Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ – 3: Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 1.5.2010)
01/05/2010, 10:45 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: , , ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Ένα από τα εντυπωσιακά στοιχεία της συζήτησης που διεξάγεται με θέμα το «ελληνικό πρόβλημα» είναι η προσφυγή σε αναλύσεις του κυρίαρχου διεθνούς οικονομικού Τύπου, προκειμένου να διαφωτιστούμε επί του θέματος. Η προσφυγή αυτή, τις περισσότερες φορές, δεν γίνεται για να αντιληφθούμε πώς σκέφτεται, τι προωθεί και για τι προσπαθεί να πείσει ο αντίπαλός μας, αλλά ως εάν επρόκειτο για μια επιστημονική-τεχνοκρατική πηγή, που προσφέρει «πληροφορία» αξιολογικά ουδέτερη. Το πράγμα, μάλιστα, γίνεται περισσότερο εντυπωσιακό αν αναλογιστούμε πως δεν έχει περάσει πολύς καιρός που όχι μόνο οι «οίκοι αξιολόγησης», αλλά και οι «αναλυτές» θεωρούνταν πραγματικά ανέκδοτα. Ας θυμηθούμε πώς αντιμετώπιζαν οι έγκυροι Financial Times την επερχόμενη καταιγίδα, για να έχουμε ένα μέτρο και για το σήμερα: «Υπάρχει μια πληθώρα λόγων για να πιστεύουμε πως ενδεχόμενη πτώση [στην αγορά των subprimes] θα περιοριστεί στο εσωτερικό της… Το γεγονός πως τόσο πολλές τράπεζες της Wall Street είναι βαθιά εμπλεγμένες στον τομέα των subprimes… δεν είναι λόγος για συναγερμό. Η έκθεση της καθεμιάς τράπεζας πρέπει να είναι μικρή… [Επιπλέον], η securitization κάνει αυτό για το οποίο υφίσταται — διαχέει το ρίσκο»[1]. No problem, λοιπόν, για τους FT λίγο πριν καταρρεύσει το σύμπαν!

Οι μαρξιστές και πάλι

Την ίδια εποχή, μαρξιστές θεωρητικοί έδιναν πολύ μεγάλες πιθανότητες να συμβούν αυτά που βιώνουμε εδώ και δύο χρόνια. Πρόκειται, μάλιστα, για θεωρητικούς και από τις δύο «τάσεις», στις οποίες σχηματικά αναφερθήκαμε στα προηγούμενα σημειώματα.[2] Πράγμα που δεν επιτρέπει μια επιλογή μεταξύ τους, βάσει του κριτηρίου της «πρόγνωσης».

Ας συνοψίσουμε τις αντιπαρατιθέμενες στο εσωτερικό του μαρξισμού αντιλήψεις. Με τα λόγια του Τσούναρα (2009), «κάποιοι δίνουν έμφαση στην εσωτερική λογική της «χρηματιστικοποίησης» και τείνουν να βλέπουν την χρηματοπιστωτική κρίση ως επιδρώσα επί της «πραγματικής» οικονομίας «απέξω», ενώ άλλοι, ενώ αναγνωρίζουν τη σημασία της χρηματοπιστωτικής διάστασης, δίνουν έμφαση στα υποκείμενα προβλήματα της «πραγματικής» οικονομίας που οδήγησαν στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και διαμόρφωσαν το δρόμο για την κρίση». Ο ίδιος, σωστά νομίζω, επισημαίνει πως έχει σημασία η διάκριση μεταξύ «πραγματικού» και χρηματοπιστωτικού να διευκρινιστεί από δύο απόψεις. Πρώτον, η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει, εν μέρει, προωθηθεί από παραδοσιακές επιχειρήσεις βασισμένες στην «πραγματική» οικονομία. Π.χ., το 2003, το 42% των κερδών της Τζένεραλ Ελέκτρικ προήλθαν από τη χρηματοπιστωτική της πτέρυγα, GE Electric. Δεύτερον, για τους μαρξιστές το χρηματοπιστωτικό σύστημα δεν είναι κάτι που, απλώς, επιπροστίθεται σε κάποιον καθαρό μη χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Οποτεδήποτε το χρήμα παύει να λειτουργεί απλώς ως χρήμα, οποτεδήποτε αυτό λειτουργεί επιπλέον ως κεφάλαιο ανοίγεται η δυνατότητα της… «κερδοσκοπίας». Με δυο λόγια, υπάρχει μια πολύ περισσότερο διαλεκτική σχέση μεταξύ αυτών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «πραγματική» και «χρηματοπιστωτική» σφαίρα της οικονομίας.

Με δεδομένο αυτό, το σύνολο σχεδόν των φαινομένων που φέρνουν στη συζήτηση οι υποστηρικτές της «χρηματιστικοποίησης» είναι αποδεκτά ως –ιδιαίτερα, πολλές φορές, εμβριθής–  περιγραφή της πραγματικότητας από την άλλη πλευρά. Από κει και πέρα, εκτός των διαφοροποιήσεων σχετικά με την αιτία της κρίσης, υπάρχουν μερικά ζητήματα που έχει αξία, νομίζω, έστω σχηματικά να επισημανθούν. Μια παραδοχή που κάνουν πολλοί υποστηρικτές της χρηματιστικοποίησης είναι πως σε αυτή τη νέα φάση (ή στάδιο;) του καπιταλισμού εμφανίζεται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των κατόχων χρηματοπιστωτικού και παραγωγικού κεφαλαίου με επικυριαρχία του πρώτου — αυτό είναι, άλλωστε, το κύριο χαρακτηριστικό της. Και γι’ αυτό η επιχείρηση δεν είναι για τον «καθαρό» επενδυτή σε τελευταία ανάλυση παρά μια δέσμη στοιχείων, που υπάρχουν ως διαθέσιμη βάση για «παιχνίδια» με τη μετοχική αξία. Η τελευταία είναι το μέλημα των κατόχων της επιχείρησης — τα μέσα παραγωγής και το εργατικό δυναμικό είναι ένα είδος «αναγκαίου κακού», διαθέσιμου για να υπηρετείται το προηγούμενο.[3] Έχουμε, λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, μια μετατόπιση ισχύος από αυτούς που πραγματικά «τρέχουν» την επιχείρηση σε όσους  την «κατέχουν» ως μέτοχοι. Αυτό, όπως είναι φανερό, συνδέεται με την προβληματική της επικυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού επί του παραγωγικού κεφαλαίου, πράγμα που, εκτός του ότι αμφισβητείται έντονα –π.χ. από τον Χάρβεϋ στον Νεοφιλελευθερισμό (Καστανιώτης, 2009)– έχει και πολιτικά συναγόμενα για την Αριστερά, τόσο σχετικά με τις ταξικές συμμαχίες[4] όσο και αναφορικά με το πρόγραμμα που προτείνει: σε σημαντικό βαθμό κάποιες από τις προτάσεις για ρύθμιση και «παραγωγική ανασυγκρότηση» αγκυρώνονται, έστω και υπόρρητα, σε μια τέτοια προβληματική.

***

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι σωστό να πιστέψουμε πως, ενώ οι ερμηνείες που συνδέονται με τη θεωρία της υπερσυσσώρευσης συνδέονται με την ιστορική μαρξιστική διαμάχη για τις καπιταλιστικές κρίσεις, αυτές της «χρηματιστικοποίησης» δεν το κάνουν. Έστω και άρρητα, ή με ορολογία διαφοροποιημένη, οι κλασικές, αντίπαλες της υπερσυσσώρευσης, θεωρίες δυσαναλογίας ή υποκατανάλωσης πολλές φορές βρίσκονται πίσω από τα σχήματα της «χρηματιστικοποίησης». Είναι πολύ ενδεικτική μια διατύπωση του Μπλάκμπερν, ο οποίος, δίνοντας έμφαση στην περιορισμένη καταναλωτική δυνατότητα των εργαζομένων, δηλώνει πως «η ύστατη αιτία της κρίσης είναι, πολύ απλά, η φτώχεια» κι έτσι, παραδόξως, συνδέεται με μια άλλη, πολύ διαφορετική «σχολή», αυτή του αμερικανικού περιοδικού Monthly Review. Αυτή, βασισμένη στη θεωρία του Μονοπωλιακού καπιταλισμού των Μπάραν και Σουήζυ,  βλέπει πίσω από την κρίση μια κατάσταση στασιμότητας του ύστερου καπιταλισμού, που συνδέεται με την ασφυκτική κυριαρχία των μονοπωλιακών επιχειρήσεων και τη μεγάλη συμπίεση της καταναλωτικής ζήτησης των χαμηλών κοινωνικών τάξεων.[5] Σταματώ, όμως, εδώ με αυτή την επισήμανση, δεδομένου ότι η διερεύνηση της σχέσης της σημερινής συζήτησης με την κλασική μαρξιστική διαμάχη απαιτεί μια ειδική εργασία. (Πολύ ενδιαφέρουσα τέτοια παρουσίαση, δημοσιευμένη στην καρδιά της κρίσης του ’70, είναι αυτή του Πάουλ Μάτικ [P. Mattick, Economic Crisis and Crisis Theory, Marxist Internet Archive, 1974]).

Προς τα πού κινούμαστε;

Με όλες ωστόσο τις αποκλίσεις, διαμορφώνεται, νομίζω, μια σημαντική συμφωνία μεταξύ των μαρξιστών σε ό,τι αφορά την παρούσα φάση της κρίσης. Είναι πολύ χαρακτηριστική, από αυτήν την άποψη, η προσέγγιση του Γιάννη Μηλιού, ο οποίος, αν και απορρίπτει το σχήμα Μπρένερ, σημειώνει πως «η κρίση στην χρηματοπιστωτική σφαίρα και η βίαιη περιστολή των πιστώσεων που ακολούθησε έπληξε τόσο την ατομική ζήτηση (καταναλωτικές και στεγαστικές δαπάνες) όσο και τη ζήτηση για κεφαλαιουχικά αγαθά. Το ύψος των αδιάθετων αποθεμάτων προϊόντων εκτινάχθηκε στους περισσότερους κλάδους, παίρνοντας τα χαρακτηριστικά μιας κρίσης υπερπαραγωγής (δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση, υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου),  η οποία εισάγει πλέον το οικονομικό σύστημα στις λειτουργίες εκκαθάρισης των μη επαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων. Η ραγδαία αύξηση της ανεργίας αποτελεί ορατή όψη αυτής της διαδικασίας».[6] Φαίνεται, λοιπόν, πως η κρίση –είτε ως υπόστρωμα είτε ως έκβαση– είναι αποδεκτό  πως συνδέται με φαινόμενα υπερσυσσώρευσης.

Πώς ξεπερνιέται, όμως, μια κρίση υπερσυσσώρευσης; Όπως είδαμε στο πρώτο σημείωμα αυτής της σειράς, η καταστροφή υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου είναι ο τρόπος που έχει ιστορικά ο καπιταλισμός, για την αντιμετώπισή της. Ας προσθέσουμε ακόμη κάτι: ο Καρκέντι (2009) διατυπώνει μια παρατήρηση σχετικά με την καταστροφή κεφαλαίου ως απαραίτητο όρο για την υπέρβαση της κρίσης υπερσυσσώρευσης, που έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αναφερόμενος στην αντίληψη του Κλίμαν (2009), σύμφωνα με τον οποίο ο Μαρξ αναφερόμενος στην καταστροφή κεφαλαίου «εννοούσε όχι μόνο την καταστροφή των φυσικών περιουσιακών στοιχείων, αλλά επίσης –και κυρίως– της αξίας των στοιχείων αυτών…»[7], υποστηρίζει πως  κάτι τέτοιο είναι εσφαλμένο στο μέτρο που, π.χ., τα χρέη που μένουν απλήρωτα αποτελούν απώλεια για τους δανειστές αλλά κέρδος για τους δανειζόμενους, κι έτσι αυτό που εμφανίζεται ως καταστροφή αξίας στην πραγματικότητα είναι απλώς μεταφορά αξίας από τους μεν στους δε, όπως ακριβώς συμβαίνει και όταν πέφτουν οι τιμές γενικότερα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, κάποιο είδος εκτεταμένης «φυσικής καταστροφής» εμφανίζεται ως αναγκαίο με ό,τι δυσοίωνο αυτό φέρνει μαζί του — την τελευταία φορά που συνέβη είχαμε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεν θα επιμείνω άλλο σε αυτό. Θα τελειώσω αυτή την παρουσίαση, ωστόσο, με κάτι σχετικό. Δεδομένου πως αναγνωρίζεται ως ένα βασικό χαρακτηριστικό της παρούσας κρίσης, σε αντίθεση με την κρίση του ’29, το πολύ μεγαλύτερο οικονομικό  μέγεθος του κράτους –και η πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητά του να παρεμβαίνει– έχει μεγάλη σημασία να αντιληφθούμε πως η κρίση του 2008 δεν έχει μετατραπεί, προσώρας τουλάχιστον, σε κατάρρευση, ακριβώς λόγω της παρουσίας του κράτους. Μπορεί, ωστόσο, να αποτραπεί μακροχρόνια μια καταστροφική κατάληξη μέσω της κρατικής παρέμβασης;

Και επ’ αυτού, όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχουν αντιτιθέμενες απόψεις. Κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν είναι δυνατή η από αυτό τον δρόμο επίλυση των εκρηκτικών προβλημάτων του συστήματος. Άλλοι υποστηρίζουν πως δεν θα πρέπει να αποκλείεται κάτι τέτοιο. Αυτό θέτει, όμως, προκειμένου να καταλάβουμε προς τα πού είναι πιθανότερο να πάνε τα πράγματα, εκτός των άλλων κι ένα ζήτημα «ποσότητας παρέμβασης». Πρόκειται για το ερώτημα how much is enough? (πόσο είναι αρκετό;).

Ο Άλαν Φρήμαν, επιχειρώντας να απαντήσει, διατυπώνει κάποιες σκέψεις που αξίζει, νομίζω, να μεταφερθούν. Γράφει, λοιπόν: «Μόνο δύο κρίσεις στη σύγχρονη ιστορία –του 1929 και του 1893– μπορούν να συγκριθούν με τη [σημερινή]… Και αυτή, όπως κι εκείνες, προκαλείται από ένα επενδυτικό αδιέξοδο στη ρίζα του οποίου βρίσκεται μια συστημική κρίση κερδοφορίας. Όταν η απόδοση του κεφαλαίου πέσει στα σημερινά επίπεδα, οι επενδυτές απλώς δραπετεύουν από την παραγωγική επένδυση…

»Είναι κοινό μυστικό πως ο Ομπάμα εκφράζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το New Deal του 1933 παρά για τις απόψεις των στενών οικονομικών συμβούλων του. Ας δούμε, λοιπόν, τι συνέβη τότε.

»Το 1933 η ανεργία στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε στο πρωτοφανές επίπεδο του 25%. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί: το κεφάλαιο σταμάτησε να επενδύει. Το 1932 η ιδιωτική επένδυση όλων των ειδών είχε πέσει στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών αντιπροσωπεύοντας το 2,2% του ΑΕΠ από 15,9% μόλις τρία χρόνια νωρίτερα. Ένα επενδυτικό αδιέξοδο πηγαίνει πολύ πέρα από την έλλειψη ζήτησης. Μπορεί να περικόψεις φόρους και επιτόκια, αλλά αν οι επενδυτές δεν τοποθετήσουν τα χρήματά τους… η οικονομία δεν πρόκειται να κινηθεί. Το κράτος είναι υποχρεωμένο να δράσει άμεσα. Με τα λόγια του Κέυνς… πρέπει “να κοινωνικοποιήσει την επένδυση”. Αλλά σε ποια έκταση;

»Η “χρυσή εποχή” 1942-1968 άφησε πίσω την “μεγάλη ύφεση”. [Και] δεν ξεκίνησε με το New Deal, αλλά με τον Πόλεμο. Μεταξύ 1938 και 1944 οι κυβερνητικές δαπάνες τριπλασιάστηκαν, προσεγγίζοντας το μισό ΑΕΠ σε αντίθεση με το μίζερο 3% της ιδιωτικής επένδυσης. Και, όταν ο πόλεμος τελείωσε, η κρατική επένδυση παρέμεινε σε επίπεδα διπλάσια των προπολεμικών παρ’ όλες τις επαναλαμβανόμενες ανόητες προσπάθειες να μειωθεί…

»Είναι σύνηθες να λέγεται πως ο πόλεμος είναι κάτι “οικονομικά ανώμαλο”. Ωραία, αλλά το ίδιο είναι και η παρούσα κατάσταση. Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται μια “άβολη αλήθεια”: [την προηγούμενη φορά], πριν η αμερικανική οικονομία να δει μια ουσιώδη ανάκαμψη, το κράτος ανέλαβε τη μισή οικονομία [και το σύνολο, σχεδόν, των επενδύσεων]… και αυτό συνέβη σε περίοδο πολέμου, όταν οι καπιταλιστές αποδέχτηκαν μέτρα, τα οποία δεν θα ανέχονταν σε καιρό ειρήνης… Αυτό σημαίνει πως η έξοδος από την κρίση περιλαμβάνει κάτι που δεν έχει ιδωθεί ποτέ μέχρι σήμερα — μια πολεμικού τύπου κρατική παρέμβαση σε μια περίοδο ειρήνης»[8].

Δεν είναι εντυπωσιακό πως η λέξη «πόλεμος» εμφανίζεται τόσο συχνά πια και από τόσο διαφορετικές οπτικές γωνίες;

***

Συμπερασματικά, φαίνεται πως οι μετασχηματισμοί που απαιτούνται προκειμένου να υπάρξει καπιταλιστική διέξοδος από την κρίση, σε οποιαδήποτε περίπτωση, είναι κολοσσιαίας έκτασης. Είναι πολύ πιθανό πως βρισκόμαστε στην αρχή μιας περιόδου, η οποία κυοφορεί τα χειρότερα και τα καλύτερα. Η παγκόσμια αριστερά δεν είναι ακόμη αρκετά δυνατή προκειμένου να ηγηθεί μιας προσπάθειας για ανατροπή του καπιταλισμού. Αυτό δε μειώνει, ωστόσο, καθόλου την επικαιρότητα του αιτήματος. Η πραγματικότητα –δυσοίωνη, ίσως και ακραία- δεν πρόκειται να προσαρμοστεί στη δική μας αδυναμία. Από την άλλη, οι ευκαιρίες για την ενδυνάμωση της Αριστεράς, ώστε να ανταποκριθεί στη μεγάλη της αποστολή, ήδη είναι εδώ. Ίσως είναι η πρώτη φορά που ο σοσιαλισμός, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, τίθεται στην ανθρωπότητα «ως πρόβλημα που μπορεί να επιλυθεί». Εδώ είμαστε κι εμείς, κι εδώ θα κριθούμε…

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της ΠΓ του ΣΥΝ.


Σημειώσεις

[1] Financial Times, 27.2.2007.

[2] Από την πλευρά των υποστηρικτών τής financialisation βλ. R. Blackburn, «Toxic Waste in the Subprime Market», Counterpunch, 22.3.2007, ενώ από εκείνη όσων στη βάση της κρίσης βλέπουν ένα χρόνιο πρόβλημα χαμηλής κερδοφορίας C. Harman, The Rate of Profit and the World Today, www.isj.org.uk/?id=340, 2009.

[3] R. Blackburn, «Finance and the Fourth Dimension», New Left Review, 39, 2006.

[4] Πολύ ενδιαφέρουσα, από άλλη –σχετική, όμως– άποψη, είναι η προσέγγιση του Κώστα Λαπαβίτσα, ο οποίος εντοπίζει ένα συστημικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού, μεταξύ άλλων, στην «άμεση εκμετάλλευση» που ασκεί το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο μέσα από τον προσωπικό δανεισμό. Δεν το αναπτύσσω εδώ γιατί το θέμα χρειάζεται αυτόνομη πραγμάτευση. Για μια καλή έκθεση των απόψεών του βλ. «Για τη χρηματοπιστωτική κρίση. Συνέντευξη», Θέσεις, 103, 2008

[5] J. B. Foster, F. Magdoff, The Great Financial Crisis: Causes and Consequences, Monthly Review Press, 2009.

[6] Γ. Μηλιός, «Κρίση του νεοφιλελευθερισμού, κρίση υπερσυσσώρευσης», Εντός Εποχής, 49, Σεπτέμβριος 2009. Για μια αναλυτική παρουσίαση της άποψης του Μηλιού για την παρούσα κρίση βλ. Σπύρος Λαπατσιώρας και Γιάννης Μηλιός, «Χρηματοπιστωτική κρίση και “οικονομική ρύθμιση”, Θέσεις, 103-104, 2008.

[7] Ο Χάρβεϋ προκειμένου να διαχωρίσει τα δύο χρησιμοποιεί τον όρο «καταστροφή κεφαλαίου» (destruction of capital) μόνο στην περίπτωση που αναφέρεται στη φυσική απώλεια αξιών χρήσης, ενώ όταν πρόκειται για τη μείωση της χρηματικής αποτίμησης των κεφαλαιακών στοιχείων προτείνει ως κατάλληλο τον όρο «απαξίωση κεφαλαίου» (devaluation, devalorisation, depreciation of capital)· βλ. D. Harvey, Limits to Capital, Verso, 2006.

[8] A. Freeman, How much is enough? , February 2009, http://mpra.ub.uni-muenchen.de/13262/. Για τη συνολικότερη αντίληψη του Φρήμαν περί της δυνατότητας υπέρβασης της καπιταλιστικής κρίσης μόνο στο μέτρο που υπάρξει εξωτερική, πολιτική παρέμβαση βλ. A. Freeman, «Crisis and the Poverty of Nations», Historical Materialism, 5, 1999.

Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: