Τρια Χρωματα Πρασινο: Για την Οικολογικη Συμβολη στο Προγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ
01/03/2009, 10:22 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Στο πρώτο άρθρο αυτής της σειράς ασχολήθηκα με τη φεμινιστική συμβολή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ισχυρίστηκα ότι ο φεμινισμός και η οικολογία παρέχουν μια παρόμοια, και συμπληρωματική, κριτική στις αξίες του κεφαλαίου – στην ποσοτικοποίηση, στον ατομισμό, και στη σύνδεση των κοινωνικών αναγκών και των περιβαλλοντικών ευαισθησιών με τις επιταγές του κέρδους. Υπάρχει και μια σύμπλευση στο ότι και οι δύο συμβολές επιτάσσουν ότι πρέπει να αμφισβητήσουμε όχι μόνο τους στόχους αλλά και τα μέσα του κυρίαρχου παραδείγματος – χωρίς τη διεύρυνση της δημοκρατίας και της συμμετοχής σε συγκεκριμένες πρακτικές, τα οράματα και οι προτεινόμενες λύσεις πάνε χαμένες. Αλλά, παρά το γεγονός ότι και οι δύο συμβολές έχουν πολλά να προσφέρουν σε ένα πρόγραμμα της αριστεράς, επηρεάζοντας σχεδόν το σύνολο των προτάσεων – η πρώτη θέτοντας το ζήτημα της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, και η δεύτερη το θέμα των ανθρώπινων σχέσεων γενικότερα σε ατομικό και εργασιακό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο κοινότητας -, ισχυρίστηκα ότι η συμβολή του φεμινισμού είναι σχετικά υποβαθμισμένη τον τελευταίο καιρό. Έθεσα και κάποιες πρώτες σκέψεις για το πώς μπορεί να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση.

Για τη σημασία της πράσινης συμβολής χρειάζεται λιγότερη δουλειά για να πειστεί ο κόσμος της αριστεράς, μια και υπάρχει μεγαλύτερη συνείδηση για τα μεγάλα προβλήματα, όπως οι κλιματικές αλλαγές, αλλά, εξίσου σημαντικό, υπάρχουν και πολλά ενεργά κινήματα που ασχολούνται με μια μεγάλη γκάμα οικολογικών ζητημάτων. Επί πλέον, το οικολογικό κίνημα έχει, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, προσπαθήσει να γενικεύσει αυτές τις μερικές εμπειρίες και να προτείνει συνολικές λύσεις. Τώρα με την κρίση για παράδειγμα, είναι περισσότερο επίκαιρη από ποτέ μια πρόταση που θα καλούσε για ένα σημαντικό επενδυτικό πρόγραμμα σε πράσινες τεχνολογίες. Επίσης επίκαιρη θα ήταν μια πρόταση που θα αναβάθμιζε το ρόλο των δημόσιων αγαθών σε όλα τα επίπεδα – για τους ελεύθερους χώρους στις πόλεις, για την ανακύκλωση, και για πάρα πολλά άλλα παρόμοια ζητήματα. Επειδή λίγοι και λίγες στην αριστερά θα αμφισβητούσαν την ανάγκη ενός τέτοιου προγράμματος, θα ήθελα να εξετάσω το πόσο εφικτό είναι. Ποια προβλήματα και αντιστάσεις θα αντιμετώπιζε μια τέτοια στρατηγική;

Ας πάρουμε μια απλή πρόταση προς την κοινωνία. Δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε για κάθε οικογένεια ένα σπίτι με μεγάλη αυλή και πισίνα, αλλά αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να βελτιώσουμε το στεγαστικό πρόβλημα με δημόσιες δαπάνες, την ίδια στιγμή που θα υπάρχει μέριμνα για δημόσιες πισίνες και πάρκα. Αυτό θα σήμαινε μεγαλύτερη φορολογία για τους πλουσίους και το κεφάλαιο. Θα μπορούσε να το δεχτεί το κεφάλαιο μια τέτοια πρόταση; Μια αισιόδοξη προσέγγιση θα τόνιζε ότι τα τελευταία 20 χρόνια, ίσως και παραπάνω, οι οικονομίες των αναπτυγμένων χωρών ζούνε από τα έτοιμα. Ζούνε δηλαδή από τα αποθέματα έρευνας και τεχνολογίας που ακολούθησαν τη μεγάλη παρέμβαση του κράτους στη μεταπολεμική περίοδο με τα διαστημικά προγράμματα της NASA, τα κρατικά πανεπιστήμια κλπ. Αντιθέτως στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, με τη σταδιακή απεμπλοκή του κράτους, έχουμε οδηγηθεί σε λιγότερο καταρτισμένη εργατική δύναμη και λιγότερη έρευνα που μπορούν να εκμεταλλευτούν οι επιχειρήσεις. Το εντυπωσιακό είναι ότι παρόλο την τεράστια φιλολογία για την επιχειρηματικότητα και τη νέα τεχνολογία, οι αριθμοί δεν επιβεβαιώνουν μια σημαντική επίδραση στην παραγωγικότητα – εκτός στον χρηματοπιστωτικό τομέα• στοιχείο και αυτό της τωρινής οικονομικής κρίσης. Οπότε η αισιόδοξη προσέγγιση θα μπορούσε να στηριχτεί στο ότι και το κεφάλαιο θα είχε κάτι να κερδίσει από μια στροφή στα δημόσια αγαθά, αν σε αυτά συμπεριλαμβανόταν και δαπάνες για έρευνα και την κατάρτιση των εργαζομένων.

Είναι έτσι; Το πρώτο πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι υπάρχει μια εθνική καπιταλιστική τάξη που ενδιαφέρεται για μακροπρόθεσμους συμβιβασμούς με βάση την υγεία της εθνικής οικονομίας. Για πιο λόγο η Ελλάδα να επενδύσει στην έρευνα και τεχνολογία και να μην περιμένει να πάρει τεχνολογικά πακέτα έτοιμα από τις πιο αναπτυγμένες χώρες; Στο θεωρητικό επίπεδο έχουμε απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήσεων. Αν η Γερμανία είχε πράξει παρομοίως στο δέκατο ένατο αιώνα, δεν θα είχε ποτέ καταφέρει να φτάσει τη Βρετανία. Η Γερμανία επένδυσε, και ανακάλυψε διαφορετικές λύσεις σε μια σειρά προβλημάτων που την επέτρεψαν όχι μόνο να φτάσει, αλλά να ξεπεράσει τη Βρετανία. Το κλειδί στην θεωρητική απάντηση είναι να κατανοήσουμε ότι οι λύσεις που βγαίνουν από την έρευνα δεν προϋπάρχουν της έρευνας. Αν πολλές χώρες επενδύουν στην έρευνα, μερικές θα βρουν περισσότερες λύσεις από τις άλλες, αλλά δεν ξέρουμε ποιες θα είναι αυτές εκ των προτέρων. Αλλά αυτή η κάπως θεωρητική προσέγγιση μπορεί να μη μας πάει και πολύ μακριά, για το λόγο ότι δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι το κεφάλαιο σκέφτεται ακόμη στο επίπεδο των εθνικών οικονομιών. Επιστρέφουμε δηλαδή στα επιχειρήματα του Μπάτση περί μη ύπαρξης εθνική μπουρζουαζίας – αλλά με κάπως διαφορετικά επιχειρήματα.

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο πρόβλημα οικονομικής φύσεως. Μπορούμε να το θέσουμε σε μορφή ερωτήματος: σε πιο βαθμό η βελτίωσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου μετά από την κρίση του 1973 βασίστηκε στην επέκταση της σφαίρας των δραστηριοτήτων του κεφαλαίου στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην παιδεία, στην υγεία, στους ελεύθερους χώρους των πόλεων και γενικότερα στα δημόσια αγαθά; Δηλαδή μπορεί να ισχύει ότι η κερδοφορία του κεφαλαίου στο σύνολο της, στην παρούσα φάση τουλάχιστον, μπορεί να εξαρτάται από έναν περιορισμό των δημόσιων αγαθών, ή, με τα λόγια του David Harvey, μπορεί να βασίζεται σε μια στρατηγική συσσώρευσης μέσω αφαίρεσης. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, μια επέκταση των δημοσίων αγαθών θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα κρίση κερδοφορίας.

Τέλος, υπάρχει και ένα τρίτο πρόβλημα, πολιτικής φύσεως. Η πρόταση για ένα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων αγαθών βασίζεται στην ιδέα ότι σημαντικές ανάγκες του πληθυσμού, περιβαλλοντικές και κοινωνικές, μπορούν να λυθούν από το κράτος, ή από άλλους συλλογικούς θεσμούς. Αυτό, όπως θα έλεγε και ο Lebowitz, είναι η βάση της λογικής του κόσμου της εργασίας. Αν είναι όλο και μεγαλύτερο ποσοστό των πόρων μιας κοινωνίας να διανέμονται συλλογικά μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες αυτό δεν μπορεί να μην αναιρεί τη λογική του κεφαλαίου. Ακόμα και αν δεν ισχύουν τα δύο πρώτα προβλήματα, και το κεφάλαιο έχει κάτι να κερδίσει με καθαρά οικονομικούς όρους από ένα τέτοιο πρόγραμμα, καλό είναι να περιμένουμε ότι θα αντισταθεί για λόγους πολιτικής στρατηγικής.

Και μάλιστα το κεφάλαιο έχει και την εμπειρία της μεταπολεμικής περιόδου. Η πλήρης απασχόληση, και το επενδυτικό και κοινωνικό κράτος, δεν οδήγησαν μόνο στην κρίση της κερδοφορίας στα τέλη της δεκαετίας του ’60, αλλά σε σημαντική ριζοσπαστικοποίηση μερίδας των κοινωνιών. Η στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού είχε ως στόχο και την ανάκαμψη της κερδοφορίας αλλά και τη συρρίκνωση του εργατικού και κοινωνικού κίνημα. Με λίγα λόγια το κεφάλαιο θα συνηγορούσε σε ένα τέτοιο «πράσινο» πρόγραμμα μόνο κάτω από σημαντική πίεση, και μάλλον μόνο αν είχε πειστεί ότι η μόνη άλλη διέξοδος αποτελούσε μια ακόμα χειρότερη λύση για αυτό.

Οι παραπάνω ανησυχίες θα ίσχυαν και αν το επενδυτικό πρόγραμμα είχε εμπνευστή από τη μοβ συνιστώσα και όχι την πράσινη. Γιατί τότε τις ανέπτυξα σε σχέση με την πράσινη; Γιατί νομίζω ότι η οικολογία είναι πιο ευάλωτη στην ιδέα ότι κάποιες λύσεις μπορούν να υποστηριχτούν από όλη την κοινωνία, ότι πέρα από αυτά που μας χωρίζουν υπάρχουν και ζητήματα που μας ενώνουν όλους. Ισχυρίζομαι ότι μια τέτοια αρμονία επικρατεί μόνο στο φραστικό επίπεδο – όταν φτάσουμε σε λύσεις οι συμπλεύσεις μειώνονται δραματικά. Είναι αλήθεια ότι πολλές οικο-σοσιαλιστικές θεωρήσεις έχουν πλήρη κατανόηση των παραπάνω προβλημάτων, και κατανοούν, επίσης, το πόσο χρειάζονται μεγάλες μάχες για να αλλάξουν οι στόχοι και τα μέσα του κυρίαρχου παραδείγματος ανάπτυξης. Αλλά νομίζω ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο για τη πράσινη συμβολή στο σύνολο της. Όλα αυτά δεν αναιρούν τη σημασία των προτάσεων που έρχονται από αυτό το χώρο – κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά χρειάζεται αυτές οι προτάσεις να ενταχθούν σε ένα πολιτικό σχέδιο που θα προβλέπει τις πιθανές αντιστάσεις και πως μπορούν να ξεπεραστούν. Αλλά πιο πολύ για αυτά τα ζητήματα θα πούμε στο τελευταίο άρθρο της σειράς.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Advertisements





Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.



Αρέσει σε %d bloggers: