Μετά το κρατος προνοιας, ας προσερχεται το κρατος δικαιου (Αυγη, 15.7.2009)

ΤOY ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Μέσα στην παραζάλη των ημερών -και των μηνών- ξεχάσαμε ότι φέτος, το 2009, «γιορτάζουμε» μια σημαντική παγκόσμια επέτειο. Κλείνουμε 30 χρόνια από την επίσημη νίκη του νεοφιλελευθερισμού. Τον Μάιο του 1979 η Μάργκαρετ Θάτσερ αναλάμβανε την κυβέρνηση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Paul Volcker οριζόταν ως διοικητής του Federal Reserve, δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ.

Έναν χρόνο αργότερα, πρόεδρος των ΗΠΑ εκλεγόταν ο Ronald Reagan. Στη δεκαετία που ακολούθησε, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία αντιμετωπίζει στρατηγική ήττα, από την οποία δεν έχει συνέλθει ακόμα, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε τη Λευκή Βίβλο για την ελεύθερη κίνηση εμπορευμάτων, κεφαλαίων και ανθρώπων (1985), κείμενο με σαφείς επηρεασμούς από την «Σιδηρά Κυρία» και ουδεμία πρόβλεψη για την πολιτική και κοινωνική ενοποίηση της τότε -σχετικά- ολιγομελούς Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η στροφή ολοκληρώνεται το 1992, όπου η Ε.Ε. αποδέχεται το Σύμφωνο του Μάαστριχτ, το οποίο αποτελεί μνημείο καταστροφικού συμβιβασμού μεταξύ των νεοφιλελεύθερων και των θεσμικών ευρωπαϊστών: Η ευρωπαϊκή οικονομία παραδίδεται στη νεοφιλελεύθερη πολιτική με αντάλλαγμα τη διατύπωση καλών προθέσεων στην κοινωνική πολιτική, στην κοινή εξωτερική πολιτική και στην πολιτική ενοποίηση.

Η νίκη του νεοφιλελευθερισμού δεν ήταν απλή πολιτική νίκη. Υπήρξε νίκη στρατηγική, καθώς επέβαλε μιαν ενιαία αντίληψη για την οικονομία και, κατά συνέπεια, για την πολιτική και την κοινωνία. Ο νεοφιλελευθερισμός προώθησε και επέτυχε σειρά ανατροπών, οι οποίες συνεπάγονται νέες ιεραρχήσεις των στόχων και των χρησιμοποιούμενων μέσων. Λόγου χάρη, όρισε τον πληθωρισμό ως το μοναδικό οικονομικό πρόβλημα, ενώ η ανεργία αντιμετωπίσθηκε ως φυσιολογική κατάσταση. Η ανεργία από πρόβλημα της οικονομίας μετατράπηκε σε πρόβλημα των ανέργων: είτε οι άνεργοι επέλεγαν να μείνουν άνεργοι και να ζουν από τα κρατικά επιδόματα είτε δεν διέθεταν τις αναγκαίες εργασιακές δεξιότητες για να βρουν εργασία (μη απασχολήσιμοι). Η τρομακτική ηθική απαξία που αποδόθηκε στους άνεργους, η ενοχοποίηση των θυμάτων, μια ιδεολογική κατασκευή σύμφυτη στην παραδοσιακή οικονομική θεωρία, χρησιμοποιήθηκε για τη σταδιακή αποδόμηση του κράτους πρόνοιας.

Το κράτος πρόνοιας αναπτύχθηκε στον ευρωπαϊκό χώρο ως αποτέλεσμα ενός κοινωνικού συμβιβασμού. Θεμέλιό του ήταν η αναγνώριση ότι οι πολίτες δεν έχουν μόνον ατομικά δικαιώματα, αλλά και κοινωνικά δικαιώματα, με πρωτεύον το δικαίωμα στην εργασία. Πάνω στα δικαιώματα για την απασχόληση οργανώθηκε η πολυσχιδής και συχνά αντιφατική πολιτική παρέμβαση του προνοιακού κράτους.

Στο οικονομικό και στο κοινωνικό επίπεδο, ο νεοφιλελευθερισμός γύρισε το ρολόι της ιστορίας προς τα πίσω: η οικονομία έγινε επιρρεπής στην εκδήλωση κρίσεων, οι κοινωνικές ανισότητες έχουν οξυνθεί, η εργοδοτική αυθαιρεσία (το εργοδοτικό δικαίωμα) έχει αποκατασταθεί σε επίπεδα εφάμιλλα των σκοτεινών εποχών της βιομηχανικής επανάστασης, η εργασία και η ζωή των ανθρώπων μετατράπηκαν από αυτονόητα εγγυημένα αγαθά σε επισφαλή διακυβεύματα.

Όμως τα κοινωνικά δικαιώματα εδράζονται, όπως θα έλεγε και ο Σταύρος Μουδόπουλος, σε ατομικά δικαιώματα. Η κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων αμφισβητεί ευθέως τη διαφύλαξη των ατομικών δικαιωμάτων. Και η αμφισβήτηση αυτή, που είναι ορατή πλέον δια γυμνού οφθαλμού, σηματοδοτεί έναν βαθύ μετασχηματισμό του κράτους και του τρόπου οργάνωσης της κρατικής εξουσίας.

Ο Νίκος Πουλαντζάς έγραφε ότι το κράτος-Ιανός, το κράτος που διαθέτει το μονοπώλιο της νομιμοποιημένης βίας και το κράτος που λειτουργεί με την ιδεολογία, δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει, γιατί το δίπολο βία-ιδεολογία αφήνει εκτός έναν κρίσιμο τομέα των λειτουργιών του κράτους: την εμπλοκή του στη σφαίρα της οικονομίας. Η εμπλοκή αυτή, που δεν γίνεται εκ των υστέρων, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στη διατύπωση των ηγεμονικών προτάσεων εξουσίας.

Ο νεοφιλελευθερισμός δεν σημαίνει απομάκρυνση του κράτους από την οικονομία, ούτε, πολύ περισσότερο, αποδυνάμωσή του. Αντιθέτως, συνεπάγεται τη ριζική αναδιάταξη των κρατικών μηχανισμών: στον βαθμό που αποδυναμώνονται οι μηχανισμοί πειθούς (ιδεολογικοί μηχανισμοί) και οι μηχανισμοί του κράτους πρόνοιας (δηλαδή οι μηχανισμοί μη εμπορευματοποιημένης αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης), στον βαθμό δηλαδή που υποχωρούν οι μηχανισμοί που επέτρεπαν την πραγμάτωση της μεταπολεμικής ηγεμονικής πρότασης, ενισχύονται οι μηχανισμοί της καταστολής. Κατά συνέπεια, το πρόβλημα νομιμοποίησης των κρατικών πολιτικών προβάλλει επιτακτικό.

Επ’ αυτού, όμως, ας ελπίσουμε ότι θα επανέλθουμε.

Ο Απ. Δεδουσόπουλος είναι καθηγητής στο Πάντειο Παν/μιο.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: