Ψυχη βαθια και κιβωτιο αδειο (ΕΠΟΧΗ, 29.11.2009)

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΜΠΑΝΗ

Για να είμαι ειλικρινής το Ψυχή Βαθιά του Παντελή Βούλγαρη μού φάνηκε καλύτερο από ό,τι περίμενα -περίμενα τα χειρότερα. Όχι ότι πρόκειται για πολύ σπουδαίο σινεμά -και οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται και η ευκολία του συναισθηματισμού δεν αποφεύγεται. Όπως επίσης είναι καταφανής η σεναριακή προσαρμογή των ιστορικών γεγονότων στην προκρούστειο κλίνη της «εθνικής συμφιλίωσης» -οι μεν στρατηγοί του Εθνικού Στρατού παρουσιάζονται ως κατά βάθος ψυχούλες, στο δε Δημοκρατικό Στρατό δεν μάχεται ούτε μισός εθνικά Μακεδόνας… Ωστόσο, η ταινία βλέπεται χωρίς πλήξη, και σε ό,τι αφορά την πολιτική τοποθέτησή της, μού φαίνεται μάλλον υπερβολικός ο χαρακτηρισμός της ως η «Ελένη» της εποχή μας. Η ιστορική ανάγνωση που κάνει, θα ταίριαζε πιο πολύ στο υφιστάμενο μετασοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ (γι ‘αυτό άλλωστε άρεσε και σε τόσους από τον Συνασπισμό…), παρά σε μια τραμπούκικη ακροδεξιά τύπου Γκατζογιάννη.
Για μένα, όμως, ότι το κύριο ενδιαφέρον δεν βρίσκεται σε αυτή καθ’ αυτή την ταινία, όσο στη συζήτηση που ανοίγει γύρω από τον Εμφύλιο, ιδιαίτερα στο πώς τοποθετείται σε αυτήν μια ορισμένη Αριστερά. Και όταν λέω μια ορισμένη Αριστερά, εννοώ μια Αριστερά αντικαπιταλιστική και αντισταλινική, μια Αριστερά που μάχεται από θέση αρχής την αστική εξουσία και ταυτόχρονα, καταγγέλλει τις γραφειοκρατικές δικτατορίες που έφεραν τον ψευδεπίγραφο τίτλο των «λαϊκών δημοκρατιών». Την κουβέντα την είχαμε κάπως ανοίξει όταν εμφανίστηκε το ρεύμα του ιστορικού αναθεωρητισμού (Καλύβας, Μαρατζίδης κτλ). Τότε δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι πολλοί από τους καλούς αριστερούς ιστορικούς που αντέκρουσαν  τεκμηριωμένα την ανάδειξη των δωσίλογων σε σκαπανείς της ανοιχτής κοινωνίας, άφησαν στη μπάντα την απ’ τα αριστερά κριτική για τα έργα και τις ημέρες του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Μέσα στη δίνη της αντιπαράθεσης, φάνηκε σαν να «ξεχνιούνται» ορισμένα σημεία για τα οποία η Αριστερά δεν μπορεί να είναι υπερήφανη.  Γιατί ενώ είναι αλήθεια ότι η Αντίσταση 1941-49 υπήρξε μια απαράμιλλη στιγμή κοινωνικής χειραφέτησης και ηθικής ανάτασης του λαού, είναι, εντούτοις, εξίσου αλήθεια ότι στην κατοχική Ελλάδα πραγματοποιήθηκε από το κομματικό ιερατείο η μεγαλύτερη σφαγή «αιρετικών» κομμουνιστών σε όλη την Ευρώπη. Μια σφαγή ηθικά απαράδεκτη και πολιτικά αδικαιολόγητη. Επιπλέον, ενώ είναι αλήθεια ότι τόσο από επιστημονικής όσο και από πολιτικής άποψης είναι άτοπο το να συζητάμε στη βάση υποθέσεων (επομένως το «αν είχε νικήσει ο ΔΣΕ θα είχαμε γίνει Ρουμανία» είναι εκ του πονηρού), ωστόσο, μπορούμε να εκφέρουμε κρίσεις στη βάση των πραγματικών γεγονότων. Και τα πραγματικά γεγονότα δεν είναι μόνο η συγκλονιστική θυσία χιλιάδων κομμουνιστών, ούτε μόνο ο άνεμος ελευθερίας που φύσηξε στο Βουνό∙ εξίσου πραγματικά γεγονότα είναι η εξόντωση του Άρη, το Μπούλκες, οι αναγκαστικές στρατολογίες, ο Πλουμπίδης, καθώς και τόσα άθλια που συνόδεψαν τα σπουδαία και τα μεγάλα. Με δυο λόγια, εκτός του να αντικρούσουμε τον αντιδραστικό ιστορικό αναθεωρητισμό, θα έπρεπε επίσης να αναμετρηθούμε με τη σκοτεινή πλευρά του κομμουνιστικού κινήματος.
Ακούγοντας την έξοχη διάλεξη του Αλέν Μπαντιού στην ΕΣΗΕΑ για την ιδέα του κομμουνισμού, έκανα τη σκέψη ότι τελικά αυτή η δυσκολία που (θα έπρεπε να) έχουμε με τον Εμφύλιο, δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα. Στην πραγματικότητα είναι μέρος του συνολικού προβλήματος για το πώς βλέπουμε το κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα. Ο Μπαντιού επέμεινε στην επικαιρότητα της ιδέας του κομμουνισμού, στην πολιτική και υπαρξιακή ανάγκη για το «συμβάν, την πραγματοποίηση δηλαδή όσων ο αστικός κόσμος έχει εξοβελίσει στη σφαίρα του αδιανόητου. Την ίδια στιγμή όμως, έκανε την πικρή διαπίστωση ότι ο τρόπος που επιχειρήθηκε ο κομμουνισμός στον 20ο αιώνα, μέσα από το εγχείρημα του λαϊκού κράτους, οδήγησε το κίνημα στη χρεωκοπία. Επομένως, ενώ και σήμερα πρέπει να υπερασπιστούμε την ιδέα του κομμουνισμού, εντούτοις, αυτή η ιδέα δεν μπορεί να διατηρήσει τη φόρμα που είχε πάρει στον 20ο αιώνα. Μεταφέροντας το σχήμα στα δικά μας, θα έλεγα, λοιπόν, ότι ενώ θα πρέπει να υπερασπίσουμε ολόψυχα το «συμβάν» της λαϊκής Αντίστασης από το 1941 έως το 1949, δηλαδή την αδιανόητη μέχρι τότε μαζική προσπάθεια των εκμεταλλευόμενων να ορίσουν τις τύχες τους,  από την άλλη, θα πρέπει ταυτόχρονα να αποδεχτούμε ότι η προοπτική του κινήματος ήταν αδιέξοδη. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η λαοκρατική Ελλάδα θα αποτελούσε πιστό αντίγραφο των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης -η Ιστορία είναι πάντοτε ένα ανοιχτό ενδεχόμενο. Όμως, ο τρόπος που πολιτεύτηκε το ΚΚΕ, όπως επίσης και αυτός των εσωκομματικών κι εξωκομματικών αντιπολιτεύσεων του, δημιουργούν την ισχυρή πεποίθηση ότι ο δρόμος προς την κοινωνική απελευθέρωση ήταν εξαρχής ναρκοθετημένος· και γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο ο «κακός» Ζαχαριάδης, αλλά η αντίληψη μιας ολόκληρης γενιάς που αναπαρήγαγε στο εσωτερικό της όσα αντιμαχόταν λυσσαλέα έξω στην κοινωνία.
Είναι προφανές ότι η προτεινόμενη προσέγγιση και αντιφάσεις έχει, και μπορεί να δυσκολέψει την αντιμετώπιση της συγκυρίας. Εντούτοις, δεν μπορούμε να πολεμήσουμε το οργανωμένο κρατικό ψεύδος, με ένα άλλο, δικής μας παραγωγής. Το να φοβηθούμε την αναμέτρηση με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος εν συνόλω, απλά θα σημάνει τη διαιώνιση του ιδεολογικού μας τέλματος.
Αναμφίβολα, η ψυχή υπήρξε βαθιά· και αυτό το βάθος παραμένει πάντοτε πηγή έμπνευσης και περηφάνιας. Το κιβώτιο, όμως, ήταν άδειο· αλίμονο! δεν πρέπει ούτε στιγμή να το ξεχνάμε.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: