Η δημοκρατια και το τελος της ιστοριας (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 29.11.2009)
29/11/2009, 1:11 πμ
Filed under: - Εγραψαν, διαβασαμε, μας αρεσαν - | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Το καλοκαίρι του 1795 ο Γκαίτε έγραψε για το περιοδικό Horen, που έβγαζε ο φίλος του ο Σίλερ, ένα παραμύθι και το ονόμασε Το παραμύθι (κυκλοφορεί στα ελληνικά με τις όμορφες ζωγραφιές της Μπάρμπαρας Κουζέλη από τις εκδόσεις Νήσος). Στο Παραμύθι εκτυλίσσεται το ξεμάγεμα ενός μαγεμένου κόσμου. Έχω την υποψία ότι από εκεί πήρε ο Μαξ Βέμπερ αργότερα την ιδέα να χαρακτηρίσει «απομάγευση» την ανάδυση του αστικού κόσμου. Στο τέλος του Παραμυθιού, όμως, ο Γκαίτε ξαναμαγεύει τον ξεμαγεμένο κόσμο, και οι άνθρωποι, που δεν είναι πια δεμένοι «εν δυνάμεσι και εν ισχύσεσι του αγρού», μαυλίζονται από το χρήμα. Αν ο νους του αναγνώστη πηγαίνει στον μαρξικό «φετιχισμό» και στην «Κριτική Θεωρία» της Σχολής της Φραγκφούρτης, δικαίως πηγαίνει, αλλά ο Γκαίτε προηγήθηκε.

Θα μου πεις: αυτά είναι άσχετα με τη διένεξη περί δημοκρατίας, στην οποία μπλεχτήκαμε ο φίλος Κώστας Σταμάτης κι εγώ με τρία άρθρα ίσαμε τώρα δικά μας, ένα του Γεράσιμου Κουζέλη τέσσερα, κι ετούτο πέντε, κι ελπίζω να έρθουν κι άλλα. Έχουν τη σχέση ότι η νέα μαγεία και τα δεσμά της νοηματοδοτούν τον κόσμο μας. Κι έχουν ακόμη τούτη τη σχέση: Ο νομιναλισμός που μου επιρρίπτει ο Κ.Σ., δηλαδή η αρχή universalia sunt nomina post rem: οι καθολικοί λόγοι (οι γενικές έννοιες) είναι λέξεις επόμενες του πράγματος, είναι η φιλοσοφική έναρξη του ξεμαγέματος του κόσμου, τον 12ο και τον 13ο αιώνα, και η φιλοσοφική προϋπόθεση των επιστημών. Ας μη συζητήσουμε πώς εκείνο το ένδοξο ξεκίνημα κατάντησε τον 20ο αιώνα να είναι αγνωστικισμός. Αλλά ας μην το πετάμε κιόλας έτσι ανέμελα.

Μα υπάρχει δημοκρατία;

Η ερώτησή μου «ποια δημοκρατία, τη βρετανική, τη ρωσική κ.λπ.;» εννοεί ο Κ.Σ., αποδείχτηκε γόνιμη, καθώς ο Κ.Σ. απάντησε με έναν ορισμό της δημοκρατίας, κι ανέδειξε τον πυρήνα της διαφωνίας μας: «Πολιτική δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου λαός ίσων και ελεύθερων πολιτών διαχειρίζεται αυτόνομα τα κοινού ενδιαφέροντος ζητήματα, κάτω από κοινούς νόμους για όλους».

Κατόπιν, παραδέχεται ότι αυτό δεν συμβαίνει: «Μπορεί άραγε να υπάρξει ευρύς δημοκρατικός αυτοκαθορισμός του λαού σε συνθήκες καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής;». Μα αν δεν συμβαίνει αυτό που την ορίζει, τότε η δημοκρατία που ορίζεται έτσι δεν υπάρχει!

Όμως η δημοκρατία (ευτυχώς) υπάρχει. Το λογικό αδιέξοδο οφείλεται στον ορισμό. Ορίζοντας εκ των προτέρων χειριζόμαστε μια έννοια που δεν έχει αναπτυχθεί από την επιστημονική έρευνα του πράγματος. Δεν εισέρχονται στην έννοια οι αντιθέσεις, οι συναρτήσεις, η ιστορικότητα και η ένταξη στο όλον. Ο ορισμός είναι κάτι ιδεώδες, επιθυμητό, αιώνιο, αμετάβλητο και αυτοτελές. Αυτό είναι μεταφυσική. Έτσι συμβαίνει συνήθως με τους ορισμούς. Είναι ασάλευτοι και μνημειώδεις, συχνά ωραίοι και διάσημοι και σύμφωνοι με τον κοινό νου και τον Ευαγγελιστή: «ναι ναι, ου ου το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστίν» — για να θυμηθούμε τον Αντι-Ντύρινγκ.

Που θα βρούμε έννοιες;

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν χρειαζόμαστε αφηρημένες έννοιες. Αυτό δεν το αρνούνταν ούτε οι παλιοί νομιναλιστές. Το ζήτημα είναι πού τις βρίσκουμε. Και το παράδειγμα των εννοιών στον Μαρξ είναι χαρακτηριστικό. Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ αναπτύσσει τις έννοιές του, λ. χ. την έννοια του κεφαλαίου, του εμπορεύματος κ.λπ, με την κριτική της πραγματικότητας και των θεωριών για την πραγματικότητα, ανακαλύπτοντας κοινωνικές σχέσεις και εσωτερική λογική των πραγμάτων, και τις παρουσιάζει κατόπιν. Δεν πρόκειται για αυθαίρετους ορισμούς. Οι μαρξικές έννοιες, εφόσον έχουν αναπτυχθεί σωστά, δεν μπορεί να έχουν διαφορετικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση του κεφαλαίου, ο Μαρξ, αναπτύσσοντας την έννοια, αποδεικνύει ότι οι διάφοροι ορισμοί που έδωσαν κατά καιρούς οι οικονομολόγοι είναι μεταφυσικοί, κοινότοποι ή απολογητικοί: δείχνει γιατί και πώς αυτοί οι ορισμοί οδηγούν σε αντιφάσεις.

Η ανάπτυξη των εννοιών από τη διερεύνηση και την κριτική της πραγματικότητας εκτείνεται σε όλα τα επιμέρους, και είναι εσφαλμένη η εντύπωση ότι οι μαρξιστές ασκούν μονάχα συνολική, ας πούμε, κριτική. Η φράση: «Η μαρξική κοινωνική κριτική» δεν «κατατεμαχίζει το αντικείμενό της σε διάφορα, πιθανώς ασύνδετα, “υποσυστήματα” ή “επίπεδα”, πασχίζοντας εκ των υστέρων να τα “συναρθρώσει” με κάποιον συνεκτικό τρόπο», καταδικάζει τη μαρξιστική κοινωνική κριτική σε άγνοια και άγονη καταγγελία. Αν δεν γνωρίσει τα επιμέρους πεδία της κοινωνίας και δεν διακρίνει τις αντιφάσεις τους, αν δεν τους ασκήσει δηλαδή κριτική και δεν αποκτήσει έννοιές τους, και δεν αναπτύξει και με αυτές την έννοια της συνολικής κοινωνίας, πώς η μαρξιστική κοινωνική κριτική θα γίνει «με όρους συνολικής κοινωνίας, βάσει των εγγενών αντιφάσεών της»; Ας πούμε: Πώς θα καταλάβουμε το κομματικό ή το νομικό σύστημα, αν δεν τα εξετάσουμε αυτά τα ίδια, φυσικά με το γνωστικό κίνητρο που ήδη μας διακατέχει (πώς αλλιώς;) και με αφετηρία την έννοια της κοινωνίας που ήδη έχουμε (πώς αλλιώς;), αλλά πρόθυμοι να αναπτύξουμε αυτή την έννοια με τις νέες γνώσεις που αποκτούμε;

Μήπως η δημοκρατία δεν είναι κράτος;

Η περίπτωση της δημοκρατίας, δηλαδή του πολιτικού συστήματος, είναι χαρακτηριστική για τη χρεία λογικής και ταυτοχρόνως πραγματολογικής διερεύνησης των επιμέρους. Λόγου χάριν: Προς τι η καταναγκαστική (με θεμελιώδη διάταξη του Συντάγματος) ισονομία; Σε κοινωνία ίσων η ισονομία είναι πλεονασμός. Επομένως την ισονομία την επιβάλλει η ανισότητα σε όλη την κλίμακα της διαστρωμάτωσης της αστικής κοινωνίας. Βλέπεις, ο καπιταλισμός καταστρέφει δεσμούς αίματος ή εντοπιότητας, ηθικά κρατήματα, θεοφοβία και σέβας, υπερφυσικά δικαιολογημένη ιεραρχία κ.λπ., όσα σε προηγούμενες άνισες κοινωνίες εξασφάλιζαν μια στοιχειώδη κοινωνική συνοχή παρά την ανισότητα και την εκμετάλλευση. Ή: Πώς μπορούμε να μιλάμε για την «αυτονομία» ως αξία –την οποία υπηρετεί η δημοκρατία–, χωρίς να διερευνήσουμε τι μπορεί να σημαίνει αυτό στον κόσμο που δεν αποτελείται από αυτονομίες, αλλά είναι όλον; Tο έλλειμμα λογικής και πραγματολογικής διερεύνησης (που επιβάλλει η μεταφυσική θεώρηση) δεν μας επιτρέπει επίσης να εννοήσουμε την αυτονομία ως κατακερματισμό και εξατομίκευση, όπως δηλαδή είναι πραγματικά στον αστικό κόσμο. Καταδικάζει, δηλαδή, την επιστήμη να υστερεί στις διαγνώσεις της, ακόμη και σε σύγκριση με τους αυθόρμητα δρώντες στην κοινωνική διαδικασία, οι οποίοι φυσικά αντιλαμβάνονται τα πράγματα ως έχουν — διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να συμμετάσχουν στον αστικό ανταγωνισμό.

Η κριτική της δημοκρατίας που σκιαγραφούν τα δύο παραδείγματα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατία δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά το ειδικά αστικό κράτος – πόσο ελεύθερο και πόσο φιλελεύθερο, εξαρτάται. Παράλληλα αυτή η κριτική προσέγγιση απαντά σε ανοησίες του τύπου «η δημοκρατία είναι απάτη», που διαβάζει κανείς στον Ριζοσπάστη, αλλά επίσης δίνει τη δυνατότητα να εξηγήσουμε τον φορμαλισμό και τον αυταρχισμό ως ροπές της δημοκρατίας και να στοχαστούμε τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις φιλικότερων και πιο ελεύθερων τρόπων συμβίωσης. Αυτό σημαίνει: «σοσιαλισμός με δημοκρατία, ελευθερία και αυτοδιαχείριση» που αξίωσε το ανανεωτικό κομμουνιστικό ρεύμα, το ΚΚΕ εσωτερικού, στην Ελλάδα: ότι, ενώ δεν απεμπολούμε κανένα από τα δημοκρατικά αποκτήματα, δεν βολευόμαστε με την ελευθερία και τη δημοκρατία της αστικής κοινωνίας. Τοποθετείται ακόμη αυτή η έννοια στη διένεξη αν η αστική δημοκρατία υπόκειται αναγκαστικά σε μια διαδικασία εκφασισμού, όπως δίδασκε η θεωρία του «κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού» σοβιετικής κοπής, εκλαμβάνοντας τον αυταρχισμό για φασισμό και θεωρώντας τη δημοκρατία απάτη των αστών, ή αν η δημοκρατία είναι ο κανόνας και οι δικτατορίες καθεστώτα έκτακτης ανάγκης, όπως μας είπε ο Πουλαντζάς.

Αξίες και αξιώσεις

Αν επιχειρήσουμε να ορίσουμε ανθρώπινα ιδεώδη, όπως π.χ. τις «σεπτές αξίες» τις «ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης», μεταφυσικά, δεν μπορούμε να τις θεμελιώσουμε πειστικά. Ο ισχυρισμός ότι πηγάζουν από μια άλλη αξία, εν προκειμένω την «αυτονομία», δεν είναι πειστικός, διότι έτσι θα μπορούσαμε να πάμε από αξία σε αξία και να εξηγήσουμε εντέλει όλα τα κοινωνικά φαινόμενα με την επιθυμία των ανθρώπων να ευτυχούν. Δεν είναι λάθος, είναι κοινότοπο. Και αφήνει ανοιχτή την πόρτα στις θεωρίες των συστημάτων με το δίπολο: η αξία της αυτονομίας από δω και το «σύστημα» που την εμποδίζει από κει.

Βεβαίως είναι αλήθεια ότι με τον κόσμο της νεωτερικότητας αναδύθηκαν ριζοσπαστικές δυνατότητες, ανάγκες και αξιώσεις –όπως η «αυτονομία» που επικρίνω πιο πάνω ως αξία και ως στοιχείο της δημοκρατίας– και ότι αυτές τροφοδότησαν τη σοσιαλιστική κριτική του νέου κόσμου. Μόνο που αυτές δεν μπορούν πια να διατυπώνονται με τους διαφωτιστικούς όρους του παρελθόντος. Χρειάζεται διαρκής επαναδιατύπωσή τους, δηλαδή ανάπτυξη των εννοιών μας με τη γνώση που μας προμηθεύουν η διερεύνηση της κοινωνικής εξέλιξης και η κριτική των παλιών εννοιών, ώστε να τροφοδοτείται η προσπάθεια «για μια καλύτερη κοινωνία».

* Όλα τα παραθέματα είναι από το άρθρο του Κώστα Σταμάτη «Περί “συστήματος” και δημοκρατίας», «Ενθέματα», 18.10.2009, εκτός αν αναφέρεται κάτι άλλο.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: