ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΨΗΦΟΥ (ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 24.1.2010)

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΥΛΟΥΡΗ

Ο διάλογος σχετικά με το αν θα πρέπει να δοθούν πολιτικά δικαιώματα στους μετανάστες έχει αναδείξει δύο αντιμαχόμενες ομάδες, οι οποίες, όπως συχνά συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, εμφανίζονται με όρους ακραίας αντιπαλότητας και διαφωνίας. Απέναντι στο απόλυτο «ναι» ορθώνεται ένα κατηγορηματικό «όχι». Η εικόνα αυτή καλλιεργείται για πολιτικές και επικοινωνιακές σκοπιμότητες και δεν αποδίδει τις πραγματικές θέσεις των κομμάτων αλλά ούτε και των πολιτών. Πράγματι, ελάχιστες και περιθωριακές είναι οι περιπτώσεις εκείνων που υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να υπάρξει καμία ρύθμιση για να δοθούν πολιτικά δικαιώματα σε ένα τμήμα τουλάχιστον από το ένα εκατομμύριο μετανάστες που βρίσκονται στη χώρα μας. Οι διαφωνίες βρίσκονται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα είναι δυνατή η χορήγηση ιθαγένειας. Παρά την προφανή συναίνεση επί της αρχής (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων), ο κεντροδεξιός και δεξιός πολιτικός χώρος έχει επιλέξει να προβάλει τη διαφωνία υποθάλποντας φοβικά αντανακλαστικά σχετικά με την ενδεχόμενη αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας. Επομένως αξίζει να διερευνήσουμε αυτό το επιχείρημα, το οποίο αναπαράγεται μέσα σε ένα κλίμα ξενοφοβίας που έχει καλλιεργηθεί τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας της – πρωτόγνωρης για την ελληνική κοινωνία- εισροής ξένων μεταναστών.
Ο όρος «αλλοίωση» σημαίνει ότι υπάρχει μια «καθαρή», σαφώς προσδιορισμένη και αναγνωρίσιμη εθνική ταυτότητα, η οποία διακρίνεται από συνοχή και διάρκεια και έχει συστατικά στοιχεία που είμαστε σε θέση να απαριθμήσουμε. Αν αποδεχθούμε αυτή τη θέση, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο ορισμός της ελληνικότητας δεν έχει αλλάξει ως σήμερα και ότι κατά καιρούς αντιμετώπισε παρόμοιους κινδύνους αλλοίωσης που κατόρθωσε να αποκρούσει νικηφόρα. Σύμφωνα με τον ίδιο συλλογισμό, εξάλλου, δεν θα πρέπει να έχει αλλάξει η άποψη των ίδιων των Ελλήνων σχετικά με το ποιος μπορεί να θεωρηθεί Ελληνας. Εν τούτοις, μια αναδρομή στην ελληνική ιστορία από την Ελληνική Επανάσταση ως σήμερα μας δείχνει ότι καμία από τις παραπάνω προϋποθέσεις δεν ισχύει. Συγκεκριμένα: 1) έχει αλλάξει πολλές φορές ο ορισμός του ποιος είναι Ελληνας, 2) έχει αλλάξει πολλές φορές ο ορισμός του «ξένου» και 3) έχει διαφοροποιηθεί με ποικίλα κριτήρια- και πάντως όχι αποκλειστικά με εθνοπολιτισμικά- η απόδοση πολιτικών δικαιωμάτων. Ξεκινώντας από το τελευταίο, έχει επισημανθεί, και στο πλαίσιο της τρέχουσας συζήτησης, ότι πολλές κοινωνικές ομάδες υπήρξαν για μακρό χρονικό διάστημα αποκλεισμένες από την ιδιότητα του πολίτη, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο των γυναικών. Οι Ελληνίδες, παρ΄ όλο που δεν υπήρχε προφανώς αμφιβολία για την εθνική τους ταυτότητα, δεν είχαν δικαίωμα ψήφου ως το 1952. Στις περισσότερες χώρες, εξάλλου, το δικαίωμα ψήφου συνδεόταν με κριτήρια καταγωγής και πλούτου αποκλείοντας έτσι τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις από την πολιτική κοινότητα του έθνους.

Ως το 1923 ο ορισμός του ελληνικού έθνους που κυριαρχούσε ήταν αρκετά ευρύς ώστε να περιλαμβάνει ολόκληρη την «ελληνική Βαβυλωνία», όπως τους αλβανόφωνους χριστιανούς Αρβανίτες της Αττικοβοιωτίας, τους «αυτόχθονες» και τους «ετερόχθονες» της οθωνικής Ελλάδας, τους Βλάχους της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, τους «ομογενείς» της Διασποράς ή τους τουρκόφωνους πρόσφυγες από την Καππαδοκία. Ενα έθνος-κράτος που ασκούσε αλυτρωτική εξωτερική πολιτική με το όνομα της «Μεγάλης Ιδέας», που γνώρισε διαδοχικές αλλαγές συνόρων, που συγκροτήθηκε με μεγάλα μεταναστευτικά και προσφυγικά ρεύματα και που γνώρισε πολλούς εθνικούς διχασμούς στην ταραγμένη πολιτική ζωή ενάμιση αιώνα δεν είχε άλλη επιλογή από το να είναι ευέλικτο στον ορισμό της ελληνικότητας, η οποία μεταμορφωνόταν συνεχώς για να μπορεί να περιλαμβάνει και να αποκλείει κατά το δοκούν, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Αλλοτε λοιπόν το κριτήριο της ελληνικότητας ήταν η θρησκεία (Σύνταγμα της Επιδαύρου και Συνθήκη της Λωζάννης), άλλοτε η γλώσσα (Κ. Παπαρρηγόπουλος), άλλοτε η καταγωγή ή η «συνείδηση» (όταν δεν υπήρχαν ορατά, διαπιστώσιμα στοιχεία και επιδιωκόταν ο αποκλεισμός κάποιων με πολιτικά κριτήρια- το «εθνικό συμφέρον»).

Αντίστοιχα, άλλαζε και ο ορισμός του ξένου, της ετερότητας απέναντι στην ταυτότητα, έτσι ώστε να περιλάβει αρχικά τους μουσουλμάνους Τούρκους, στη συνέχεια τους ορθόδοξους Βούλγαρους, έπειτα τις μειονότητες εντός του έθνουςκράτους και, τέλος, τους ξένους μετανάστες. Μέσα από την ασύμμετρη αξιοδότηση ταυτότητας και ετερότητας οι εκάστοτε «ξένοι» αποτέλεσαν αντικείμενο απόρριψης αλλά και εχθρότητας. Πολύ συχνά ο «αλλογενής» γινόταν αντιληπτός ως «αντεθνικός». Η μετεμφυλιακή ιστορία, εξάλλου, αποκάλυψε τις εσωτερικές ρωγμές και αντιφάσεις της ελληνικής εθνικής ταυτότητας μέσα από κοινωνικές και ιδεολογικοπολιτικές συγκρούσεις εντός του έθνους.

Συνεπώς η ελληνική εθνική ταυτότητα διήνυσε μια ιστορική διαδρομή περίπλοκη και σύνθετη, με αντιφάσεις και παλινωδίες. Η προσαρμοστική της ικανότητα- και όχι η δογματική μονολιθικότητα- υπήρξε προϋπόθεση επιβίωσης και εξασφάλισης της κοινωνικής συνοχής. Το νομοσχέδιο που έχει κατατεθεί σχετικά με το δίκαιο της ιθαγένειας αποτελεί απόδειξη ότι το ελληνικό κράτος, έπειτα από μια μεγάλη περίοδο αναποφασιστικότητας και διστακτικότητας, αντιμετωπίζει με ρεαλισμό και ευθύνη τα νέα παγκόσμια και εθνικά δεδομένα. Τα επιχειρήματα υπέρ της ψήφου των μεταναστών απορρίπτουν τον ουσιοκρατικό, μεταφυσικό ή ακόμη και βιολογικό ορισμό της εθνικής ταυτότητας (όπως διαμορφώθηκε τον 19ο αιώνα) και παραπέμπουν στη σύγχρονη αντίληψη για τη συγκρότηση των εθνών και στις αξίες της ισονομίας, της ισοπολιτείας και της ελευθερίας της βούλησης.

Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι καθηγήτρια Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Advertisements





Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.



Αρέσει σε %d bloggers: