Τρια Χρωματα: Κοκκινο. Για την Κομμουνιστικη Συμβολη στο Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 29.3.2009)

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Στα δύο πρώτα άρθρα αυτής της σειράς φάνηκε ότι οι αξίες του φεμινισμού και της οικολογίας μπορούν να συναντηθούν, αν και όχι χωρίς αντιφάσεις και εντάσεις, με αυτές της αριστεράς. Με αυτό το δεδομένο, ποια θα πρέπει να είναι η συμβολή του κόκκινου;

Μια κομμουνιστική προσέγγιση αρχίζει με τη λογική του κόσμου της εργασίας, αρχίζει με τις κοινωνικές ανάγκες. Είναι γνωστό ότι η διανεμητική αρχή σε μια κομμουνιστική κοινωνία ορίζει ότι όλοι προσφέρουν ανάλογα με τις ικανότητές τους, σε άλλους ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ότι, με άλλα λόγια, οι δικές σου ανάγκες σου δίνουν κάποια δύναμη πάνω στις δικές μου ικανότητες, ενώ η καπιταλιστική αρχή προτάσσει το αντίθετο: οι δικές σου ανάγκες μου δίνουν κάποια ισχύ (για κέρδος) σε σχέση με σένα. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι η αρχή του κομμουνισμού δεν ισχύει μόνο στον κομμουνισμό. Εκατομμύρια άτομα έχουν αγωνιστεί για να εξασφαλίσουν κατά καιρούς θύλακες, για παράδειγμα στη δημόσια υγεία και στην παιδεία, όπου άτομα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των άλλων, όχι πάνω στη βάση ικανότητας πληρωμής (ή στη βάση κοινωνικού στάτους ή κάποιας άλλης αρχής), αλλά μόνο και μόνο επειδή αυτοί οι άλλοι έχουν κάποια ανάγκη. Η μαρξιστική θεωρία, όμως, λεει ότι τέτοιες θύλακες δύσκολα επιβιώνουν μακροπρόθεσμα σε μια καπιταλιστική κοινωνία, γιατί αποτελούν μια άρνηση της λογικής του κεφαλαίου. Έτσι, από τη σκοπιά του κομμουνισμού, ο στόχος είναι ξεκάθαρος• η γενίκευση της κομμουνιστικής αρχής σε όσο πιο πολλούς τομείς γίνεται. Και βέβαια ένα τέτοιο πρόταγμα ταιριάζει πολύ καλά με την οικολογική αναβάθμιση των σχέσεων μας με τη φύση, ή τη φεμινιστική αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ των ατόμων.

Αυτή η συμπόρευση υπάρχει όχι μόνο στους στόχους αλλά και στα μέσα πολιτικής. Και οι τρεις συμβολές εκτιμούν το ρόλο της συμμετοχής και των δημοκρατικών λειτουργιών ως αυτοσκοπό. Για τις σχέσεις μας και τις ανάγκες μας πρέπει να αποφασίσουμε εμείς οι ίδιοι. Αλλά όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, σε σχέση με την πρόταση για μια σημαντική αύξηση των δημοσίων αγαθών, το αναμενόμενο είναι το κεφάλαιο να πολεμήσει τέτοιες πρωτοβουλίες όποτε, και όταν, έχει την πολιτική δύναμη να το κάνει. Δεν μπορεί μακροπρόθεσμα το κεφάλαιο να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των πόρων θα διανέμονται από δημόσιους, και άλλου συλλογικούς, θεσμούς μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Άρα αυτοί οι θεσμοί δεν αποτελούν μόνο αυτοσκοπό, αλλά σημαντικές πρακτικές που συμβάλλουν στην αναγκαία αλλαγή στον κοινωνικών συσχετισμών.

Όπως μας λεει ο Suchting στο έργο του Μαρξ βλέπουμε τρεις κάπως διαφορετικές προσεγγίσεις, όπου και οι τρεις είναι χρήσιμες. Η πρώτη, που πιο συχνά την βρίσκομε στο νεότερο Μαρξ, αλλά που νομίζω ποτέ δεν την εγκατάλειψε πλήρως, έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, με τις ικανότητες των ανθρώπων, και πως αυτές θα μπορούν κάποτε να εκφραστούν στην πλήρη διάσταση τους. Η δεύτερη, που χαρακτηρίζει πιο πολύ το Κεφάλαιο, έχει να κάνει με την έμφαση στις δομές που επηρεάζουν την ανθρώπινη δράση μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και οικονομία. Αν η πρώτη μπατάρει προς τον ατομικισμό, η δεύτερη αποτελεί μια καθαρά ολιστική προσέγγιση. Αλλά υπάρχει και μια τρίτη προσέγγιση που, παρόλο που είναι ολιστική, αφήνει χώρο για την ανθρώπινη δράση με το να δίνει έμφαση στις πρακτικές των ατόμων. Αυτές τις πρακτικές μπορούμε να τις δούμε σαν τεχνολογίες δράσης – τα άτομα μέσα από διαφορετικές πρακτικές μπορούν να αλλάξουν τη φύση και την κοινωνία, και, συγχρόνως, να αλλάξουν τον εαυτό τους. Όταν προωθούμε το συμμετοχικό προϋπολογισμό, ή τη συμμετοχή των συνδικάτων στη διαχείριση των ταμείων τους, ή το δημοκρατικό προγραμματισμό των δημόσιων επενδύσεων, προωθούμε πρακτικές που όχι μόνο αλλάζουν που πάνε οι πόροι σε μια οικονομία, αλλά αλλάζουν και τις συνειδήσεις των ατόμων. Τα άτομα μέσα από τέτοιες πρακτικές αρχίζουν να οριοθετούν διαφορετικά τα πράγματα και να αξιολογούν αλλιώς τις συλλογικές λύσεις σε σχέση με τις ατομικές, ή συνειδητοποιούν σταδιακά ότι αντί μια ατελείωτη συσσώρευση του κεφαλαίου χρειαζόμαστε να επενδύουμε στις σχέσεις μας (στο χώρο δουλειάς, στην κοινότητα, στο σπίτι) και στη σχέση μας με τη φύση. Η αλλαγή συνείδησης δεν γίνεται με επιφοίτηση αλλά μέσα από πρακτικές, κάτι που καταλαβαίνουν πολύ καλά οι αντίπαλοί μας – για αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν πολεμήσει όλες τις συλλογικές πρακτικές, είτε είναι στα συνδικάτα είτε στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την στρατηγική της αριστεράς και το πρόγραμμα της; Σε πρόσφατο άρθρο του ο Γεράσιμος Μοσχονάς (Τα Νέα 21-11-08) άσκησε κριτική σε προσεγγίσεις που βασίζονται στην επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Ισχυρίζεται ότι η ιδέα του σοσιαλισμού ποτέ δεν είχε λιγότερη απήχηση στον κόσμο της Ευρώπης από ότι έχει σήμερα, και έτσι μια εμμονή σε αυτή την ιδέα δεν θα μπορούσε παρά να μας αποκόψει από σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Νομίζω ότι αυτό η θεώρηση των πραγμάτων αποτελεί κακή συμβουλή για το ΣΥΡΙΖΑ και το πρόγραμμα του, και το λεω αυτό ξέροντας ότι ο ίδιος συγγραφέας μας έχει συνηθίσει τον τελευταίο καιρό σε πολλές καλές, και χρήσιμες, αναλύσεις για τη δική μας την αριστερά. Να θυμίσω πρώτα ότι η σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία της μεταπολεμικής περιόδου δεν βασίστηκε μόνο σε μεγάλες κινητοποιήσεις, στην απειλή του σοβιετικού μπλοκ, στην ελκυστικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων, και στη σχεδόν συνολική αμφισβήτηση της ιδεολογίας των κυρίαρχων τάξεων του μεσοπολέμου. Βασίστηκε στην ιδέα ότι ο σοσιαλισμός, με την μια ή την άλλη μορφή, αποτελούσε το μέλλον του κόσμου. Αλλά να θυμίσω, επίσης, ότι η νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση άρχισε με τη σχεδόν συνολική αμφισβήτηση των ιδεών της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Στις αρχές του ’60 ο Milton Friedman, ο Friedrich von Hayek, ο Leo Strauss και ο Carl Schmitt αποτελούσαν περιφερειακές, συχνά γραφικές, φιγούρες. Εκείνη την εποχή οι ιδέες του μικρού κράτους, της ανισότητας ως μηχανισμός κινήτρων για τους φτωχούς, η ανεργία για την πειθάρχηση των εργαζομένων, και όλο το άλλο οπλοστάσιο ιδεών που το γνωρίζουμε πια καλά, είχαν εξαιρετικά μικρή απήχηση στους Ευρωπαίους. Και από νεοφιλελεύθερη σκοπιά μια συμβουλή να τα αφήσουν όλα αυτά και να εστιάσουν σε ότι είχε απήχηση στο κόσμο δεν νομίζω θα έβαζε τη βάση για αυτό που είδαμε μετά από το 1980.

Δεν αμφισβητώ το ότι το «θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο» έχει μεγαλύτερη απήχηση γιατί «ως πολυσυλλεκτικό, δεν αναφέρεται στον σοσιαλισμό». Αλλά η κομμουνιστική συμβολή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ακριβώς εδώ. Πρώτον, γιατί η θεωρία μας δεν βασίζεται μόνο στο τι είναι επιθυμητό, αλλά στην ανάλυση όλων αυτών των θεσμών και μηχανισμών που εμποδίζουν την εδραίωση αυτού του καλύτερου κόσμου, συμπεριλαμβάνοντας και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που παρουσιάζουν τον κομμουνισμό ανεπίκαιρο, ανεφάρμοστο κλπ. Δεύτερον, γιατί μπορούμε, και έχουμε την αυτοπεποίθηση, να κάνουμε προτάσεις για το σήμερα, ακριβώς επειδή παίρνουμε έμπνευση από το αύριο, δηλαδή από την κομμουνιστική αρχή που ανέλυσα παραπάνω. Συλλογικές λύσεις, όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ή νέα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θα ελέγχουν συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα, από τη μια δίνουν λύση στα τωρινά προβλήματα (την αδιαφάνεια και τη διαφθορά στην ΤΑ στην πρώτη περίπτωση, στην οικονομική κρίση στη δεύτερη), και συγχρόνως συνδέονται με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Και όπως ανέλυσα την ίδια στιγμή αποτελούν πρακτικές που επιτρέπουν τον κόσμο να βλέπει τη πραγματικότητα αλλιώς. Και τρίτον, η κομμουνιστική συμβολή αναδεικνύει την πολιτική στρατηγική του μετασχηματισμού με μια ρεαλιστική θεώρηση των σημαντικών αντιδράσεων που μια τέτοια στρατηγική θα προκαλέσει. Κατανοεί, δηλαδή, τη σημασία της αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών.

Τα τελευταία τρία σημεία δεν σημαίνει ότι όλα είναι λυμένα. Κάθε άλλο, και ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του μια μεγάλη γκάμα θεμάτων για συζήτηση. Ποιοι μηχανισμοί αμφισβητείς ως προτεραιότητα σε ένα πρόγραμμα περιόδου; Ποιες πρακτικές μπορείς να προτείνεις που θα λειτουργήσουν με τον τρόπο που περιέγραψα; Ποια πολιτική στρατηγική μεγιστοποιεί τις δικές σου δυνάμεις και φέρνει τον αντίπαλο σε δύσκολη θέση; Υπάρχουν πολλά, μα πάρα πολλά, τέτοια ερωτήματα. Η αυτοπεποίθηση που προέρχεται από την κόκκινη συμβολή δεν βασίζεται σε μια παράκαμψη τέτοιον ερωτημάτων. Αλλά σε μια πιο ρεαλιστική αναγνώριση της συμβολής και των τριών χρωμάτων στον καλύτερο κόσμο που πολλοί και πολλές οραματίζονται, και μια ακόμα πιο ρεαλιστική θεώρηση για τους φραγμούς σε μια τέτοια εξέλιξη.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: