«Η οικονομια των αναγκων»: μια εννοια-κλειδι (Ενθεματα της Κυριακατικης Αυγης, 14.6.2009)
14/06/2009, 11:46 μμ
Filed under: Ευκλειδης Τσακαλωτος

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Η πολιτική γίνεται και μέσα από τις έννοιες, μας θύμιζε ο Κοσμάς Ψυχοπαίδης. Οι έννοιες δεν είναι ουδέτερες, αλλά, αντιθέτως, αντικατοπτρίζουν αξίες, συμφέροντα και στρατηγικές. Επιπλέον, έχουν μια ιστορικότητα, έχουν μια τάση να παρεμβαίνουν στη συγκυρία. Στη συγκυρία της κρίσης, η Αριστερά χρειάζεται έννοιες-κλειδιά, που να μπορούν να αποτελέσουν μια υλική δύναμη μετασχηματισμού.

Μια τέτοια έννοια είναι η οικονομία των αναγκών. Δεν μπορεί μία μόνο έννοια να ενσωματώσει όλα τα πράγματα που θα θέλαμε να πούμε ως Αριστερά, πόσο μάλλον να δώσει λύσεις σε όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Παρ’ όλα αυτά, είναι μια έννοια εξαιρετικά ευέλικτη και χρήσιμη, που συμπυκνώνει την ουσία των πολλών κοινωνικών αντιδράσεων που έχουν ξεδιπλωθεί ενάντια στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, και συγχρόνως αναδεικνύει εναλλακτικούς δρόμους για τη στρατηγική της Αριστεράς. Μια στρατηγική που αμφισβητεί τους στόχους αλλά και τα μέσα της κυρίαρχης πολιτικής.

Η λογική του κεφαλαίου

Δεν ισχύει ότι το κεφάλαιο δεν ενδιαφέρεται για τις κοινωνικές ανάγκες: κάθε κοινωνικοοικονομικό σύστημα οφείλει να μεριμνά για την αναπαραγωγή του. Έτσι και το κεφάλαιο πρέπει να εξασφαλίσει την προσφορά εργατικού δυναμικού, τη ζήτηση για τα εμπορεύματα, τις απαραίτητες υποδομές και άλλα πολλά. Στη λογική όμως του κεφαλαίου οι ανάγκες δεν αποτελούν τον στόχο, αλλά τα μέσα. Ο στόχος είναι το κέρδος και η κυριαρχία του κεφαλαίου, πρωτίστως στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και στην υπόλοιπη κοινωνία γενικότερα. Η εμπειρία διδάσκει ότι όσο ο στόχος είναι το κέρδος τότε πολλές κοινωνικές ανάγκες δεν θα αντιμετωπίζονται ή δεν θα αντιμετωπίζονται επαρκώς.

Η διανεμητική αρχή του καπιταλισμού βασίζεται στην ικανότητα πληρωμής. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι πολλοί και πολλές αποκλείονται από πολλά αγαθά (ανάμεσά τους και πολιτιστικά αγαθά ή η πρόσβαση σε καθαρό αέρα κλπ.), αλλά και ότι η παραγωγή διαστρεβλώνεται για να αντιμετωπιστούν οι «ανάγκες» των πλουσιοτέρων στρωμάτων. Περισσότερα καλλυντικά για τους καταναλωτές των αναπτυγμένων χωρών και λιγότερα φάρμακα που θα αντιμετώπιζαν διάφορες αρρώστιες στον Τρίτο Κόσμο. Τα κοινωνικά κινήματα, σε ολόκληρο τον κόσμο, έχουν αναδείξει πάμπολλα παρόμοια παραδείγματα τέτοιων διαστρεβλώσεων.

Συγχρόνως, ακριβώς επειδή η λογική του κεφαλαίου βασίζεται στο κέρδος, οδηγούμαστε σε διάφορα φαινόμενα που πλήττουν σοβαρά την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Η τωρινή παγκόσμια οικονομική κρίση, που έρχεται να προστεθεί στην κλιματική και περιβαλλοντική κρίση, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφισβήτησης ότι στην επόμενη περίοδο πολλές ανάγκες δεν θα αντιμετωπιστούν.

Η λογική του κόσμου της εργασίας

Αλλά το κεφάλαιο δεν είναι ο μόνος παίκτης στο «παιχνίδι». Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ διευκρινίζει ότι η ανταμοιβή της εργασιακής δύναμης (για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της) δεν διαμορφώνεται με βάση μόνο τις βιολογικές ανάγκες, αλλά με κοινωνικούς όρους. Με αυτό τον τρόπο, ο κόσμος της εργασίας έχει κάθε λόγο να θέλει να διευρύνει την κοινωνική κατανόηση για το τι σημαίνει κοινωνική ανάγκη. Και, όπως έχει αναλύσει ο Michael Lebowitz, αυτό ακριβώς έχει επιδιώξει η εργατική τάξη από τη σύστασή της. Αυτό δεν σημαίνει κάποιον οικονομισμό — ο κόσμος της εργασίας δεν έχει μόνο ανάγκη για μεγαλύτερο μισθό αλλά για πολιτιστικά αγαθά, για καλύτερο περιβάλλον, για περισσότερο ελεύθερο χρόνο, για καλύτερες σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Με λίγα λόγια, η λογική του κόσμου της εργασίας μπορεί κάλλιστα να συναντηθεί με τους προβληματισμούς του φεμινιστικού και του οικολογικού κινήματος.

Εδώ βλέπουμε την πρώτη σημαντική χρησιμότητα της έννοιας της οικονομίας των αναγκών: βοηθάει στην αποδόμηση όλου του ιδεολογήματος περί εθνικής οικονομίας και ανταγωνιστικότητας. Στην πραγματικότητα, για τη λογική του κεφαλαίου ο στόχος είναι το κέρδος — η εθνική οικονομία είναι σημαντική στο βαθμό που υπηρετεί αυτό το στόχο. Ο στόχος της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι άλλος από τη διεύρυνση της λογικής του κόσμου της εργασίας, τη λογική αντιμετώπισης κοινωνικών αναγκών. Με αυτό τον τρόπο, η οικονομία των αναγκών ανοίγει μια γκάμα στρατηγικών ζητημάτων, τα οποία είναι εξαιρετικά χρήσιμα στην τωρινή συγκυρία.

Πρακτικές για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό

Οι παρεμβάσεις της Αριστεράς δεν μπορούν να μην εντάσσονται σε μια συνολικότερη αντίληψη για τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η οικονομία των αναγκών δεν προτάσσει μόνο πολιτικές για εφαρμογή, αλλά και συγκεκριμένες πρακτικές που θα αναδείξουν τις κοινωνικές ανάγκες και μέσα από τις οποίες θα αντιμετωπιστούν αυτές οι ανάγκες. Τι όμως εννοούμε με τον όρο πρακτικές;

Ο Suchting υποστηρίζει ότι στο έργο του Μαρξ μπορούμε να διακρίνουμε τρεις αλληλοσυμπληρούμενες θεωρητικές προσεγγίσεις. Η πρώτη, η πιο ρομαντική και ατομικιστική, η οποία έχει συνδεθεί κυρίως με τα πρώιμα έργα του Μαρξ, αλλά ο Suchting δικαιολογημένα λέει δεν εγκαταλείφθηκε εντελώς ποτέ από τον Μαρξ, σχετίζεται με τα άτομα, τις ικανότητές τους και με την ανθρώπινη ανάγκη για αυτοπραγμάτωση. Η δεύτερη, και πιο ολιστική, προσέγγιση έχει να κάνει με τα δομικά στοιχεία των κοινωνικών συστημάτων, και φαίνεται στο πιο «ώριμο» έργο του Μαρξ, το Κεφάλαιο. Η τρίτη σχετίζεται με τις πρακτικές. Μπορούμε να σκεφτούμε κάθε πρακτική ως μια τεχνολογία που υιοθετούν τα άτομα για να λύσουν κάποιο κοινωνικό πρόβλημα. Και μέσα από τη συγκεκριμένη πρακτική, με την προσπάθειά τους να αλλάξουν το περιβάλλον τους, αλλάζουν και τον ίδιο τον εαυτό τους.

Ένα παράδειγμα ίσως βοηθάει σε αυτό το σημείο. Σε πολλά μέρη του κόσμου η Αριστερά έχει προτείνει τον συμμετοχικό προϋπολογισμό. Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της διαφθοράς και της κυριαρχίας ισχυρών συμφερόντων στην τοπική αυτοδιοίκηση, προτείνεται ένα μέρος του προϋπολογισμού να διανεμηθεί μέσα από συλλογικές διαδικασίες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πρακτική που θέλει να δώσει λύσεις σε πολύ σοβαρά προβλήματα της κοινωνίας, αλλά έχει και την τάση να αλλάξει τις συνειδήσεις αυτών που συμμετέχουν, αναδεικνύοντας την ανωτερότητα των συλλογικών λύσεων. Με λίγα λόγια, η στρατηγική της επέκτασης της λογικής του κόσμου της εργασίας μάς ανασυνδέει με στρατηγικές μετασχηματισμού. Εκτός από δομικές αναλύσεις του καπιταλιστικού συστήματος, χρειαζόμαστε να δούμε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος μπορεί να αλλάξει τις δομές που αντιμετωπίζει. Η έννοια της πρακτικής μάς προσφέρει τον ενδιάμεσο κρίκο για αυτή την ανάγκη.

Πολλοί μαρξιστές πίστευαν ότι η μετάβαση στον σοσιαλισμό θα ήταν πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από τη μετάβαση στον καπιταλισμό. Για παράδειγμα, ο Λούκατς υποστήριζε ότι στη φεουδαρχία οι έμποροι και πρώιμοι καπιταλιστές, με το να προωθούν τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντά τους (οργανώνοντας αγορές, βγάζοντας κέρδη κλπ.), προωθούσαν ταυτόχρονα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους (διαλύοντας τις δομές της φεουδαρχικής κοινωνίας). Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει με την εργατική τάξη στον καπιταλισμό. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτή η τάξη, προωθώντας τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντά της για υψηλότερους μισθούς, ταυτόχρονα εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Μπορεί απλώς αυτό να δημιουργεί συντεχνιακή συνείδηση (βλ. Λένιν) ή να δένει τους εργάτες όλο και πιο στενά με το συμφέρον της δικής τους εταιρείας, κάτι, βεβαίως, που δεν οδηγεί σε κανένα μετασχηματισμό της κοινωνίας. Υποστηρίζω ότι οι πρακτικές που μπορούν να εγκαταστήσουν τα κοινωνικά κινήματα αναδεικνύουν τον ενδιάμεσο, και απόλυτα αναγκαίο, κρίκο μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων του κόσμου της εργασίας.

Ένα χρήσιμο κριτήριο

Η οικονομία των αναγκών δεν αποτελεί μια σφαίρα της οικονομίας, ούτε ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Αποτελεί πρωτίστως ένα κριτήριο για τις παρεμβάσεις μας σε πολλές σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Ένα κριτήριο που αμφισβητεί την ανάπτυξη, όπως αυτή κατανοείται από την κυρίαρχη ιδεολογία, το οποίο, πέρα από τις βασικές ανάγκες, προτάσσει, μεταξύ άλλων, τις ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, τον ελεύθερο χρόνο, την ποιότητα των τροφίμων, την εκπαίδευση ως αυτοσκοπό, τη σχέση μας με το περιβάλλον, τον δίκαιο καταμερισμό των αναγκαίων βαρών που πάντα θα έχει η κάθε κοινωνία.

Αποτελεί, επίσης, κριτήριο για νέες πρακτικές, που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν σε μια τόσο ευρεία ατζέντα. Πρακτικές οι οποίες, όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός που ήδη αναφέρθηκε, θα βασίζονται σε δημοκρατικές διαδικασίες ανάδειξης προτεραιοτήτων. Πρακτικές οι οποίες, για να δώσω άλλο ένα παράδειγμα, θα διασφαλίζουν ότι τα παραδοσιακά «αντικείμενα» της κοινωνικής πολιτικής θα έχουν ισότιμη συμμετοχή στον σχεδιασμό της πολιτικής.

Πρακτικές, επίσης, που θα εγκαινιάσουν πειραματισμούς για άλλα πρότυπα παραγωγής, όπου οι ικανότητες, οι ιδέες και η δημιουργικότητα των εργαζομένων θα αποτελούν συστατικά στοιχεία της παραγωγής. Η κυρίαρχη ιδεολογία, παρ’ όλη τη ρητορική της περί πλουραλισμού, στην ουσία προτάσσει μια κυρίαρχη ρυθμιστική αρχή (την αγορά) και ένα πρότυπο παραγωγής (την ιδιωτική ιδιοκτησία και το διευθυντικό δικαίωμα). Η Αριστερά οφείλει να αποδείξει ότι η ίδια αποτελεί την πλουραλιστική δύναμη, προτάσσοντας διαφορετικά πρότυπα, που όλα, όμως, αμφισβητούν τις εκμεταλλευτικές και ιεραρχικές σχέσεις παραγωγής. Με αυτό τον τρόπο, σταδιακά, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και ένα από τα βασικά εμπόδια στην ηγεμονία της Αριστεράς — να πείσουμε ότι είναι δυνατόν να λειτουργήσει ο δημόσιος τομέας με πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνον που έχουμε συνηθίσει.

Κριτήριο, τέλος, για τη στρατηγική της Αριστεράς στο πολιτικό επίπεδο. Κριτήριο που μας διαφοροποιεί από τις στρατηγικές όπου όλα πρέπει να περιμένουν την ημέρα μετά την επανάσταση, από αυτές στις οποίες ο μακροπρόθεσμος στόχος του σοσιαλισμού δεν επηρεάζει καθόλου τις προτεινόμενες «μεταρρυθμίσεις». Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο βιβλίο του Lebowitz για τον σοσιαλισμό έχει τον υπότιτλο Οικοδομήστε τον τώρα! Κριτήριο, δηλαδή, που δίνει κατεύθυνση στα κόμματα και στα κινήματα της Αριστεράς για άμεσες παρεμβάσεις. Η στρατηγική δεν παραμερίζει τα προβλήματα πολιτικής εξουσίας. Ακριβώς επειδή συνδέεται με παρεμβάσεις από τα κάτω, η στρατηγική μπορεί να συμβάλει στο να μην ενσωματωθούν οι παρεμβάσεις μας στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού κράτους.

Ανοικτά ερωτήματα

Τελειώνω με τρία ανοικτά ερωτήματα, που απαιτούν, και τα τρία, πολλή συζήτηση.

α) Το πρώτο εντοπίζεται στο πόσο μπορούμε να προωθήσουμε την απο-εμπορευματοποίηση των κοινωνιών μας. Κατά την άποψη μου, δεν ξέρουμε ακόμα κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς καθόλου αγορά. Από την άλλη όμως είναι σίγουρο ότι μπορούμε να τη συρρικνώσουμε πολύ σε σχέση με το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα. Και καθώς προχωράμε, πειραματιζόμενοι με τα όρια, σίγουρα θα μάθουμε πολλά γι’ αυτά τα όρια.

β) Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με την κλίμακα των παρεμβάσεων και προτάσεων. Μια στρατηγική που βασίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, στην ποιοτική παραγωγή, στις ανάγκες των κοινοτήτων μας μπορεί να παραπέμπει στο παλιό σύνθημα «Small is beautiful». Και γι’ αυτό το λόγο η Αριστερά μπορεί να κατηγορηθεί για ρομαντισμό, ότι θέλει να επιστρέψει σε μια«χαμένη Αρκαδία». Δεν πρέπει να φοβηθούμε μια τέτοια συζήτηση. Το θέμα της κλίμακας δεν θα έχει μία απάντηση σε κάθε τομέα και πρέπει να δούμε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στο τοπικό και τα άλλα επίπεδα. Μια τέτοια συζήτηση θα μας βοηθήσει και να ξεκαθαρίσουμε την πολιτική μας σε σχέση με την Ευρώπη, και με το εθνικό και τοπικό επίπεδο.

γ) Το τρίτο ερώτημα αναφέρεται στον σκληρό πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος, την καπιταλιστική επιχείρηση και τις σχέσεις παραγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από τα παραδείγματα σχετίζονται με το περιβάλλον, τους ελεύθερους χώρους, την παιδεία —τομείς στους οποίους η ριζοσπαστική Αριστερά διαθέτει ζωντανές δυνάμεις, οι οποίες παρεμβαίνουν και αναδεικνύουν λύσεις. Το ζήτημα είναι πως αυτή η εμπειρία πρέπει να μπολιάσει το συνδικαλιστικό κίνημα, για να μπορέσει να αναδείξει τη σημασία της έννοιας στον σκληρό πυρήνα του συστήματος. Είναι κι αυτό από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο χώρος μας στην επόμενη περίοδο.

Θα υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα ανοικτά ερωτήματα σε σχέση με την έννοια. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα με μια έννοια-εργαλείο; Είναι στο χέρι μας να αναδείξουμε τη χρησιμότητα του εργαλείου, ότι αποτελεί αρκετά ευέλικτο εργαλείο για να αντιμετωπίσει και άλλα προβλήματα που θα προκύψουν στο μέλλον.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: