Η ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΠΙΘΑΝΗ, Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΒΕΒΑΙΗ (ENTOΣ ΕΠΟΧΗΣ, 27.9.2009)
27/09/2009, 7:21 μμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ένας νέος όρος μπήκε ξαφνικά στη ζωή μας και, ίσως, στη δημόσια συζήτηση. Ανάπτυξη χωρίς απασχόληση, ή jobless growth. Την προοπτική αυτή για την επόμενη, όχι και τόσο βραχυχρόνια, περίοδο την επεσήμαναν οι ανακοινώσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ILO) ήδη από την περασμένη άνοιξη, την ανέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ στο προεκλογικό του πρόγραμμα ως άμεση απειλή για την κοινωνική ευημερία, την επανέφερε στο προσκήνιο η πρόσφατη ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Τι είναι πάλι αυτό, θα αναρωτηθεί ο μη ειδικός.

Είπα ότι είναι νέος όρος. Σφάλμα μέγα. Παλαιότατος ως προς το περιεχόμενό του, μπορεί εύκολα να εντοπισθεί στον Ρικάρντο, στην 3η έκδοση των Αρχών Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας του 1823, διακόσια, σχεδόν, χρόνια πριν. Επανέρχεται στην επιστημονική συζήτηση μ’ ένα άρθρο του Robert Gordon, στο Brookings Papers on Economic Activity το 1993. Μετά συναντάται στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας ως έννοια που διευκολύνει την κατανόηση της υστέρησης της απασχόλησης σε χώρες όπως η Ινδία, Τουρκία, Νότια Αφρική και, προσφάτως, Πολωνία.

Σε αντίθεση με τον ορυμαγδό νεολογισμών που κυκλοφόρησαν τα τελευταία 30 χρόνια, ο όρος «ανάπτυξη χωρίς απασχόληση» διαθέτει σαφές περιεχόμενο. Και σε αντίθεση με τους άλλους νεολογισμούς, όπως, π.χ., «ευελιξία» δεν προσπαθεί να καλυφθεί πίσω από τη θετικότητα της λέξης, δεν αποτελεί ευφημισμό. Η ανάπτυξη χωρίς την αύξηση της απασχόλησης παραπέμπει σε έναν από το πρωτογενείς τρόμους της αστικής κοινωνίας: την εμφάνιση ενός απείθαρχου, άνεργου, αμόρφωτου, ημι-εγκληματικού όχλου που θα έθετε εν κινδύνω την εύθραυστη ασφάλεια της αστικής κυριαρχίας. Ο Ρικάρντο και ο Μάλθος (από άλλη οπτική) αυτόν τον κίνδυνο διέγνωσαν και η καταθλιμμένη επιστήμη (dismal science) της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας βρήκε το λόγο για το προσωνύμιο που απέκτησε.

Η έννοια λοιπόν αντιστοιχεί στην κατάσταση όπου η τεχνολογική πρόοδος αυξάνει την παραγωγή με ρυθμούς υψηλούς, εκτοπίζοντας παράλληλα εργαζόμενους από την παραγωγική διαδικασία. Και επειδή η τεχνολογική πρόοδος δεν εντοπίζεται σ’ έναν κλάδο, αλλά διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας, η ανεργία γενικεύεται. Πρόκειται για την τυπική μορφή της τεχνολογικής ανεργίας, η οποία με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να παρερμηνεύεται ως διαρθρωτική ανεργία: στη διαρθρωτική ανεργία υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις εργασίας σε αριθμό ίσο με το μέγεθος της διαρθρωτικής ανεργίας, αλλά οι εργασιακές δεξιότητες που απαιτούνται για την κάλυψη τους είναι διαφορετικές από αυτές που διαθέτουν οι άνεργοι.

Επομένως, η «ανάπτυξη χωρίς απασχόληση» οφείλεται στις μεγάλες αυξήσεις της παραγωγικότητας της εργασίας, αφ’ ενός, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια εισοδημάτων για να αγορασθεί η πρόσθετη παραγωγή σε τιμές που να εξασφαλίζουν κέρδος για τις επιχειρήσεις. Αυτή η οπτική μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς μια κρίση υπερπαραγωγής μετατρέπεται σε μια κρίση υποκατανάλωσης.

Σε κάθε περίπτωση, η υστέρηση της απασχόλησης έναντι της αύξησης της παραγωγής είναι αναμενόμενη: Με το πέρας της ύφεσης οι επιχειρήσεις δεν σπεύδουν να προσλάβουν εργαζόμενους για να αποκαταστήσουν τα προηγούμενα επίπεδα απασχόλησης. Είναι φυσικό να περιμένουν να βεβαιωθούν ότι η περίοδος των ισχνών αγελάδων έχει παρέλθει οριστικά. Στο μεταξύ, αυξάνουν την παραγωγή τους αξιοποιώντας τα διαθέσιμα μέσα: οι ήδη εργαζόμενοι θα εργασθούν υπερωριακά, ο μη χρησιμοποιούμενος εξοπλισμός θα δραστηριοποιηθεί εκ νέου, οι ρυθμοί εργασίας θα επιταχυνθούν. Όταν οι επιχειρήσεις βεβαιωθούν ότι η ύφεση πέρασε για τα καλά, τότε θα γίνουν οι προσλήψεις.

Το 2004 σε μια έρευνα σε 500 επιχειρήσεις, κυρίως βιομηχανικές και εμπορικές, της Αττικής φάνηκε ότι ο κύριος λόγος που οι επιχειρήσεις δεν έκαναν προσλήψεις ήταν η αβεβαιότητα που αισθάνονται σε σχέση με την αγορά. Το 53,5% των επιχειρήσεων έδωσαν αυτήν την απάντηση, έναντι μόλις 11,7% που θεώρησαν ως βασικό ανασταλτικό παράγοντα το κόστος εργασίας. Αν στο 53% προστεθεί και ένα 11 επίσης τα εκατό που θεωρεί ότι ως αίτιο των περιορισμένων προσλήψεων την χαμηλή ζήτηση από τους καταναλωτές (3ος κατά σειρά λόγος) η εικόνα είναι πλήρης. Και μάλιστα το καλοκαίρι των Ολυμπιακών Αγώνων, μετά από αρκετά χρόνια υψηλών ρυθμών ανάπτυξης.

Όμως, το ερώτημα παραμένει: γιατί εκτιμάται ότι αυτή η περίοδος της «ανάπτυξης χωρίς απασχόληση» θα διαρκέσει τόσο πολύ – πέντε ή περισσότερα χρόνια μετά το τέλος της κρίσης;

Πρώτον, γιατί αν αντιμετωπισθούν τα συμπτώματα της κρίσης, ο μηχανισμός που την έχει προκαλέσει έχει μείνει ακέραιος. Ο μηχανισμός παραγωγής της κρίσης δεν είναι άλλος από τα τεράστια ελλείμματα της αμερικανικής οικονομίας, το ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιο νόμισμα και την απόλυτη ελευθερία κινήσεων του κερδοσκοπικού χρηματιστηριακού κεφαλαίου. Και οι τρεις αυτοί παράγοντες, σε συνδυασμό και σε ανατροφοδότηση μεταξύ τους, έχουν επιβάλει την κυριαρχία ενός φαινομενικά ισχυρού και στην ουσία σαθρού παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος που επικεντρώνεται στα στιγμιαία κέρδη με την άνοδο και πτώση των τιμών των μετοχών και των ομολόγων, παρά στις μεσοπρόθεσμες αποδόσεις. Η εγγενής αστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος αποδεικνύεται εξαιρετικά επαχθής για τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους, τους καταναλωτές.

Δεύτερον, από την εποχή της νίκης του νεοφιλελευθερισμού ως σήμερα η αγορά εργασίας είναι σε μια κατάσταση μόνιμης κρίσης. Η προϊούσα απορρύθμιση της αγοράς εργασίας έχει επιφέρει συγκεκριμένα αποτελέσματα: αύξηση της ανεργίας, απάνθρωπα και αντικοινωνικά ωράρια εργασίας, κατάργηση των επιπλέον αμοιβών από την υπερωριακή απασχόληση μέσω της διευθέτησης του χρόνου εργασίας, επιμήκυνση του εβδομαδιαίου ωραρίου και της ηλικίας συνταξιοδότησης, επισφάλεια της εργασίας, κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και των παροχών του προνοιακού κράτους, η αύξηση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.

Αυτά η κυρίαρχη αντίληψη θεωρεί ότι είναι οι προϋποθέσεις της ανάπτυξης, καθώς αυξάνεται η κερδοφορία. Δεν κατανοεί ότι απλώς δημιουργεί τις συνθήκες για να πάρει σάρκα και οστά ο αρχέγονος εφιάλτης της κλασικής πολιτικής οικονομίας.

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Μετά από πολλά χρόνια γράφω στην ΕΠΟΧΗ. Με μεγάλη συγκίνηση θυμάμαι τις πρώτους μήνες της εφημερίδας, όταν στη συντακτική επιτροπή ήταν ο Τάκης Μπενάς, ο Παύλος Κλαυδιανός, ο Μπάμπης Γεωργούλας, ο Χάρης Γολέμης, ο Κοβάνης, ο Άγγελος και ο υπογραφόμενος, με εκδότρια τη Χρυσούλα Στέκα. Ίσως και άλλοι που ξεχνώ τώρα. Κανένας μας δεν πίστευε το χειμώνα – άνοιξη του 1988 ότι η εφημερίδα θα κρατούσε 21 ολόκληρα χρόνια γεμάτα αγωνίες, κόπους, εντάσεις, αλλά και δημιουργία. Σαν άσωτος υιός επιστρέφω χάρη στον Ευκλείδη, τον οποίο ταλαιπώρησα για να δώσω αυτό το κείμενο. Ίσως να αντιλαμβάνεσθε ότι για μένα δεν είναι ένα απλό κείμενο. Οι καλές επιστροφές γίνονται καλύτερες όταν αργούν. Ας δούμε λοιπόν από σήμερα τα καλύτερα.

Advertisements

1 σχόλιο so far
Σχολιάστε

πολύ καλά μας τα έγραψες.να μαθαiνουμε και τις βαθύτερες αιτίες..ειδικά στο σημείο που εστιάζει στη διάρκεια της κρίσης..καλη πένα-συνεχεία!!

Σχόλιο από mpracticus




Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: