Παμε σαν αλλοτε (Κυριακατικη Αυγη, 31.5.2009)
31/05/2009, 6:19 πμ
Filed under: Χαρης Γολεμης | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΑΡΗ ΓΟΛΕΜΗ

Εδώ και αρκετά χρόνια, κυρίως όμως από τότε που ανέλαβε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ο κ. Σημίτης (με την καθοριστική συμβολή του τότε βαρέως λαϊκιστικού πυροβολικού τής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, για να μην ξεχνιόμαστε), άρχισαν να εμφανίζονται προεκλογικά κείμενα στήριξης των ψηφοδελτίων με τον πράσινο ήλιο.

Τα κείμενα αυτά συνέτασσαν και υπέγραφαν ορισμένα πρώην στελέχη ή και περαστικοί της κομμουνιστικής και ευρύτερης ανανεωτικής αριστεράς (και λίγοι «εκσυγχρονιστές» προερχόμενοι από το ΚΚΕ), με στόχο να πλήξουν μέχρις εξαφανίσεως τον Συνασπισμό επειδή, λέει, διαφωνούσαν με την περιθωριακή και αριστερίστικη πολιτική του.  Σ’ αυτή την επίθεση των «πρώην», παλιά μέλη ή απλοί ψηφοφόροι κυρίως του ιστορικού ΚΚΕ εσωτερικού και των ανένταχτων πολιτών, που κάποτε συμπορεύτηκαν μαζί του, απαντούσαν δυναμικά συνήθως με πρωτοβουλίες κάποιων γερο-Ρηγάδων ή διανοούμενων (πάρτυ, συνεστιάσεις, συναντήσεις σε μπαράκια, υπογραφές σε κείμενα εκλογικής συμπόρευσης, κουβέντες σε σπίτια, παρεμβάσεις σε «πηγαδάκια» κ.λπ).

Δεν θα αναφερθώ εδώ σε «επώνυμους» συντρόφους που δεν βρίσκονται πια μαζί μας, οι οποίοι πρωτοστατούσαν σ’ αυτές τις δραστηριότητες ακόμα και όταν διαφωνούσαν πλήρως με τον ΣΥΝ, επειδή είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να κατηγορηθώ για καπηλεία αγαπημένων προσώπων, ιδιαίτερα αυτές τις συναισθηματικά φορτισμένες μέρες.

Είναι άγνωστο αν αυτή η δραστηριότητα συνέβαλε στην ενίσχυση του ψηφοδελτίου του Συνασπισμού ή του ΣΥΡΙΖΑ περισσότερο ή λιγότερο από την παρουσία των επικεφαλής του στα διάφορα ντιμπέιτ, τις συγκεντρώσεις ή τις συνεντεύξεις Τύπου -καμιά εταιρεία δεν το μέτρησε αυτό μέχρι σήμερα.

Αυτό, όμως, που ξέρω σίγουρα είναι ότι η συγκεκριμένη πράξη των φίλων και συντρόφων που στήριζαν στο παρελθόν, έστω και κριτικά, τα ψηφοδέλτια της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, αφ’ ενός τιμούσε την προσωπική τους ιστορία και αφ’ ετέρου μάς έδινε τη δυνατότητα να ξανα-τσακωνόμαστε συντροφικά την επομένη των εκλογών, παρόντες στο ίδιο, υπό την ευρεία έννοια, μετερίζι.

Η κόντρα που αναφέρθηκε πιο πάνω μεταξύ αυτών που, πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση, έβλεπαν στο (όλον) ΠΑΣΟΚ τη συνέχεια της κομμουνιστικής ανανέωσης, στην οποία πίστεψαν όταν ήταν νέοι, και εκείνων των ξεροκέφαλων που επέμεναν αριστερά, παρά τις αντιρρήσεις τους για την «γραμμή», δεν παρατηρείται σ’ αυτές τις ευρωεκλογές, παρά την πανθομολογούμενη μεγάλη σημασία τους τόσο για τον Συνασπισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και για το ΠΑΣΟΚ.

Κατανοώ απολύτως τη στάση αυτών που συνήθως γοητεύονταν προεκλογικά από τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Πολλοί και πολλές εξ αυτών είναι πια επισήμως και με τη βούλα μέλη ή φίλοι του ΠΑΣΟΚ, με ορισμένους μάλιστα, συμπεριλαμβανομένης της πρώην προέδρου του ΣΥΝ, να κατέχουν υψηλά αξιώματα (βουλευτές, ευρωβουλευτές, στελέχη του κομματικού μηχανισμού κ.λπ).

Οι εν λόγω, αντί να υπογράφουν κείμενα, έχουν περάσει τώρα σε πιο δραστικά μέτρα που στόχο έχουν την εξαφάνιση τόσο ημών όσο και των ενδεχόμενων ενοχών τους. Με τη βοήθεια ορισμένων μεγαλοδημοσιογράφων ή πανεπιστημιακών, εκ των οποίων κάποιοι και κάποιες πέρασαν κάποτε από τον Ρήγα ή την ΚΝΕ, ή δια της παλαιοκομμουνιστικής, όπως θα έλεγαν, μεθόδου «από στόμα σε στόμα» είτε προωθούν το γνωστό ψηφοδέλτιο της μόδας είτε προπαγανδίζουν, εμμέσως πλην σαφώς, την αποχή από την κάλπη.

Αυτά για τους «πρώην». Τι γίνεται, όμως, με τους συντρόφους και τις συντρόφισσες, μέλη ή όχι του κόμματος, που διαφωνούν με τις πολιτικές επιλογές του; Δεν πιστεύω, φυσικά, τους ψιθυριστές που διαδίδουν ότι κάποιοι εξ αυτών έχουν τόσο πολύ απομακρυνθεί ψυχικά από τον σημερινό πλουραλιστικό φορέα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, ώστε σκοπεύουν να κάνουν μία από τις προαναφερθείσες επιλογές.

Από την πλευρά μου, αντίθετα, αναμένω μια δημόσια, δυναμική υποστήριξή τους στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, ανάλογη εκείνης των 831 οικολογικά ευαίσθητων πολιτών που δημοσιεύτηκε την Παρασκευή στην Αυγή. Αν αυτό είναι αντικειμενικά δύσκολο, μια δήλωση γνωστών συντρόφων και φίλων που θα διαψεύδει τους κακόβουλους ψιθύρους, έστω την τελευταία στιγμή, θα μπορούσε να παίξει πολύ θετικό ρόλο στην προσπάθειά μας. Πάμε σαν άλλοτε, λοιπόν.

Εμείς οι αριστεροί, παρά τις μεταξύ μας μεγαλύτερες ή μικρότερες διαφορές, δεν συνηθίζουμε να ποτίζουμε ξένα δέντρα. Όσο για τους εχθρούς ή τους άσπονδους φίλους μας, να είναι βέβαιοι ότι ο αγώνας της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς θα συνεχιστεί και μετά τις ευρωεκλογές της 7ης Ιουνίου, ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Advertisements


Σοσιαλισμος ή βαρβαροτητα; (Αυγη, 29.5.2009)
29/05/2009, 6:21 μμ
Filed under: Γιωργος Αναδρανιστακης | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΔΡΑΝΙΣΤΑΚΗ

Μιας και ο Γ. Παπανδρέου επανέφερε στην επικαιρότητα το παλαιό δίλημμα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;», ας μας επιτρέψει να διατυπώσουμε κάποιες εύλογες απορίες:

Η μονομερής επιβολή από το αφεντικό του ελαστικού ωραρίου και της τετραήμερης απασχόλησης με μείωση μισθού, αυτά που προωθούν ήδη ο Μίχαλος και ο Μυλωνάς, πατώντας στον νόμο 2639/98 του Κ. Σημίτη και του Μ. Παπαϊωάννου, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Η περαιτέρω προώθηση της ευελιξίας με τον νόμο 2874/00 είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Η αντικατάσταση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων  με ατομικές συμβάσεις στις περιοχές που έχουν υψηλή ανεργία, η υποβάθμιση δηλαδή των εργασιακών δικαιωμάτων στις φτωχότερες περιφέρειες της χώρας και πάλι με βάση τον νόμο 2639/98 είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Οι ομαδικές απολύσεις των εργαζόμενων στις επιχειρήσεις κάτω των 20 ατόμων, δηλαδή στο 98% των επιχειρήσεων, με βάση τον νόμο 3187/83 που τροποποιήθηκε με τον Ν. 2874/00, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Τα stage, δηλαδή η μερική και υποαμειβόμενη απασχόληση η οποία εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του 90 και διαιωνίζεται στο νομοσχέδιο περί εργασιακών που κατέθεσε προσφάτως το ΠΑΣΟΚ, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Η ανασφάλιστη εργασία των νέων που πρότεινε ο Γ. Παπανδρέου στο Λαύριο το 2004 και την επανέφερε κάπως εξωραϊσμένη στο προαναφερθέν νομοσχέδιο για τα εργασιακά, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Οι εργολαβίες στο δημόσιο, κυρίως στον καθαρισμό και τη φύλαξη αλλά όχι μόνο, με άθλιες εργασιακές συνθήκες, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Ο Ν. 2956/01, που επιτρέπει τον δανεισμό και την ενοικίαση εργαζομένων με επίσης άθλιες συνθήκες, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Το πλέγμα των ρυθμίσεων και των νόμων που οδήγησε στο εργασιακό καθεστώς τύπου Κούνεβα είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Οι εταιρείες ενοικίασης εργαζομένων, σαν αυτή, που εργαζόταν η Κωνσταντίνα Κούνεβα, οι οποίες ιδρύθηκαν από μεσαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ και έβαζαν τις εργαζόμενες να ψηφίζουν τη συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ στα Εργατικά Κέντρα, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Το να πηγαίνεις εν μέσω κρίσης στον Μπαρόζο και να του ζητάς να μην χαλαρώσει το Σύμφωνο Σταθερότητας που σφίγγει τον λαιμό των πολιτών και των οικονομιών, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Το να ψηφίζεις στην Ευρωβουλή μαζί με την ευρωπαϊκή δεξιά το 97% των αποφάσεων, μερικές εκ των οποίων εξόφθαλμα συντηρητικές, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Το να είσαι πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στην οποία συμμετέχει και ο Ντομινίκ Στρος Καν, ο επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που προτείνει πάγωμα μισθών, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Το να είσαι πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και να έχεις για αντιπρόεδρο τον Εχούντ Μπάρακ, τον υπουργό Άμυνας της φασιστικής κυβέρνησης Νετανιάχου, έναν άνθρωπο που πριν από λίγο καιρό δολοφονούσε παιδάκια Παλαιστινίων, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Το να αποκαλείς τους μετανάστες της Πάτρας λαθρομετανάστες και να ζητάς να κλείσουν τα σύνορα, για να μην  μπαίνουν στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας οι κολασμένοι της γης, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Το να βγαίνουν στα τηλεπαράθυρα τα μεγαλοστελέχη σου, μεταξύ αυτών και ο βραβευθείς υπό του FBI, και να κραυγάζουν για την εγκληματικότητα και τα βάσανα των νοικοκυραίων, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα; Το να ζητάς να φτιαχτεί ειδική αστυνομία για να προστατεύει τα πανεπιστήμια από τους φοιτητές είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Το να ψηφίζει η παράταξή σου στον Δήμο της Αθήνας υπέρ της διπλής ανάπλασης, δηλαδή υπέρ του Mall του Βωβού, ο οποίος Βωβός επί των ημερών σου είχε γεμίσει με μπετόν και γυαλί τη μισή Αθήνα, είναι Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα;

Όλα τα προαναφερθέντα, οι νόμοι, τα νομοσχέδια, οι προτάσεις, οι σχέσεις, είναι προφανώς Σοσιαλισμός, διότι αν ήταν Βαρβαρότητα, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς θα τα είχαν αποκηρύξει μετά βδελυγμίας.

Ο Γιώργος Αναδρανιστάκης είναι δημοσιογράφος της Αυγής και του ρ/σ «Στο Κόκκινο» 105.5



Η κριση και η λιτοτητα (Αυγή, 27.5.2009)
27/05/2009, 12:33 πμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν αποτέλεσε ένα άρθρο των New York Times (ελληνική έκδοση, 17-5-2009, Ελευθεροτυπία) με τίτλο «Τρομάζει η πτώση της κατανάλωσης». Ο συντάκτης του, όπως καταλαβαίνετε, σχολιάζει την κάμψη της καταναλωτικής ζήτησης προς όφελος της αποταμίευσης στις ΗΠΑ εξηγώντας τις επιπτώσεις που αυτό θα έχει στην παράταση και στην εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Κοινώς, ο συντάκτης του γράψει κοινοτοπίες.

Τότε, λοιπόν, γιατί αυτή η βαρετή κοινοτοπία να προκαλέσει την προσοχή μου και να με ωθήσει να γράψω αυτά που διαβάζετε; Δεν είμαι βέβαιος. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, το ρήμα είναι που με προκάλεσε. «Τρομάζει» η πτώση της κατανάλωσης. Γιατί να «τρομάζει», όμως; Δεν είναι καιρός τώρα που πολλοί -και όχι πια ιδιαίτερα ριζοσπάστες- βρίσκουν πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των σύγχρονων καπιταλιστικών (αν και δεν είναι απαραίτητο να τις λένε έτσι) κοινωνιών είναι η υπερβολική κατανάλωση; Είτε από την άποψη του άχρηστου και «τεχνητού» χαρακτήρα πολλών από τις ανάγκες που πιέζουν προς ικανοποίηση, επιβαρύνοντας τον ψυχικό μας μηχανισμό με αφόρητο τρόπο, είτε από την πλευρά του μεγάλου περιβαλλοντικού κόστους, η κατανάλωση -ορθότατα, νομίζω- έχει υποστεί οξεία κριτική επί πολύ καιρό.

Θα μπορούσε, λοιπόν, η παρούσα οικονομική κρίση να βοηθήσει σε αναπροσανατολισμούς των στάσεων και των πρακτικών μεγάλου αριθμού υπηκόων των αναπτυγμένων «καπιταλιστικών δημοκρατιών» σε ωφέλιμη κοινωνικά και ψυχωφελή ατομικά κατεύθυνση. Θα μπορούσε, δηλαδή, η κρίση να αποτελέσει το έδαφος για την εγκατάσταση μιας λιτής συμπεριφοράς απέναντι στα, έτσι κι αλλιώς περιορισμένα, αγαθά του κόσμου ξαναδίνοντας στη μαγαρισμένη λέξη «λιτότητα» το νόημα της αρετής που είχε για χιλιετίες, πριν από την έλευση των άδοξων καπιταλιστικών ημερών.

Είναι γνωστό, άλλωστε, πως στις συνθήκες της προηγούμενης μεγάλης κρίσης του καπιταλισμού, αυτής της δεκαετίας του ’70, ο Ενρίκο Μπερλιγκουέρ εισήγαγε στη δημόσια συζήτηση έναν τέτοιο προβληματισμό προλαμβάνοντας τις «μεταϋλιστικές αξίες» των μετέπειτα Πράσινων. Είναι κρίμα που αυτή η παρέμβαση του τότε γραμματέα του ΙΚΚ χάθηκε στον ορυμαγδό ιστορικών συμβιβασμών και θεσμικών σοβαροτήτων, που έκαναν την προτεινόμενη αντιαλλοτριωτική λιτότητα να μοιάζει κοντινή με την άλλη, τη μαγαρισμένη, που τόσο ευνόησε την κερδοφορία των καπιταλιστών από τότε και έως σήμερα.

Όπως, ακόμη, είναι κρίμα που καρπωτές αυτών των ιδεών έγιναν κυρίως οι κατεστημένοι Πράσινοι, που ελάχιστα ενδιαφέρονται για τους όρους υπό τους οποίους μια -γιατί όχι;- ραγδαία μείωση της κατανάλωσης θα ήταν και κοινωνικά δίκαιη. Γι’ αυτό και ελάχιστα αναφέρονται σε ζητήματα αναδιανομής του πλούτου και των εισοδημάτων σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, αγνοώντας επιδεικτικά -με την έπαρση, πολλές φορές, του μπουκωμένου μεσοαστού- το γεγονός πως οι κοινωνίες τις οποίες θέλουν να αναμορφώσουν αξιακά και πολιτισμικά είναι πριν από όλα κοινωνίες ταξικές. Άρα, η αναμόρφωσή τους σημαίνει πρώτα-πρώτα μια αλλαγή της σχέσης μεταξύ των τάξεων επ’ ωφελεία των κατώτερων και φτωχότερων, άρα η αναμόρφωσή τους είναι περισσότερο αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας παρά των Πολιτισμικών Σπουδών και αποτέλεσμα σκληρών συγκρούσεων -όχι απλώς ευφάνταστων χάπενινγκς.

Σημαίνει, δηλαδή, αντικαπιταλιστική δραστηριότητα και επαναφορά των τόσο συκοφαντημένων προτάσεων για σχεδιασμό της οικονομίας ξανά στο επίκεντρο. Όποιος πιστεύει πως η αγορά είναι συμβατή με εκτεταμένο δημοκρατικό προγραμματισμό, τέτοιον που να απαντάει στους μεγάλους για τον πλανήτη και την ανθρωπότητα κινδύνους της εποχής μας, ας το αποδείξει καμιά φορά αντί, απλώς, να το υποθέτει. Πράγμα που χρωστούν και οι Πράσινοι στο μέτρο που δεν φαίνεται να συνυπολογίζουν, έστω και λίγο, στην κριτική τους πως όλα όσα αντιμετωπίζουμε όσο να ‘ναι κάτι έχουν να κάνουν και με τον ρημάδη τον καπιταλισμό -ούτε τη λέξη χρησιμοποιούν, βέβαια.

Βέβαια, ο «μύθος μιλάει και για μας». Γιατί ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς, συνειδητά ή όχι, φλερτάρει με έναν κεϋνσιανισμό πολύ λίγο ευαίσθητο καταρχήν σε προβληματικές σαν αυτή που εκτέθηκε συνοπτικά παραπάνω. Και δεν κάνει. Αλλά άλλη φορά γι’ αυτό…

Ο Χρήστος Λάσκος είναι καθηγητής Λυκείου



Η κριση ως ευκαιρια, οι αναγκες εναντια στα κερδη (AYΓΗ, 26.5.2009)
26/05/2009, 6:30 μμ
Filed under: Δημητρης Λαβατσης | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΒΑΤΣΗ

Σε περιόδους κρίσης, όπως τώρα, όταν γίνεται  έντονη    η ανάγκη « να αλλάξουν τα πράγματα» οι  από  κάτω μιλούν πιο έντονα για την κοινωνική  αδικία και  οι από πάνω για άτυχους χειρισμούς  ή κάποιες παρεκτροπές από την κανονικότητα.

Συνέχεια



«Ομερτα» Συντηρητικων (Ελευθεροτυπια, 24.5.2009)
24/05/2009, 3:59 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Σε μια συνέντευξη τύπου στις Βρυξέλλες (18/02/09) για την αξιολόγηση του Συμφώνου Σταθερότητας, ο κ. Αλμούνια εξήγησε ότι σε συνθήκες ύφεσης το Σύμφωνο είναι όσο απαραίτητο ήταν στην προηγούμενη περίοδο. Απαραίτητο για την αξιοπιστία των κρατών μελών που πιέζονται από τις διεθνείς χρηματαγορές, αλλά και για την αξιοπιστία αυτών που στο ευρωπαϊκό επίπεδο καλούνται να εφαρμόσουν τους κανόνες του Συμφώνου. Κατά τον κ. Αλμούνια, το Σύμφωνο παρέχει τη δυνατότητα βραχυπρόθεσμης αντιμετώπισης της κρίσης, μεσοπρόθεσμης σταθεροποίησης των δημοσιών οικονομικών, και, πιο μακροπρόθεσμα, μια στρατηγική εξόδου από την κρίση. Είναι εντυπωσιακές οι ομοιότητες της παραπάνω επιχειρηματολογίας με αυτή που χρησιμοποιούσαν οι οικονομολόγοι του υπουργείου οικονομικών στη Βρετανία στο μεσοπόλεμο ενάντια στον Κέυνς. Δεν χρειάζονται πιο ενεργητικές κρατικές πολιτικές γιατί αυτό θα βλάψει την αξιοπιστία των κυβερνήσεων μια και οι αγορές θα ανησυχούν για το χρέος και πως αυτό θα ξεπληρωθεί σε μια επόμενη περίοδο. Ο φόβος για μεγαλύτερη φορολογία, ή για πιο υψηλό πληθωρισμό, στο μέλλον, αναιρεί την αποτελεσματικότητας της όποιας επεκτατικής πολιτικής.

Τα αντεπιχειρήματα γνωστά. Οι μεγάλες υφέσεις έχουν την τάση να αυτοτροφοδοτούνται. Δεν είναι κακό κάποιοι στην οικονομία να επιδιώξουν να βελτιώσουν τα οικονομικά τους, να μειώσουν το χρέος τους, να αποταμιεύσουν περισσότερο. Αν όμως, όλοι (κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, νοικοκυριά) το επιδιώξουν συγχρόνως τότε η ύφεση μπορεί να ξεφύγει. Επί πλέον η μείωση μισθών, που μπορεί να βοηθήσει μια συγκεκριμένη επιχείρηση, δουλεύει στη ίδια κατεύθυνση αν γενικευτεί – καμία επιχείρηση δεν θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της, αφού όλες οι επιχειρήσεις ακολουθούν την ίδια τακτική, και όλες οι επιχειρήσεις μαζί θα αντιμετωπίσουν μειωμένη ζήτηση για τα προϊόντα τους.  Σε μια μεγάλη ύφεση ο φόβος κυριαρχεί και επειδή τα άτομα βλέπουν την πραγματική αξία των δανείων τους να μεγαλώνει. Και ο φόβος αποτελεί κακός σύμμαχος στην αντιμετώπιση της κρίσης.

Ο κ. Αλμούνια τα ξέρει όλα αυτά. Αλλά έχει τους δικούς του φόβους. Ξέρει ότι αυτό που διακυβεύεται στη σημερινή συγκυρία δεν είναι η οικονομική θεωρία αλλά ένα ολόκληρο οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που έχει επικρατήσει στην ΕΕ τα τελευταία χρόνια (σφικτές δημοσιονομικές πολιτικές, ευέλικτες αγορές εργασίας, συρρίκνωση του δημόσιου τομέα κλπ). Ξέρει δηλαδή ότι μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να θεμελιωθεί σε ένα πολύ διαφορετικό οικονομικό, αλλά κυρίως κοινωνικό, οικοδόμημα. Και αυτό που αποφασίστηκε στο G20 ήταν ακριβώς να μη θιχτεί το οικοδόμημα που βασίζεται στην ανισότητα.

Ας το δούμε από τη σκοπιά των τριών βασικότερων «παικτών». Η Κίνα έχει στηρίξει την εντυπωσιακή της ανάπτυξη, και τις μεγάλες εξαγωγικές της επιδόσεις, σε μια άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων. Αυτό έχει συμβάλει στην συμπίεση των μισθών αλλού, και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Συγχρόνως τα πλεονάσματα από τις εξαγωγές έχουν επενδυθεί στις ΗΠΑ με αποτέλεσμα να κρατηθούν τα εκεί επιτόκια χαμηλά, τροφοδοτώντας τη χρηματοπιστωτική επέκταση και τις διάφορες φούσκες (στο χρηματιστήριο,  στην αγορά ακινήτων κλπ). Το G20 αποφάσισε αυτοί οι πυλώνες να μην πειραχτούν – ούτε η ανισότητα, ούτε ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα. Και η ΕΕ; Οι αντιπρόσωποί της επισφράγισαν τη συμφωνία με μια παθητική στάση, κάνοντας γνωστό από νωρίς ότι κανείς δεν πρέπει να περιμένει καμία βοήθεια στην παγκόσμια οικονομία με μια πιο επεκτατική πολιτική από πλευράς ΕΕ.

Από τα κόμματα του δικομματισμού στην Ελλάδα ο κ. Αλμούνια ζητά συναίνεση σε αυτή τη στρατηγική. Τα θεμέλια της οικονομικής πολιτικής στην ΕΕ πρέπει να μείνουν όπως έχουν. Τι δίνει ως αντάλλαγμα; Ότι ενώ θα πιέζει για νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών, δεν θα ταράξει τα νερά. Το πρόβλημα του χρέους στην Ελλάδα είναι υπαρκτό. Οι διεθνείς αγορές ξέρουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο τα δυο μεγάλα κόμματα να αντιμετωπίσουν το τωρινό χρέος, πόσο μάλλον αν αυξηθεί με μια πιο επεκτατική πολιτική, γιατί όλη τους πολιτική συγκρότηση βασίζεται όχι σε ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο αλλά σε πρακτικές που είναι συνδεδεμένες με μεγάλα ελλείμματα. Και βεβαίως η ύπαρξη του Συμφώνου ουδόλως εμπόδισε αυτές τις πρακτικές. Όπως και αλλού, απλώς ώθησε τους υπεύθυνους της οικονομικής πολιτικής σε επιδιώξεις «δημιουργικής» λογιστικής. Οι χρηματαγορές είναι πολλές φορές μη ορθολογικές, αλλά δεν είναι και παράλογες. Δίνουν δάνεια στην Ελλάδα με μεγάλο ασφάλιστρο κινδύνου γιατί ξέρουν ότι η παρούσα κυβέρνηση, άλλα και αυτές που θα την αντικαταστήσουν, δεν έχουν κανένα σχέδιο που να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του χρέους. Όχι γιατί η πολιτική τους βασίζεται στη δικαιοσύνη, και στην ενεργή αντιμετώπισης της κρίσης. Αλλά γιατί τα μόνα σχέδια που καταστρώνονται είναι για την κομματική τους επικράτηση. Το ξέρει αυτό ο κ. Αλμούνια αλλά έχει το τακτ να μην τους εκθέτει. Αλλά και το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ με την σειρά τους δεν τον εκθέτουν. Συμφωνία κυρίων με άρωμα Νότιας Ευρώπης.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Δημοσκοπικες εκτοξευσεις (Κυριακατικη Αυγη, 24.5.2009)
24/05/2009, 12:50 πμ
Filed under: Χριστοφορος Παπαδοπουλος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Οι Οικολόγοι Πράσινοι καταγράφουν αξιόλογες επιδόσεις σε κάθε δημοσκοπική έρευνα την τελευταία περίοδο. Σε μία μάλιστα φαίνεται να παίρνουν κεφάλι έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, να «διεμβολίζουν» δηλαδή τον «μικρό δικομματισμό της αριστεράς», σύμφωνα με δική τους διατύπωση κατά την παρουσίαση του ευρωψηφοδελτίου.

Λογοπαίγνιο για τις ανάγκες της συνέντευξης Τύπου, θα πει ο καλοπροαίρετος αναγνώστης, που δύσκολα όμως κρύβει τις πολιτικές οριοθετήσεις έναντι της αριστεράς, πόσο μάλλον όταν την ίδια στιγμή υπήρξαν αβροί στον υπαρκτό δικομματισμό της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ. Εκεί τα σύνορα ήταν, αν όχι δυσδιάκριτα, σίγουρα μετριοπαθή και ευγενικά. Ενδεχομένως διότι η συμμετοχή τους σε κυβέρνηση συνεργασίας με τον ένα από τους δύο πόλους του δικομματισμού -κατά προτίμηση με το ΠΑΣΟΚ, αλλά και με τη Ν.Δ. δεν θα έλεγαν όχι- αποτελεί όχι μόνο ενδεχόμενο αλλά διακηρυγμένη επιθυμία τους, όπως διευκρινίστηκε στην ίδια πάντα συνέντευξη.

Τηρουμένων των αναλογιών η δημοσκοπική εκτίναξη των Οικολόγων θυμίζει εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ το φθινόπωρο του 2008, όχι βεβαίως στα ίδια επίπεδα, αλλά και οι αφετηρίες ήταν δυσανάλογες υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ: η ανταγωνιστικότητα της πολιτικής ταυτότητας, το πολιτικό προσωπικό και οι οργανωμένες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να συγκριθούν.

Κοινός παρονομαστής στα δυσθεώρητα δημοσκοπικά ποσοστά που καταγράφηκαν, τότε υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ και σήμερα υπέρ των Οικολόγων, η κρίση του πολιτικού συστήματος, η κρίση του δικομματισμού. Διαφορετικές όμως οι εισροές ο ΣΥΡΙΖΑ υποδέχθηκε τους απογοητευμένους του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα όλους εκείνους που αηδίασαν από το επίπεδο της ενδοκομματικής σύγκρουσης για την προεδρία, κυρίως όμως υποδέχθηκε τον νεανικό ριζοσπαστισμό, τη γενιά των 700 ευρώ, την εργασιακή επισφάλεια, τους πολυπτυχιούχους χωρίς μέλλον, μια κοινωνική κατηγορία που και σήμερα φαίνεται να εκπροσωπείται προνομιακά από τον ΣΥΡΙΖΑ σε ποσοστά εφάμιλλα των κομμάτων εξουσίας.

Αντίθετα οι Οικολόγοι Πράσινοι φαίνεται να υποδέχονται τη δεξιά διαμαρτυρία σε μεγάλο ποσοστό, γεγονός που ενθουσιάζει τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης -κανάλια, μεγαλοδημοσιογράφους, εταιρείες δημοσκοπήσεων- για ευνόητους λόγους. Αποκλίνουσες εξάλλου και οι πολιτικές στρατηγικές, η διαχείριση, αν θέλετε, της δημοσκοπικής ανόδου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στο πικ της δημοσκοπικής ανόδου παρέμεινε μια κατεξοχήν αντισυστημική πολιτική δύναμη: όχι μόνο δεν παραιτήθηκε από το μείγμα πολιτικής που κατοχύρωσε όλη την προηγούμενη περίοδο, αλλά το όξυνε, σε στιγμές μάλιστα κοινωνικής έντασης, όπως στην εξέγερση του Δεκέμβρη.

Αντί να «λειάνει» τον πολιτικό του λόγο, να στρογγυλέψει τις πολιτικές αιχμές, να υποδεχθεί τα μεσαία στρώματα που αναζητούσαν πολιτική στέγη -εντός του πολιτικού συστήματος- παρέμεινε προσηλωμένος στις «διαιρετικές τομές» απέναντι στο φθαρμένο πολιτικό σύστημα, στην «κοινωνική μεροληψία» υπέρ του κόσμου της εργασίας. Επιχείρησε μάλιστα να δώσει στρατηγικό βάθος -τη «μεγάλη αφήγηση»- στην πολιτική του πρόταση βαθύνοντας τα ζητήματα του σοσιαλισμού στον παρόντα χρόνο, με κλειδιά τη οικονομία των αναγκών και την επαν-οικειοποίηση των δημόσιων αγαθών.

Στον αντίποδα η διαχείριση των Οικολόγων: πολιτική χαμηλών τόνων, πολυσυλλεκτική, χωρίς αιχμές ακόμα και σε θέματα που στο πρόσφατο παρελθόν είχαν σηκώσει τον πήχη, στα αντιεθνικιστικά για παράδειγμα. Επιδερμική και η κριτική στο πολιτικό σύστημα, εντός πλαισίου, χωρίς κοινωνικές αναφορές, δέσμιοι μιας επιπόλαιας ανάλυσης περί «διαταξικότητας» των περιβαλλοντικών προβλημάτων, η οποία όμως τους εκθέτει, σε περιόδους μάλιστα οικονομικής (και περιβαλλοντικής) κρίσης, δηλαδή σε περιόδους συστημικής κρίσης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος.

Η αλήθεια είναι ότι οι Οικολόγοι Πράσινοι (Ελλάδας), ενώ ξεκίνησαν ως η «αριστερή» αντιπολίτευση των πράσινων κομμάτων, κριτικοί στον Φίσερ και τον Κον Μπεντίτ, αντιγράφουν πλέον τους Γερμανούς ομόλογούς τους. Τα πράσινα κόμματα στη Δ. Ευρώπη εκπροσώπησαν ένα σπουδαίο κίνημα της δεκαετίας του ’70, που έδωσε αξιοσημείωτους αγώνες ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος και την απειλή του πυρηνικού πολέμου, για να αφομοιωθούν γρήγορα από την Κίρκη του πολιτικού συστήματος και να καταλήξουν στην ενεργή υποστήριξη, από υπεύθυνες κυβερνητικές θέσεις, των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία και της νεοφιλελεύθερης ατζέντας παρέα με τους σοσιαλδημοκράτες.

Η αριστερά δεν έχει λόγους να εύχεται μια παρόμοια εξέλιξη για τους ημεδαπούς ομολόγους τους (πόσο μάλλον να τους μιμείται), αντίθετα έχει πραγματικούς λόγους να εργάζεται διακηρυκτικά και πολιτικά πρακτικά για τη γόνιμη συνάντησή τους στο πεδίο των οικολογικών αγώνων και για την πολιτική τους χειραφέτηση έναντι του αστικού πολιτικού συστήματος.

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Το βαθος του ουρανου ειναι πρασινο (Αυγη, 22.5.2009)
22/05/2009, 12:33 πμ
Filed under: Γιωργος Αναδρανιστακης | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΔΡΑΝΙΣΤΑΚΗ

Κοίτα ρε που τώρα στα γεράματα οι Έλληνες έγιναν οικολόγοι! Εξέλιξη απολύτως θετική, δεδομένου ότι ζούμε στη χώρα με την πιο κακοκτισμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, το λιγότερο πράσινο ανά κάτοικο, τα πιο ενεργοβόρα αυτοκίνητα. Σε μια χώρα που καίει τα δάση της για να φτιάξει μεζονέτες, που στηρίζει την ανάπτυξή της στον λιθάνθρακα, που καταστρέφει τα βουνά της για να βγάλει βωξίτη ένας κύριος που προεδρεύει στη Λυρική Σκηνή (και σαπούνι).

Μόνο που είναι άλλο να είσαι οικολόγος με το σώμα σου και άλλο μόνο με την ψήφο σου, άλλο να βρίσκεσαι εκεί που καίγεται το πελεκούδι και να μάχεσαι για να μην καεί και άλλο να ψηφίζεις ένα πράσινο κόμμα, για να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου και να πουλάς μούρη στους φίλους σου ότι είσαι in και προοδευτικός. Τέσσερις είναι οι βασικές πολιτικές στάσεις περί την οικολογία:

Στάση πρώτη: «Τσιμέντο να γίνει!». Αυτή είναι η στάση των κομμάτων της εξουσίας, από τον Καραμανλή τον μεγάλο μέχρι τον Σημίτη και τον Καραμανλή τον μικρό και από τον Λαλιώτη και τη Βάσω, μέχρι τον Σουφλιά και τον Κακλαμάνη. Τα πράγματα εν προκειμένω είναι απλά: Εκείνο που προέχει είναι η ανάπτυξη και η προκοπή του τόπου, να λαδώσει το αντεράκι του ο λαός που ψωμολυσσάει και οι εργολάβοι που χαβιαρολυσσάνε. Προτεραιότης μας τα μεγάλα έργα, χτίζουμε την Ελλάδα απ’ άκρου εις άκρον που έλεγε κι ο Σημίτης κι αν κατά το χτίσιμο κοπούν ολίγα δέντρα και μπαζωθούν ακόμη ολιγότεροι αρχαιολογικοί χώροι, δεν βαριέσαι, η ανάπτυξη είναι διαρκής πόλεμος με αναπόφευκτες παράπλευρες απώλειες. Όσο για το γενικότερο πρόβλημα του πλανήτη, την επικείμενη δηλαδή περιβαλλοντική καταστροφή, αυτά είναι κινδυνολογίες των ανεπρόκοπων, άλλωστε άσχημα θα σας πέσει να γίνει η Ευρυτανία παραλιακή;

Στάση δεύτερη: «Η οικολογία ή θα είναι σοσιαλιστική ή δεν θα υπάρχει». Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι αποτέλεσμα του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης, γεννήθηκε με τον καπιταλισμό και θα πεθάνει μαζί του. Κατόπιν τούτου, το μόνο που έχει σημασία είναι η μάχη για την υπέρβαση του συστήματος, ο δε αγώνας για τα επιμέρους περιβαλλοντικά προβλήματα είναι μάταιος, ενδεχομένως δε και αποπροσανατολιστικός. Η στάση αυτή θα μπορούσε να είναι η στάση του ΚΚΕ, δυστυχώς όμως δεν είναι. Διότι το ΚΚΕ παραπέμπει μεν τη λύση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στον σοσιαλισμό, ο σοσιαλισμός όμως που ευαγγελίζεται κάθε άλλο παρά εγγυάται την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Διαβάστε τις θέσεις για τον λιθάνθρακα και τον λιγνίτη και θα διαπιστώσετε ότι το ΚΚΕ δεν έχει ξεφύγει από το μοντέλο της διαρκούς και με κάθε κόστος ανάπτυξης, μοντέλο που ρήμαξε κάποιες από τις χώρες του υπαρκτού.

Στάση τρίτη: «Μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει». Το Α και το Ω της οικολογίας είναι τα περιβαλλοντικά προβλήματα της καθημερινότητας, να είμαστε εκεί που συμβαίνει η καταστροφή και να την εμποδίσουμε να συμβεί. Τα άλλα, τα γενικότερα, το ποιος παράγει, πώς παράγει, ποιος καταναλώνει, τι καταναλώνει, ουδόλως μας ενδιαφέρουν, όπως δεν μας ενδιαφέρει και η συζήτηση περί καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Αυτή θα μπορούσε να είναι η στάση των Οικολόγων Πράσινων, δυστυχώς όμως δεν είναι. Διότι ακόμη και η απλή ενασχόληση με τα καθημερινά περιβαλλοντικά προβλήματα χωρίς έγνοια και αναρώτηση για τις συνθήκες που τα προκαλούν, απαιτεί συγκρούσεις. Συγκρούσεις με τον Μπόμπολα, τον Βωβό, τον Κακλαμάνη, σύγκρουση εντέλει με τα κόμματα εξουσίας που δηλώνεις ότι θα τους δώσεις τις έδρες σου, για να επιστρέψουν ή να παραμείνουν στην κυβέρνηση.

Στάση τέταρτη: Η στάση αυτή συνδυάζει τη δεύτερη με την τρίτη, γνωρίζει δηλαδή ότι τα περιβαλλοντικά προβλήματα σχετίζονται με το μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης, ότι ο καπιταλισμός οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή του πλανήτη, δεν υποτιμά ωστόσο τους καθημερινούς αγώνες ακόμη και για τη σωτηρία του ισχνότερου δέντρου και πανηγυρίζει όταν σώζεται ο Ελαιώνας, το Κάβο Σίδερο και το παρκάκι της Λέλας Καραγιάννη. Τη στάση αυτή τηρεί ο ΣΥΡΙΖΑ ή τουλάχιστον προσπαθεί να την τηρήσει και για την προσπάθειά του αυτή αξίζει να τον τιμήσουν με την ψήφο τους όσοι πιστεύουν ότι «το βάθος του ουρανού είναι πράσινο, αλλά μέχρι τότε καλό είναι να σώσουμε και κανένα δέντρο».