Τα Ενοποιητικα Υλικα της ΕΕ (Ελευθεροτυπια, 17.5.2009)
17/05/2009, 3:56 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Η οικονομική κρίση βρήκε την ΕΕ με εμφανώς ακατάλληλους πολιτικούς θεσμούς για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων. Δεν είναι μόνο ότι ο όλος σχεδιασμός των τελευταίων δεκαετιών βασίστηκε στην υπόθεση ότι σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης οι γενικευμένες υφέσεις ήταν αδύνατον να εκδηλωθούν, και άρα το βασικό πρόβλημα οικονομικής πολιτικής θα παρέμενε ο πληθωρισμός. Είναι ότι από τη γέννηση της η ΕΕ έβαζε μπροστά το οικονομικό ενάντια στο πολιτικό. Δεν έχουμε πολιτικούς θεσμούς που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τις νέες προκλήσεις για τον απλούστατο λόγο ότι η πολιτική, τουλάχιστον η πολιτική ασκούμενη μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, ήταν για τους σχεδιαστές της ΕΕ μέρος του προβλήματος της οικονομικής ολοκλήρωσης και όχι μέρος της απάντησης. Αυτό πληρώνουν τώρα οι πολίτες της ΕΕ, και δικαίως νοιώθουν αποξενωμένοι από αυτούς τους θεσμούς.

Η όλη δυναμική μετά από το 1960 επηρεάστηκε από ελιτίστικες αναλύσεις που θεώρησαν ότι οι πολίτες, αλλά και σε μεγάλο βαθμό και οι πολιτικοί και οι «κοινωνικοί εταίροι», ήταν ανώριμοι να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της πολιτικής ενοποίησης, μια ενοποίηση αναγκαία τόσο για την ειρήνη όσο για την οικονομική αποτελεσματικότητα στην Ευρώπη. Άρα η λύση έπρεπε να βασιστεί σε πρωτοβουλίες οικονομικής ενοποίησης που θα τις διαχειριζόταν μια κάστα πεφωτισμένων γραφειοκρατών και που θα αναδείκνυαν συνεχώς την αναγκαιότητα για περαιτέρω μέτρα οικονομικής συνεργασίας. Έτσι οι Ευρωπαίοι θα φτάνανε σε μια ενοποιημένη Ευρώπη χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν. Στη μέθοδο Monnet, που σκιαγραφούμε εδώ, η πολιτική ενοποίηση θα ερχόταν ως κερασάκι στην τούρτα στο τέλος αυτής της διαδικασίας.

Δεν είναι καθόλου παράλογο ότι ο Jean Monnet αποτέλεσε χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος της κεντροαριστεράς της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Αντιθέτως ήταν ακριβώς τα ελιτίστικα στοιχεία της μεθόδου του που επέτρεψαν μια γενικότερη συναίνεση για την πορεία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης μεταξύ των δυνάμεων της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς. Αλλά για ακριβώς το ίδιο λόγο η κεντροαριστερά έχασε σταδιακά την όποια ηγεμονία προσδοκούσε σε σχέση με αυτήν τη διαδικασία. Γιατί μια στρατηγική «από τα πάνω», που περιθωριοποιεί ζωντανές κοινωνικές δυνάμεις, όπως τα συνδικάτα, δεν μπορεί παρά να ενισχύει άλλες. Ο στόχος των ελίτ της κεντροαριστεράς ήταν να έχουν το πάνω χέρι σε σχέση και με το κεφάλαιο και με την εργασία. Στην πράξη όμως η έμφαση στην οικονομική ενοποίηση (με μέτρα που σταδιακά μείωναν τους περιορισμούς στις αγορές προϊόντων, κεφαλαίου και εργασίας) δεν μπορούσε παρά να ενισχύσει το κεφάλαιο.

Αυτή η τάση βέβαια ενισχύθηκε μετά το 1980 με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Η νομισματική ένωση, η ΕΚΤ, και το Σύμφωνο Σταθερότητας επισφράγισαν αυτή την επικράτηση του κεφαλαίου. Για παράδειγμα το ενιαίο νόμισμα δεν υποστηρίχτηκε από ένα μεγάλο ομοσπονδιακού τύπου προϋπολογισμό και η δημοσιονομική πολιτική των κρατών μελών περιορίστηκε. Να σημειώσουμε εδώ ότι μια τέτοια ισορροπία δεν παρατηρείτε σε άλλες νομισματικές ενώσεις (ούτε στις ΗΠΑ, ούτε στο Καναδά, ούτε στη Γερμανία υπάρχει κεντρικός περιορισμός στην αυτονομία των δημοσιονομικών πολιτικών των πολιτειών και, συγχρόνως υπάρχει μεγάλος ομοσπονδιακός προϋπολογισμός). Η λογική ξεκάθαρη – στην ΕΕ η ευελιξία των μισθών αποτελεί ο βασικός μοχλός αντιμετώπισης οικονομικών προβλημάτων.

Και τώρα πια σε συνθήκες κρίσης δεν υπάρχουν οι θεσμοί αυτοί που θα μπορούσαν να προσφέρουν μια συλλογική Ευρωπαϊκή απάντηση. Δεν υπάρχουν και δεν επιθυμούνται από τους κερδισμένους της μέχρι τώρα πορείας. Η ηγεμονία τους βασίζεται ακριβώς στην μη ύπαρξη δημοκρατικών θεσμών και δεν πρόκειται να αποχωριστούν από αυτούς τους θεσμούς χωρίς έντονες κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες. Η δημοκρατία έχει αντικατασταθεί από τις λεγόμενες πρακτικές διακυβέρνησης, μια ιδιότυπη διαβούλευση μεταξύ γραφειοκρατών, πολιτικών και ισχυρών συμφερόντων, με κάποιες ΜΚΟ ως μαϊντανό κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά με τον άρρητο περιορισμό ότι όλες οι προτεινόμενες λύσεις πρέπει να σέβονται το κυρίαρχο αγοραίο οικονομικό μοντέλο.

Αυτό είναι το μοντέλο που έχει αποτύχει σε μια συγκυρία που είναι εμφανέστατο ότι οι αγορές δεν μπορούν να δώσουν λύσεις. Η ΕΕ χρειάζεται την κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας και της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, χρειάζεται ένα μεγάλο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που θα αποδεικνύει την αλληλεγγύη μεταξύ των λαών της Ευρώπης, χρειάζεται επενδυτικά προγράμματα που θα αμφισβητήσουν τους στόχους και τα μέσα της υπάρχουσας οικονομικής πολιτικής, και άλλα πολλά. Χωρίς αυτά, η ίδια η ύπαρξη της ΕΕ κινδυνεύει, όχι από μια διαμαρτυρόμενη αριστερά και την αντίσταση των κοινωνικών κινημάτων, αλλά από τη στασιμότητα, την ανεργία, την ανισότητα και την έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης.

Αλλά όλα αυτά πρέπει να στηριχτούν σε μια αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών, σε μια τεράστια κοινωνική κινητοποίηση που θα νομιμοποιήσει νέες οικονομικές πολιτικές και νέους πολιτικούς θεσμούς. Δυστυχώς οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς έχουν χάσει από καιρό την εμπιστοσύνη τους στη δύναμη της δημοκρατίας και των κινημάτων. Η μόνη δύναμη που οραματίζεται μια άλλη Ευρώπη είναι αριστερά. Και αυτή τη φορά τα ενοποιητικά υλικά δεν θα είναι αυτά των ελίτ αλλά των κοινωνικών κινημάτων.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: