Ο ΛΑ.Ο.Σ στην εποχη της «μεταπολιτικης»: μιλησε κανεις για ακραιους; (Εντος Εποχης, 29.3.2009)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η Bασιλική Γεωργιάδου επισημαίνει την ανάγκη μιας προσέγγισης της ακροδεξιάς που να τηρεί αποστάσεις, τόσο από τους κινδυνολόγους όσο και από τους συστηματικά ατάραχους[1]. Υπογραμμίζει η ίδια, όπως και άλλοι αναλυτές, την ανεπάρκεια και τον ανιστορικό χαρακτήρα της σύγκρισης των σημερινών ακροδεξιών κομμάτων/κινημάτων με αυτά του Μεσοπολέμου. Πράγματι, η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και η αύξηση, στην Ελλάδα, του ειδικού πολιτικού της βάρους, δε σημαίνει «επιστροφή του φασισμού».

Οι διαφορές, όχι μόνο ανάμεσα στο χτες και το σήμερα, αλλά και μεταξύ των σύγχρονων εκδοχών της ακροδεξιάς, είναι σημαντικές: θα παρατηρούσαμε εντελώς απλοϊκά ότι το  αυστριακό ΒΖÖ του πρόσφατου 46% στην Καρινθία απέχει μακράν από τον ΛΑ.Ο.Σ του (δημοσκοπικού) 5%, ότι η μέχρι τώρα δράση του τελευταίου δεν επιτρέπει να το συνδέσουμε με την παρακρατική φασιστική ενέργεια που από τύχη δεν κόστισε ζωές στα Εξάρχεια, ότι η Χρυσή Αυγή καταγγέλλει ως συστημικό, καιροσκόπο και ανερμάτιστο τον Καρατζαφέρη, ότι ο ΛΑ.Ο.Σ έχει αναγκαστεί να αποκηρύξει τον Λεπέν και ανήκει σε άλλη ευρωομάδα από αυτήν των προνομιακών συνομιλητών του κ.ο.κ.

Είναι, ωστόσο, εξίσου σαφές ότι εν μέσω α) μιας κρίσης που παρομοιάζεται με αυτήν του 1929 και β) μιας εντεινόμενης κρίσης εκπροσώπησης που χαρακτηρίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες εδώ και αρκετά χρόνια (και που στην Ελλάδα συνδέθηκε σαφώς με την εξέγερση του Δεκεμβρίου), ακροδεξιά μορφώματα διευρύνουν σημαντικά την επιρροή τους και αναβαθμίζουν το ρόλο τους εντός του πολιτικού συστήματος των χωρών τους, αρνούμενα την «ετικέτα» της ακροδεξιάς και το «περιθωριακώς πολιτεύεσθαι» και διεκδικώντας την εξουσία, είτε κατά μόνας είτε στο πλαίσιο συνεργατικών σχημάτων· έχουμε σοβαρούς λόγους να υποθέτουμε ότι αυτή τους η επιτυχία δίνει «αέρα ελευθερίας» σε όσους – άτομα ή εξτρεμιστικές ομάδες – επιδιώκουν με αιματηρές ενέργειες να αφήσουν ίχνη στην πολιτική ζωή.

Μ’ όλες τις επιμέρους διαφορές τους, οι αλλεπάλληλες επιτυχίες και η «ανθεκτικότητα» των ακροδεξιών σχηματισμών σε όλη την Ευρώπη, διέψευσαν τραγικά όσους μιλούσαν για «εθνική ιδιομορφία» και «ιδιόμορφη συγκυρία», είτε το 1999 με τον Χάιντερ στην Αυστρία ή το 2002 με τον Λεπέν στη Γαλλία – για να μην αναφερθούμε στα της Ανατολικής Ευρώπης. Δέκα χρόνια μετά τον πάταγο Χάιντερ και 7 μετά το «συγκυριακό» 15% του Καρατζαφέρη στις νομαρχιακές εκλογές, οι εξελίξεις αυτές είναι που καθιστούν παράλογα καθησυχαστικό τον ισχυρισμό ότι η ψήφος στην άκρα δεξιά σε χώρες όπως η δική μας είναι «διαμαρτυρία» και «τιμωρία», «ευτυχώς», δηλαδή, όχι «πολιτική»[2].

Όσο κι αν η εμπειρία στην Ελλάδα έχει ουσιώδεις «ιδιομορφίες» έναντι των πιο χαρακτηριστικών περιπτώσεων στην Ευρώπη (κάθε ακροδεξιός σχηματισμός, άλλωστε, είναι sui generis), τα τελευταία χρόνια ο κατάλογος των κρουσμάτων φασιστικής και αντιμεταναστευτικής/ρατσιστικής βίας – και δη με την ανοχή ή την άμεση εμπλοκή κρατικών μηχανισμών – μακραίνει ανησυχητικά. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε σπίτια μεταναστών σε διάφορες γειτονιές του λεκανοπεδίου, η πυρπόληση καταυλισμού Αφγανών προσφύγων στην Πάτρα, η παρακρατική δράση «αγανακτισμένων πολιτών» στα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου σε Πάτρα και Κομοτηνή, η ανενόχλητη δράση νεοναζί δίπλα στα ΜΑΤ κατά τη διάρκεια αντιφασιστικής διαδήλωσης στην Αθήνας (2.2.2008) και οι αυξανόμενες αιματηρές επιθέσεις σε στέκια του αντιεξουσιαστικού χώρου, δεν είναι παρά ορισμένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα. Μπορεί η ρατσιστική βία να μην αποτελεί για τη χώρα μας πρόσφατη ανακάλυψη (και δη του ΛΑ.Ο.Σ), αν όμως «όλα τα ρεύματα του ευρύτερου φαινομένου της νέας δεξιάς –της ριζοσπαστικής, της λαϊκιστικής και της εξτρεμιστικής- είναι ακραία, υπό την προϋπόθεση ότι όλα είναι σε θέση να παρασύρουν προς τις δικές τους αντιλήψεις τις κατεστημένες δυνάμεις του πολιτικού κέντρου»[3], αυτή η δυνατότητα μπορεί να αφορά και τον «εσωτερικό συσχετισμό» των επιμέρους ακραίων ρευμάτων.

Ο ίδιος ο ΛΑ.Ο.Σ έχει καταβάλει σοβαρές -και επιτυχημένες- προσπάθειες διεμβολισμού του χώρου στα δεξιά του, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά τον κατακερματισμό των εθνικιστών, οικοδομώντας δεσμούς με τις πολύμορφες εκφράσεις της ακροδεξιάς (όπως μαρτυρούν η «δικτύωση» και η «αλληλεγγύη» ανάμεσα σε στελέχη, έντυπα και ιστοτόπους του χώρου), ώστε να αναδειχτεί εν τέλει σε «κόμβο» της ελληνικής ακροδεξιάς, γύρω από τον οποίο αρθρώθηκαν οργανώσεις και προσωπικότητες του χώρου, συνδεδεμένες με ανταγωνιστικά πολιτικά εγχειρήματα.

Το επίτευγμα αυτό συνδέεται, σε πρώτο χρόνο, με την τακτική του Γιώργου Καρατζαφέρη και της «Νέας Ελπίδας» (υπ’ αυτό το πρίσμα, το 15% του 2002 μπορεί να διαβαστεί ως πρόκριμα) και, σε δεύτερο χρόνο, με τη συμβολή προσωπικοτήτων με μακρά διαδρομή στο χώρο και αυξημένο κύρος (ο λεπενικός Βορίδης του «Μετώπου» και ο χιτλερικός Πλεύρης της «Πρώτης Γραμμής», πρώτος σε σταυρούς υποψήφιος του κόμματος στην Α’ Αθήνας το 2004[4], είναι οι δύο κυριότερες). Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, όσο προφανής κι αν είναι στην τακτική του ΛΑ.Ο.Σ η επιρροή της γαλλικής Νέας Δεξιάς, κάθε άλλο αυτή επιτρέπει παρά να δούμε το κόμμα ως προϊόν ιδεολογικής παρθενογένεσης.

Από την άλλη πλευρά, η αμφίπλευρη στόχευση (προς τις ακροδεξιές οργανώσεις αφ’ ενός, προς τη ΝΔ αφ’ ετέρου), καθώς και η «στροφή στην ιδεολογία» που μαρτυρά ένας «οργασμός» εκπομπών, εκδόσεων και εκδηλώσεων, δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε ψηφοθηρικό τρυκ. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες συγκροτήθηκε και δρα ο ΛΑ.Ο.Σ, η τυπική για κόμμα της ακροδεξιάς συνάρθρωση ετερόκλιτων στοιχείων στο λόγο του και η πολυσυλλεκτικότητά του, αλλά και οι επιδράσεις που δέχεται εμπλεκόμενο στον πολιτικό ανταγωνισμό, υποχρεώνουν σε προσαρμογές[5] και αντιφάσεις, όσο και στην εντατικοποίηση της ιδεολογικής «ζύμωσης».

Το 2000, ο «αντάρτης» Καρατζαφέρης κατήγγελλε τη ΝΔ ότι δεν είναι πια «Δεξιά», λίγο αργότερα αποτασσόταν την ακροδεξιά δείχνοντας με το δάχτυλο τον Βορίδη, για να φτάσει ο τελευταίος να επιχειρηματολογεί για την υπέρβαση της διάκρισης Αριστερά/Δεξιά μέσω της εθνικής ιδέας –να επιχειρηματολογεί, δηλαδή, με τον τρόπο των «καθεστωτικών» δυνάμεων που ο ΛΑ.Ο.Σ καταγγέλλει· των δυνάμεων που, όπως το θέτει η Mouffe, έχοντας προαναγγείλει την ανατολή μιας συναινετικής πολιτικής «π έ ρ α ν της αριστεράς και της δεξιάς», βρέθηκαν έξαφνα αντιμέτωπες με την ανάδυση νέων πολιτικών συνόρων, που συνιστούν πραγματική απειλή για το μεταπολιτικό όραμά τους[6].

Τι πιο εύγλωττο για την επικράτηση της λογικής του «μεταπολιτικού» παιχνιδιού: το ίδιο το κόμμα που καταγγέλλει ως διεφθαρμένους τους πολιτικούς, πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται, συναινώντας και δηλώνοντας διαθέσιμο να κυβερνήσει με κάποιους από αυτούς. Πόσο ασφαλής, άλλωστε, μπορεί να είναι η παραμονή του στη σφαίρα της διαμαρτυρίας, όταν η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερες δυνατότητες[7];

Σε μια περίοδο, ωστόσο, που ο ΛΑ.Ο.Σ εμπλέκεται όλο και πιο ενεργά σε κυβερνητικά σενάρια, βοηθούντων, κυνικά, και των ΜΜΕ, διάφοροι σκέφτονται ότι η συμμετοχή ακροδεξιών κομμάτων σε κυβερνητικά σχήματα μπορεί να τα ενσωματώσει και να περιορίσει την εκλογική τους επιρροή, ξεχνώντας (;) οι ίδιοι ότι, παρά το όποιο κόστος, τα κόμματα αυτά καταφέρνουν τελικά, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, να επιβάλουν τις θέσεις τους[8].

Η παραπάνω παρατήρηση δεν προσδιορίζει απλώς τα όρια της τακτικής της ενσωμάτωσης της άκρας δεξιάς· αποδεικνύει και τη δυνάμει επικινδυνότητα ενός πολιτικού κυνισμού που μετράει εκλογικά κέρδη και ζημιές, αδιαφορώντας για το όποιο κοινωνικό και πολιτικό κόστος. Η εδραίωση του ΛΑ.Ο.Σ, εξάλλου, δεν οφείλεται μονοσήμαντα στην επιδεξιότητα των στελεχών του ή αορίστως στη συγκυρία: οφείλεται και στον αμοραλισμό ΜΜΕ και πολιτικών δυνάμεων που είδαν σ’ αυτόν, παλιότερα ένα κόμμα που θα δημιουργούσε ρωγμές στην εκλογική βάση της ΝΔ και σήμερα έναν πιθανό στυλοβάτη του πολιτικού συστήματος που μπορεί να εγγυηθεί την αποφυγή της ακυβερνησίας.

Οφείλεται, ακόμα περισσότερο, σε ευρύτερες συγκλίσεις σε ιδέες και πρακτικές που συνδέονται με το νόμο, την τάξη, την πάταξη της «λαθρομετανάστευσης» και τον εκσυγχρονισμένο εθνικισμό της «ισχυρής Ελλάδας».

Αν ο Καρατζαφέρης ζήτησε πολιτικές κλειστών συνόρων, οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων συνομολόγησαν την Ευρώπη-φρούριο· αν ο ΛΑ.Ο.Σ κραύγασε «βέτο στα Σκόπια», σύσσωμες οι πολιτικές δυνάμεις το υποστήριξαν πέρσι στο Βουκουρέστι· αν η ακροδεξιά υπέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ ως θωπεύοντα τους «κουκουλοφόρους», η Μαραγκοπούλου έσπευσε να συντάξει «ιδιώνυμο της κουκούλας» και ο υπουργός Δικαιοσύνης Δενδιάς να το υιοθετήσει, ο υφυπουργός Εσωτερικών Μαρκογιαννάκης να υποσχεθεί περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων χάριν της ασφάλειας και ο Γιάννης Πρετεντέρης να «απαντήσει» στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ ότι «τη βία τη γεννάει η άκρα Αριστερά»[9]. Ας το θέσουμε και αλλιώς: η ευκολία με την οποία ο ΛΑ.Ο.Σ οικειοποιείται τον δήμαρχο Αθηναίων Νικήτα Κακλαμάνη ή το Νικολά Σαρκοζί (έναντι του λιγότερο «ηγεμονικού» Λεπέν), τι άλλο μαρτυρά, αν όχι την «μεταπολιτική» σχετικοποίηση των ορίων μεταξύ ακραίων και μη;


[1] Βασιλική Γεωργιάδου, Το πολιτικό κράμα της ακροδεξιάς, πρόλογος στο: Paul Hainsworth (επιμέλεια), Η Ακροδεξιά: Ιδεολογία – Πολιτική – Κόμματα, Παπαζήση, 2004, σελ. 34

[2] Πρόκειται για τη θέση της Βασιλικής Γεωργιάδου, στο: Βασιλική Γεωργιάδου, Ψηφίζοντας την άκρα δεξιά. Η εκλογική επιλογή του ΛΑ.Ο.Σ., περιοδικό Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 19, Άνοιξη 2008, σελ. 252-255.

[3] Βασιλική Γεωργιάδου, Το πολιτικό κράμα της ακροδεξιάς, ό.π., σελ. 26

[4] Ο Ιός, Το μαύρο DVD, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, φ. 13.1.2008.

[5] Παράδειγμα μιας τέτοιας προσαρμογής είναι η στάση του Καρατζαφέρη εντός του Ευρωκονοβουλίου, στο: Ο Ιός, Το τριώδιο της ακροδεξιάς, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, φ. 26.2.2006

[6] Chantal Mouffe, Το δημοκρατικό παράδοξο, Πόλις, 2004, σελ. 218

[7] Όπως παρατηρεί ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, ο Γ. Καρατζαφέρης γνωρίζει ότι το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα θα προσπαθήσει να τον απωθήσει στα άκρα. «Μετατοπίζεται», λοιπόν, σε πολιτικές θέσεις που διεκδικούν το κοινωνικώς «αυτονόητο»: δεν χτυπά τους μετανάστες, αλλά τους «λαθρομετανάστες» ζητώντας κρατική ρύθμιση του προβλήματος. Δεν βγαίνει να πει «όπου βλέπω ξένο τον κυνηγάω», στο: Χριστόφορος Βερναρδάκης, (συνέντευξη), Η εξέλιξη της ακροδεξιάς στην Ελλάδα κατά τη μεταπολίτευση, Η εποχή, φ. 26.3.2006

[8] Χαρακτηριστικό αυτής της «λήθης», το άρθρο Μ. Κωττάκη στον Ελεύθερο Τύπο, φ. 11.3.2009. Βλ. Βασιλική Γεωργιάδου, Το πολιτικό κράμα της ακροδεξιάς, ό.π., σελ. 29

[9] Ο λόγος για το άρθρο του Ι. Κ. Πρετεντέρη Ο φόρος του αίματος (Το Βήμα, φ. 22.2.2009), που φιλοξενείται, μεταξύ άλλων, στο κεντρικό ιστολόγιο της φοιτητικής παράταξης του ΛΑ.Ο.Σ

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: