Μεταναστευση και ιθαγενεια: δυο αλληλενδετες οψεις (EΠΟΧΗ, 14.2.2010)
14/02/2010, 8:42 μμ
Filed under: Νασος Θεοδωριδης

ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ

Οι νέες ρυθμίσεις για την ιθαγένεια έχουν αντικειμενικά συμβάλει στην έναρξη ενός γενικευμένου δημόσιου διαλόγου, που φυσικά συνήθως δεν διεξάγεται ψύχραιμα, αλλά εμπεριέχει όλες εκείνες τις φοβικές ακροδεξιές κραυγές που επιχειρούν να αποκομίσουν πολιτικάντικα οφέλη αντιτιθέμενες σφοδρά και ενίοτε λυσσαλέα στην ανάγκη αλλαγής του δικαίου της ιθαγένειας. Όμως, σε αντίθεση με ένα «αμυντικό» κλίμα ατολμίας και δειλίας που πλανάται στην ατμόσφαιρα, είναι χρήσιμο να επισημανθεί, με πολύ ξεκάθαρο τρόπο, ότι οι ευθέως ρατσιστικές προσεγγίσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά το υπερώριμο αίτημα χορήγησης ιθαγένειας στα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα, δεν φαίνεται να είναι πλειοψηφικές μέσα στην κοινωνία, όπως τουλάχιστον έχουν καταδείξει μέχρι στιγμής οι πρώτες συναφείς μετρήσεις της κοινής γνώμης. Τα ποσοστά ξενοφοβίας βεβαίως παραμένουν σε ανησυχητικό βαθμό υψηλά, και αν δεν υπάρξει συγκροτημένη ευρεία δημοκρατική επαγρύπνηση όλων μας μπορούν κάλλιστα, από τη μία μέρα στην άλλη, να υπερτερήσουν των καταρχήν θετικών αντιδράσεων των πολιτών, όπως αυτές καταγράφονται σχετικά με μια πιθανή ένταξη αλλοδαπών στην πολιτική κοινότητα των Ελλήνων και των Ελληνίδων.

Δύο διαφορετικά ζητήματα;

Στο πλαίσιο αυτό, έχει κατά κόρον διατυπωθεί κατά τη δημόσια συζήτηση η άποψη ότι μετανάστευση και ιθαγένεια αποτελούν δύο ξεχωριστά ζητήματα, που τάχα οφείλουμε να τα αποσυνδέουμε εννοιολογικά αλλά και δικαιοπολιτικά, προκειμένου να μη γίνονται συγχύσεις. Θεωρώ ότι η προσέγγιση αυτή έχει ένα στοιχείο τυπολατρίας, διότι αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι δύο έννοιες τελούν σε σχέση επάλληλων κύκλων, αφού εκ των πραγμάτων η πολιτική περί ιθαγένειας συγκροτεί μια ιδιαίτερη συγκεκριμένη πτυχή της πολιτικής ένταξης των αλλοδαπών . Πράγματι, αν ακολουθήσουμε την τυπολατρική προσέγγιση, στην οποία αρέσκεται και η Πολιτεία, πρόκειται καταρχάς για δύο διαφορετικά θέματα που χρήζουν υπαγωγής σε ρυθμίσεις αναγόμενες σε αυτόνομα πεδία. Η μετανάστευση έχει πτυχές που σχετίζονται με την εργασία, την κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια διοίκηση, κ.λπ., ενώ η ιθαγένεια είναι αντικείμενο κανόνων που εντάσσονται στον Κώδικα περί Ιθαγένειας και αφορούν το πολύ ειδικό ζήτημα του νομικού καθεστώτος που διέπει την απονομή της ιδιότητας ενός πολίτη μιας χώρας.

Οι υποστηρικτές της «απόλυτης αποσύνδεσης ανάμεσα σε μετανάστευση και ιθαγένεια», ακόμη και οι ορμώμενοι από θετικές αξιακές αφετηρίες και από καλά κίνητρα, θεωρούν ότι η λύση στα πολλαπλά προβλήματα διακρίσεων που αντιμετωπίζει σήμερα ο μεταναστευτικός πληθυσμός δεν είναι η αθρόα χορήγηση ιθαγένειας αλλά η εφαρμογή μιας σοβαρής και προοδευτικής μεταναστευτικής πολιτικής, που θα υποβοηθάει την κοινωνική ένταξη. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται, και εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχουν δίκιο, ότι ακόμη κι αν υπάρξει από την πλευρά της Πολιτείας μια ανοικτή πολιτική αθρόας απονομής ιθαγένειας με ελαστικά κριτήρια και με προϋποθέσεις σαν αυτή των προηγμένων αγγλοσαξωνικών χωρών, τίποτε δεν θα διασφαλίζει ότι οι αλλοδαποί που θα κατορθώσουν να γίνουν Έλληνες πολίτες θα πάψουν αυτομάτως να υφίστανται διακρίσεις με βάση την εθνική καταγωγή, το χρώμα, τη θρησκεία, στις εργασιακές ή και στις ευρύτερες κοινωνικές τους σχέσεις. Επικαλούνται μάλιστα και φαινόμενα ταραχών και κοινωνικών συγκρούσεων στην Ευρώπη (και ιδίως τις γνωστές «εξεγέρσεις των προαστίων» του Παρισιού), που προκλήθηκαν κατά κύριο λόγο από την απουσία πολιτικών καταπολέμησης των διακρίσεων και συμπερίληψης των «διαφορετικών» στον κοινωνικό ιστό, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι στις περιπτώσεις αυτές η κτήση της ιθαγένειας δεν μπόρεσε τελικά να αποτελέσει ανάχωμα σε κρούσματα ρατσισμού και ξενοφοβίας σε βάρος πολιτών που ηλικιακά ανήκαν ακόμη και στη λεγόμενη «τρίτη γενιά», και άρα το ζητούμενο σήμερα δεν είναι μια ιδιαιτέρως ανοικτή και φιλελεύθερη νομοθεσία στον τομέα της ιθαγένειας αλλά μια γενικότερη αναδιάρθρωση της μεταναστευτικής πολιτικής σε συνδυασμό με την ευρύτερη κοινωνική πολιτική. Ουσιαστικά, η άποψη αυτή «πετάει την μπάλα στην εξέδρα».

Η ιθαγένεια ως μοχλός ένταξης

Πράγματι, η απουσία πολιτικών ένταξης, ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από την τυπική πράξη της χορήγησης ιθαγένειας. Όσο υπάρχει ρατσισμός, φτώχεια και κοινωνική περιθωριοποίηση των διαφορετικών, δεν θα εκλείψουν οι πρακτικές έντονων διακρίσεων με πολλαπλές επιπτώσεις. Υπό το πρίσμα αυτό, η ιθαγένεια δεν αποτελεί πανάκεια για την επίλυση των παθογενειών των ανύπαρκτων πολιτικών ένταξης ή των νομιμοποιήσεων «με το σταγονόμετρο» που αδυνατούν ή αρνούνται συνειδητά να λάβουν υπόψη τους την αέναη κινητικότητα ενός ζωντανού εργατικού δυναμικού που με την ενεργό παρουσία του πολύ συχνά υποκαθιστά την έλλειψη προνοιακών δομών και κοινωνικού κράτους.

Όλα αυτά είναι προφανή, και έχουν ήδη αποδειχθεί εμπειρικά. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να αποτελέσουν σοβαρό επιχείρημα αντίκρουσης μιας πολιτικής «ανοικτής ιθαγένειας». Όσο σαφές και αδιαμφισβήτητο είναι το ότι οφείλουμε να έχουμε πάγιους, σταθερούς και σύγχρονους μηχανισμούς εύκολης νομιμοποίησης και ένταξης των μεταναστών, ώστε την ιθαγένεια να την επιλέγει εκείνος ο συνάνθρωπος μας που πραγματικά επιθυμεί την οργανική του σύνδεση με την πολιτική κοινότητα των Ελλήνων και των Ελληνίδων, και όχι ένας εργαζόμενος που απλώς επιθυμεί (εύλογα) μια σχέση συνεχούς και αδιατάρακτης νομιμότητας με το κράτος στο οποίο ζει και εργάζεται έχοντας άλλα σχέδια για τη μετέπειτα ζωή του, άλλο τόσο σαφές και ξεκάθαρο είναι ότι στις σύγχρονες κοινωνίες, η ιθαγένεια αντικειμενικά αποτελεί έναν -μεταξύ πολλών άλλων- μοχλό ένταξης. Όχι το μοναδικό, αλλά πάντως έναν από τους πολλούς. Αυτό γίνεται περισσότερο ευδιάκριτο στις περιπτώσεις των ανηλίκων, για τους οποίους έχει πολύ μεγάλη σημασία, εφόσον έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα (ασχέτως νομικού καθεστώτος γονέων) ή έχουν φοιτήσει σε σχολικές τάξεις της χώρας, να μπορούν να νιώσουν ότι η ελληνική κοινωνία με τους θεσμούς της είναι διατεθειμένη να ανοίξει διάπλατα την αγκαλιά της και να τους προσφέρει το μέγιστο δυνατό θεσμικό κέλυφος προστασίας, ώστε να αναπτύξουν ελεύθερα την προσωπικότητα τους και τη δημιουργικότητα τους, αισθανόμενοι ως αναπόσπαστα μέλη της και όχι ως ξένο σώμα. Αν βεβαίως οι ίδιοι επιθυμούν για τους δικούς τους λόγους να αποποιηθούν αυτήν την ιδιότητα, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να το κάνουν με μια εκούσια δήλωση αποβολής της ιθαγένειας όταν ενηλικιωθούν. Ο κανόνας όμως πρέπει να είναι η αυτοδίκαιη λήψη της ιθαγένειας, και η αποβολή της να αποτελεί την εξαίρεση.

Υποχρεωτική ιθαγένεια για μακροχρόνιες περιπτώσεις

Ευθύς εξαρχής η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η ιθαγένεια πρέπει να αποτελέσει απλώς και μόνο την «επικύρωση της ένταξης», δηλαδή τον «τελευταίο σταθμό» μιας μακράς πορείας. Αν πάντως πραγματικά το πιστεύει αυτό, τότε υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες καλείται να το αποδείξει έμπρακτα. Διότι εκτός από τους ανηλίκους, προς τους οποίους δυστυχώς οι νέες ρυθμίσεις είναι πολύ φειδωλές αφού αποκλείουν από την ιθαγένεια πάνω από τους μισούς, υπάρχουν αυτή τη στιγμή και ενήλικοι μετανάστες/τριες που βρίσκονται στην Ελλάδα από την εποχή της δικτατορίας (συνήθως Πακιστανοί), χωρίς να έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, με εύλογες ασφαλώς τις υπόνοιες κάθε καλόπιστου παρατηρητή ότι σε αυτό πιθανότατα δεν τους βοήθησε το… μουσουλμανικό τους θρήσκευμα. Υποστηρίζω ότι για αυτές τις μακροχρόνιες περιπτώσεις μεταναστών/τριών θα ήταν σκόπιμο, ύστερα από έναν έλεγχο ποινικού μητρώου, να υποχρεωθεί η Πολιτεία, εφόσον όντως θεωρεί ότι η ιθαγένεια έπεται της ένταξης, να απαντήσει θετικά σε ενδεχόμενο αίτημα τους για πολιτογράφηση, χωρίς να διατηρήσει διακριτική ευχέρεια να το απορρίψει, όπως θα εξακολουθήσει να συμβαίνει κατά τη συνήθη διαδικασία (παρά τη σημαντικότατη τομή που θα συνιστά εφεξής η θέσπιση ρητής αιτιολογίας των απορριπτικών αποφάσεων).

Τι θα γίνει με τις άδειες διαμονής;

Συμπερασματικά, πρέπει να τονιστεί ότι μια ανοικτή πολιτική ιθαγένειας που θα απευθύνεται στα γεννημένα ή μεγαλωμένα στην Ελλάδα παιδιά, εστιάζοντας αποκλειστικά και μόνο στο επαρκές και ασφαλές κριτήριο της πραγματικής διαμονής των γονέων στη χώρα, και όχι στην ύπαρξη νομιμοποιητικών εγγράφων, είναι απολύτως εφικτό και σκόπιμο να συμβαδίζει με μια διαφορετική πολιτική νομιμοποίησης των εργαζόμενων μεταναστών/τριών που θα έχει ως πάγιο και διαρκές μέλημα να μην αφήνει χωρίς άδειες διαμονής τους ανθρώπους που θέλουν να συμβάλουν στην αύξηση του εγχώριου πλούτου αναζητώντας παράλληλα μια καλύτερη τύχη για τους ίδιους και τις οικογένειες τους. Η βελτίωση του καθεστώτος οικογενειακής συνένωσης, η αποσύνδεση των ενσήμων από τις ανανεώσεις άδειας διαμονής , η απλούστευση των διαδικασιών νομιμοποίησης δίχως κλειστούς χρονικούς ορίζοντες, η διευκόλυνση της χορήγησης αδειών «επί μακρόν διαμένοντος» (με κατάργηση π.χ. υποχρεωτικών εξετάσεων γλωσσομάθειας), η ενδυνάμωση του θεσμικού οπλοστασίου κατά των διακρίσεων και του ρατσισμού, η λήψη θετικών μέτρων κοινωνικής ένταξης δεν αναιρούν την ανάγκη για την ύπαρξη ενός ορθολογικού, ανθρώπινου και όσο το δυνατόν πιο ανοικτού συστήματος πρόσβασης στην ελληνική ιθαγένεια για όλους όσοι αποσκοπούν ενσυνείδητα τη μετάβαση τους σε ένα νομικό καθεστώς με πλήρη δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Ο Νάσος Θεοδωρίδης είναι Διευθυντής του Κέντρου Πληροφόρησης και Τεκμηρίωσης για το Ρατσισμό «Αντιγόνη», και μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Νομικών Εμπειρογνωμόνων στον Τομέα κατά των Διακρίσεων.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: