν. Βέβαια, το δυστυχές γεγονός πως το Κεφάλαιο σταματάει ακριβώς στο σημείο, όπου ο Μαρξ θα ξεκινούσε την συστηματική ανάπτυξη της θεωρίας του για τις κοινωνικές τάξεις αφαιρεί ένα εργαλείο που θα ήταν πολύ χρήσιμο για τη συζήτηση που κάνουμε. Ας βασιστούμε, λοιπόν, καταρχήν στις σχετικές διατυπώσεις του Νίκου Πουλαντζά, που μου φαίνονται συνεκτικές και πλήρεις.

Γράφει ο Πουλαντζάς: «Οι σχέσεις παραγωγής, σε μια ταξική κοινωνία, συγκροτούνται με μια διπλή σχέση, που περιλαμβάνει τις σχέσεις των ανθρώπων με την φύση κατά την υλική παραγωγή. Οι δύο σχέσεις είναι σχέσεις των φορέων της παραγωγής με το αντικείμενο και με τα μέσα της εργασίας και, συνακόλουθα, σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, σχέσεις ταξικές. Οι δύο αυτές σχέσεις αφορούν έτσι: α) τη σχέση που έχει ο μη εργαζόμενος (ο ιδιοκτήτης) με το αντικείμενο και με τα μέσα της εργασίας και β) τη σχέση του άμεσου παραγωγού (ή του άμεσου εργαζόμενου) με το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας. Έχουν δε δύο πλευρές:

Α. την οικονομική κυριότητα: με τον όρο αυτό εννοούμε τον πραγματικό οικονομικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, δηλαδή, τη δυνατότητα να προορίζεις τα μέσα παραγωγής σε ορισμένες χρήσεις και να διαθέτεις έτσι τα παραγόμενα προϊόντα.

Β. την κατοχή: εννοούμε εδώ την ικανότητα να βάζεις σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, δηλαδή να ελέγχεις την εργασιακή διαδικασία.

[…]

[Η] κυριότητα υποδηλώνει την πραγματική οικονομική κυριότητα, τον πραγματικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και διακρίνεται από τη νομική κυριότητα, όπως αυτή καθιερώνεται από το Δίκαιο… Το Δίκαιο βέβαια επικυρώνει γενικά την οικονομική κυριότητα: αλλά συμβαίνει οι μορφές νομικής κυριότητας να μην συμπίπτουν με την πραγματική οικονομική κυριότητα. Στην περίπτωση αυτή, η οικονομική κυριότητα παραμένει καθοριστική ως προς την οριοθέτηση των κοινωνικών τάξεων, δηλαδή ως προς τον προσδιορισμό της κυρίαρχης –εκμεταλλεύτριας τάξης.

[Η] δεύτερη σχέση, η σχέση μεταξύ των άμεσων παραγωγών –των εργαζομένων- και των μέσων και του αντικειμένου της παραγωγής, είναι εκείνη που προσδιορίζει, στο πλαίσιο των σχέσεων παραγωγής, την τάξη που υφίσταται την εκμετάλλευση.

[…]

Αντίθετα [από τους προκαπιταλιστικούς], στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι άμεσοι παραγωγοί –η εργατική τάξη- έχουν τελείως αποστερηθεί την κατοχή των μέσων τους εργασίας, που τα κατέχει ο κεφαλαιούχος. Πρόκειται, δηλαδή, για μιαν ολοκληρωμένη μορφή αποκοπής των εργαζομένων από τα μέσα τους παραγωγής, γεγονός που καθορίζει την εμφάνιση αυτού που ο Μαρξ ονομάζει «απογυμνωμένο εργάτη». Ο εργάτης δεν κατέχει παρά μόνο την εργατική του δύναμη, που την πουλάει. Αυτή η αποφασιστική, στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων, αλλαγή της θέσης των άμεσων παραγωγών μετατρέπει την ίδια την εργατική δύναμη σε εμπόρευμα και γενικεύει την εμπορευματική παραγωγή.

[…]

Από … τον κυρίαρχο ρόλο των σχέσεων παραγωγής πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις και τη διαδικασία της εργασίας απορρέει ο ουσιαστικός ρόλος των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στο δομικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων. Οι σχέσεις παραγωγής και οι σχέσεις που τις συνθέτουν (οικονομική κυριότητα/κατοχή) εκφράζονται με τη μορφή εξουσιών που απορρέουν απ’ αυτές, δηλαδή με ταξικές εξουσίες. Σαν τέτοιες, οι εξουσίες αυτές συνδέονται οργανικά με τις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που τις καθιερώνουν και τις νομιμοποιούν. Οι σχέσεις αυτές δεν επιπροσθέτονται απλώς στις προϋπάρχουσες σχέσεις παραγωγής, αλλά είναι και οι ίδιες παρούσες με ειδική για κάθε τρόπο παραγωγής μορφή, στη διαμόρφωση των σχέσεων παραγωγής. Η διαδικασία παραγωγής και εκμετάλλευσης είναι συγχρόνως διαδικασία αναπαραγωγής των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας/υποταγής…».

* * *

Αξιοποιώντας τις διατυπώσεις που προηγήθηκαν μπορούμε να φθάσουμε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα σε ό,τι αφορά την ταξική φύση των «υπαρκτών σοσιαλισμών».

Πρώτα απ’ όλα, είναι δεδομένο πως στους σχηματισμούς αυτούς είχαμε ένα διευρυμένο προλεταριάτο, που από την άποψη του ουσιώδους, δηλαδή της σχέσης του με το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας του δεν διέφερει σε τίποτε από το δυτικό του αντίστοιχο. Πράγματι, οι άμεσοι παραγωγοί –εργαζόμενοι στερούνταν τόσο την οικονομική κυριότητα, δηλαδή την πραγματική δυνατότητα να καθορίζουν την χρήση των μέσων παραγωγής και την διάθεση των παραγόμενων προϊόντων όσο και την κατοχή, δηλαδή τη δυνατότητα να βάζουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, να ελέγχουν, συνεπώς, την εργασιακή διαδικασία στην οποία συμμετείχαν. Η διατήρηση της μισθωτής σχέσης –καλύτερα, η τεράστια ανάπτυξή της- επί «υπαρκτού» είναι ισχυρός δείκτης του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του συστήματος. Ο «απογυμνωμένος εργάτης», που τόσο προσιδιάζει στον καπιταλισμό σύμφωνα με το Μαρξ, ήταν ο αποκλειστικός τύπος άμεσου παραγωγού και δεν είχε στην κατοχή του παρά μόνο την εργατική του δύναμη. Η πώλησή της ήταν αναγκαίος όρος για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του. Η εργατική δύναμη, συνεπώς, ήταν εμπόρευμα και κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί κάτι διαφορετικό: ο λαϊκισμός –εργατισμός του κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου φρόντιζε γι’ αυτό στιγματίζοντας όσους αμφισβητούσαν την κατάσταση ως αντικοινωνικά στοιχεία.

Επιπρόσθετα, η έλλειψη στοιχειωδών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων έκανε ώστε, στο πλαίσιο της επιχείρησης, το διευθυντικό δικαίωμα να παίρνει ακραίες διαστάσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σοβιετική εργατική τάξη, για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε μια από τις πιο καταπιεσμένες και εκμεταλλευόμενες κοινωνικές τάξεις στη νεότερη ιστορία. Κι αυτό ισχύει ακόμη κι αν δε βάλουμε στο λογαριασμό την ακραία καταδίωξη και ανελευθερία –τα στρατόπεδα εργασίας, τα γκουλάγκ, τις εκτελέσεις εκατομμυρίων ανθρώπων. Ισχύει ακόμη και αν δεν τονίσουμε το δεσποτισμό της μονοπρόσωπης διεύθυνσης, τα εσωτερικά διαβατήρια που μηδένιζαν τη δυνατότητα για «ελεύθερη» αναζήτηση εργασίας και τα βιβλιάρια εργασίας που έκαναν παράπτωμα με μεγάλες επιπτώσεις την απουσία από την εργασία ή την καθυστέρηση στη βάρδια.  Η έλλειψη της δημοκρατίας έφθανε γι’ αυτό.

Η διατύπωση του Πουλαντζά προηγουμένως για το ουσιαστικό ρόλο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στον ίδιο το δομικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων παίρνει έτσι το βάρος που της αντιστοιχεί και υποσημειώνει τον ειδικό τρόπο με τον οποίο αναπαράγονταν οι σχέσεις κυριαρχίας/υποταγής μέσω της διαδικασίας παραγωγής και εκμετάλλευσης. Δεδομένου πως η οικονομική κυριότητα, ο πραγματικός οικονομικός έλεγχος των μέσων παραγωγής, ανήκε με συλλογικό τρόπο στους «κατόχους» των διευθυντικών λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού και του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού η σχέση των βασικών «δρώντων» στο οικονομικό πεδίο αποκτούσε άμεσα πολιτικό χαρακτήρα κι έτσι έκανε πολύ δύσκολη την τήρηση και των στοιχειωδών τυπικών δημοκρατικών προϋποθέσεων, που ισχύουν ιστορικά στο δυτικό καπιταλισμό. Γι’ αυτό και πάντοτε οι προσπάθειες «φιλελευθεροποίησης» των καθεστώτων αυτών οδηγούσαν σε μη διαχειρίσιμες ανισορροπίες.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ζήτημα της μισθωτής εργασίας. Όπως ήδη σημειώθηκε ο σοβιετικός εργάτης δεν είχε στην κατοχή του τίποτε πέρα από την εργατική του δύναμη, εμφανιζόμενος ως τυπικό παράδειγμα άμεσου παραγωγού «φτιαγμένου για την καπιταλιστική εποχή», ολοκληρωτικά αποστερημένου από τα μέσα της εργασίας του. Όσοι ισχυρίζονται πως η εργατική του δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα στο μέτρο που δεν είχαμε, στις σοβιετικές συνθήκες, καπιταλιστικού τύπου αγορά εργασίας μπερδεύουν ασύγγνωστα από θεωρητική άποψη το εμπόρευμα με την «ελεύθερη» διάθεσή του από τον κάτοχο. Πράγματι, ο αναγκαστικός πολιτικός αυταρχισμός του συστήματος δεν επέτρεψε ποτέ μετά το 1928 συλλογική ή άλλη διαπραγμάτευση στο μέτρο που οι μισθοί καθορίζονταν από το κράτος και τους διευθυντές, αλλά το να χρησιμοποιείται αυτό το στοιχείο προκειμένου να υποστηριχθεί ο μη-εμπορευματικός χαρακτήρας της εργατικής δύναμης είναι στο όριο της ασυναρτησίας. Ο σοβιετικός εργάτης είχε, όπως και ο δυτικός, την ελευθερία που αντιστοιχούσε στην θέση του στις σχέσεις παραγωγής: «απελευθερωμένος» από τα μέσα παραγωγής, αλλά και τα μέσα της άμεσης εργασίας του, είχε απολύτως την ελευθερία να δουλέψει για τα αφεντικά του ή να πεθάνει από την πείνα.

Μπορούμε, όμως, να μιλάμε για αφεντικά; Έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε τα διευθυτικά και ανώτερα κρατικά-κομματικά στρώματα ως εκμεταλλευτικά; Ή είναι περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα η άποψη που, με όλες τις παραλλαγές της, τα θεωρεί ως παρασιτικά, η ύπαρξη και επικράτηση των οποίων οφείλετο στις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επανάσταση και σε όσα επακολούθησαν;

Νομίζω πως η τελευταία άποψη, παρ’ όλο που τόσο ο Τρότσκι όσο και ο Μαντέλ έχουν συνεισφέρει πάρα πολλά και πολύ σημαντικά στην συγκεκριμένη ανάλυση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αποδείχτηκε εσφαλμένη ακριβώς εκεί που θεωρούσε η ίδια πως είναι το δυνατό της σημείο. Πολύ συχνά οι υποστηρικτές της έδειχναν πως οι αντίπαλοί τους από θεωρητική άποψη οπαδοί της θεωρίας του κρατικού καπιταλισμού , από τον Κλιφ ως τον Μπετελέμ,  ή της «διευθυντικής επανάστασης», από το Ρίτσι ως τον Μπάρναμ, αδυνατούσαν να αντιληφθούν πόσο ήταν ανέφικτο να παλινορθωθεί ο «τυπικός καπιταλισμός» στις χώρες αυτές χωρίς κοινωνική αντεπανάσταση, που θα συναντούσε καθολική αντίσταση από μέρους της εργατικής τάξης, η οποία,  παρ’ όλο τον εκφυλισμό του, αντιμετώπιζε το κράτος ως εργατικό, ως «δικό της» κατά μια ισχυρή έννοια. Η ιστορία μίλησε επ’ αυτού. Ο «τυπικός καπιταλισμός» αποκαταστάθηκε ευκολότατα με πέρασμα της κρατικής ιδιοκτησίας στα χέρια των ατομικών καπιταλιστών, που δεν ήταν προφανώς άλλοι από τους, προηγούμενα, «παρασιτούντες γραφειοκράτες»[1] και χωρίς ούτε πέντε εργάτες να αντισταθούν σε αυτό.

Η ιστορική αυτή ετυμηγορία δεν λύνει, βέβαια, το θεωρητικό πρόβλημα σχετικά με την κοινωνική φύση των «υπαρκτοσοσιαλιστικών» καθεστώτων, κλίνει, ωστόσο, την πλάστιγγα προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη των ερμηνειών περί εργατικού κράτους, εκφυλισμένου ή όχι. Δίνει το βάρος που αντιστοιχεί στη διαπίστωση του Λένιν –στον ορισμό του για τις κοινωνικές τάξεις- πως η νομική καθιέρωση των σχέσεων παραγωγής δεν είναι καθοριστική για το περιεχόμενο των τελευταίων: άλλο καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κι άλλο ατομική ιδιοκτησία. Οι νομικές μορφές της ιδιοκτησίας δεν πρέπει να συγχέονται με τις πραγματικές ταξικές σχέσεις –οι πρώτες είναι απλώς ένα παράγωγο δεδομένο, που εκφράζει τις υποκείμενες σχέσεις παραγωγής. Όπως σημειώνει παραπάνω ο Πουλαντζάς, είμαστε, επί ποινή ολοκληρωτικής σύγχυσης, διακρίνουμε αυστηρά μεταξύ οικονομικής-πραγματικής κυριότητας των μέσων παραγωγής και της νομικής αντίστοιχης.

Και, επιπλέον, υποδεικνύει πως η σχεσιακή αντίληψη που υπόκειται στη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας οδηγεί βάσιμα στην ιδέα πως, όπου εμφανίζεται μισθωτή εργασία και το εμπόρευμα εργατική δύναμη είναι λογικό να αναμένεται και ο άλλος πόλος της σχέσης, το κεφάλαιο. Οι μέχρι σήμερα διατυπωμένες θεωρίες του κρατικού καπιταλισμού δεν είναι επαρκώς ικανοποιητικές, κατά τη γνώμη μου. Νομίζω, όμως, πως ακολουθώντας το δρόμο που αυτές ανοίγουν είναι πιθανότερο να βρούμε τη μαρξιστική θεωρητική απάντηση  στο καίριο -και από πολιτική άποψη- ερώτημα για την κοινωνική φύση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Αυτό που είναι απολύτως βέβαιο, ωστόσο, είναι πως όλα τούτα δεν είχαν καμιά σχέση με το σοσιαλισμό –κουτσό, λειψό ή στραβό. Το σοβιετικό κράτος ήταν, περισσότερο και από τα τυπικά καπιταλιστικά, αντίθετο του κράτους-κομμούνα των συμβουλίων, που υπήρξε ο στόχος της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Και ο σοσιαλισμός δεν είναι μορφή ιδιοκτησίας, αλλά η δημοκρατία άμεσα και παντού. Εργατικό κράτος χωρίς εργατική δημοκρατία είναι αδύνατο να υπάρξει –πόσο μάλλον για εξήντα χρόνια. Θα επανέλθω…


[1] Ένας έμμεσος δείκτης της ταξικής δομής μιας κοινωνίας είναι και η κοινωνική κινητικότητα. Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστικό πως, κατά τη δεκαετία του ’80, η πιθανότητα ένας εργάτης να γίνει διευθυντής ήταν 15 φορές μεγαλύτερη στη Γαλλία, 3 φορές στην Ιαπωνία και 5 φορές στις ΗΠΑ σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Σε ό,τι αφορά τη σχέση εισοδηματικών μεριδίων ανάμεσα στο ανώτερο και στο κατώτατο δέκατο του πληθυσμού ήταν το 1946 η χειρότερη στον αναπτυγμένο κόσμο, ενώ προς το τέλος ήταν ίδια με τις ΗΠΑ. Αυτοί οι έμμεσοι δείκτες είναι αρκετά χαρακτηριστικοί σε σχέση με το αν η περίφημη νομενκλατούρα μπορεί να χαρακτηριστεί τάξη ή όχι. Η σταθερότητα και η εισοδηματική της θέση, μεταξύ άλλων, οδηγεί προς το πρώτο.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: