Για την εξέγερση στη Βρετανία

Του ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος απ΄ όταν ο ηγέτης των Φιλελεύθερων Νικ Κλεγκ προβαλλόταν περίπου σαν η ελπίδα των φτωχών και των μειονοτήτων. Μέσα σε ένα χρόνο, η συγκυβέρνηση Κάμερον-Κλεγκ τριπλασίασε τα δίδακτρα στα Πανεπιστήμια, είδε απαθής τη νεανική ανεργία να πιάνει ρεκόρ 15ετίας,  κυνήγησε τους δημοσίους υπαλλήλους, εξήγγειλε πρωτοφανείς περικοπές και αναμετριέται ακόμα με ένα σκάνδαλο διεθνών διαστάσεων (Μέρντοχ), λόγω της εμπλοκής σε αυτό πολιτικών, αλλά και αξιωματικών της αστυνομίας. Ο φόνος του Μαρκ Ντάγκαν από αστυνομικούς, σε μια περιοχή που αν είσαι μαύρος ελέγχεσαι εφτά φορές συχνότερα απ’ό,τι αν είσαι λευκός, στάθηκε αφορμή όλα αυτά να «διαβαστούν» απ΄ την αρχή – και μ΄ όση βία δεν ξαναντίκρυσε η χώρα εδώ και τρεις δεκαετίες.

Μόλις πέρσι, λοιπόν, ο Κλεγκ ήταν για τον Guardian ο Βρετανός Γκεβάρα – με διαφορά ο πιο ευαίσθητος, κοινωνικά, από τους Κάμερον και Μπράουν. Ένα χρόνο μετά, κι ενώ ολόκληρη η Ευρώπη μιλά για εξέγερση, ο παρά λίγο «Τσε» δεν βλέπει άλλο από «βία και ληστείες χωρίς καμιά σχέση με τη δολοφονία». Καθώς δε και ο διόλου φιλελεύθερος Κάμερον ανακαλύπτει την αιτία των «δεινών» της τελευταίας εβδομάδας …στο twitter, η συνταγή του κυβερνητικού τους συνασπισμού καταλήγει μάλλον προβλέψιμη: ανάθεση του κοινωνικού ζητήματος στην αστυνομία, αναγωγή των ταπεινότερων αντανακλαστικών («πυροβολήστε τους ταραξίες») σε άποψη του «μέσου πολίτη» – συνέχιση, τελικά, της ίδιας αντικοινωνικής πολιτικής.

Ποια εναλλακτική λύση μπορεί να προσφέρει στη βρετανική κοινωνία η σημερινή πολιτική σκηνή;

*

Όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες στη Βρετανία δεν συνιστούν ιδεώδη εξέγερση για μια πιο δίκαιη κοινωνία: ιδεώδεις εξεγέρσεις υπάρχουν μόνο στη σφαίρα της φαντασίας. Το μείζον, λοιπόν, είναι η επανάληψη της «παράδοσης» της Γαλλίας (2005) και της Ελλάδας (2008 και 2011), τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Εστιάζοντας στις πιο αντικοινωνικές όψεις ενός φαινομένου που μόνο στο εξωτερικό αναγνωρίζεται δίχως δεύτερη σκέψη ως κοινωνικό, το πολιτικό προσωπικό (και) της Βρετανίας αρνείται να αναμετρηθεί με την πιο κοινότοπη διαπίστωση: ότι μια εκτεταμένη -χρονικά, γεωγραφικά και κοινωνικά-, μαζική και βίαιη άρνηση του συμβιβασμού στο πεδίο του νόμου (τι άλλο συμβαίνει αυτές τις μέρες στη χώρα – και τι άλλο είναι μια εξέγερση;) μαρτυρά σοβαρή διάρρρηξη του κοινωνικού δεσμού και μια εξίσου σοβαρή διάσταση κράτους και κοινωνίας, αδύνατο να καλυφθούν διά ροπάλου ή με την απαγόρευση του facebook.

Είναι γι’ αυτό που οι λεονταρισμοί του Κάμερον («οι ταραξίες θα νιώσουν πάνω τους το χέρι του νόμου») δεν απηχούν παρά μια στρατηγική διαχείρισης της κρίσης, κοινή σε ολόκληρη την Ευρώπη, και με ήδη ειλημμένη θέση στο δίλημμα «Δημοκρατία ή Αγορά». Με διαφορετική διατύπωση: μια ραγδαία μετατόπιση των πολιτικών συστημάτων, από έναν πάλαι ποτέ «συμβολαιακό» φιλελευθερισμό σε έναν «μπλοκαρισμένο φιλελευθερισμό»-νεοσυντηρητισμό, που παραιτείται από οποιαδήποτε απόπειρα ορθολογικής εξήγησης των τεκταινομένων – άρα και αντιμετώπισής τους με ένα πολιτικό ρεπερτόριο διαφορετικό από τη βία, το χαφιεδισμό και το μιντιακό λιντσάρισμα. Προφανής συνέπεια: ο πολιτικά φιλελεύθερος Κλεγκ και η κατά παράδοση κεντρομόλος πολιτική σκηνή της Βρετανίας μετακομίζουν σήμερα ολοένα και πιο κοντά στον αντιφιλελευθερισμό της ακροδεξιάς, στο όνομα της δημοκρατίας, της ασφάλειας, του πολιτισμού και …του τουρισμού.

Η περιθωριακή, μέχρι στιγμής, βρετανική ακροδεξιά πανηγυρίζει σήμερα για τη δικαίωσή της («οι πολυφυλετικές κοινωνίες εγκυμονούν το χάος»), προσπερνώντας τη λεπτομέρεια ότι το χάος πυροδοτήθηκε με τη δολοφονία ενός μαύρου από αστυνομικό. Φυσικά δεν μένει στα επιχειρήματα: οργανώνει πολιτοφυλακές, ξεσπαθώνει κατά των μαύρων και διακηρύσσει ότι «τώρα είναι η ώρα της». «Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς», δήλωνε προ ημερών μειλίχια ο Νικ Γκρίφιν του ΒΝP, «πρέπει να πούμε στους μαύρους ότι δικαίως παραπονιούνται πως δεν έχουν μέλλον στη Βρετανία. Πράγματι, δεν έχουν».

Δεν ήταν ο Γκρίφιν, ωστόσο, αυτός που υπαγόρευσε τα ψέματα της Επιτροπής Παραπόνων της Αστυνομίας, ότι ο δολοφονημένος πυροβόλησε, δήθεν, πριν σκοτωθεί – ψέματα με τα οποία γέμισαν τις πρώτες ώρες τα ΜΜΕ. Πολύ περισσότερο, δεν είναι ο Γκρίφιν αυτός που έκτοτε πρωτοστατεί στην κατασκευή μιας ακραία φοβικής κοινής γνώμης∙ από τη διαδικασία αυτή κερδίζει πρωτίστως ο Κάμερον, σε μια εποχή που  η κυβέρνησή του επιζητά διακαώς τη συναίνεση στο πρόγραμμα λιτότητας που έχει εξαγγείλει. Σε εποχές κρίσης, ο βρετανός πρωθυπουργός φροντίζει απλά το κράτος «να κάνει καλά τη δουλειά του»: να προστατεύει τον πλούτο των πλουσίων και να οργανώνει τη βία κατά των «επικίνδυνων» – είτε πρόκειται για τους φτωχούς, είτε για όσους βλέπουν στο χάος ένα εισιτήριο για το μαγικό κόσμο του εμπορεύματος. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος οι Βρετανοί να μη συνταχθούν με το Κόμμα της Τάξης∙ στην υπόθεση αυτή η βρετανική αριστερά έχει να συνεισφέρει το λιθαράκι της.

Πηγη : Red NoteBook
Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: