ΕΧΟΥΜΕ ΥΠΟΣΤΕΙ ΛΟΒΟΤΟΜΗ; (ΑΥΓΗ, 2.2.2010)

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Είναι δεδομένο πως ζούμε τη χειρότερη στιγμή για μια ολόκληρη γενιά. Εκεί που θεωρούνταν προφανές πως στον αναπτυγμένο κόσμο λίγο ή πολύ το μέλλον θα είναι πρόοδος διαρκής και ευημερία διασφαλισμένη, τα δύο τελευταία χρόνια η κρίση ήρθε να υπενθυμίσει πόσο κακό εμπεριέχει στη δυναμική του την ίδια αυτό που λέμε καπιταλισμό. Κι έχει σημασία να τονιστεί πως η εξέλιξη αυτή ήρθε σε μια περίοδο που του γίνονταν όλα τα χατήρια: τι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, τι αύξηση των ανισοτήτων στο εσωτερικό και στο διεθνές πεδίο σε πρωτοφανές ιστορικά επίπεδο, τι απεριόριστες δυνατότητες για κερδοφόρες επενδύσεις… Όλα υπέρ των κατόχων του κεφαλαίου, όλα τα χαρτιά δικά τους. Τόσο πολύ που είναι τώρα χωρίς δικαιολογίες. Δεν μπορούν να επικαλεστούν εμπόδια στην εύρυθμη λειτουργία των θαυματουργών αγορών, της σπουδαίας αυτής εφεύρεσης παραγωγής πλούτου για κάποιους, δηλαδή, τελικά, για όλους. Δεν μπορούν να υποστηρίξουν πως τους φταίνε οι άλλοι: αντίθετα, οι άλλοι αποδείχτηκαν πολύ μεγαλόψυχοι όταν χρειάστηκαν να τους σώσουν -έστω κι αν δεν ρωτήθηκαν γι’ αυτό.

Η διαδικασία αυτή είναι τόσο εμφανής ιδεολογικός εξευτελισμός των «πλεονεκτημάτων του καπιταλισμού» ως κοινωνικού συστήματος που, κανονικά, θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει ήδη μια πορεία αμφισβήτησής του. Ο βασιλιάς είναι γυμνός, ξεβράκωτος μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Γιατί, λοιπόν, συνεχίζει τόσο απόλυτα αυτός και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι να ορίζουν το παιχνίδι; Πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουν οι συμπολίτες μας τις «θυσίες» που τους ζητούνται ως εύλογες, αναγκαίες, όπως δείχνουν πρόσφατες δημοσκοπήσεις; Γιατί φαίνεται σα να έχουμε υποστεί μαζική λοβοτομή; Νομίζω πως είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να διερευνήσουμε προσεκτικά πιθανές απαντήσεις.

Η πρώτη -και βάσιμη, προφανώς- είναι πως οι πολιτικοί εκπρόσωποι των κατώτερων τάξεων είναι, για μια σειρά από λόγους, ανεπαρκείς και αδύναμοι να επιτελέσουν τον ρόλο τους, ν’ ανταποκριθούν στους λόγους της ύπαρξής τους. Ακόμη κι όταν δεν ταλανίζονται από όσα, γελοία και σοβαρά, απασχολούν τελευταία τη δική μας, την εθνική μας, αριστερά, δεν φαίνεται να τα πολυκαταφέρνουν να ανταποκριθούν στα μεγάλα καθήκοντα της περιόδου.

Φυσικά, η κατάρρευση των κρατικών εγχειρημάτων που μίλησαν εμπράκτως «στ’ όνομά μας» στη διάρκεια του 20ού αιώνα -αλλά, και πριν την κατάρρευση ήδη, ο αποκρουστικός εν πολλοίς βίος και πολιτεία τους- βαραίνει καθοριστικά στη σημερινή μας αδυναμία. Δεν είναι απλό πράγμα να αφαιρέσεις τη σκουριά πολλών δεκαετιών μέσα σε λίγα χρόνια. Η υπόθεσή μας, πρέπει να το παραδεχτούμε, έχει μαγαριστεί. Έστω κι αν παραμένει η μοναδική, άξια ν’ αγωνιστείς γι’ αυτήν, υπόθεση, η πειστικότητά της έχει σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωθεί. Κάποιοι, μάλιστα, θεώρησαν, σε εποχές δικαιολογημένης λιποψυχίας, πως δεν υπάρχει επιστροφή, πως η ήττα είναι ανεπανόρθωτη. Όπως σημείωνε ο Τέρι Ήγκλετον, στην αρχή της δεκαετίας του ’90, «η μάχη δόθηκε και χάθηκε», η κατάσταση, ως προς αυτό, είναι μη αναστρέψιμη -και ο Θεός βοηθός.

Μια δεύτερη απάντηση είναι αυτή που σχολίασε πριν από μερικές μέρες (Ελευθεροτυπία, 8 Ιανουαρίου) ο Νικόλας Σεβαστάκης, με αναφορά ένα κείμενο του γλωσσολόγου Ραφαέλε Σιμόνε, επιχειρώντας να τοποθετηθεί στο μείζον ερώτημα: γιατί ο προηγμένος κόσμος φαίνεται να αποβάλλει από το σώμα του τα ριζοσπαστικά οράματα της αριστεράς; Αφού προσθέσει στην πρώτη μας απάντηση κι άλλες αντίστοιχες, όπως η προσχώρηση της εκσυγχρονισμένης σοσιαλδημοκρατίας στον μεταμοντέρνο καπιταλισμό ή η πασιφανής φθορά των οργανωτικών προτύπων της Αριστεράς, μεταξύ άλλων, θα επιχειρήσει να αναφερθεί σε κάτι που δεν αφορά την Αριστερά, αλλά πρωτίστως αυτούς που θέλει αυτή να εκφράζει πολιτικά.

Πρόκειται γι’ αυτό που θα ονομάσω «ανθρωπολογικό επιχείρημα», το επιχείρημα, δηλαδή, που υποστηρίζει πως, εκτός των άλλων, έχουμε σήμερα και μια μεταλλαγή ανθρωπολογικού τύπου, η οποία οδηγεί όχι σε υποταγή στον καπιταλισμό και τις αξίες του, αλλά σε «οικειοθελή» προσχώρηση. Αυτό είναι που κάνει την αριστερά ακόμη πιο αναποτελεσματική: οι αξίες και τα προτάγματά της ανήκουν σε έναν «άλλο κόσμο», εκλαμβάνονται περισσότερο ως οιονεί θρησκευτικού τύπου. Ας δούμε λίγο λεπτομερέστερα τη θέση του Σιμόνε, όπως την αποδίδει ο Σεβαστάκης: «Η κοινωνική δικαιοσύνη, η εθελούσια μοιρασιά του πλούτου, η αλληλεγγύη εμφανίζονται ως κάτι το τεχνητό και το ξένο προς τη φυσική κίνηση των επιθυμιών του σύγχρονου πολίτη/πελάτη. Αντίθετα με την εξωτερική και επίπλαστη φύση των [προηγούμενων] αριστερών προταγμάτων, μια ορισμένη δεξιά, … η «νέα δεξιά», αισθάνεται σαν το ψάρι στο νερό με την πολυδύναμη ανάπτυξη των φυσικών ορέξεων των ατόμων στα πλαίσια μιας πλανητικής κουλτούρας της κατανάλωσης και της υλικής ευζωίας.

Το κλειδί για την ηγεμονία αυτής της νέας δεξιάς βρίσκεται, άλλωστε, στην ικανότητά της να διεισδύει ευκολότερα στο σύστημα των ηθών και στην αυθόρμητη ιδεολογία όχι μόνο των προνομιούχων, αλλά και των φτωχών και αποκλεισμένων […] Ενώ η νέα δεξιά γίνεται όλο και πιο πραγματιστική και ευαίσθητη, όλο και πιο ικανή να διαθλά αποτελεσματικά τον σοβινισμό της ευζωίας των προνομιούχων και τις φαντασιώσεις επιτυχίας των φτωχότερων, την προσδοκία για περισσότερη αστυνόμευση και συγχρόνως για περισσότερο fun, η αριστερά και ιδίως εκείνη που δεν υιοθετεί ένα σουπερ-λάιτ πρόγραμμα αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της ιστορικής νέκρωσης». Έχει τροποποιήσει ο καπιταλιστικός πολιτισμός σε τέτοιο -και οριστικό;- βαθμό τον «πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης», ώστε να είναι ανέφικτη η αμφισβήτηση του βασιλιά, έστω κι αν είναι ολοκληρωτικά γυμνός, όπως σήμερα.

***

Και οι δύο απαντήσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για την τωρινή μας δραστηριότητα. Δίνουν ένα άρωμα δονκιχωτισμού στις ενέργειές μας. Διαμορφώνουν απαισιόδοξες, σχεδόν πένθιμες, προοπτικές για τα προτάγματά μας. Και δεν είναι, δυστυχώς, μικρή η αληθοφάνειά τους.

Ο Γκράμσι, σε αντίστοιχα σκοτεινές εποχές, απαντούσε στην απαισιοδοξία της διάνοιας με την αισιοδοξία της βούλησης. Έχουμε, λίγα έστω, για να πατήσουμε: Σιάτλ, Γένοβα, αντιπολεμικά συλλαλητήρια των δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, οι «σοσιαλισμοί του 21ου αιώνα» στη Λατινική Αμερική…

Δεν θα παρουσιάσω εδώ λόγους για να αισιοδοξούμε. Υπάρχουν, αλλά τους αφήνω γι’ άλλη φορά. Θα μείνω μόνο σε μια νύξη παρατηρώντας κάποιες από τις ενέργειες του γυμνού βασιλιά και των ακολούθων του. Δίνω το λόγο στον ιστορικό του Χάρβαρντ, Νάιαλ Φέργκιουσον: «Θα χυθεί αίμα, με την έννοια πως μια τόσο μεγάλη κρίση αναμένεται να οξύνει τις πολιτικές και οικονομικές συγκρούσεις και να αποσταθεροποιήσει μερικές χώρες». Και τι κάνουν μπροστά σε αυτό; Όπως σημειώνει ο Ρούσος Βρανάς, στη στήλη του στα Νέα, «[α]πό τα μέσα του περασμένου έτους… οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες ΜΙ5 και Ειδικός Κλάδος παρακολουθούν ταραξίες που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την οργή όσων έχουν χάσει τη δουλειά τους. Και στη Γερμανία ένας τερατώδης ηλεκτρονικός υπολογιστής άρχισε να καταγράφει και να αποθηκεύει τα προσωπικά δεδομένα 40 εκατομμυρίων εργαζομένων…». Αυτοί, λοιπόν, κάτι φοβούνται. Νομίζω πως και κάτι περισσότερο ξέρουν. Ας ποντάρουμε προς το παρόν έστω σ’ αυτό. Θα επανέλθω…

Ο Χρήστος Λάσκος είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: