Αντιφασεις του νεοφιλελευθερου κρατους (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 28.3.2010)
29/03/2010, 2:21 πμ
Filed under: - Εγραψαν, διαβασαμε, μας αρεσαν - | Ετικέτες:

Ο Τζων Γκραίυ (γενν. 1948) πολιτικός φιλόσοφος και μέχρι πρόσφατα καθηγητής ευρωπαϊκής σκέψης στο London School of Economics, ξεκίνησε την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του μελετώντας το έργο του Τζων Στιουαρτ Μιλ και του Φρήντριχ Χάγιεκ. Τη δεκαετία του 1980 υπήρξε ένθερμος οπαδός του φιλελευθερισμού και της κυβέρνησης Θάτσερ, στη συνέχεια όμως αποτέλεσε έναν από τους σφοδότερους κριτικούς της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Στα ελληνικά κυκλοφορούν πέντε βιβλία του,  με γνωστότερο την Απατηλή αυγή (εκδ. Πόλις). Το βιβλιοκριτικό δοκίμιο που ακολουθεί εκκινεί από το έργο τού Raymont Plant The Neoliberal State (Oxford University Press, 2009) και δημοσιεύθηκε, με τίτλο «The nanny diaries», στο New Statesman, στις 7.1.2010.

ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΓΚΡΑΙΥ

Οι νεοφιλελεύθεροι ήθελαν να περιορίσουν το εύρος της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά το αποτέλεσμα της πολιτικής τους είναι μια τεράστια επέκταση των κρατικών εξουσιών. Απορρυθμίζοντας το χρηματοπιστωτικό σύστημα άφησαν τις τράπεζες ελεύθερες να κερδοσκοπούν, κι αυτές το έκαναν με ενθουσιασμό και χωρίς δισταγμούς. Το αποτέλεσμα ήταν μια συσσώρευση τοξικών προϊόντων που απείλησε το σύνολο του τραπεζικού συστήματος. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παρέμβει για να σώσει το σύστημα από την αυτοκαταστροφή, αλλά με το αναπόφευκτο τίμημα να υπερχρεωθεί η ίδια.

Έτσι, καταλήξαμε το κράτος να έχει μεγαλύτερη συμμετοχή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ακόμα και από την εποχή του Κλήμεντ Άτλυ. Ωστόσο, η κυβέρνηση είναι απρόθυμη να χρησιμοποιήσει την εξουσία της ακόμα και για τον περιορισμό των προκλητικών μπόνους που οι τραπεζίτες αντλούν από τη δημόσια χρηματοδότηση και χορηγούν στον εαυτό τους. Το νεοφιλελεύθερο οικονομικό καθεστώς μπορεί να έχει καταρρεύσει, αλλά οι πολιτικοί εξακολουθούν να ομνύουν στην αυθεντία της αγοράς.

Οι σκληροπυρηνικοί θατσερικοί, καθώς και οι συνοδοιπόροι τους στο Νέο Εργατικό Κόμμα, αναρωτιούνται καμιά φορά αν υπήρξε ποτέ εποχή που οι νεοφιλελεύθερες ιδέες διαμόρφωναν πολιτική. Οι δημόσιες δαπάνες δεν συνέχισαν άραγε να αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες; Και το κράτος δεν είναι μεγαλύτερο από ποτέ; Στην πράξη, ο νεοφιλελευθερισμός έχει δημιουργήσει ένα κράτος της αγοράς, κι όχι ένα μικρό κράτος. Η συρρίκνωση του κράτους απεδείχθη πολιτικά αδύνατη, έτσι οι νεοφιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν το κράτος για να μετασχηματίσουν και να προσαρμόσουν τους κοινωνικούς θεσμούς με βάση το μοντέλο της αγοράς — στόχο τον οποίο δεν μπορεί να φέρει εις πέρας ένα μικρό κράτος.

Η αύξηση της κρατικής εξουσίας υπήρξε ανέκαθεν η εσώτερη λογική του νεοφιλελευθερισμού, επειδή, προκειμένου να επεκτείνει τη λογική των αγορών σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, μια κυβέρνηση πρέπει να είναι εξαιρετικά παρεμβατική. Η υγεία, η εκπαίδευση και οι τέχνες ελέγχονται σήμερα από το κράτος πολύ περισσότερο σε σχέση με την εποχή της κυριαρχίας των Εργατικών. Θεσμοί που κάποτε διατηρούσαν την αυτονομία τους, σήμερα εμπλέκονται στους κρατικούς μηχανισμούς, τους στόχους και τις επιδιώξεις τους. Η αναδιαμόρφωση της κοινωνίας με βάση το μοντέλο της αγοράς συνεπάγεται ένα πανταχού παρόν κράτος.

Ο Ρέυμοντ Πλαντ αποτελεί σπάνιο φαινόμενο ανάμεσα στους πανεπιστημιακούς που ασχολούνται με την πολιτική θεωρία, καθώς έχει βαθιά εμπειρία της πολιτικής (υπήρξε, εκτός των άλλων, σύμβουλος, επί σειρά ετών,  του Νηλ Κίννοκ). Αλλά παραμένει φιλόσοφος, και το βιβλίο του The Neoliberal State δεν εστιάζεται στους τρόπους με τους οποίους ο νεοφιλελευθερισμός έχει αυτοκαταστραφεί στην πράξη. Αντ’ αυτού, χρησιμοποιώντας μια μέθοδο εμμενούς κριτικής ο Πλαντ επιδιώκει να αποκαλύψει τις αντιφάσεις της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας αυτής καθαυτήν. Εξετάζοντας ένα ευρύ φάσμα στοχαστών (Μάικλ Όουκσοτ, Φρήντριχ Χάγιεκ, Ρόμπερτ Νόζικ, Τζαίημς Μπιουκάναν κ.ά.) υποστηρίζει, με μια αυστηρή και συνεπή επιχειρηματολογία, ότι οι νεοφιλελεύθερες ιδέες είναι εγγενώς ασταθείς.

Οι νεοφιλελεύθεροι δεν είναι αναρχικοί, που αντιτίθεται σε κάθε είδους κυβέρνησης, ή υποστηρικτές του πολιτικού φιλελευθερισμού που θέλουν να περιορίσουν το κράτος μόνο στα καθήκοντα της τήρησης του νόμου, της τάξης και της εθνικής άμυνας. Το νεοφιλελεύθερο κράτος μπορεί να περιλαμβάνει ένα κράτος πρόνοιας, αλλά μόνο στην πιο περιορισμένη μορφή του. Το να χρησιμοποιούμε το κράτος πρόνοιας για να πραγματώσουμε το ιδεώδες της κοινωνικής δικαιοσύνης συνιστά για τους νεοφιλελεύθερους κατάχρηση εξουσίας: η κοινωνική δικαιοσύνη είναι, γι’ αυτούς, μια ασαφής και αμφιλεγόμενη ιδέα, και, όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να την υλοποιήσουν, υπονομεύουν το κράτος δικαίου και την ατομική ελευθερία. Ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να περιορίζεται στη διασφάλιση της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς και την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου ασφάλειας κατά της φτώχειας.

Είναι μια επαρκής σύνοψη της νεοφιλελεύθερης αντίληψης περί κράτους. Το αν η αντίληψη αυτή έχει από πίσω της οποιαδήποτε ολοκληρωμένη θεωρία είναι άλλο θέμα. Οι στοχαστές που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση των νεοφιλελεύθερων ιδεών αποτελούν ένα πολύ ετερόκλητο σύνολο και έχουν σοβαρές διαφορές σε πολλά θεμελιώδη ζητήματα. Ο σκεπτικισμός του Όουκσοτ έχει ελάχιστα κοινά, λ.χ., με την άποψη του Χάγιεκ για την αγορά ως κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης προόδου ή με την επιμονή του Νόζικ στα ατομικά δικαιώματα.

Είναι λάθος να αναζητούμε ένα συγκροτημένο σώμα της θεωρίας του νεοφιλελευθερισμού: ουδέποτε υπήρξε κάτι τέτοιο. Αν θέλουμε λοιπόν να ασκήσουμε κριτική στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να την ανασυγκροτήσουμε — και αυτό ακριβώς κάνει ο Πλαντ. Το αποτέλεσμα είναι η πιο έγκυρη και ολοκληρωμένη κριτική της νεοφιλελεύθερης σκέψης μέχρι σήμερα.

Η βασική αιχμή της κριτικής του Πλαντ στον νεοφιλευθερισμό είναι ότι, μόλις διατυπωθεί ξεκάθαρα, καταρρέει και έτσι δεν μπορεί εν τέλει να διακριθεί από μια ήπια μορφή της σοσιαλδημοκρατίας. Ο Πλαντ είναι διακεκριμένος μελετητής του Χέγκελ, και η κριτική του στον νεοφιλελευθερισμό απηχεί σε πολλά σημεία την εγελιανή σκέψη. Η ηθική βάση του νεοφιλελεύθερου κράτους είναι η μέριμνα για την αρνητική ελευθερία και το κράτος δικαίου· αλλά όταν αυτά τα ιδεώδη εξεταστούν επισταμένως, αποδεικνύεται είτε ότι είναι συμβατά με τη σοσιαλδημοκρατία είτε ότι στην πράξη την προϋποθέτουν. Ο νεοφιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι δύο τελείως χωριστά πολιτικά προτάγματα· συνδέονται διαλεκτικά μεταξύ τους, και η δεύτερη είναι ένα είδος σύνθεσης των αντιφάσεων του πρώτου. Ως σοσιαλδημοκράτης, ο Πλαντ πιστεύει ότι το νεοφιλελεύθερο κράτος αναπόφευκτα αναπτύσσεται, για λόγους που σχετίζονται με την ηθική και λογική, προς μια σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση.

Αλλά το να δείξουμε πως το νεοφιλελεύθερο κράτος είναι εννοιολογικά ασταθές δεν σημαίνει ότι αναπόφευκτα η σοσιαλδημοκρατία είναι η μόνη βιώσιμη εναλλακτική λύση. Οι νεοσυντηρητικοί συγκαταλέγονται στους πλέον οξείς επικριτές του νεοφιλελευθερισμού, υποστηρίζοντας ότι η απελευθερωμένη αγορά είναι ανήθικη και καταστρέφει την κοινωνική συνοχή. Μια τέτοια άποψη έχει πρόσφατα εκφραστεί και στη βρετανική πολιτική σκηνή (βλ. «Red Toryism» του Phillip Blond).

Η εμμενής κριτική μπορεί να αναδείξει τις εσωτερικές αντιφάσεις της νεοφιλελεύθερης θεωρίας για το κράτος. Δεν μας λέει όμως πώς μπορούν να επιλυθούν αυτές οι αντιφάσεις — και στην πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθεροι που έχουν πειστεί ότι ο ριζικός περιορισμός του κοινωνικού κράτους τον οποίο υποστηρίζουν είναι πολιτικά αδύνατον να επιτευχθεί, συνήθως δεν γίνονται σοσιαλδημοκράτες. Οι περισσότεροι στρέφονται σε ένα συντηρητικό κράτος πρόνοιας, που έχει σκοπό να προετοιμάσει τους ανθρώπους για την αγορά εργασίας, και όχι να προωθήσει οποιαδήποτε ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ούτε στη θεωρία ούτε στην πράξη υπάρχουν ισχυροί λόγοι που να δείχνουν ότι το νεοφιλελεύθερο κράτος εξελίσσεται κατ’ ανάγκην προς μια σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση. Είναι μάλλον πιθανότερο η σοσιαλδημοκρατία να φθαρεί ακόμη περισσότερο. Η κρίση του τραπεζικού συστήματος αποκλείει κάθε πιθανότητα επιστροφής σε ένα νεοφιλελεύθερο business as usual. Η κρίση έχει βαθιές ρίζες, και ο νεοφιλελευθερισμός δεν διαθέτει καμιά θεραπεία για τη δική του αποτυχία.

Το αποτέλεσμα της κρίσης ωστόσο είναι μάλλον απίθανο να οδηγήσει σε μια αναβίωση της σοσιαλδημοκρατίας. Παρά τη συνολική εσωτερική κατάρρευση του απορρυθμισμένου τραπεζικού συστήματος, το κεφάλαιο εξακολουθεί να έχει υψηλή κινητικότητα. Η διάσωση των τραπεζών έχει μετατοπίσει το βάρος των τοξικών χρεών προς το κράτος, και υπάρχει ένας αυξανόμενος κίνδυνος το αποτέλεσμα να είναι μια συνολική χρεωστική κρίση. Σε αυτές τις συνθήκες, η διατήρηση των υψηλών επιπέδων δημοσίων δαπανών που χρειάζεται το σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα θα είναι σχεδόν αδύνατη. Νεοφιλελευθερισμός και σοσιαλδημοκρατία μπορεί να σχετίζονται διαλεκτικά, αλλά μόνο υπό την έννοια ότι, όταν καταρρέει το νεοφιλελεύθερο κράτος συμπαρασύρει μαζί του και μεγάλο κομμάτι από ό,τι έχει απομείνει από τη σοσιαλδημοκρατία.

Μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης και Κ. Σπαθαράκης

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: