Ο ΛΑ.Ο.Σ στην εποχη της «μεταπολιτικης»: μιλησε κανεις για ακραιους; (Εντος Εποχης, 29.3.2009)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η Bασιλική Γεωργιάδου επισημαίνει την ανάγκη μιας προσέγγισης της ακροδεξιάς που να τηρεί αποστάσεις, τόσο από τους κινδυνολόγους όσο και από τους συστηματικά ατάραχους[1]. Υπογραμμίζει η ίδια, όπως και άλλοι αναλυτές, την ανεπάρκεια και τον ανιστορικό χαρακτήρα της σύγκρισης των σημερινών ακροδεξιών κομμάτων/κινημάτων με αυτά του Μεσοπολέμου. Πράγματι, η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και η αύξηση, στην Ελλάδα, του ειδικού πολιτικού της βάρους, δε σημαίνει «επιστροφή του φασισμού».

Οι διαφορές, όχι μόνο ανάμεσα στο χτες και το σήμερα, αλλά και μεταξύ των σύγχρονων εκδοχών της ακροδεξιάς, είναι σημαντικές: θα παρατηρούσαμε εντελώς απλοϊκά ότι το  αυστριακό ΒΖÖ του πρόσφατου 46% στην Καρινθία απέχει μακράν από τον ΛΑ.Ο.Σ του (δημοσκοπικού) 5%, ότι η μέχρι τώρα δράση του τελευταίου δεν επιτρέπει να το συνδέσουμε με την παρακρατική φασιστική ενέργεια που από τύχη δεν κόστισε ζωές στα Εξάρχεια, ότι η Χρυσή Αυγή καταγγέλλει ως συστημικό, καιροσκόπο και ανερμάτιστο τον Καρατζαφέρη, ότι ο ΛΑ.Ο.Σ έχει αναγκαστεί να αποκηρύξει τον Λεπέν και ανήκει σε άλλη ευρωομάδα από αυτήν των προνομιακών συνομιλητών του κ.ο.κ.

Είναι, ωστόσο, εξίσου σαφές ότι εν μέσω α) μιας κρίσης που παρομοιάζεται με αυτήν του 1929 και β) μιας εντεινόμενης κρίσης εκπροσώπησης που χαρακτηρίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες εδώ και αρκετά χρόνια (και που στην Ελλάδα συνδέθηκε σαφώς με την εξέγερση του Δεκεμβρίου), ακροδεξιά μορφώματα διευρύνουν σημαντικά την επιρροή τους και αναβαθμίζουν το ρόλο τους εντός του πολιτικού συστήματος των χωρών τους, αρνούμενα την «ετικέτα» της ακροδεξιάς και το «περιθωριακώς πολιτεύεσθαι» και διεκδικώντας την εξουσία, είτε κατά μόνας είτε στο πλαίσιο συνεργατικών σχημάτων· έχουμε σοβαρούς λόγους να υποθέτουμε ότι αυτή τους η επιτυχία δίνει «αέρα ελευθερίας» σε όσους – άτομα ή εξτρεμιστικές ομάδες – επιδιώκουν με αιματηρές ενέργειες να αφήσουν ίχνη στην πολιτική ζωή.

Μ’ όλες τις επιμέρους διαφορές τους, οι αλλεπάλληλες επιτυχίες και η «ανθεκτικότητα» των ακροδεξιών σχηματισμών σε όλη την Ευρώπη, διέψευσαν τραγικά όσους μιλούσαν για «εθνική ιδιομορφία» και «ιδιόμορφη συγκυρία», είτε το 1999 με τον Χάιντερ στην Αυστρία ή το 2002 με τον Λεπέν στη Γαλλία – για να μην αναφερθούμε στα της Ανατολικής Ευρώπης. Δέκα χρόνια μετά τον πάταγο Χάιντερ και 7 μετά το «συγκυριακό» 15% του Καρατζαφέρη στις νομαρχιακές εκλογές, οι εξελίξεις αυτές είναι που καθιστούν παράλογα καθησυχαστικό τον ισχυρισμό ότι η ψήφος στην άκρα δεξιά σε χώρες όπως η δική μας είναι «διαμαρτυρία» και «τιμωρία», «ευτυχώς», δηλαδή, όχι «πολιτική»[2].

Όσο κι αν η εμπειρία στην Ελλάδα έχει ουσιώδεις «ιδιομορφίες» έναντι των πιο χαρακτηριστικών περιπτώσεων στην Ευρώπη (κάθε ακροδεξιός σχηματισμός, άλλωστε, είναι sui generis), τα τελευταία χρόνια ο κατάλογος των κρουσμάτων φασιστικής και αντιμεταναστευτικής/ρατσιστικής βίας – και δη με την ανοχή ή την άμεση εμπλοκή κρατικών μηχανισμών – μακραίνει ανησυχητικά. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε σπίτια μεταναστών σε διάφορες γειτονιές του λεκανοπεδίου, η πυρπόληση καταυλισμού Αφγανών προσφύγων στην Πάτρα, η παρακρατική δράση «αγανακτισμένων πολιτών» στα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου σε Πάτρα και Κομοτηνή, η ανενόχλητη δράση νεοναζί δίπλα στα ΜΑΤ κατά τη διάρκεια αντιφασιστικής διαδήλωσης στην Αθήνας (2.2.2008) και οι αυξανόμενες αιματηρές επιθέσεις σε στέκια του αντιεξουσιαστικού χώρου, δεν είναι παρά ορισμένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα. Μπορεί η ρατσιστική βία να μην αποτελεί για τη χώρα μας πρόσφατη ανακάλυψη (και δη του ΛΑ.Ο.Σ), αν όμως «όλα τα ρεύματα του ευρύτερου φαινομένου της νέας δεξιάς –της ριζοσπαστικής, της λαϊκιστικής και της εξτρεμιστικής- είναι ακραία, υπό την προϋπόθεση ότι όλα είναι σε θέση να παρασύρουν προς τις δικές τους αντιλήψεις τις κατεστημένες δυνάμεις του πολιτικού κέντρου»[3], αυτή η δυνατότητα μπορεί να αφορά και τον «εσωτερικό συσχετισμό» των επιμέρους ακραίων ρευμάτων.

Ο ίδιος ο ΛΑ.Ο.Σ έχει καταβάλει σοβαρές -και επιτυχημένες- προσπάθειες διεμβολισμού του χώρου στα δεξιά του, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τον κατακερματισμό των εθνικιστών, οικοδομώντας δεσμούς με τις πολύμορφες εκφράσεις της ακροδεξιάς (όπως μαρτυρούν η «δικτύωση» και η «αλληλεγγύη» ανάμεσα σε στελέχη, έντυπα και ιστοτόπους του χώρου), ώστε να αναδειχτεί εν τέλει σε «κόμβο» της ελληνικής ακροδεξιάς, γύρω από τον οποίο αρθρώθηκαν οργανώσεις και προσωπικότητες του χώρου, συνδεδεμένες με ανταγωνιστικά πολιτικά εγχειρήματα.

Το επίτευγμα αυτό συνδέεται, σε πρώτο χρόνο, με την τακτική του Γιώργου Καρατζαφέρη και της «Νέας Ελπίδας» (υπ’ αυτό το πρίσμα, το 15% του 2002 μπορεί να διαβαστεί ως πρόκριμα) και, σε δεύτερο χρόνο, με τη συμβολή προσωπικοτήτων με μακρά διαδρομή στο χώρο και αυξημένο κύρος (ο λεπενικός Βορίδης του «Μετώπου» και ο χιτλερικός Πλεύρης της «Πρώτης Γραμμής», πρώτος σε σταυρούς υποψήφιος του κόμματος στην Α’ Αθήνας το 2004[4], είναι οι δύο κυριότερες). Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, όσο προφανής κι αν είναι στην τακτική του ΛΑ.Ο.Σ η επιρροή της γαλλικής Νέας Δεξιάς, κάθε άλλο αυτή επιτρέπει παρά να δούμε το κόμμα ως προϊόν ιδεολογικής παρθενογένεσης.

Από την άλλη πλευρά, η αμφίπλευρη στόχευση (προς τις ακροδεξιές οργανώσεις αφ’ ενός, προς τη ΝΔ αφ’ ετέρου), καθώς και η «στροφή στην ιδεολογία» που μαρτυρά ένας «οργασμός» εκπομπών, εκδόσεων και εκδηλώσεων, δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε ψηφοθηρικό τρυκ. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες συγκροτήθηκε και δρα ο ΛΑ.Ο.Σ, η τυπική για κόμμα της ακροδεξιάς συνάρθρωση ετερόκλιτων στοιχείων στο λόγο του και η πολυσυλλεκτικότητά του, αλλά και οι επιδράσεις που δέχεται εμπλεκόμενο στον πολιτικό ανταγωνισμό, υποχρεώνουν σε προσαρμογές[5] και αντιφάσεις, όσο και στην εντατικοποίηση της ιδεολογικής «ζύμωσης».

Το 2000, ο «αντάρτης» Καρατζαφέρης κατήγγελλε τη ΝΔ ότι δεν είναι πια «Δεξιά», λίγο αργότερα αποτασσόταν την ακροδεξιά δείχνοντας με το δάχτυλο τον Βορίδη, για να φτάσει ο τελευταίος να επιχειρηματολογεί για την υπέρβαση της διάκρισης Αριστερά/Δεξιά μέσω της εθνικής ιδέας –να επιχειρηματολογεί, δηλαδή, με τον τρόπο των «καθεστωτικών» δυνάμεων που ο ΛΑ.Ο.Σ καταγγέλλει· των δυνάμεων που, όπως το θέτει η Mouffe, έχοντας προαναγγείλει την ανατολή μιας συναινετικής πολιτικής «π έ ρ α ν της αριστεράς και της δεξιάς», βρέθηκαν έξαφνα αντιμέτωπες με την ανάδυση νέων πολιτικών συνόρων, που συνιστούν πραγματική απειλή για το μεταπολιτικό όραμά τους[6].

Τι πιο εύγλωττο για την επικράτηση της λογικής του «μεταπολιτικού» παιχνιδιού: το ίδιο το κόμμα που καταγγέλλει ως διεφθαρμένους τους πολιτικούς, πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται, συναινώντας και δηλώνοντας διαθέσιμο να κυβερνήσει με κάποιους από αυτούς. Πόσο ασφαλής, άλλωστε, μπορεί να είναι η παραμονή του στη σφαίρα της διαμαρτυρίας, όταν η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερες δυνατότητες[7];

Σε μια περίοδο, ωστόσο, που ο ΛΑ.Ο.Σ εμπλέκεται όλο και πιο ενεργά σε κυβερνητικά σενάρια, βοηθούντων, κυνικά, και των ΜΜΕ, διάφοροι σκέφτονται ότι η συμμετοχή ακροδεξιών κομμάτων σε κυβερνητικά σχήματα μπορεί να τα ενσωματώσει και να περιορίσει την εκλογική τους επιρροή, ξεχνώντας (;) οι ίδιοι ότι, παρά το όποιο κόστος, τα κόμματα αυτά καταφέρνουν τελικά, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, να επιβάλουν τις θέσεις τους[8].

Η παραπάνω παρατήρηση δεν προσδιορίζει απλώς τα όρια της τακτικής της ενσωμάτωσης της άκρας δεξιάς· αποδεικνύει και τη δυνάμει επικινδυνότητα ενός πολιτικού κυνισμού που μετράει εκλογικά κέρδη και ζημιές, αδιαφορώντας για το όποιο κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Η εδραίωση του ΛΑ.Ο.Σ, εξάλλου, δεν οφείλεται μονοσήμαντα στην επιδεξιότητα των στελεχών του ή αορίστως στη συγκυρία: οφείλεται και στον αμοραλισμό ΜΜΕ και πολιτικών δυνάμεων που είδαν σ’ αυτόν, παλιότερα ένα κόμμα που θα δημιουργούσε ρωγμές στην εκλογική βάση της ΝΔ και σήμερα έναν πιθανό στυλοβάτη του πολιτικού συστήματος που μπορεί να εγγυηθεί την αποφυγή της ακυβερνησίας.

Οφείλεται, ακόμα περισσότερο, σε ευρύτερες συγκλίσεις σε ιδέες και πρακτικές που συνδέονται με το νόμο, την τάξη, την πάταξη της «λαθρομετανάστευσης» και τον εκσυγχρονισμένο εθνικισμό της «ισχυρής Ελλάδας».

Αν ο Καρατζαφέρης ζήτησε πολιτικές κλειστών συνόρων, οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων συνομολόγησαν την Ευρώπη-φρούριο· αν ο ΛΑ.Ο.Σ κραύγασε «βέτο στα Σκόπια», σύσσωμες οι πολιτικές δυνάμεις το υποστήριξαν πέρσι στο Βουκουρέστι· αν η ακροδεξιά υπέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ ως θωπεύοντα τους «κουκουλοφόρους», η Μαραγκοπούλου έσπευσε να συντάξει «ιδιώνυμο της κουκούλας» και ο υπουργός Δικαιοσύνης Δενδιάς να το υιοθετήσει, ο υφυπουργός Εσωτερικών Μαρκογιαννάκης να υποσχεθεί περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων χάριν της ασφάλειας και ο Γιάννης Πρετεντέρης να «απαντήσει» στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ ότι «τη βία τη γεννάει η άκρα Αριστερά»[9]. Ας το θέσουμε και αλλιώς: η ευκολία με την οποία ο ΛΑ.Ο.Σ οικειοποιείται τον δήμαρχο Αθηναίων Νικήτα Κακλαμάνη ή το Νικολά Σαρκοζί (έναντι του λιγότερο «ηγεμονικού» Λεπέν), τι άλλο μαρτυρά, αν όχι την «μεταπολιτική» σχετικοποίηση των ορίων μεταξύ ακραίων και μη;


[1] Βασιλική Γεωργιάδου, Το πολιτικό κράμα της ακροδεξιάς, πρόλογος στο: Paul Hainsworth (επιμέλεια), Η Ακροδεξιά: Ιδεολογία – Πολιτική – Κόμματα, Παπαζήση, 2004, σελ. 34

[2] Πρόκειται για τη θέση της Βασιλικής Γεωργιάδου, στο: Βασιλική Γεωργιάδου, Ψηφίζοντας την άκρα δεξιά. Η εκλογική επιλογή του ΛΑ.Ο.Σ., περιοδικό Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 19, Άνοιξη 2008, σελ. 252-255.

[3] Βασιλική Γεωργιάδου, Το πολιτικό κράμα της ακροδεξιάς, ό.π., σελ. 26

[4] Ο Ιός, Το μαύρο DVD, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, φ. 13.1.2008.

[5] Παράδειγμα μιας τέτοιας προσαρμογής είναι η στάση του Καρατζαφέρη εντός του Ευρωκονοβουλίου, στο: Ο Ιός, Το τριώδιο της ακροδεξιάς, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, φ. 26.2.2006

[6] Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό παράδοξο, Πόλις, 2004, σελ. 218

[7] Όπως παρατηρεί ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, ο Γ. Καρατζαφέρης γνωρίζει ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα θα προσπαθήσει να τον απωθήσει στα άκρα. «Μετατοπίζεται», λοιπόν, σε πολιτικές θέσεις που διεκδικούν το κοινωνικώς «αυτονόητο»: δεν χτυπά τους μετανάστες, αλλά τους «λαθρομετανάστες» ζητώντας κρατική ρύθμιση του προβλήματος. Δεν βγαίνει να πει «όπου βλέπω ξένο τον κυνηγάω», στο: Χριστόφορος Βερναρδάκης, (συνέντευξη), Η εξέλιξη της ακροδεξιάς στην Ελλάδα κατά τη μεταπολίτευση, Η εποχή, φ. 26.3.2006

[8] Χαρακτηριστικό αυτής της «λήθης», το άρθρο Μ. Κωττάκη στον Ελεύθερο Τύπο, φ. 11.3.2009. Βλ. Βασιλική Γεωργιάδου, Το πολιτικό κράμα της ακροδεξιάς, ό.π., σελ. 29

[9] Ο λόγος για το άρθρο του Ι. Κ. Πρετεντέρη Ο φόρος του αίματος (Το Βήμα, φ. 22.2.2009), που φιλοξενείται, μεταξύ άλλων, στο κεντρικό ιστολόγιο της φοιτητικής παράταξης του ΛΑ.Ο.Σ



Τρια Χρωματα: Κοκκινο. Για την Κομμουνιστικη Συμβολη στο Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 29.3.2009)

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Στα δύο πρώτα άρθρα αυτής της σειράς φάνηκε ότι οι αξίες του φεμινισμού και της οικολογίας μπορούν να συναντηθούν, αν και όχι χωρίς αντιφάσεις και εντάσεις, με αυτές της αριστεράς. Με αυτό το δεδομένο, ποια θα πρέπει να είναι η συμβολή του κόκκινου;

Μια κομμουνιστική προσέγγιση αρχίζει με τη λογική του κόσμου της εργασίας, αρχίζει με τις κοινωνικές ανάγκες. Είναι γνωστό ότι η διανεμητική αρχή σε μια κομμουνιστική κοινωνία ορίζει ότι όλοι προσφέρουν ανάλογα με τις ικανότητές τους, σε άλλους ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ότι, με άλλα λόγια, οι δικές σου ανάγκες σου δίνουν κάποια δύναμη πάνω στις δικές μου ικανότητες, ενώ η καπιταλιστική αρχή προτάσσει το αντίθετο: οι δικές σου ανάγκες μου δίνουν κάποια ισχύ (για κέρδος) σε σχέση με σένα. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι η αρχή του κομμουνισμού δεν ισχύει μόνο στον κομμουνισμό. Εκατομμύρια άτομα έχουν αγωνιστεί για να εξασφαλίσουν κατά καιρούς θύλακες, για παράδειγμα στη δημόσια υγεία και στην παιδεία, όπου άτομα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των άλλων, όχι πάνω στη βάση ικανότητας πληρωμής (ή στη βάση κοινωνικού στάτους ή κάποιας άλλης αρχής), αλλά μόνο και μόνο επειδή αυτοί οι άλλοι έχουν κάποια ανάγκη. Η μαρξιστική θεωρία, όμως, λεει ότι τέτοιες θύλακες δύσκολα επιβιώνουν μακροπρόθεσμα σε μια καπιταλιστική κοινωνία, γιατί αποτελούν μια άρνηση της λογικής του κεφαλαίου. Έτσι, από τη σκοπιά του κομμουνισμού, ο στόχος είναι ξεκάθαρος• η γενίκευση της κομμουνιστικής αρχής σε όσο πιο πολλούς τομείς γίνεται. Και βέβαια ένα τέτοιο πρόταγμα ταιριάζει πολύ καλά με την οικολογική αναβάθμιση των σχέσεων μας με τη φύση, ή τη φεμινιστική αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ των ατόμων.

Αυτή η συμπόρευση υπάρχει όχι μόνο στους στόχους αλλά και στα μέσα πολιτικής. Και οι τρεις συμβολές εκτιμούν το ρόλο της συμμετοχής και των δημοκρατικών λειτουργιών ως αυτοσκοπό. Για τις σχέσεις μας και τις ανάγκες μας πρέπει να αποφασίσουμε εμείς οι ίδιοι. Αλλά όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, σε σχέση με την πρόταση για μια σημαντική αύξηση των δημοσίων αγαθών, το αναμενόμενο είναι το κεφάλαιο να πολεμήσει τέτοιες πρωτοβουλίες όποτε, και όταν, έχει την πολιτική δύναμη να το κάνει. Δεν μπορεί μακροπρόθεσμα το κεφάλαιο να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των πόρων θα διανέμονται από δημόσιους, και άλλου συλλογικούς, θεσμούς μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Άρα αυτοί οι θεσμοί δεν αποτελούν μόνο αυτοσκοπό, αλλά σημαντικές πρακτικές που συμβάλλουν στην αναγκαία αλλαγή στον κοινωνικών συσχετισμών.

Όπως μας λεει ο Suchting στο έργο του Μαρξ βλέπουμε τρεις κάπως διαφορετικές προσεγγίσεις, όπου και οι τρεις είναι χρήσιμες. Η πρώτη, που πιο συχνά την βρίσκομε στο νεότερο Μαρξ, αλλά που νομίζω ποτέ δεν την εγκατάλειψε πλήρως, έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, με τις ικανότητες των ανθρώπων, και πως αυτές θα μπορούν κάποτε να εκφραστούν στην πλήρη διάσταση τους. Η δεύτερη, που χαρακτηρίζει πιο πολύ το Κεφάλαιο, έχει να κάνει με την έμφαση στις δομές που επηρεάζουν την ανθρώπινη δράση μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και οικονομία. Αν η πρώτη μπατάρει προς τον ατομικισμό, η δεύτερη αποτελεί μια καθαρά ολιστική προσέγγιση. Αλλά υπάρχει και μια τρίτη προσέγγιση που, παρόλο που είναι ολιστική, αφήνει χώρο για την ανθρώπινη δράση με το να δίνει έμφαση στις πρακτικές των ατόμων. Αυτές τις πρακτικές μπορούμε να τις δούμε σαν τεχνολογίες δράσης – τα άτομα μέσα από διαφορετικές πρακτικές μπορούν να αλλάξουν τη φύση και την κοινωνία, και, συγχρόνως, να αλλάξουν τον εαυτό τους. Όταν προωθούμε το συμμετοχικό προϋπολογισμό, ή τη συμμετοχή των συνδικάτων στη διαχείριση των ταμείων τους, ή το δημοκρατικό προγραμματισμό των δημόσιων επενδύσεων, προωθούμε πρακτικές που όχι μόνο αλλάζουν που πάνε οι πόροι σε μια οικονομία, αλλά αλλάζουν και τις συνειδήσεις των ατόμων. Τα άτομα μέσα από τέτοιες πρακτικές αρχίζουν να οριοθετούν διαφορετικά τα πράγματα και να αξιολογούν αλλιώς τις συλλογικές λύσεις σε σχέση με τις ατομικές, ή συνειδητοποιούν σταδιακά ότι αντί μια ατελείωτη συσσώρευση του κεφαλαίου χρειαζόμαστε να επενδύουμε στις σχέσεις μας (στο χώρο δουλειάς, στην κοινότητα, στο σπίτι) και στη σχέση μας με τη φύση. Η αλλαγή συνείδησης δεν γίνεται με επιφοίτηση αλλά μέσα από πρακτικές, κάτι που καταλαβαίνουν πολύ καλά οι αντίπαλοί μας – για αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν πολεμήσει όλες τις συλλογικές πρακτικές, είτε είναι στα συνδικάτα είτε στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την στρατηγική της αριστεράς και το πρόγραμμα της; Σε πρόσφατο άρθρο του ο Γεράσιμος Μοσχονάς (Τα Νέα 21-11-08) άσκησε κριτική σε προσεγγίσεις που βασίζονται στην επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Ισχυρίζεται ότι η ιδέα του σοσιαλισμού ποτέ δεν είχε λιγότερη απήχηση στον κόσμο της Ευρώπης από ότι έχει σήμερα, και έτσι μια εμμονή σε αυτή την ιδέα δεν θα μπορούσε παρά να μας αποκόψει από σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Νομίζω ότι αυτό η θεώρηση των πραγμάτων αποτελεί κακή συμβουλή για το ΣΥΡΙΖΑ και το πρόγραμμα του, και το λεω αυτό ξέροντας ότι ο ίδιος συγγραφέας μας έχει συνηθίσει τον τελευταίο καιρό σε πολλές καλές, και χρήσιμες, αναλύσεις για τη δική μας την αριστερά. Να θυμίσω πρώτα ότι η σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία της μεταπολεμικής περιόδου δεν βασίστηκε μόνο σε μεγάλες κινητοποιήσεις, στην απειλή του σοβιετικού μπλοκ, στην ελκυστικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων, και στη σχεδόν συνολική αμφισβήτηση της ιδεολογίας των κυρίαρχων τάξεων του μεσοπολέμου. Βασίστηκε στην ιδέα ότι ο σοσιαλισμός, με την μια ή την άλλη μορφή, αποτελούσε το μέλλον του κόσμου. Αλλά να θυμίσω, επίσης, ότι η νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση άρχισε με τη σχεδόν συνολική αμφισβήτηση των ιδεών της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Στις αρχές του ’60 ο Milton Friedman, ο Friedrich von Hayek, ο Leo Strauss και ο Carl Schmitt αποτελούσαν περιφερειακές, συχνά γραφικές, φιγούρες. Εκείνη την εποχή οι ιδέες του μικρού κράτους, της ανισότητας ως μηχανισμός κινήτρων για τους φτωχούς, η ανεργία για την πειθάρχηση των εργαζομένων, και όλο το άλλο οπλοστάσιο ιδεών που το γνωρίζουμε πια καλά, είχαν εξαιρετικά μικρή απήχηση στους Ευρωπαίους. Και από νεοφιλελεύθερη σκοπιά μια συμβουλή να τα αφήσουν όλα αυτά και να εστιάσουν σε ότι είχε απήχηση στο κόσμο δεν νομίζω θα έβαζε τη βάση για αυτό που είδαμε μετά από το 1980.

Δεν αμφισβητώ το ότι το «θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο» έχει μεγαλύτερη απήχηση γιατί «ως πολυσυλλεκτικό, δεν αναφέρεται στον σοσιαλισμό». Αλλά η κομμουνιστική συμβολή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ακριβώς εδώ. Πρώτον, γιατί η θεωρία μας δεν βασίζεται μόνο στο τι είναι επιθυμητό, αλλά στην ανάλυση όλων αυτών των θεσμών και μηχανισμών που εμποδίζουν την εδραίωση αυτού του καλύτερου κόσμου, συμπεριλαμβάνοντας και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που παρουσιάζουν τον κομμουνισμό ανεπίκαιρο, ανεφάρμοστο κλπ. Δεύτερον, γιατί μπορούμε, και έχουμε την αυτοπεποίθηση, να κάνουμε προτάσεις για το σήμερα, ακριβώς επειδή παίρνουμε έμπνευση από το αύριο, δηλαδή από την κομμουνιστική αρχή που ανέλυσα παραπάνω. Συλλογικές λύσεις, όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ή νέα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θα ελέγχουν συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα, από τη μια δίνουν λύση στα τωρινά προβλήματα (την αδιαφάνεια και τη διαφθορά στην ΤΑ στην πρώτη περίπτωση, στην οικονομική κρίση στη δεύτερη), και συγχρόνως συνδέονται με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Και όπως ανέλυσα την ίδια στιγμή αποτελούν πρακτικές που επιτρέπουν τον κόσμο να βλέπει τη πραγματικότητα αλλιώς. Και τρίτον, η κομμουνιστική συμβολή αναδεικνύει την πολιτική στρατηγική του μετασχηματισμού με μια ρεαλιστική θεώρηση των σημαντικών αντιδράσεων που μια τέτοια στρατηγική θα προκαλέσει. Κατανοεί, δηλαδή, τη σημασία της αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών.

Τα τελευταία τρία σημεία δεν σημαίνει ότι όλα είναι λυμένα. Κάθε άλλο, και ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του μια μεγάλη γκάμα θεμάτων για συζήτηση. Ποιοι μηχανισμοί αμφισβητείς ως προτεραιότητα σε ένα πρόγραμμα περιόδου; Ποιες πρακτικές μπορείς να προτείνεις που θα λειτουργήσουν με τον τρόπο που περιέγραψα; Ποια πολιτική στρατηγική μεγιστοποιεί τις δικές σου δυνάμεις και φέρνει τον αντίπαλο σε δύσκολη θέση; Υπάρχουν πολλά, μα πάρα πολλά, τέτοια ερωτήματα. Η αυτοπεποίθηση που προέρχεται από την κόκκινη συμβολή δεν βασίζεται σε μια παράκαμψη τέτοιον ερωτημάτων. Αλλά σε μια πιο ρεαλιστική αναγνώριση της συμβολής και των τριών χρωμάτων στον καλύτερο κόσμο που πολλοί και πολλές οραματίζονται, και μια ακόμα πιο ρεαλιστική θεώρηση για τους φραγμούς σε μια τέτοια εξέλιξη.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Αιρετικες σκεψεις για την «εθνικη ιδεολογια» του σχολειου (Αυγη, 27.3.2009)
27/03/2009, 11:40 μμ
Filed under: Νασος Θεοδωριδης | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ

Δυστυχώς, το ελληνικό σχολείο είναι ακόμα παγιδευμένο στην εθνικιστική προπαγάνδα του 19ου αιώνα, δηλαδή σε εθνικούς μύθους που κατ’ ουσία νομιμοποιούν τη θυσία πολύτιμων ζωών χάριν άψυχων εδαφών και που δικαιολογούν ηθικά πολέμους σαν αυτούς που διεξήγε συστηματικά ο ελληνικός στρατός στις αρχές του εικοστού αιώνα αιματοκυλίζοντας τα Βαλκάνια σε περιοχές όπου το ελληνικό στοιχείο αποτελούσε ισχνή μειοψηφία. Η παραχαραγμένη ιστορία που μας διδάσκουν ονομάζει απελευθερωτικούς όλους τους πολέμους του ελληνικού κράτους και άρα εμφανίζει στρεβλά ως αμυντική την επεκτατική των κρατικών συνόρων εθνική πολιτική. Διαιρεί τον κόσμο σε «εμάς» τους Έλληνες και τους «άλλους» λαούς, αποδίδοντας σε «εμάς» τους Έλληνες μόνο δίκαια, ενώ στους «άλλους» δολοπλοκίες και «συμφέροντα».

Αν όλα αυτά δεν είχαν πολιτικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση αντιλήψεων περί εξωτερικής πολιτικής, θα μπορούσαμε να παραπέμψουμε το θέμα αποκλειστικά στους αρμόδιους επιστήμονες. Από τη στιγμή όμως που μια τέτοια πλύση εγκεφάλου έχει ορατές παρενέργειες που συνίστανται π.χ. στη δημιουργία «εδραίας πεποίθησης» των πολιτών ότι είναι τάχα αυτονόητο κυριαρχικό «δικαίωμα» η επέκταση στα 12 μίλια (λες και το Αιγαίο δεν είναι κλειστή θάλασσα) ή ότι υφιστάμεθα «ταπεινωτικές» παραβιάσεις του εναέριου χώρου (όταν η Ελλάδα είναι εκείνη που έχει παρανόμως επεκτείνει στον αέρα τα 6 μίλια σε 10) ή ότι είναι προσβλητική για τους Έλληνες η απολύτως θεμιτή αξίωση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας να ονοματίζει τον εαυτό της όπως εκείνη επιθυμεί (και όχι όπως επιτάσσουν οι κήνσορες της ελληνικής εθνικοφροσύνης), τότε η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να παραμένει απαθής χωρίς να λαμβάνει πολιτικές πρωτοβουλίες που θα ταράξουν τα νερά.

Και ακριβώς επειδή το σχολείο διδάσκει εθνική ιδεολογία (δηλαδή μυθολογία αντί για ιστορία) έχει σφιχταγκαλιάσει και τον μιλιταριστικό θεσμό των παρελάσεων. Ο Ιωάννης Μεταξάς ασφαλώς θα είχε πεθάνει ήσυχος, αν μπορούσε να φανταστεί ότι μετά τον θάνατό του οι πολυαγαπημένες του μαθητικές παρελάσεις, το «έργο της καρδιάς του», θα συνέχιζαν να θεωρούνται αναπόσπαστο στοιχείο της εθνοκεντρικής εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ο σωβινισμός έχει ριζώσει τόσο βαθιά στα εκπαιδευτικά μας πράγματα ώστε ουδείς μοιάζει να αναρωτιέται για το νόημα της επετειακής μεταμφίεσης των μαθητών σε κουρδιστά στρατιωτάκια, κατά την οποία τα παιδιά καλούνται να… συμπορευτούν με τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας. Μέσα από τις παρελάσεις, είτε τις στρατιωτικές είτε τις μαθητικές, το έθνος που έγινε κράτος προβάλλει την ύπαρξη εξωτερικής «απειλής από τους εχθρούς μας», για να κρύψει τα συμφέροντα της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης.

Αναμφίβολα μπορεί να διαγνώσει κανείς μέσα στην ιστορία του ανθρώπινου βίου πολλά πραγματικά είδη συμφερόντων (π.χ. ατομικό, ταξικό, κλαδικό,), αλλά θα ήταν ανορθολογικό να υποστηριχτεί ότι υφίσταται αυτοτελής «έννοια εθνικού συμφέροντος». Ουδέποτε είναι δυνατόν να ταυτίζονται εκ των προτέρων τα συμφέροντα ποικίλων και κοινωνικά ετερόκλητων ομάδων που αυθαίρετα έχουν «ενταχτεί» από την κρατική εξουσία σε ένα «έθνος-κράτος» (και μάλιστα χωρίς να ερωτηθούν επ’ αυτού, αφού η υπηκοότητα τους προκύπτει συνήθως αυτοδικαίως από το ΤΥΧΑΙΟ γεγονός της γέννησης τους σε ένα συγκεκριμένο τόπο). Σε αντίθεση με τα όσα λέει η χονδροκομμένη σχολική προπαγάνδα, τα «έθνη» (και άρα και το ελληνικό) δεν είναι προαιώνια και αναλλοίωτα, αλλά δημιουργήθηκαν από τα κράτη για λόγους πρακτικούς, διοικητικούς και οικονομικούς, όπως π.χ. η διευκόλυνση στην εξάπλωση του εμπορίου και η δυνατότητα άσκησης στρατολογικής πολιτικής εκ μέρους του κράτους. Άρα, η αποδόμηση της εθνικής ιδεολογίας αποτελεί πρώτιστο καθήκον μιας αντι-συστημικής αριστεράς.

Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι δικηγόρος και μέλος του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΝ



Η όψιμη ανακάλυψη της επισφαλούς εργασίας
22/03/2009, 9:20 μμ
Filed under: - Εγραψαν, διαβασαμε, μας αρεσαν - | Ετικέτες:

ΑΥΓΗ 22/03/2009
Της Έφης Αβδελά

Η πρωτοφανής επίθεση ενάντια στην Κωνσταντίνα Κούνεβα λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων προκάλεσε ένα επίσης πρωτοφανές κίνημα αλληλεγγύης, που οργανώθηκε πραγματικά από τα κάτω και τροφοδοτήθηκε από το κλίμα που δημιούργησε η εξέγερση του Δεκέμβρη. Συνέχεια



Φορεσαν κουκουλα στη Δημοκρατια (Αυγη, 21.3.2009)
21/03/2009, 11:39 μμ
Filed under: Νασος Θεοδωριδης | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ

Ακούγοντας την ανατριχιαστική είδηση των δηλώσεων του υπουργού Δικαιοσύνης για τη θέσπιση ιδιωνύμου «κουκουλοφορίας» διερωτήθηκα τι διαφορετικό θα έκανε ένα καθεστώς που θα προέκυπτε π.χ. ύστερα από κήρυξη στρατιωτικού νόμου για να επιβάλει την «τάξη». Η θεσμική στοχοποίηση και ο προπαγανδιστικός στιγματισμός της φιγούρας του πιθανού «εχθρού» θα συνιστούσε οπωσδήποτε ένα από τα πρώτα μελήματα μιας στρατιωτικής δικτατορίας που θα περιφρονούσε προκλητικά όλα τα δικαιώματα, ανάμεσα στα οποία η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερίας της αμφίεσης με ανάδειξη πολιτικού συμβολισμού, η ελευθερία προφύλαξης από χαφιεδίστικες κάμερες, η ελευθερία αυτοπροστασίας των διαδηλωτών από απαγορευμένα κι επικίνδυνα χημικά αέρια κ.λπ.

Το αστικό κράτος, που κατ’ ευφημισμόν συνηθίζουμε (ακόμη και στην αριστερά) να το αποκαλούμε κράτος δικαίου, δείχνει πια όχι μόνο το απεχθές του πρόσωπο αλλά και την απροκάλυπτα αποκρουστική ταξική του φύση.  Ξαφνικά ένιωσε σοκ κι αισθάνθηκε να θίγεται ανεπανόρθωτα από τις (πολιτικά ανόητες και απορριπτέες) πράξεις υλικής βίας που έλαβαν χώρα ένα μεσημέρι. Ίσως αυτό να οφείλεται και στο γεγονός ότι το Κολωνάκι συμβολίζει σημειολογικά το «κάστρο» του συστήματος ως χώρος όπου δραστηριοποιούνται οι πιο επιφανείς παράγοντες του επιχειρηματικού βίου. Η οργή και ο θυμός των ποικίλων αυτόκλητων κηνσόρων της «νοικοκυροφροσύνης» δεν είχε ως ελατήριο τη συναισθηματική τους θλίψη για την πρόκληση υλικών καταστροφών. Τα δάκρυα ήταν κροκοδείλια. Αυτό που κατά βάθος δεν θέλανε να αμφισβητηθεί ήταν η ηθική νομιμοποίηση της ύπαρξης προκλητικού πλούτου και χλιδής δίπλα στη φτώχεια και στην ανέχεια. Αυτό ήταν που τους φανάτιζε όταν ζητούσαν έκτακτα μέτρα και ένταση της καταστολής. Η «δικαίωση» του «θεμιτού» των ταξικών διαφορών. Η «δικαίωση» της βαρβαρότητας, που εμείς θέλουμε να ανατρέψουμε (όχι με σπασίματα τζαμιών, αλλά με ριζικότατες αλλαγές που θα οδηγήσουν τους εν λόγω κυρίους και κυρίες στην απώλεια του ταξικού τους status).

Παρεμπιπτόντως, δεν θυμάμαι παρόμοια αγανάκτηση όταν καταυλισμοί των Ρομά διαλύονται από αστυνομικές δυνάμεις, όταν μετανάστες κατεξευτελίζονται καθημερινά σε απαράδεκτους μαζικούς ελέγχους εγγράφων στο δρόμο (δείγμα κι αυτό εμφανέστατου ολοκληρωτισμού, που συνήθως το ξεχνάμε όταν αφελώς μιλάμε για «αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974»), όταν χειροβομβίδες εκτοξεύονται σε Στέκια Μεταναστών ή όταν ακροδεξιές συμμορίες λυμαίνονται ανενόχλητες τα δυτικά προάστια ψάχνοντας τη λεία τους.

Προτείνω μια «αντιδημοφιλή» στρατηγική: Αφού επαναλάβουμε ότι σε επίπεδο αξιών ασφαλώς δεν μας εκφράζουν (ούτε καν αισθητικά) τα διάφορα ανόητα ξεσπάσματα «γνωστών αγνώστων», θα πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι (συγκριτικά μιλώντας) μας χωρίζει πολύ -μα πάρα πολύ- μεγαλύτερο αξιακό χάος από τους Κολωνακιώτες φετιχιστές της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, δηλαδή ότι θεωρούμε πως με την αυταρχική αστική «δημοκρατία»  βρισκόμαστε όχι απλά σε πολιτική διαφωνία αλλά σε διαφορετική όχθη του ποταμού.

Είναι η ώρα να χαλάσουμε τα σχέδιά τους κηρύσσοντας πολιτική ανυπακοή. Με δεκάδες κόκκινες κουκούλες στα οργανωμένα μπλοκ του κόμματός μας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, προκειμένου (αν τολμάνε) να μας συλλάβουν όλους. Και βεβαίως με θέσεις ριζοσπαστικές και αντι-συστημικές. Ας τον ξαναθυμηθούμε τι λέγαμε τον Δεκέμβρη. Κατάργηση των ΜΑΤ (διότι -προς ανατριχίλα των εκσυγχρονιστών πάσης φύσεως- όλες οι εργατικές διεκδικήσεις είναι δίκαιες). Κατάργηση των Συνοριακών Φρουρών (διότι μόνο τα ανοιχτά σύνορα είναι η ανυπόκριτη απόδειξη της κοινωνικής αλληλεγγύης). Εδώ και τώρα αφοπλισμός της Αστυνομίας στις διαδηλώσεις και στις περιπολίες (αυτονόητο ύστερα από τόσους πολλούς θανάτους). Τα υπόλοιπα θεσμολάγνα αιτήματά μας (καλύτερη εκπαίδευση, αναδιοργάνωση, διακομματική επιτροπή κ.λπ.) ας αφήσουμε να τα διατυπώσουν άλλοι πολιτικοί χώροι, αρμοδιότεροι ημών.

Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι δικηγόρος και μέλος του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΝ



Υπαγορευει η ακροδεξια την ατζεντα σε κυβερνηση και ΜΜΕ; (Αυγη, 21.3.2009)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Στο βιβλίο του Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού, ο Σλαβόι Ζίζεκ υποστηρίζει ότι μόνο η λαϊκιστική δεξιά αποτελεί σήμερα ‘’ζωντανή’’ σοβαρή πολιτική δύναμη, ότι μόνο αυτή πράττει, δίνει το ρυθμό, καθορίζει την προβληματική της πολιτικής πάλης: τρεις μήνες μετά την εξέγερση του Δεκεμβρίου, η κυβέρνηση φαίνεται πως πασχίζει να δικαιώσει την εκτίμηση του Ζίζεκ. Αυτό δείχνουν το καθ’ υπαγόρευση Καρατζαφέρη «ιδιώνυμο» της κουκούλας και η διαρκής απειλή για την κατάργηση του ασύλου, κεντρικό αίτημα της προεκλογικής καμπάνιας των φοιτητών του ΛΑ.Ο.Σ.

Μέσα σ’ αυτό το τρίμηνο άλλωστε, δημοσιογράφοι και στελέχη της κυβέρνησης ανακάλυψαν ότι δεν είναι δα και μεγάλο πρόβλημα αυτή η συμβατότητα κυβέρνησης-άκρας δεξιάς· τώρα που το καλοβλέπουν, ο ΛΑ.Ο.Σ δεν είναι καν ακροδεξιά. Εν πάση περιπτώσει –λένε οι ίδιοι- μπορούμε να εκμεταλλευτούμε το γεγονός ότι οι καιροί (βλ. οικονομική κρίση και κοινωνικές αντιδράσεις) επιβάλλουν συναινέσεις, ώστε να ενσωματώσουμε τα «άκρα»· η ευρωπαϊκή εμπειρία εξάλλου –συνεχίζουν- δείχνει πως η αναβάθμιση των νέων ακροδεξιών μορφωμάτων (η συμμετοχή τους σε κυβερνήσεις), «ροκανίζει» τα εκλογικά τους ποσοστά.

Το γεγονός ότι μέχρι να «ροκανιστούν» αυτά τα ποσοστά, η άκρα δεξιά έχει κατορθώσει να επιβάλει πολλές από τις θέσεις της συνολικά στο πολιτικό σύστημα –αυτό δείχνει η ευρωπαϊκή εμπειρία, για όποιον δεν την διαβάζει μισή- δεν απασχολεί τους κυνικούς των ΜΜΕ και της πολιτικής, είτε πρόκειται για τους νεοδημοκράτες σήμερα, είτε για μερίδα του ΠΑΣΟΚ χτες και σήμερα.

Αυτό που τους απασχολεί είναι η βία. Μια ορισμένη βία, που είτε περιορίζεται σε «μια δράκα αναρχικών» (και τότε γιατί είναι τόσο επικίνδυνη, αφού είναι τόσο μειοψηφική;) είτε «διαχέεται επικίνδυνα» (στο έδαφος ποιων κοινωνικών συνθηκών, όμως;).

Αν η ανησυχία τους δεν ήταν τόσο επιλεκτική, θα αναγνώριζε ως βία και εξαναγκασμό, πρακτικές που θέτουν καθημερινά τη ζωή ανθρώπων σε κίνδυνο. Γι’ αυτές, όμως, δε φρίττει κανείς.

Αν ανέτρεχαν στην έκθεση της αμερικανικής Εθνικής Επιτροπής για τα Αίτια και την Πρόληψη της Βίας του 1968, θα ανέσυραν δύο ορισμούς που θα βοηθούσαν τη συζήτηση: σύμφωνα με αυτούς, «βία» είναι η συμπεριφορά που αποσκοπεί στο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε ανθρώπους ή ζημιά σε περιουσία, ενώ «εξαναγκασμός», η πραγματική ή επαπειλούμενη χρήση βίας για να επιβάλουμε σε άλλους να κάνουν ό,τι διαφορετικά μπορεί να μην έκαναν.

Γιατί βοηθούν τη συζήτηση αυτοί οι ορισμοί; Διότι δείχνουν ότι η δημόσια συζήτηση περί βίας που διεξάγεται με όρους ακροδεξιάς (αλλά και «Βήματος») είναι υποκριτική και βρίθει πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η πρώτη: να ταυτίσει τη βία κατά ζωής με τη βία κατά περιουσίας.

Για τη συζήτηση αυτή, ο θάνατος της Κατερίνας Γκουλιώνη κατά τη μεταγωγή της από τη Θήβα στις φυλακές Αλικαρνασσού, η μακρά λίστα θανάτων στις φυλακές και ο κτηνώδης κολπικός έλεγχος στον οποίο υποβάλλονται οι κρατούμενες, ο μακρύς κατάλογος των αυτοκτονιών φαντάρων και η στέρηση και των στοιχειωδών ελευθεριών στο «κολέγιο» του στρατού, η καθημερινή (κρατική και παρακρατική) βία πάνω στα σώματα μεταναστών και μεταναστριών σε κάθε γωνιά της χώρας που έχει κοστίσει δεκάδες ζωές, δεν αποτελούν βία ή εξαναγκασμό που πρέπει να αντιμετωπιστεί, αλλά περιστατικά ανάξια λόγου.

Η χειροβομβίδα που θα κομμάτιαζε δεκάδες στο Στέκι Μεταναστών, η ασυλία των παρά λίγο δολοφόνων της Κωνσταντίνας Κούνεβα, η πολεμική βία των καρκινογόνων χημικών που διαλύουν διαδηλώσεις, δεν αφορούν κυβέρνηση και ΜΜΕ, που φρίττοντας για το Κολωνάκι και την Κηφισιά, δεν πρόλαβαν να ασχοληθούν με τίποτα από όλα τα παραπάνω. Πως τολμούν να μιλούν για κουκουλοφόρους;

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών



Η Αριστερα μπορει και εχει ιδεες και προτασεις (Ελευθεροτυπια, 15.3.2009)
15/03/2009, 4:05 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Αμέσως μετά από την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης η σοσιαλδημοκρατία, και το πολιτικό κέντρο γενικότερα, εμφανίστηκαν πιο έτοιμοι από τη Δεξιά να χρησιμοποιήσουν το κράτος ως εργαλείο για μια έξοδο από την κρίση. Είχαμε το σχέδιο Brown στη Βρετανία και τον Obama να υπόσχεται μια δυναμική αντιμετώπιση όταν θα ερχόταν στην εξουσία. Αλλά σταδιακά έχουν εμφανιστεί σημεία ταλάντευσης και έλλειψης αυτοπεποίθησης – για παράδειγμα γύρω από το πόσο μεγάλο κομμάτι του χρηματιστικού συστήματος πρέπει να έρθει κάτω από κρατικό έλεγχο και αν αυτή η παρέμβαση θα πρέπει να έχει προσωρινό ή πιο μόνιμο χαρακτήρα. Σε ένα επίπεδο αυτές οι ταλαντεύσεις εξηγούνται από το γεγονός ότι συνεχώς η κρίση ξεπερνάει τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις της προηγούμενης περιόδου, με αποτέλεσμα οι υπεύθυνοι της οικονομικής πολιτικής να βρίσκονται «behind the curve” (δηλαδή πίσω από την εξέλιξη των γεγονότων). Αλλά η πραγματική αιτία πάει πολύ πιο βαθιά.

Η σοσιαλδημοκρατία βγαίνει από μια περίοδο όπου λειτουργούσε κάτω από την ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεών. Όταν εκδηλώθηκε η κρίση οι πολιτικοί του «κεντρώου» χώρου μίλησαν για πακέτα στήριξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, για την ανάγκη ενός νέου ρυθμιστικού πλαισίου για τη μελλοντική λειτουργία αυτού του συστήματος, αλλά και για μια πιο επεκτατική μακροοικονομική πολιτική. Αλλά μετά από μια πρώτη φάση αισιοδοξίας ότι μια μερική επιστροφή στον Κευνς θα έδινε τις αναγκαίες λύσεις, γρήγορα εμφανίστηκαν διάφορες σημαντικές αμφισημίες που έχουν έναν κοινό παρανομαστή – η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει καθόλου καλά διαμορφωμένη ιδέα για το οικονομικό μοντέλο που θα πρέπει να εγκατασταθεί αφού ομαλοποιηθεί η κατάσταση. Και αυτό επηρεάζει και τις πιο βραχυπρόθεσμες προτάσεις που βγαίνουν από αυτό το χώρο μια και οι προτάσεις δεν μπορούν να ενσωματωθούν σε μια γενικότερη στρατηγική.

Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στην περίπτωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Θα πρέπει να λειτουργήσει όπως τα τελευταία είκοσι χρόνια, άντε με λίγο περισσότερη ρύθμιση και λίγα λιγότερα bonus για τους χρηματιστές; Ή πρέπει να έχουμε ένα σύστημα πιο συνδεόμενο με την πραγματική οικονομία, πιο στρατευμένο στην κεντρική λειτουργία διαμεσολάβησης μεταξύ αυτών που έχουν αποταμιεύσεις και αυτών που θέλουν να κάνουν επενδύσεις. Το σύστημα τα τελευταία χρόνια ειδικεύτηκε σε μια σειρά δραστηριοτήτων (διαχείριση των λογαριασμών των πελατών, χρηματοδότηση εξαγορών, καλύτερη αναδιανομή του ρίσκου, κλπ). Η υπόσχεση ήταν ότι τα νέα χρηματοπιστωτικά εργαλεία θα μοίραζαν καλύτερα αυτό το ρίσκο σε αυτούς που μπορούσαν καλύτερα να το σηκώσουν. Αλλά αυτή η υπόσχεση αποδείχτηκε απατηλή. Η δυναμική που εξελίχτηκε ήταν το κυνήγι όλο και μεγαλύτερο κέρδος, μέσα από, στην ουσία, κερδοσκοπικές λειτουργίες, κάτι πού αύξανε το συνολικό ρίσκο. Και πως θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς τα πράγματα; Δεν φαίνεται εφικτό να δημιουργηθεί τόση μεγάλη νέα αξία μόνο με την καλύτερη αναδιανομή του ρίσκου πάνω σε δεδομένα περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, ομόλογα, ακίνητα κλπ). Η αυταπάτη ότι δημιουργούταν νέος πλούτος στηρίχτηκε στις συνεχόμενες αυξήσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, μια αύξηση που όλο και περισσότερο ξεκοβόταν από την πραγματική αξία. Επί πλέον, το γεγονός ότι αυτά τα περιουσιακά στοιχεία απλώς διανεμόταν μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με παρόμοια χαρακτηριστικά έπρεπε να μας προειδοποιήσει ότι το συστημικό ρίσκο στο σύνολο του δεν θα μπορούσε να μειωθεί σημαντικά.

Άρα η παρέμβαση τώρα πρέπει να εμπεριέχει μια πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση όχι μόνο επειδή στην ουσία πολλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν χρεοκοπήσει. Και ούτε μόνο επειδή πρέπει να αποφύγουμε μέτρα που αποζημιώνουν τους θύτες και κοινωνικοποιούν τις ζημιές. Αλλά επειδή χωρίς ριζικές παρεμβάσεις, δεν μπορεί να αλλάξει η αναγκαία κατεύθυνση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και ακριβώς επειδή ο κεντρώος χώρος λειτουργεί ακόμα κάτω από την ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων ιδεών δεν μπορεί να προτείνει μέτρα που δίνουν πειστικές άμεσες λύσεις που συγχρόνως να συνδέονται με μια γενική εικόνα για ένα διαφορετικό μοντέλο για το μέλλον.

Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η Αριστερά είναι αυτή που έχει τις ιδέες αυτές που μπορούν να δώσουν μια πειστική ερμηνεία για τις αιτίες της κρίσης και ρεαλιστικές προτάσεις για τη διέξοδο από την κρίση. Και μπορεί να το κάνει αυτό γιατί συνδέει τις βραχυπρόθεσμες προτάσεις της με μια άποψη για το οικονομικό μοντέλο που πρέπει να εγκατασταθεί. Μέρος αυτού του μοντέλου είναι ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα με πολύ διαφορετικά μέσα αλλά και πολύ διαφορετικούς στόχους.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ