Απιστος Θωμας; (Αυγή, 25.4.2009)
25/04/2009, 1:26 πμ
Filed under: Χρηστος Λασκος

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Αφορμή για τις λίγες πρόχειρες σκέψεις που ακολουθούν αποτέλεσε η ωραία επιφυλλίδα του Γιάννη Αλμπάνη στην πασχαλιάτικη Εποχή, όπου περιεργάζεται το θέμα του θανάτου των άλλων και, κυρίως, των δικών μας άλλων με τον αυτοσαρκαστικό και αγωνιώδη τρόπο που ταιριάζει, νομίζω, στο θέμα. Ταιριάζει, θέλω να πω, σε αριστερούς που ασχολούνται με το θέμα. Και, ακόμη περισσότερο ταιριάζει στο θέμα του δικού μας θανάτου, με το οποίο στην πραγματικότητα ασχολούμαστε, όταν νομίζουμε πως μας απασχολεί ο θάνατος των άλλων.

***

Από μικρός ένιωθα μια αποστροφή προς την οργανωμένη εκκλησία. Δεν καταλάβαινα γιατί, αλλά δεν μου άρεσε. Όπως και, γενικά, δε μου άρεσε η «παράδοση». Αισθανόμουν πως περιέκλειε πολύ περισσότερα κακά από καλά. Ίσως το γεγονός πως μεγάλωνα στη Γερμανία, με την υποχρέωση ως απόδημος να είμαι πιο Έλλην από όσους ζούσαν στην πατρίδα, να συνεργούσε σε αυτήν την αποστροφή. Από την άλλη, λίγο αργότερα, όταν άρχισα να ενδιαφέρομαι για την πολιτική, με εξέπληττε αρνητικά η βεβαιότητα του αθεϊσμού πολλών αριστερών που γνώριζα. Μου φαινόταν τόσο δογματική όσο και κάθε άλλη αναιτιολόγητη βεβαιότητα.

Εξάλλου, όπως και να ‘χει, ο Ιησούς έφερνε περισσότερο σε κομμουνιστή ή ροκά, παρά στους συντηρητικούς «επιγόνους» του. Γιατί να τον χαρίζουμε; Μας έμαθαν πως μακάριζε τους «πτωχούς τω πνεύματι» κι εμείς, πιστεύοντάς τους, τον απορρίψαμε ως προαγωγό της άγνοιας και της τυφλής πίστης σε ό,τι συμφέρει τους ισχυρούς. Μόνο που υπάρχει και η άλλη παραλλαγή: «Μακάριοι σεις οι πτωχοί… Πλην ουαί εις εσάς τους πλουσίους, διότι απηλαύσατε την παρηγορία σας. Ουαί εις εσάς, οι κεχορτασμένοι, διότι θέλετε πεινάσει. Ουαί εις εσάς, οι γελώντες τώρα, διότι θέλετε πενθήσει και κλαύσει» (Κατά Λουκάν, στ’, 21-25). Δεν είναι προφανές το ταξικό μίσος και η εκδικητικότητα σε αυτές τις φράσεις; Σαν να διαβάζεις Μπένγιαμιν, όταν καλεί στην επανάσταση, για να εκδικηθεί για τα βάσανα όλων των προηγούμενων γενεών, δούλων, κολλήγων και προλεταρίων.

Ωραίος, λοιπόν, ο Ιησούς, δικός μας. Με τον Θεό, όμως, τι γίνεται; Δεδομένου πως, ως αριστεροί, έχουμε μια προτίμηση σε λογικά επιχειρήματα, φοβάμαι πως πειστήρια για την ύπαρξή του δύσκολα θα αναγνωρίσουμε. Η έλλειψη αποδείξεων, βέβαια, δεν συνιστά απόδειξη της έλλειψης, της ανυπαρξίας. Και, με αυτήν την έννοια, ο αθεϊσμός, δεν μπορεί εξίσου να αποδείξει τη βέβαιη βασιμότητά του.

Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να μιλήσουμε με πιθανότητες, οι οποίες, νομίζω, σαφώς, δεν είναι με τον ευφυή δημιουργό, όσο κι αν δεν φαίνεται εξ αρχής. Ας σκεφτούμε π.χ. το περίφημο κοσμολογικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού. Λέει το επιχείρημα -σε δική μου, ισχυρότερη από την αυθεντική, εκδοχή: αν, περπατώντας στην απόλυτη ερημιά ενός ακατοίκητου πλανήτη εύρισκες ένα ρολόι, υπήρχε περίπτωση να θεωρήσεις πως προέκυψε τυχαία ή ως προϊόν φυσικής επιλογής; Γιατί, λοιπόν, το κάνεις όταν βλέπεις αυτό το τέλειο ρολόι, που είναι το Σύμπαν; Γιατί δεν παραδέχεσαι πως το λογικό είναι να υπάρχει ευφυής ωρολογοποιός; Γιατί, απλώς, υπάρχει «οικονομικότερη», απλούστερη απάντηση: σε ένα Σύμπαν άπειρο στο χώρο και στον χρόνο θα «δημιουργηθούν» αναγκαστικά τα πάντα «από μόνα τους». Όπως λέει το γνωστό παράδειγμα, μια μαϊμού που γράφει σε μια γραφομηχανή για άπειρο χρόνο, τυχαία θα γράψει και την Ιλιάδα.

Μόνο που αυτά δεν απαντούν στην αγωνία του θανάτου. Και οι θρησκείες εκεί πατούν. Διαβάστε, λοιπόν, το άρθρο του Αλμπάνη -μας δείχνει πώς να ξεκινάμε τη μελέτη θανάτου, που δεν μπορούμε ως έλλογα, έστω και αριστερά, όντα να αποφύγουμε. Κι ας είμαστε άπιστοι Θωμάδες…

Ο Χρήστος Λάσκος είναι καθηγητής Λυκείου

Advertisements


Η «υπευθυνη» αριστερα και η διακυβερνηση του τοπου (Αυγή, 24.4.2009)
24/04/2009, 11:51 μμ
Filed under: Αγγελος Τσεκερης

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Το προηγούμενο διάστημα, η δημοσκοπική άνοδος της αριστεράς και η συνολική πτώση του δικομματισμού, έκανε πολύ πιθανό το σενάριο να μην προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση από τις επόμενες εκλογές. Μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η αριστερά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να συρθεί σε μια κυβέρνηση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα. ΝΑ χρεωθεί δηλαδή την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, και στις αμέσως επόμενες εκλογές να αδυνατίσει προς όφελος των δύο μεγάλων κομμάτων.

Το “προοδευτικό” κατεστημένο, που επιθυμεί διακαώς την επάνοδό του στην κυβερνητική εξουσία, θεώρησε πολύ ενδιαφέρουσα την προοπτική να στριμωχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ με έναν τέτοιο τρόπο. Χρόνια τώρα η αριστερά πιέζεται να χωθεί στο ντουλάπι της κεντροαριστεράς, εγκαταλείποντας αξίες, αρχές και πολιτική συνέπεια. Αλλά αντιστέκεται. Σε περίπτωση έλλειψης αυτοδυναμίας, θα αναγκαζόταν να το κάνει με το μαχαίρι στον λαιμό. Αρκεί βεβαίως να σοβαρευτεί, να απαλλαγεί από τα βαρίδια του κινηματισμού και να αναλάβει θέλοντας και μη τις ευθύνες που της αναλογούν για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Εκεί ακριβώς άρχισαν να πυκνώνουν απ έξω και από μέσα οι φωνές για “υπευθυνότητα”. Ο Συνασπισμός ως υπεύθυνη πολιτική δύναμη, λένε, δεν μπορεί να μην ενδιαφέρεται για τη διακυβέρνηση της χώρας. Και αυτό γιατί η κοινωνία υφίσταται σήμερα τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης δεξιάς στρατηγικής, και η συμμετοχή της αριστεράς θα μπορούσε να αλλάξει την κυβερνητική πολιτική προς όφελος της κοινωνίας. Βολική άποψη αν κάποιος ταυτίζει τον νεοφιλελευθερισμό με τη δεξιά, προσπερνώντας επιδεικτικά τόσο το προηγούμενο των κυβερνήσεων Σημίτη, όσο και την πλήρη συναίνεση δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας παντού στην Ευρώπη.

Αλλιώς ας μην περιμένει να υπερασπιστεί την κοινωνία από τον νεοφιλελευθερισμό, σε συνεργασία με το σημερινό ΠΑΣΟK. Δυστυχώς, η περίφημη διαχωριστική γραμμή “προόδου – συντήρησης” την οποία με τόση έμφαση επικαλείται το ΠΑΣΟΚ, αλλά και κάποια στελέχη του ΣΥΝ, δεν υπάρχει παρά μόνο ως ευσεβής πόθος. Εκτός αν θεωρούμε ότι μια τέτοια διαχωριστική γραμμή περιγράφεται επαρκώς από το τεράστιο ιδεολογικοπολιτικό χάσμα που χωρίζει τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ από τις κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας, την αντιπολίτευση που έκανε η Νέα Δημοκρατία από την αντιπολίτευση που κάνει το ΠΑΣΟΚ, τον Κωστή Χατζηδάκη από την Άννα Διαμαντοπούλου, τον Γιώργο Αλογοσκούφη από τον Γιάννο Παπαντωνίου και βεβαίως τον Αναστάση Παπαληγούρα από τον Χρήστο Παπουτσή.

Παρ’ όλα αυτά, το να δείξει ο Συνασπισμός υπευθυνότητα και να επιδιώξει προγραμματικές συγκλίσεις προς όφελος της κοινωνίας είναι μια άποψη. Άποψη εκπεφρασμένη εντός του Συνασπισμού και βεβαίως σεβαστή. Γιατί υπάρχει και μια άλλη, που μας έρχεται απέξω: όπως φωνάζουν με πάθος οι πλέον εκλεκτοί αρθρογράφοι της κεντροαριστεράς, ο τόπος έχει ανάγκη από τολμηρές μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά, το ασφαλιστικό, στην υγεία, στην παιδεία, όλοι καταλαβαίνουμε τι είδους. Και ο Συνασπισμός οφείλει να εγκαταλείψει τον καταγγελτισμό του και τη νεοκομμουνιστική του μετάλλαξη, και αναλαμβάνοντας τις κυβερνητικές του ευθύνες να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις αυτές.

Αυτό είναι απολύτως διαφορετικό από την αντίληψη περί προγραμματικών συγκλίσεων, γιατί αναζητά την υπευθυνότητα του Συνασπισμού εντελώς έξω και αντίθετα από το σημερινό προγραμματικό πλαίσιο της αριστεράς. ΘΑ περίμενε λοιπόν λογικά κανείς, οι δύο αυτές απόψεις, η “από μέσα” και η “απ’ έξω” να συγκρούονται λυσσαλέα. Αλλά όχι. Αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοϋποστηρίζονται και συνεννοούνται μεταξύ τους αρμονικότατα, έχοντας μάλιστα την στήριξη και την προβολή των πιο μεγάλων ΜΜΕ του “προοδευτικού” χώρου.

Στην Ευρωπαϊκή αριστερά μετά το 1989 υπάρχουν δύο εμβληματικές μεταλλάξεις. Αυτή των Γερμανών πρασίνων του Γιόσκα Φίσερ και αυτή των Ιταλών Κομμουνιστών του Ντ’ Αλέμα και του Βελτρόνι. Φαίνεται ότι οι μεταλλάξεις αυτές, παρά την κατρακύλα τους, ασκούν ακόμα και σήμερα μεγάλη γοητεία στους οραματιστές του κεντροαριστερού εγχειρήματος. Όπως ασκούν γοητεία και οι περιπτώσεις σε Ιταλία, Γαλλία και Ισπανία, όπου η αριστερά είτε αναλαμβάνοντας τις κυβερνητικές της ευθύνες, είτε προσφέροντας την περίφημη ψήφο ανοχής, και πάντοτε αναζητώντας προγραμματικές συγκλίσεις, κατάφερε να σβήσει τον εαυτό της από τον πολιτικό χάρτη. Αν μια τέτοιου είδους υπευθυνότητα αναζητάται σήμερα από τον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ, ας μας θεωρεί ο Πρετεντέρης ανεύθυνους. Θα το αντέξουμε.

Ο Άγγελος Τσέκερης είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Διαρθρωτικα προβληματα της ελληνικης οικονομιας; (Αυγή, 23.4.2009)
23/04/2009, 11:15 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Είναι γνωστό σε όλους πια πως, σε ό,τι αφορά τις απαντήσεις στην κρίση, ΗΠΑ και Ε.Ε., με όλες τις συγκλίσεις τους, φαίνεται να διαμορφώνουν δύο διαφορετικές λογικές. Ο Ομπάμα, έστω και λίγο ως πρωταγωνιστής σε όπερα μπούφα στο μέτρο που το οικονομικό του επιτελείο αποτελείται από τους κλιντονικούς κέρβερους της ακραία νεοφιλελεύθερης «Συναίνεσης της Ουάσιγκτον», φαίνεται να νιάζεται για την «πραγματική οικονομία» και να αδιαφορεί προσώρας για τα ελλείμματα και τα χρέη, ενώ οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου κάνουν ό,τι μπορούν για να φεσώσουν την κρίση στους μισθωτούς μέσα από την πολιτική της δημοσιονομικής «σύνεσης».

Η χώρα μας, πρωτοπόρος όπως πάντα, πάγωσε κατά πρώτον μισθούς και συντάξεις στο δημόσιο, για να δείξει πως σε ζητήματα σύνεσης και σωφροσύνης δεν αστειεύεται καθόλου -αι δαπάναι θα παταχθούν! Γιατί, ως γνωστόν και πάλι, το κοινωνικό μας κράτος υπήρξε εδώ και δεκαετίες πρότυπο παγκοσμίως σε ό,τι αφορά τις υπηρεσίες που πρόσφερε, οι δε δημόσιοι εκπαιδευτικοί και γιατροί μας είναι οι καλύτερα αμειβόμενοι στην Ευρώπη.

Γιατί, όμως, τόση επιμονή στη σύνεση; Η απάντηση είναι απλή: αιτία της κακοδαιμονίας μας είναι τα πολλαπλά μας ελλείμματα -μεγάλο δημόσιο έλλειμμα, υπέρογκο δημόσιο χρέος, ογκώδες και επιδεινούμενο έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο. Και πάρτε και τους ακριβείς αριθμούς, γαι να τρομάξετε οριστικά: 5%, 100%, 16%… Οποιοσδήποτε, λοιπόν, ισχυρίζεται πως θα πρέπει το κράτος να δαπανήσει φροντίζοντας για την προστασία των εργαζόμενων, των ανέργων και των φτωχών είναι λαϊκιστής. Το επιχείρημα, μάλιστα, είναι τόσο πειστικό φαίνεται που ο χαρακτηρισμός αυτός -λαϊκιστής- μου προσάφθηκε ακόμη και στο πλαίσιο συζήτησης κομματικού οργάνου του ΣΥΝ, όταν έλεγα κάτι ρεφορμιστικά αυτονόητα. Το σχήμα είναι περίπου το εξής: -Πού πας, ρε Καραμήτρο, με τόσα χρέη πάνω σου;

Είναι ψέμα, όμως, η κακή κατάσταση των δεικτών που αναφέρονται τρομοκρατικά όλο και περισσότερο; Αδιαφορεί η αριστερά γι’ αυτά τα πράγματα προσδοκώντας την επανάσταση; Ή, ακόμη καλύτερα, αισθάνεται να την ευνοεί οτιδήποτε δυσχεραίνει την οικονομική κατάσταση; Υποστηρίζει, άραγε, άρρητα έστω, μια θεωρία κοινωνικού μετασχηματισμού, που βασίζεται στην συνεχή απαθλίωση μέχρι τελικής έκρηξης; Ουδέν αναληθέστερον! Αυτό που στην πραγματικότητα ισχύει είναι πως η αριστερά κατανοεί αυτό που όσοι επικαλούνται τους κακούς δείκτες κρύβουν, είτε συνειδητά ως κοινοί απατεώνες -και υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι- είτε ιδεολογικά φενακισμένοι από την ίδια τους την εμμονή.

Αυτό που ξέρει, λοιπόν, η αριστερά -και είναι κρίσιμο να το μάθει όλος ο κόσμος- είναι πως τα χρέη και τα ελλείμματα είναι συμπτώματα και όχι αιτίες. Η βασική αιτία του οικονομικού προβλήματος είναι το κοινωνικό ζήτημα -το κύριο διαρθρωτικό πρόβλημα είναι η ακραία κοινωνική ανισότητα. Έτσι, το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών οφείλεται εν πολλοίς σε μια διάρθρωση της κατανάλωσης, στηριγμένη στον χειρότερο δείκτη εισοδηματικής ανισότητας στην Ε.Ε., που επιβάλλει τεράστιες εισαγωγές πολυτελών αγαθών, όπως, π.χ., οι τζιπούρες. Αν ο δείκτης εισοδηματικής ανισότητας έπεφτε από 6.5 σε 4, αυτό θα είχε άμεση και θετικότατη αντανάκλαση στο ισοζύγιο. Ο πραγματισμός και όχι η επανάσταση, λοιπόν, επιβάλλει μια τολμηρή αναδιανεμητική πολιτική. Η τελευταία, μάλιστα, θα μείωνε και το δημόσιο έλλειμμα στο μέτρο που θα μείωνε ακριβώς εκείνα τα εισοδήματα, που εύκολα κρύβονται και φοροκλέβουν -μεταβιβάζοντας χρήματα σε μισθωτούς, που συνεισφέρουν αυτόματα στα έσοδα του κράτους. Σκεφτείτε μόνο πως έλλειμμα 4,5% αντιστοιχεί σε 11 περίπου δισ. ευρώ, όταν η ετήσια φοροδιαφυγή είναι πάνω από 20 δισ.! Βλέπετε οι πενόμενοι «μικρομεσαίοι» δήλωσαν φέτος ετήσιο εισόδημα μικρότερο από το αφορολόγητό τους με ρέκορντμεν τους ιδιοκτήτες μπαρ, που περνούν τη χρονιά τους οικογενειακώς με 5000 ευρώ -προφανώς, θα πρέπει πάραυτα να τους συνδράμουν εισοδηματικά οι συνταξιούχοι του ΙΚΑ. Η κυβέρνηση φρόντισε μειώνοντας τα τέλη ταξινόμησης των πολυτελών αυτοκινήτων.

Θα μπορούσα να δώσω χιλιάδες στοιχεία και το συμπέρασμα θα ήταν ένα. Το διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ανισότητα. Η μόνη υπεύθυνη πολιτική είναι η δραστική της μείωση -την κρίση πρέπει να πληρώσουν αποκλειστικά όσοι έχουν εισοδήματα από κέρδη ή από υψηλά μπόνους. Όλα τα άλλα είναι προσχήματα, που συγχέουν τον ρεαλισμό με την υποταγή στο υπάρχον.

ΥΓ.: Και μην πιστέψετε πως οι κρατούντες ενδιαφέρονται πραγματικά για τη μείωση του χρέους. Φτάνει να δείτε ποιοι είναι οι αγοραστές των ομολόγων, που κερδίζουν από τα μεγάλα επιτόκια που πληρώνει το ελληνικό κράτος… λόγω του υψηλού χρέους.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι καθηγητής Λυκείου



Επιστροφη στην ομαλοτητα; (Κυριακάτικη Αυγή, 12.4.2009)

ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟ-ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝ

Με αυτό το ειρωνικό σύνθημα υποδέχθηκε το εξεγερμένο Παρίσι τον Μάη του ’68 το πολιτικό σχέδιο για «τον Νόμο και την Τάξη» του στρατηγού Ντε Γκωλ για την ανασύνταξη του αστικού πολιτικού συστήματος στη Γαλλία.

Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών η ανασύνταξη του φθαρμένου και διεφθαρμένου δικομματικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη και στο έδαφος της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης σε βάρος των λαϊκών τάξεων, περνάει μέσα από το δίπολο συναίνεση-καταστολή. Δηλαδή από τη θωράκιση του κράτους με νέους κατασταλτικούς μηχανισμούς για να αντιμετωπίσουν την κοινωνική οργή, παράλληλα με την κατασκευή των «συναινέσεων» διά μέσου της πραγματικής τρομοκρατίας των απολύσεων, της παρατεταμένης ανεργίας, της περαιτέρω ευελιξίας της αγοράς εργασίας, της επισφάλειας και της λιτότητας που οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους -κανάλια, μεγάλες εφημερίδες, κρατικοί διανοούμενοι- τα παρουσιάζουν ως αναπόφευκτα μέτρα για να ξεπερασθεί η κρίση.

Η συντήρηση, πόσο μάλλον η ανασύνταξη, του πολιτικού συστήματος απειλείται από τον ΣΥΡΙΖΑ, το αντελήφθησαν τον Δεκέμβρη, το επαλήθευσαν σε πολλές και διαφορετικές περιστάσεις -από το Μall του Βωβού, τα υπόγεια γκαράζ του Κακλαμάνη, την καμπάνια για τις τράπεζες, τον λιγνίτη και τον Αχελώο, τις αντιδράσεις για τα καρτέλ των τροφίμων και της ενέργειας, τη στήριξη των απεργιών και ιδιαίτερα τις μάχες κατά των ιδιωτικοποιήσεων στα λιμάνια και την Ολυμπιακή, μέχρι το μέτωπο της παιδείας και τις πρωτοβουλίες για την επισφάλεια με αφορμή τη δολοφονική επίθεση στη συνδικαλίστρια Κούνεβα -κοινωνικές διεκδικήσεις και αντιστάσεις, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ συμμετείχε, ενώ την ίδια στιγμή τα ανήγαγε στο πολιτικό πεδίο, σπάζοντας μια καθεστωτική αντίληψη της πολιτικής που μιλά μόνο για διαφθορά και σκάνδαλα και καταγγέλλει αλλήλους για ανικανότητα.

Η επιχείρηση του αστικού μπλοκ εξουσίας να συρρικνωθεί η πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, να περιθωριοποιηθεί πολιτικά και κοινωνικά, μέχρι να «συμμορφωθεί», μετρά πρόσκαιρες (υπό προϋποθέσεις) νίκες. Σε αυτό το στόχο κινητοποιεί όχι μόνο το πολιτικό και δημοσιογραφικό προσωπικό αλλά και τις ομόλογες κοινωνικές του απολήξεις.

Η ανακατάληψη της ΠΟΣΔΕΠ από τη συμμαχία ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ. και ΑΡΜΕ δείχνει το εύρος των συναινέσεων, τους στόχους και τα περιεχόμενα, αλλά και τις εφεδρείες του συστήματος. Η ανασύνταξη των δυνάμεων και της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να γίνει στο έδαφος της πολιτικής και μάλιστα στο κεκτημένο των «διαιρετικών τομών» απέναντι στο σύστημα εξουσίας.

Η οικονομική κρίση είναι το προνομιακό πεδίο για να αναπτυχθεί η πόλωση με τους «από πάνω». Έχουμε το υλικό, το Πρόγραμμα και μάλιστα διαρθρωμένο σε άμεσα μέτρα για τα λαϊκά στρώματα, αλλά και τους στρατηγικούς προσανατολισμούς σχετικά με την οικονομία των αναγκών και την επανοικειοποίηση του δημόσιου τομέα. Χρειαζόμαστε την πολιτική εξωστρέφεια και την κινηματική δράση προκειμένου το πολιτικό πρόγραμμα να αποκτήσει «κοινωνικό σώμα».

Χρειαζόμαστε ένα «2ο κύμα» αναζωογόνησης του ΣΥΡΙΖΑ

Γνωρίζουμε ότι το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ είχε να αντιμετωπίσει δυσεπίλυτα πολιτικά και οργανωτικά προβλήματα με την ίδρυσή του. Η συμβίωση κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς με «ανένταχτους» και «ανένταχτες», οι διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές ταυτότητες των συνιστωσών και οι διαφορετικές εμπειρίες, οι διαφορετικοί τρόποι να κάνουν πολιτική, τα πολλαπλά κέντρα εκφώνησης πολιτικής και η ανυπαρξία δομών αντιπροσώπευσης, όπου να επιλύονται οι διαφωνίες, απαιτούν επινοητικότητα, διάλογο, κατανόηση του «άλλου» και οργανωτικό πειραματισμό για να ξεπερασθούν.

Οι σημερινές δομές και οι διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ δεν επαρκούν. Αντιστοιχούσαν σε μια πρώτη περίοδο, σήμερα όμως ευνοούν την ανάθεση και την υποκατάσταση, ενώ εντείνουν την κριτική στη Γραμματεία για αδιαφανή διαχείριση των υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ.

Γνωρίζουμε επίσης ότι το αίτημα (μας) για «επανίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ» δεν μπορεί να τεθεί στην πραγματικότητα αν δεν επιλυθούν τα δύο κομβικά ερωτήματα: Με ποια διαδικασία και με ποια περιεχόμενα το ζήτημα της «αριστερής ανασύνθεσης» θα τεθεί ως ύλη μιας επανιδρυτικής διαδικασίας;

Πώς οι «απρόθυμες» οργανώσεις θα εξακολουθήσουν να συμμετέχουν στο ενωτικό εγχείρημα της ριζοσπαστικής αριστεράς;

Τούτων δοθέντων σε τίποτα δεν μας εμποδίζει άμεσα, το φθινόπωρο στην Πανελλαδική συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ, να θέσουμε το ζήτημα της δημοκρατικής εμβάθυνσης του ΣΥΡΙΖΑ. Έχουμε λόγους να θεσπίσουμε τη διπλή ένταξη, την ιδιότητα του μέλους του, την εκλογή των συντονιστικών των Τοπικών και Θεματικών Επιτροπών, τη δημιουργία ενός εκλεγμένου Πανελλαδικού Συντονιστικού (της Κεντρικής Επιτροπής, με άλλα λόγια του ΣΥΡΙΖΑ) που να το αποτελούν τα Συντονιστικά των Τοπικών, Νομαρχιακών και Θεματικών Επιτροπών.

Ένα αντιπροσωπευτικό σώμα που θα μπορεί να παίρνει αποφάσεις για τα κρίσιμα πολιτικά ζητήματα με διευρυμένη πλειοψηφία (π.χ. 75%), ώστε να προστατεύονται οι μειοψηφίες, ένα όργανο διαβούλευσης και λογοδοσίας της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Οι δύο συνασπισμοί κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς

Στην ελληνική πολιτική σκηνή εμφανίζεται όλο και περισσότερο το τελευταίο διάστημα να υπάρχουν δύο συνασπισμοί κομμάτων και οργανώσεων της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο πρώτος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, όπου συμμετέχουν οι Συνασπισμός, ΑΚΟΑ, ΚΟΕ, ΔΕΑ, Ρόζα, Κόκκινο, ΔΗΚΚΙ, ΚΕΔΑ, Ξεκίνημα, Ενεργοί Πολίτες, ανένταχτοι και ανένταχτες της Αριστεράς, ο δεύτερος αυτός της Κουμουνδούρου, που συναποτελείται από τον Συνασπισμό και την Ανανεωτική Πτέρυγα.
Μία από τις διαφορές των 2 συνασπισμών είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βγάζει βασανιστικά αποφάσεις, αλλά όλες οι συνιστώσες τις σέβονται και δεν λέει η καθεμιά τα δικά της. Αντίθετα, στον συνασπισμό της Κουμουνδούρου πολύ συχνά λέει άλλα ο Συνασπισμός και άλλα η Ανανεωτική Πτέρυγα.

Έχουν μάλιστα και διαφορετικές συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις (ΑΡΜΕ για παράδειγμα), άλλα πρόσωπα στην αυτοδιοίκηση (τον Μπουτάρη για παράδειγμα) και κυρίως άλλες πολιτικές, άλλα λένε για το ΠΑΣΟΚ, την κυβέρνηση, την Ευρώπη, το Δεκέμβρη, τα δικαιώματα και την καταστολή. Συμπίπτουν σε ελάχιστα. Το ένα κόμμα έχει εκπρόσωπο τύπου τον Καρίτζη και το άλλο τον Μπαγιώργο, τον Χατζησωκράτη, τον Μαργαρίτη.

Είναι φανερό πως αυτό δεν βγάζει πουθενά για κανένα. Οποιοσδήποτε σύντροφος ή συντρόφισσα, ανεξαρτήτως τάσης, αξιοποιώντας την κοινή λογική και μόνον το κατανοεί. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται, όπως συχνά λέγεται, στην ύπαρξη και έκφραση της διαφορετικής άποψης, ακόμη και της διαφορετικής στρατηγικής αντίληψης.

Το πρόβλημα βρίσκεται στη συχνότατη έλλειψη και του στοιχειώδους ακόμη σεβασμού απέναντι στις κομματικές διαδικασίες και αποφάσεις. Και αυτό το τελευταίο, όπως και πάλι ανεξαρτήτως τάσεων όλοι κατανοούν, έχει βαθύτερη συσχέτιση με τη δημοκρατία από οτιδήποτε άλλο. Η σιωπή για όλα τα παραπάνω δεν είναι αποτυχημένη  απόπειρα συγκάλυψης, αλλά, σε τελευταία ανάλυση, συνενοχή.

* * *

Οι δυνατότητες του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ μεγάλες. Η εκλογική μάχη που έρχεται είναι μεγάλη ευκαιρία για την εγκατάστασή του στην πολιτική σκηνή από τη θέση του κυριότερου εκφραστή των αγωνιών και των αγώνων, των προσδοκιών και της πάλης των κατώτερων τάξεων. Αρκεί να μην αυτοϋπονομευόμαστε και, επίσης, να μην αφήνουμε να μας υπονομεύουν. Η ευθύνη όσων παίρνουμε μέρος σε αυτό το εγχείρημα μπορεί να αποδειχθεί ιστορική. Ας φροντίσουμε να ανταποκριθούμε.



Περι αριστερου ευρωπαϊσμου και ευρωπαϊκου αριστερισμου
09/04/2009, 12:13 πμ
Filed under: Αγγελος Τσεκερης | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Την δεκαετία του ’70 και του ’80, το κεντρικό δίλημμα σε σχέση με τα ευρωπαϊκά ήταν “μέσα ή έξω από την ΕΟΚ”. Απέναντι στο δίλημμα αυτό, η ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά περιέγραψε την Ευρώπη ως ένα νέο πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων, ευρύτερο από τα όρια του εθνικού κράτους. Έτσι, απορρίπτοντας την γραμμή του εθνικού απομονωτισμού, μετέτρεψε το δίλημμα σε “ΕΟΚ των μονοπωλίων ή Ευρώπη των εργαζομένων”. Από τότε όμως έχουν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια.

Στο διάστημα αυτό, και ειδικά μετά την κατάρρευση του ’89, οι συσχετισμοί που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη μάς απομάκρυναν πάρα πολύ από την “Ευρώπη των εργαζομένων”. Αντί γι’ αυτό, διαμορφώθηκε μια Ευρώπη που συμμετείχε ή στήριζε επιθετικούς πολέμους, και επέβαλλε στα κράτη – μέλη έναν σκληρό νεοφιλελευθερισμό. Η απορρύθμιση των αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η προώθηση της ελαστικής απασχόλησης, η διάλυση του κοινωνικού κράτους σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, είναι αποτελέσματα μιας στρατηγικής που διαμορφώνεται στις Βρυξέλλες και στην Φραγκφούρτη, από ανθρώπους που δεν λογοδοτούν πουθενά. Η συνθήκη της Μπολόνια για την εκπαίδευση, η οδηγία Μπολκεστάιν για την προς τα κάτω εξομοίωση των εργασιακών δικαιωμάτων, η στρατηγική της Λισσαβώνας για την γενίκευση της ελαστικής απασχόλησης, προωθούνται κεντρικά από τα διευθυντικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγμα πολύ πρακτικό, αφού καμία κυβέρνηση δεν θα αναλάμβανε την ευθύνη της υλοποίησης μιας τέτοιας πολιτικής χωρίς να καταβάλει ένα υψηλότατο πολιτικό κόστος.

Η ιδεολογική αντιπαράθεση με μια τέτοια Ευρώπη είναι εξαιρετικά λεπτή υπόθεση. Κανένα κέντρο εξουσίας δεν εμφανίζεται δημοσίως να είναι υπέρ των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών και της ανασφάλιστης εργασίας, έτσι, για γούστο. Όλοι εκφράζουν τη λύπη τους και θεωρούν ότι τέτοιου είδους αντικοινωνικά μέτρα είναι δυστυχώς αναγκαία, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα, η παραγωγικότητα, η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός. Απέναντι στα αιτήματα των λαών για υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων, διεύρυνση των δημοσίων αγαθών και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη, δεν αντιπαρατίθεται ο αλαζονικός θατσερικός νεοφιλελευθερισμός. Αντιπαρατίθεται ο “ρεαλισμός”.

Τούτου δοθέντος, μια αριστερή πολιτική για την Ευρώπη δεν νοείται ως τέτοια, αν δεν διαφοροποιείται ξεκάθαρα από αυτό τον “ρεαλισμό”, αν δεν τον ξεσκεπάζει, αν δεν τον αποδομεί, αν δεν συγκρούεται μαζί του. Διαφορετικά, δεν μιλάμε για αριστερό ευρωπαϊσμό, αλλά για ευρωπαϊσμό γενικώς και αορίστως. Το να οριοθετείς τον αριστερό σου ευρωπαϊσμό απέναντι σε δυνάμεις που υποστηρίζουν την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει δυσκολία. Το ερώτημα είναι πώς οριοθετείσαι από δυνάμεις που αποδέχονται τους σημερινούς συσχετισμούς στην Ευρώπη και συμβιβάζονται πλήρως μαζί τους. Ή, για να το πούμε με απλούστερα λόγια, να μπορείς να εξηγήσεις στους ανθρώπους πού τελειώνει ο δικός σου ευρωπαϊσμός και που αρχίζει ο ευρωπαϊσμός του Σημίτη και της Άννας Διαμαντοπούλου.

Η απάντηση βρίσκεται βεβαίως σε αυτό που λέγαμε και το ’81: στην αντίληψη της Ευρώπης ως πεδίου κοινωνικών συγκρούσεων, κάτι που θα ήταν εντελώς έξω από την οπτική της κεντροαριστεράς. Αυτό που κρίνεται σήμερα στην Ευρώπη είναι το αν τα κοινωνικά κινήματα θα καταφέρουν να ανατρέψουν το Σύμφωνο Σταθερότητας, να ανακόψουν την Μπολόνια και να υπερασπιστούν τις εργασιακές σχέσεις από την flexicurity. Και ο αγώνας αυτός δεν δίνεται με όρους αριστερής ευρωπαϊκής ιδεολογικής καθαρότητας. Έχουν σε αυτόν θέση όλες οι δυνάμεις που κινούνται στην λογική των κοινωνικών αγώνων από αριστερή σκοπιά. Άλλωστε ούτε στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ ούτε στο κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς υπάρχει μόνο πούρος “αριστερός ευρωπαϊσμός”. Υπάρχουν επίσης και συλλογικότητες που είναι κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή έχουν διαφορετικές απόψεις για τις θεσμικές αλλαγές στην Ευρώπη. Αλλά συνεννοούμαστε μια χαρά μαζί τους στα άμεσα πολιτικά μέτωπα, στην στρατηγική των κοινωνικών αντιστάσεων και στην γραμμή της ενότητας.

Το ίδιο ακριβώς προσπαθούμε να κάνουμε και στην Ελλάδα, μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό -και πέρα από τις αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίες κάποτε κάποτε γίνονται εξόχως δυσάρεστες- δεν υπάρχει κανένα απολύτως ιδεολογικό ή πολιτικό πρόβλημα στο να πάρει την δεύτερη θέση υποψήφιος της ΚΟΕ. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για μια νέα γυναίκα από τον χώρο της ελαστικής απασχόλησης, δηλαδή για μια υποψηφιότητα που ο Συνασπισμός, λόγω άλλων προτεραιοτήτων, δεν είναι σε θέση να προωθήσει.

Ο Άγγελος Τσέκερης είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Επιθεσεις ανευ λογου στην ευρωπαϊκη ταυτοτητα του ΣΥΡΙΖΑ (Κυριακατικη Αυγη, 5.4.2009)
05/04/2009, 1:13 μμ
Filed under: Χριστοφορος Παπαδοπουλος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πολλά γράφτηκαν και πολλά ειπώθηκαν εναντίον του σχεδίου πολιτικού πλαισίου του ΣΥΡΙΖΑ για τις ευρωεκλογές, τα περισσότερα ήταν «στον αέρα», δεν εφάπτονταν με το κείμενο, λες και δεν το είχαν διαβάσει, η κριτική της Άννας Φιλίνη στην Αυγή τα Τετάρτης για παράδειγμα. Άλλα προκειμένου να θεμελιώσουν την απόρριψη του σχεδίου δημιουργούσαν ανυπόστατες κατασκευές, όπως ο ισχυρισμός του Μιχάλη Σαμπατακάκη για παράδειγμα ότι το κοινωνικό κράτος στις χώρες της Ευρώπης είναι κατασκευή των δομών και των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι υπόθεση των αγώνων των εργαζομένων και πολιτικός συμβιβασμός με τις κυρίαρχες τάξεις σε πολλές και διαφορετικές χώρες της Ευρώπης σε μια περίοδο που όχι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπήρχε, ούτε καν η ΕΟΚ. Προφανώς το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ ξεκινά από το τελευταίο, και διαπιστώνει ότι οι πολιτικές της Ε.Ε., τα τελευταία 25 χρόνια υπεροχής του νεοφιλελευθερισμού, αποδομούν το κεκτημένο κοινωνικό μοντέλο και συρρικνώνουν το κοινωνικό κράτος παραδίδοντας τα δημόσια αγαθά στο κέρδος, δηλαδή οξύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες ακόμα και στις μητροπόλεις του καπιταλιστικού βορρά της Ευρώπης.

Άλλα –από τα γραφόμενα-είναι πολιτικά θεμιτά, όπως για παράδειγμα η κριτική του Γ. Γεωργάτου,  αφού στοιχειοθετείτε σε μια «μεταρρυθμιστική» λογική που δεν αμφισβητεί τις δομές και τις λογικές του καπιταλιστικού συστήματος, με αυτή την έννοια είναι «νόμιμη» η οργή του στον αντισυστημικό και αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα του σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ. Ναι πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να αλλάξει τον κόσμο (και μάλιστα την Ευρώπη) και πιστεύει ότι αυτό είναι εφικτό. Τέλος υπάρχουν κριτικές, όπως της Ανανεωτικής πτέρυγας για παράδειγμα, που μέσα από την επιθυμία για πολιτική διαφοροποίηση δύσκολα κρύβεται η θεωρητική και συνταγματική ελαφρότητα. Η Ανανεωτική πτέρυγα του Συνασπισμού προσάπτει αντιευρωπαϊσμό στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν υιοθετεί την άποψη της ότι η νέα ευρωβουλή που θα προκύψει από τις εκλογές του Ιουνίου οφείλει να μετατραπεί σε συντακτική και η οποία θα εκπονήσει το νέο σύνταγμα της Ευρώπης. Το θεωρητικό έλλειμμα είναι προφανές αφού η «πτέρυγα» ποτέ δεν κατάλαβε τον Νίκο Πουλαντζά όταν ισχυριζόταν ότι στους θεσμούς (και το κράτος) συμπυκνώνεται ο ταξικός συσχετισμός, δηλαδή η ισχύς των από πάνω και οι αγώνες των από κάτω. Δεν μπορεί κατά συνέπεια να κατανοήσει ότι στο δυσμενή σημερινό συσχετισμό το ευρωκοινοβούλιο δεν μπορεί παρά να νομοθετήσει ένα ολιγαρχικό σύνταγμα, όπως οι 2 προηγούμενες απόπειρες με το ευρωσύνταγμα και τη  συνθήκη της Λισαβόνας, δηλαδή μια αρχιτεκτονική των θεσμών της Ε.Ε. αδιαπέραστη από τους κοινωνικούς αγώνες, όπου η Αριστερά και τα κινήματα εξορίζονται καταστατικά από την πολιτική διαμεσολάβηση. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους (ευφυώς) δεν εγκλωβιστήκαμε στην συνταγματική αναθεώρηση της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, γιατί αν το είχαμε κάνει –όπως μας προτείνουν σήμερα για την ευρωβουλή- ούτε το άρθρο 16 για την παιδεία, ούτε το άρθρο 4 για τα δάση, ούτε το Συμβούλιο Επικρατείας θα είχαν μείνει στη θέση τους. Αντίθετα ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει στον «ευρωπαϊκό λαό» -σύμφωνα με την πετυχημένο όρο του Άγγελου Ελεφάντη- ως το υποκείμενο των συνταγματικών μετασχηματισμών και προτείνει μέτρα για τη δημιουργία του, κοινωνικά και πολιτικά. Εργάζεται για τις κοινές ευρωπαϊκές κοινωνικές και κινηματικές δομές  (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ, κοινοί εργατικοί και συνδικαλιστικοί αγώνες, πανευρωπαϊκοί συντονισμοί για την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον), όπως για την ενιαία πολιτική έκφραση της Αριστεράς στο ευρωπαϊκό επίπεδο, προτείνοντας το διάλογο και την κοινή δράση των δύο μεγάλων οικογενειών της ευρωπαϊκής Αριστεράς, του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και της Αντικαπιταλιστικής Συσπείρωσης, στην μεγάλη αριστερή και οικολογική ομπρέλα της GUE/NGL. Ζητήματα που θίγονται στο σχέδιο και στα οποία η Άννα συνελήφθη αδιάβαστη. Εν τέλει το σωστό είναι να κριθεί το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Ευρώπη σε αυτά που προτείνει και δεν είναι άλλα από τα άμεσα ζητήματα που προκύπτουν από την οικονομική κρίση, σε μια πανευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισής της από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων. Να κριθεί στα άμεσα μέτρα για την ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων και των συνταξιούχων, τη στήριξη των ανέργων, τις επενδύσεις στις κοινωνικές υποδομές, τις εθνικοποιήσεις των τραπεζών και των εταιρειών της ενέργειας, στην κατάργηση του βρόγχου του Συμφώνου Σταθερότητας και του ανεξέλεγκτου από την πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Να κριθεί σε όλα εκείνα τα στρατηγικά και τα άμεσα (ευρωομόλογα και αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού) που συνιστούν ένα άμεσο πολιτικό σχέδιο για την Ευρώπη στον αντίποδα των πολιτικών των νεοφιλελεύθερων ελίτ που επιχειρούν να διασώσουν τις  τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις θυσιάζοντας στο βωμό των κερδών εκατομμύρια εργαζόμενους.

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ