Σχετικα με την παρεμβαση του σ. Αλαβανου –Λιγα σχολια (ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟ-ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ, 29.1.2010)

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Ο Αλέκος Αλαβάνος, στην πρόσφατη παρέμβασή του, πρότεινε, εκτός των άλλων, κι έναν τρόπο ανάγνωσης της περιόδου, που αποκαλύπτει μια «βαθιά δομή ανάλυσης» και, νομίζω, έχει μεγάλη σημασία να επισημανθεί και να προσεχθεί. Δεν είναι μόνο το γεγονός πως ξεκινάει με αναλογίες της κατάστασης που βιώνουμε με αυτές του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου του 1898 και της «αποικιοκρατικής παντοκρατορίας» του Πιουριφόι στη δεκαετία του ’50, αν και η αρχή ενός κειμένου είναι σημειωτικά από τα πιο σημαντικά στοιχεία του, πάντοτε. Γι’ αυτό, κιόλας, συνήθως τα περισσότερα κείμενα είναι αμήχανα κατά την εκκίνησή τους. Όχι αυτό που συζητάμε εδώ –το συγκεκριμένο δεν χαρακτηρίζεται από την παραμικρή αμηχανία.

Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για την αρχή, όση σημειολογικά αξία κι αν έχει αυτή. Η ίδια αντίληψη διατρέχει το σύνολο της παρέμβασης και δίνει ένα  έντονο θυμικό φορτίο σε πολλές διατυπώσεις.  Στο κέντρο των πιο φορτισμένων απ’ αυτές βρίσκεται η λέξη «Ελλάδα».

Γιά να δούμε τι έχουμε. «Η κυβέρνηση σκύβει το κεφάλι στις Βρυξέλλες». «Πρόκειται για τελεσίγραφα, εκβιασμούς, υπαγορεύσεις και τελικά διακυβέρνηση της χώρας μας από ακραίους κύκλους ενός επιθετικού και εκδικητικού καπιταλισμού». «Η Ελλάδα [γίνεται]…αντικείμενο χλευασμού, διακωμώδησης και περιφρόνησης». «Η Ελλάδα έχει γίνει με το spread μικρό χρυσωρυχείο της παγκόσμιας κερδοσκοπίας». «Η Ελλάδα έχει κινηθεί προς το εκρηκτικό επίκεντρο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και ιδιαίτερα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωζώνης». «Η Ελλάδα, με ανοιχτά πολλαπλά μέτωπα στην εξωτερική της πολιτικήγ, σε μια περιοχή αστάθειας, εμφανίζεται οικονομικά αποδυναμωμένη, πολιτικά εξευτελισμένη κι έτσι διπλωματικά εύκολος αντίπαλος». Είναι προφανές, με μια εντελώς επιφανειακή «ανάλυση περιεχομένου» πως η λέξη «Ελλάδα» είναι η, με μεγάλη διαφορά, πιο συχνά εμφανιζόμενη.

Δεν έχω τον χώρο για να επιμείνω σε κάτι περισσότερο από τον μικρό σχολιασμό που κάνω εδώ. Νομίζω πως η διαφορά μου από την αντίληψη αυτή μπορεί να γίνει διάφανη και μόνο μένοντας στην πρώτη από τις προτάσεις που παρέθεσα: «Η κυβέρνηση σκύβει το κεφάλι στις Βρυξέλλες». Διαφωνώ απολύτως! Η κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη, επιθυμεί μια πολιτική απολύτως συμβατή με όσα την «εξαναγκάζουν» να κάνει. Εάν αυτός ο «εξαναγκασμός» έλειπε θα έπρεπε να εφευρεθεί. Το κεφάλαιο στο πλαίσιο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού –και όχι μόνο το «ξένο», όχι μόνο το «μεγάλο»- με πολύ συνειδητό τρόπο επιτίθεται στην ελληνική εργατική τάξη επιχειρώντας μέσα από την μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευσή της να «αντιμετωπίσει» την καπιταλιστική κρίση. Επιδιώκει, με άλλα λόγια, να μετατρέψει ακόμη περισσότερο την κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας. Το Σύμφωνο Σταθερότητας, οι επιθετικές δηλώσεις, οι αξιολογήσεις, η στάση της ΕΕ υπηρετούν αυτήν την επιδίωξη και, μ’ αυτήν την έννοια, ο «εξαναγκασμός» είναι όχι μόνο καλοδεχούμενος για το κεφάλαιο και τους πολιτικούς του εκπροσώπους, είναι πραγματικά ευχής έργο.

Είναι γνωστό πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εναντίον του Συμφώνου Σταθερότητας –από την πρώτη στιγμή μιλήσαμε για ζουρλομανδύα. Ο αγώνας μας είναι εναντίον του και, επομένως, εναντίον όσων πολιτικών δυνάμεων συνέβαλαν στη δημιουργία του, το υποστήριξαν και δεν έχουν πάψει να το υποστηρίζουν. Γι’ αυτό και δεν θα καταλάβαινα  τι σημαίνει πως το προτεινόμενο από τον σ. Αλαβάνο δημοψήφισμα «δεν χρειάζεται για ξεκαθάρισμα λογαριασμών  μεταξύ των κομμάτων» αν δεν ακολουθούσε η πρόταση: «Χρειάζεται για να εξασφαλιστεί μια ισχυρή διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας».

Να το πω λακωνικά: δεν με ενδιαφέρει η διαπραγματευτική θέση της «Ελλάδας», με ενδιαφέρει και με καίει η διαπραγματευτική θέση –και- των Ελλήνων εργαζομένων. Ο,τιδήποτε ενισχύει αυτήν δεν μπορεί παρά να είναι η πρώτη μας επιδίωξη. Και είναι πολύ εύκολο να αποδειχτεί πως η διαπραγματευτική θέση του ελληνικού καπιταλισμού –της «Ελλάδας»- στις παρούσες συνθήκες, βελτιώνεται όσο επιδεινώνεται αυτή των εργαζομένων. Εκτός και αν θεωρούμε πως η σημερινή κυβέρνηση είναι αρκούντως φιλολαϊκή στις προθέσεις της και εμποδίζεται λόγω της ασθενούς διαπραγματευτικής θέσης της χώρας. Δεν το πιστεύω καθόλου.

***

Ας πάμε, όμως, σε μια λίγο παλιότερη ιστορία. Να τι έγραφε το κείμενο των Θέσεων για το 4ο Συνέδριο του ΣΥΝ του 2004, αυτό το οποίο εξέλεξε τον Αλέκο Αλαβάνο πρόεδρο του κόμματος: «Πολλές οργανώσεις της Αριστεράς παραμένουν προσηλωμένες στις θεωρίες της εξάρτησης θεωρώντας ότι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός έγινε αντικείμενο «ληστείας και εκμετάλλευσης» από τον ιμπεριαλισμό και, εξαιτίας αυτής της σχέσης, απέκτησε ένα στρεβλό και μεταπρατικό χαρακτήρα. Αυτή η… ανάλυση δεν μπορεί να δει ότι… η κύρια όψη των πραγμάτων παραμένει ο εσωτερικός ταξικός και πολιτικός συσχετισμός, δηλαδή οι όροι συσσώρευσης και εκμετάλλευσης, που επέτρεψε στον ελληνικό καπιταλισμό να συγκλίνει στρατηγικά και να ενταχθεί στις διεθνείς πρακτικές του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού. Με αυτήν τη λογική αποσιωπούνται οι επεκτατικές τάσεις του ελληνικού κεφαλαίου και θεμελιώνεται ένας σχηματικός και παραπλανητικός αντιιμπεριαλισμός ως αντίθεση «της χώρας μας» ή «της εθνικής οικονομίας μας» με τα ξένα συμφέροντα. [Α]υτός ο τύπος «αντιιμπεριαλισμού»… εκφυλίζεται εύκολα σε «πατριωτισμό» αναζητώντας ερείσματα και συμμαχίες με τμήματα της αστικής τάξης…».

Ξαναθυμόμαστε έτσι πως το Συνέδριο της αριστερής στροφής άνοιξε με σαφήνεια το μέτωπο απέναντι τόσο στα σενάρια της κεντροαριστεράς και του δεξιόστροφου εκσυγχρονισμού όσο, όμως, και σε εκείνες τις αντιλήψεις που έβλεπαν πάντοτε ως κύρια τη διάσταση της «ξένης εξάρτησης». Η αριστερή στροφή, επομένως, ορίζονταν και στα δύο αυτά μέτωπα μαζί και ταυτοχρόνως. Αλλιώς, για να «ετεροπροσδιοριστούμε» κάπως, ήταν ρητά και αποφασιστικά εναντίον τόσο του σημιτικού όσο και του «παλιού» ΠΑΣΟΚ (των μεσογειακών προγραμμάτων), δεν διάλεγε μεταξύ τους. Και από αυτήν την άποψη δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με το Αλέξη Τσίπρα όταν πρόσφατα, στην ΠΓ του ΣΥΝ, που καθορίστηκε από την αποχώρηση των τεσσάρων στελεχών της Ανανεωτικής Πτέρυγας, έκλεισε τη σύντομη παρέμβασή του λέγοντας πως δεν μπορεί παρά να είμαστε αντίπαλοι τόσο σε σχέδια εθνικής ενότητας, που παραπέμπουν στην ΕΑΔΕ του ’70, όσο και σε άλλα που αξονίζονται γύρω από ιδέες αυτοδύναμης και εθνοκεντρικής ανάπτυξης, ως βασικού προτάγματος μιας Αριστεράς που, και γι’ αυτό, βλέπει με συμπάθεια προς τα χρόνια του ’80 και του Ανδρέα. Δεν έχω καμιά συμπάθεια ούτε στα μεν ούτε στα δε, συνήργησαν και τα δύο αποφασιστικά στις δυσκολίες που χρόνια τώρα αντιμετωπίζει η δική μας –και όχι μόνο- Αριστερά. Μόνο μια ταξική, αντικαπιταλιστική στρατηγική, που δεν προσδοκά μαξιλάρια ούτε στις «δημοκρατικές δυνάμεις» ούτε στο «εθνικό (αντιμονοπωλιακό;) κεφάλαιο» μπορεί να δώσει διέξοδο και σαφή γραμμή στην αντίστασή μας. Μόνον έτσι μπορεί να συνδεθεί με τις αντίστοιχες στο σύνολο της Ευρώπης ταξικές δυνάμεις, ώστε όχι μόνο το Σύμφωνο Σταθερότητας να αμφισβητηθεί, αλλά και πολύ περισσότερα να γίνουν. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε αυτό το πλαίσιο, πράγμα που την κάνει πολιτικά δυνάμει παραγωγική. Τα άλλα μόνο μας μπερδεύουν δημιουργώντας επιπλέον προβλήματα στο στίγμα μας.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: