Να αποφυγουμε τα«κατασκευαστικα λαθη» που εχουν εγγραφει στην οικοδομηση της Αριστερας (ΕΠΟΧΗ, 1.11.2009)

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΨΗΜΙΤΗ

Τη συνέντευξη πήρε ο Στάθης Κουτρουβίδης

*Ας ξεκινήσουμε από τα εκλογικά αποτελέσματα. Σε αυτά διακρίνεται καταρχήν μια σημαντική μετατόπιση ψηφοφόρων προς το ΠΑΣΟΚ, μια σημαντική αποδυνάμωση της ΝΔ και μικρή αλλά μείωση του ποσοστού των δυνάμεων της αριστεράς. Αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα ανταποκρίνεται στις αγωνίες της ελληνικής κοινωνίας, τις φοβίες του εκλογικού σώματος και τις ιδιαιτερότητές του. Και αν ναι γιατί;

-Προτείνω να εστιάσουμε συνολικά στη σχέση εκλογικής διαδικασίας, εξουσίας και κοινωνίας, αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος τις επιμέρους εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων. Η ερώτηση ‘αναμοχλεύει’ το γενικότερο ζήτημα του κατά πόσο η διενέργεια εκλογών, κορυφαία πολιτική διαδικασία στην αστική δημοκρατία, ανταποκρίνεται ουσιωδώς στις υποκειμενικές ανάγκες των ανθρώπων. Η απάντηση εξαρτάται από το πρίσμα που επιλέγουμε. Αν δούμε τη δυναμική της ανταπόκρισης του εκλογικού αποτελέσματος στα πραγματικά υποκειμενικά δεδομένα υπό το πρίσμα της τυπικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, προφανώς ναι, ανταποκρίνεται! Στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας οι έλληνες πολίτες δείχνουν να επέλεξαν ό,τι ταιριάζει περισσότερο στις προσδοκίες τους. Πέτυχαν μια ποσοτικά εντυπωσιακή εναλλαγή των δύο κομμάτων εξουσίας στις θέσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, τιμωρώντας τη ΝΔ και επιβραβεύοντας το ΠΑΣΟΚ. Εντούτοις, εδώ ένα μεγάλο πρόβλημα γεννιέται όταν αναλογιστούμε ποιοι είναι, ή μάλλον πόσοι είναι οι πραγματικοί φορείς των προσδοκιών που οδήγησαν στο εκλογικό αποτέλεσμα.

Μου φαίνεται ότι ο τρόπος που το έθεσες στην ερώτησή σου είναι εν προκειμένω πολύ αποκαλυπτικός. Επέτρεψέ μου να την ερμηνεύσω κατά την κρίση μου, διαφοροποιώντας σαφώς τις οντότητες που αναφέρεις: Έχουμε αφενός την ελληνική κοινωνία και τις αγωνίες της και αφετέρου το εκλογικό σώμα και τις φοβίες του. Πρόκειται για δύο σαφώς διακριτές κοινωνικές πραγματικότητες, που μάλιστα συνήθως συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο στρεβλό. Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, συνιστούν ενδεχομένως και συγκρουόμενες πραγματικότητες, στοιχείο που μπορεί να τεκμηριωθεί μαθηματικά (αφού ο ίδιος ο κανόνας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είναι καθαρά αριθμητικός). Πράγματι, για λόγους ποσοστού αποχής (περίπου 30%) και εκλογικού νόμου (άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία με ποσοστό 44%), η ανάδειξη κυβέρνησης οφείλεται μαθηματικά στην επιλογή του 31% του εκλογικού σώματος, κατά λογική επέκταση οφείλεται στην επιλογή που έκανε το 26% των μελών της ελληνικής κοινωνίας.
Προφανώς, όταν τρία εκατομμύρια ψηφοφόρων εκλέγουν κυβέρνηση δέκα εκατομμυρίων ψηφοφόρων και 12 εκατομμυρίων μελών της ελληνικής κοινωνίας, κάτι δεν πάει καθόλου καλά.  Ασφαλώς, αυτό το φαινόμενο δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο λάθος να απαξιώσουμε συνολικά την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, άλλωστε η Αριστερά στην ιστορία της το πλήρωσε ακριβά και επανειλημμένα αυτό το λάθος. Καταδεικνύει όμως τα όρια και τις αγκυλώσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αφού η διαδικαστική της επιτέλεση πάσχει σοβαρά έναντι τόσο της αξιωματικής αρχής της οικουμενικής ψήφου όσο και του θεμελιώδους κανόνα της πλειοψηφίας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της μια προσέγγιση εστιασμένη περισσότερο στο ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο παρά στην τυπική διαδικασιακή διάσταση της δημοκρατίας. Δηλαδή, πώς μπορούν να συμμετέχουν, με ποιες δημοκρατικές μορφές διάδρασης, στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών το σύνολο των ανθρώπων που η ζωή τους επηρεάζεται από αυτές τις πολιτικές. Αυτό ακριβώς είναι το άλλο πρίσμα, η άλλη αγωνία: η αναζήτηση πειραματικών μορφών δημοκρατίας στην καθημερινότητα, που να διαρρηγνύουν τους περιορισμούς που θέτουν οι σημερινές «φιλελεύθερες ολιγαρχίες», όπως τις ονομάζει ο Καστοριάδης.

*Ποια είναι τα πρώτα μηνύματα που εισπράττεις από την πολιτική του ΠΑΣΟΚ έως τώρα, και πώς εκτιμάς ότι θα κινηθεί για να αντιμετωπίσει τα καίρια προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας: εργασιακά, ανεργία, κοινωνική ασφάλιση;

– Η ατζέντα των «εκατό ημερών» μου φαίνεται μια καλή ευκαιρία για να καταλάβουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια προεκλογική εκστρατεία απέναντι σε έναν «πεθαμένο» αντίπαλο και μια αποτελεσματική διαχείριση των συσσωρευμένων και συχνά αντιφατικών προβλημάτων της παραπαίουσας οικονομίας. Το ΠΑΣΟΚ πλειοψήφησε τόσο εντυπωσιακά, επειδή συντελέστηκε υπέρ αυτού μια μεγάλη μετατόπιση ψήφων κυρίως από τη ΝΔ. Νομίζω ότι αυτή η μετατόπιση, αν παραμείνουμε στο φαινόμενο που ονόμασες «φοβίες του εκλογικού σώματος», έχει πολύ συγκεκριμένες συμφεροντικές παραμέτρους. Τέτοιες παράμετροι λειτουργούν όταν, όπως συμβαίνει τώρα, η πολιτική διαδικασία σε ό,τι αφορά τα κόμματα εξουσίας έχει σχεδόν πλήρως «απο-ηθικοποιηθεί», με την έννοια ότι κρίσιμα μέρη της εκλογικής τους βάσης αντιλαμβάνονται το βαθμό της «πειθούς» που τα δύο κόμματα επιδεικνύουν ως απλή συνάρτηση μιας ορθολογικής ωφελιμιστικής στάσης του ψηφοφόρου που ζυγίζει κάθε φορά στο επίπεδο της ατομικής επιλογής το κόστος με το όφελος, έστω και πασπαλίζοντας με την απαραίτητη δόση ηθικής επένδυσης («διαφθορά», «σκάνδαλα», «αλαζονεία» κ.τ.λ.) την ωφελιμιστικά συγκροτημένη επιλογή.
Στην προηγούμενη απάντηση αναφέρθηκα κυρίως σε αριθμητικά δεδομένα, που καταδεικνύουν τη λειτουργία της  ελληνικής αστικής δημοκρατίας και τον χαρακτήρα αποκλεισμού της πλειοψηφίας των ανθρώπων από τη θεσμική πολιτική διαδικασία.

Τώρα μπορούμε να δούμε κάποια ποιοτικά δεδομένα που μέτρησαν τουλάχιστον στη δημιουργία της κρίσιμης διαφοράς. Ένα τέτοιο είναι, στο πλαίσιο της ορθολογικής επιλογής, η πριμοδότηση κάθε φορά του κόμματος εξουσίας που «έρχεται από κάτω», δηλαδή εμφανίζεται με φυσικό τρόπο ως φορέας νέων υποσχέσεων παροχών ή (δεδομένης της δημοσιονομικής κρίσης) τουλάχιστον ως φορέας μικρότερης απειλής για περικοπές. Οι ψηφοφόροι που μετακινήθηκαν από τη ΝΔ στο ΠΑΣΟΚ ήξεραν καλά πως ουσιαστικές διαφορές σε επίπεδο διαχείρισης της εξουσίας δεν υπάρχουν. Υπήρξε όμως μια κρίσιμη διαφορά: Το ΠΑΣΟΚ υποσχέθηκε παροχές και εισοδηματικές ενισχύσεις των πιο αδύναμων κοινωνικών ομάδων, υπόσχεση που δεν μπορεί να αθετήσει παρά μόνο αν υποστεί το αναγκαίο εκλογικό κόστος (εναλλαγή ξανά). Άρα, η εκλογική «φοβία» στην οποία ανταποκρίθηκε το ΠΑΣΟΚ –διατήρηση των «κεκτημένων» και να παραμείνει αναλλοίωτη η μορφή διαχείρισης της εξουσίας- θα το κατατρύχει σε όλη τη διάρκεια της θητείας του στην κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τις επικλήσεις του σε «ηθικές» κατηγορίες του πολιτικού (διαφάνεια, πάταξη της διαφθοράς, αξιοκρατία κ.ο.κ.). Μου φαίνεται μάλιστα πως για κάποιο καιρό, όσο την παίρνει, η κυβέρνηση θα παίζει σε αυτό το δίπολο: μεταξύ σφύρας της «μεροληπτικής» ενίσχυσης των οικονομικά ασθενέστερων και άκμονος της «αμερόληπτης» ενίσχυσης των διαδικασιών διαφάνειας, αξιοκρατίας και ισονομίας, με τρόπο ώστε άλλοτε ο πρώτος πόλος να δικαιολογεί τις παροχές των αναπόφευκτων πελατειακών πολιτικών που θα ασκήσουν οι κομματικοί μηχανισμοί και άλλοτε ο δεύτερος πόλος να νομιμοποιεί απόπειρες «νοικοκυρέματος» των δημοσιονομικών παραμέτρων. Μιλώντας για δίπολα, τέτοια υπάρχουν πολλά στη φαρέτρα των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Για παράδειγμα, μια πολιτική θέσμισης αυστηρών νόμων για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων μπορεί κάλλιστα να «συμπληρώνεται» από μια δομική –λόγω διαρθρωτικών προβλημάτων στις δημόσιες υπηρεσίες- αδυναμία εφαρμογής αυτών των νόμων.

*Η αριστερά δεν μπόρεσε με επάρκεια να παρακολουθήσει τις αλλαγές στην κοινωνία, στους εργασιακούς χώρους και να εντάξει στην προβληματική της πολύ περισσότερα μηνύματα που η ίδια η κοινωνία εξέπεμπε. Τι νομίζεις ότι συνέβη;

-Έχω τη δυσάρεστη εντύπωση ότι τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες το κεφάλαιο αποδείχθηκε εξαιρετικά πιο αποτελεσματικό από τη ίδια την εργατική τάξη στον προσδιορισμό των όρων συγκρότησης της τελευταίας. Ο Κλάους Όφε μας προειδοποιούσε, ήδη από τη δεκαετία του 1970, για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του κεφαλαίου, όταν έλεγε ότι το κεφάλαιο κατέχει ένα σταθερό και ενοποιητικό κριτήριο δράσης, που είναι το χρήμα, ενώ η εργατική τάξη δεν κατέχει ένα ενιαίο κριτήριο δράσης και πρέπει κάθε φορά να επιλέγει ανάμεσα σε πολλούς ετερογενείς γνώμονες δράσης (αύξηση μισθών, διάρκεια απασχόλησης, βελτίωση συνθηκών εργασίας, υγεία, ελεύθερος χρόνος, κ.ά.). Αυτό το ιστορικό πλεονέκτημα του κεφαλαίου ενισχύθηκε υπερβολικά την εποχή της παγκοσμιοποίησης διαμέσου του κατακερματισμού της παραγωγής και της ενότητας της εργασιακής διαδικασίας, του απόλυτου ελέγχου εκ μέρους του κεφαλαίου της τεχνολογίας και των εφαρμογών της μέσα στους χώρους παραγωγής, άρα και στον κοινωνικό χώρο, της δυσανάλογης αύξησης της διακριτικής ευχέρειας των εργοδοτών να ορίζουν ανενόχλητοι την κινητικότητα της εργασίας και το επαγγελματικό προφίλ των εργαζομένων, την υποκατάσταση της εργασίας από την απασχολησιμότητα κ.ο.κ. Η περίπτωση της France Telecom σήμερα, όπως λίγο πριν οι περιπτώσεις της Renault και του ενεργειακού ομίλου EDF (για να μείνουμε στη Γαλλία) είναι απλώς τέτοιες παρεμβάσεις μεσαίας κλίμακας, συνιστούν μάλλον ελεγχόμενα κοινωνικά πειράματα, των οποίων την έκβαση αναμένουν με ιδιοτελή αγωνία πολλοί άλλοι επιχειρηματικοί όμιλοι ανά τον κόσμο. Παράλληλα, με πρωτοβουλία της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου γίνεται σε θεσμικό επίπεδο μια τεράστια και συντονισμένη προσπάθεια να ενταχθούν σε έναν κεντρικά ομοιογενοποιημένο καταμερισμό εργασίας όλες οι μορφές εργασίας που στο πρόσφατο παρελθόν επέδειξαν πρωτόγνωρη δυναμική παρουσία. Αναφέρομαι σε εκδοχές της άτυπης εργασίας (μορφές βοήθειας, αυτο-βοήθειας και αλληλεγγύης, φροντίδας, παροχής συμβουλών και περίθαλψης), που ωθούνται να μετατοπιστούν βίαια, κυρίως με τη βία που επιβάλλει ο θεσμικός εξορθολογισμός της δράσης τους και η αφομοίωση των πιο οργανωμένων μορφών της σε μηχανισμούς οικονομικής συναλλαγής.
Η μετατόπιση αυτή είναι κοινωνικά κρίσιμη, επειδή συντελείται από έναν ενδιάμεσο τομέα δράσης μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου χώρου, που στο πρόσφατο παρελθόν παρήγαγε εναλλακτικές αξίες και πολιτικοποιημένη συνείδηση, είτε προς τη δημόσια σφαίρα (με πλήρη πολιτική «εξημέρωση» των εθελοντικών δράσεων), είτε στα υπολειμματικά της μεγέθη προς μια αμιγώς ιδιωτική σφαίρα των εξατομικευμένων και περιθωριοποιημένων αναγκών που τείνει συνεχώς να αγνοείται από τις επίσημες πολιτικές και να υποβαθμίζεται. Επομένως, οι δυνάμεις της εργασίας συμμετέχουν ελάχιστα πλέον στη διαδικασία συγκρότησης του κόσμου της εργασίας και μια Αριστερά που θα αγνοήσει αυτή την παράμετρο, κινδυνεύει όχι μόνο να μη συνθέσει, αλλά να εκφράσει περισσότερο την υπάρχουσα δυναμική διάσπασης, κερματισμού, απομόνωσης και αποπροσανατολισμού της εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι προβληματισμοί, οι αμηχανίες και οι διαφορετικές στάσεις που αναπτύσσονται σήμερα γύρω από το θέμα των εργαζομένων με καθεστώς stage.

Η Αριστερά οφείλει να αναπροσδιορίσει τις θέσεις της λαμβάνοντας υπόψη τα νέα δεδομένα. Στον 20ο αιώνα η εργασία και το επάγγελμα διαμόρφωναν αυτομάτως ενιαίο και αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο ταυτότητας. Σήμερα υπάρχουν ευρείες κατηγορίες εργαζομένων που αναρωτιούνται αν έχουν καν εργασία ή αν η ιδιότητα του εργαζόμενου είναι η κυρίαρχη στη ζωή τους. Είναι απαραίτητη μια ζωντανή καθημερινή και συλλογική διεργασία ανανοηματοδότησης των όρων εργασίας και ζωής των απλών ανθρώπων. Αυτοί αποκλείονται κοινωνικά, κυρίως επειδή χάνουν όλο και περισσότερο τη δυνατότητα να νοηματοδοτήσουν συλλογικά και αυτόνομα τη ζωή τους και τα προβλήματά της, με βάση τις δικές τους ανάγκες και τους δικούς τους κώδικες ζωντανής επικοινωνίας. Μια Αριστερά δεσμευμένη σε στόχους ισότητας και ελευθερίας μπορεί να συνδράμει σε αυτό το έργο, αν εγκαταλείψει τις σιγουριές του παρελθόντος, χωρίς ταυτόχρονα να εγκαταλειφθεί στο ισχυρό ρεύμα των διάσπαρτων και αντιφατικών αιτημάτων και αξιώσεων.

*Η αριστερά παραδοσιακά συνδέθηκε με την εργατική τάξη και τις κοινωνικές δυνάμεις που σχετίζονταν με αυτό το κοινωνικό υποκείμενο. Σήμερα η απεύθυνση της αριστεράς, και δη της δικής μας αριστεράς, έχει αλλάξει σε σημαντικό βαθμό προσανατολισμό. Επιχειρεί, για παράδειγμα, να απευθυνθεί και να υπερασπιστεί εξίσου δικαιώματα πιο περιθωριακών τμημάτων της κοινωνίας. Η μορφή της πολιτικής έχει αλλάξει και πόσο;

-Η μορφή της πολιτικής έχει αλλάξει και πολύ μάλιστα. Ο Φουκώ επισήμανε από παλιά ότι η εξουσία εμφανίζεται ως ένα δίκτυο παραγωγής σχέσεων, γνώσης, συναισθημάτων, κοινωνικότητας κ.ο.κ.. που διαπερνά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, με τρόπο πολύ διαφορετικό από τις απλές αρνητικές λειτουργίες κυριαρχίας και καταστολής που ανέλυσε ο Μαρξ ή εξαναγκασμού σε υπακοή που περιέγραψε ο Βέμπερ. Το ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι αυτή η «θετικότητα» της εξουσίας, η δυνατότητά της να παράγει με θετικό τρόπο τις στάσεις των ανθρώπων, συνυπάρχει πλέον με ολοένα εντεινόμενες διαδικασίες αρνητικής διαχείρισης και κατηγοριοποίησης των όρων ζωής των υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη πολιτική εξουσία φαίνεται να κινείται εκ των πραγμάτων στην κατεύθυνση μιας καταστατικής διχοστασίας των πολιτικών της. Ενώ υπεισέρχεται με τις λεπτές αποχρώσεις της διάσπαρτης βιοεξουσίας στον εσωτερικό πυρήνα των ανθρώπων επηρεάζοντας απαλά τις συμπεριφορές, ταυτόχρονα εξαπολύει τις πιο βίαιες και κατασταλτικές επιλογές της έναντι των κοινωνικών ομάδων που δεν συμμορφώνονται. Ενώ ευαγγελίζεται το σεβασμό της διαφορετικότητας και της πολιτισμικής πολυμέρειας, ταυτόχρονα αναιρεί με μονομερώς τεχνικά και οικονομικά κριτήρια τη δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης των ανθρώπων που συγκροτούν τον βίο τους περισσότερο με τη λογική του υποκειμένου παρά με τη λογική του συστήματος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι δύο μορφές πολιτικής αλληλοσυμπληρώνονται, όμως θεωρώ ότι δεν είναι έτσι. Τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης διαπλέκονται συχνά με τρόπο απρόβλεπτο, κυρίως με την έννοια ότι σε υπαρξιακό επίπεδο τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν είναι διατεθειμένα να διχάσουν αντιστοίχως και πλήρως τις πηγές της συμπεριφοράς τους (πηγές άντλησης νοήματος, αξίες προσανατολισμού, μορφές συγκρότησης της κοινωνικότητας, κ.οκ.) για να προσαρμοστούν στις πρακτικές της εξουσίας.

Επομένως στην καθημερινότητα του ατόμου αυτή η αντιφατικότητα της εξουσίας αντιμετωπίζεται εν μέρει με βιωματικές στρατηγικές, που διαμορφώνουν στο μέτρο του δυνατού επικοινωνιακά ωφέλιμες υβριδικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, και εν μέρει με την τάση μιας συνολικής απόρριψης ενός συστήματος που δείχνει να προσβάλλει τον πυρήνα της ενότητας της ανθρώπινης ζωής.

Στην πραγματικότητα προκύπτει μια πολύπλοκη κατάσταση αντιφατικών τάσεων που διαπλέκονται όλο και δυσκολότερα μεταξύ τους, στα όρια του συστημικού ερωτήματος: «πόση πολυπλοκότητα από το περιβάλλον του μπορεί να αντέξει το σύστημα άνθρωπος;». Από τη στιγμή που πολλές μορφές συλλογικότητας –συμπεριλαμβανομένων των παλαιών αριστερών κομμάτων- τέθηκαν σε κρίση, το ζήτημα της συλλογικής αντιμετώπισης τέτοιων ζητημάτων τέθηκε με όρους αναζήτησης νέων τρόπων πάλης κατά των πολλαπλών ανισοτήτων και της περιθωριοποίησης.

Προφανώς, η συλλογική έκφραση αυτής της αναζήτησης εναπόκειται απευθείας στους συλλογικούς δρώντες που κάθε φορά ενεργοποιούνται στο πεδίο αυτό. Η Αριστερά δεν έχει να καθοδηγήσει τίποτα πλέον, απλώς (που είναι και το δύσκολο) μπορεί να συνδράμει, όπως είπαμε, στο έργο της αναγκαίας ανανοηματοδότησης, με το οποίο οι συλλογικοί δρώντες έχουν καταπιαστεί. Κυρίως έχει να δουλέψει ξεκινώντας από τη διαπίστωση του Μπάουμαν και του Σένετ ότι το πιο ανησυχητικό στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού είναι ότι διαβρώνει το συναίσθημα της αλληλεγγύης και όχι ότι απλώς προκαλεί μεγαλύτερες ανισότητες.

*Ένα σημαντικό βήμα έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν επιχείρησε να συνδέσει το λόγο του με τα κοινωνικά κινήματα και τα συλλογικά υποκείμενά τους και να τον εκφράσει σε πολιτικό επίπεδο. Η συζήτηση σχετικά με την έννοια της «προγραμματικής αντιπολίτευσης» στο κυβερνών κόμμα θέτει κινδύνους σε αυτή τη σχέση και κάνει πιο επιφυλακτικό τον ΣΥΡΙΖΑ έναντι των κινημάτων;

-Μόνο υπό όρους μπορεί να προκύψει τέτοιος κίνδυνος. Έχω την εντύπωση πως ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ασκήσει προγραμματική αντιπολίτευση στο καθαρά κοινοβουλευτικό επίπεδο και συνάμα να παραμείνει προσηλωμένος στην υπεράσπιση των κοινωνικών κινημάτων. Δεν λέω ότι είναι εύκολο να γίνει, ειδικά στο πλαίσιο μιας συνεπούς και σφαιρικής πολιτικής, αλλά γίνεται. Αν μη τι άλλο, επειδή, όπως είπαμε στην αρχή, άλλη είναι η λογική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και άλλη εκείνη των πειραματικών μορφών δημοκρατίας στην καθημερινότητα. Αν, πάντως, κάτι τέτοιο αγνοηθεί και αν πολύ περισσότερο επικρατήσει μια από τα πάνω δυναμική, που θέλει να «εξημερώσει» τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ έναντι των κινημάτων και να την συστοιχίσει με μια κοινοβουλευτική πρακτική προγραμματικής αντιπολίτευσης, τότε όντως υπάρχει μεγάλος κίνδυνος. Δεν είμαι και ο καταλληλότερος να το πω, όμως δεδομένης μιας οργανικής σύνδεσης σημαντικού μέρους της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ με κοινωνικά κινήματα και καθημερινές πρωτοβουλίες, μου φαίνεται πως κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει οδυνηρές συνέπειες.

*Είχες διατυπώσει πάλι από την «Εποχή», την περίοδο που ακολούθησε τα γεγονότα του Δεκεμβρίου την άποψη ότι η αριστερά έχει μια θέση συμμάχου στο κίνημα υπό τη μορφή ακριβώς ότι συνδιαλέγεται, κατανοεί και αφουγκράζεται την προβληματική του, αλλά δεν μπορεί να πάει παρά πέρα, δεν μπορεί να ταυτιστεί, καθώς ακριβώς είναι διαφορετική η λειτουργία ενός κοινωνικού κινήματος από ένα οργανωμένο πολιτικό φορέα. Διατυπώθηκε πάντως ως προς αυτό και αντίλογος ο οποίος κάλυπτε και τα δύο άκρα της συζήτησης, από την μια δηλαδή, ειπώθηκε ότι κακώς είχε αυτήν την ανεκτικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ έναντι του κινήματος ή ότι δεν έδωσε με σαφήνεια πολιτική διέξοδο σε αυτές τις κινητοποιήσεις.

-Σ’ εκείνο το άρθρο, επιχειρηματολογώντας υπέρ της άποψης ότι η παρουσία των κινημάτων δεν εξαντλείται καθόλου στο να προσφέρει απλώς ευκαιρίες δράσης και ‘προπλάσματα’ πολιτικής στα πολιτικά κόμματα,  τοποθετήθηκα συγκεκριμένα έναντι του ενός άκρου της συζήτησης, δηλαδή της αριστερής αγωνίας να αξιοποιηθεί  μια ευκαιρία για κεντρική πολιτική «σύνθεση» των αιτημάτων της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Υποτίμησα σαφώς το άλλο άκρο. Δεν σκέφτηκα καν ότι οι τότε φωνές «περίσκεψης» κυρίως μέσα στον ΣΥΝ, θα έπαιρναν τον χαρακτήρα πολεμικής ενάντια στις κινηματικές επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ. Υποθέτω ότι εδώ λειτουργούν κάποια εντελώς διαφορετικά και πιο συντηρητικά αντανακλαστικά. Και μπορεί, βέβαια, να ειπωθεί πως είναι αναπόφευκτο για την Αριστερά συνολικά να διαθέτει και αυτή τους δικούς της (αριστερούς) νοικοκυραίους, αλλά θα περίμενε κανείς ότι την εκπροσώπησή τους στη χώρα μας την έχει αναλάβει ιστορικά ένα πιο συντηρητικό κόμμα, όπως το ΚΚΕ. Λάθος. Προφανώς, ούτε σε αυτόν τον τομέα υπάρχουν μονοπώλια.

*Λέγεται από διάφορες πλευρές ότι η οργανωτική Πανελλαδική Σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά πολύ περισσότερο η πορεία προς αυτή είναι η 2η μεγάλη ευκαιρία του. Συμμερίζεσαι μια τέτοια άποψη και αν ναι, με ποιους όρους μπορεί να γίνει αυτό;
-Ναι, τη συμμερίζομαι. Η Πανελλαδική Σύσκεψη είναι μέρος μια πορείας ενός πολιτικού σχηματισμού, που θα δείξει αν θέλει ή όχι να επανεξετάσει τα παλιά λάθη. Και δεν εννοώ τόσο τα συγκεκριμένα και απίστευτα εσωτερικά φαινόμενα που ήρθαν στην επιφάνεια μετά της ευρωεκλογές, όσο εκείνα τα  «κατασκευαστικά λάθη» που είναι ιστορικά εγγεγραμμένα στην οικοδόμηση της Αριστεράς και που οδήγησαν σε τέτοια φαινόμενα. Κοντολογίς, πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να αναμετρηθεί με καινούργιες αλλά αναπόδραστες προκλήσεις , όπως είναι, να βρει το πλαίσιο συνεργασίας με άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, να αναπτύξει «θεματικά» πεδία δράσης στην καθημερινότητα με βάση τις επιλογές των μελών του και όχι τις κεντρικές οδηγίες, να ανατρέψει -πάλι στην καθημερινότητα- τη γραφειοκρατία των μηχανισμών και την εξουσία των απαράτνικων και, φυσικά, να αναδείξει τη βούληση της βάσης με το βάθεμα της δημοκρατίας και της συμμετοχικότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τον πλουραλισμό των απόψεων και τη διάθεση για διάλογο, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η δημοκρατία και η συμμετοχή στον ΣΥΡΙΖΑ ή θα διευρυνθούν ή θα πεθάνουν.
O Mιχάλης Ψημίτης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: