Αγανακτισμένοι και λαϊκισμός
15/07/2011, 5:56 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Το κίνημα των πλατειών έχει ήδη ένα δεύτερο πολιτικό αποτέλεσμα –δεδομένου πως το πρώτο και σημαντικότερο είναι η ίδια του η παρουσία- που είναι ο καταναγκασμός της κυβέρνησης σε κινήσεις απεγνωσμένης άμυνας για πρώτη, στην πραγματικότητα, φορά από την ανάληψη της εξουσίας κι έπειτα. Τα καρογιοζιλίκια του τελευταίου διημέρου ανοίγουν το δρόμο στην ήττα της. Το αν αυτή η ήττα θα σημάνει και συνολική ήττα της ασκούμενης πολιτικής είναι ακόμη άδηλο. Η πρεμούρα, πάντως, που έχει ενσκήψει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για την «εξεύρεση λύσης» δείχνει πως οι δυνατότητες υπάρχουν, οι συσχετισμοί δεν είναι οριστικοί και ο κόσμος θα ανοίξει ή δεν θα ανοίξει δρόμους. Κάνοντας παντού και για πολύ κάτι σαν αυτό που κάνουν οι ελληνικές πλατείες, ιδίως τις Κυριακές.
Συνέχεια
Advertisements


Ρωσική Επανάσταση: Ένα κορυφαίο δημοκρατικό Συμβάν
15/07/2011, 9:36 πμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες:

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Ο Ναπολέων, νομίζω, έγραψε: «On s’engage et puis… on voit». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Πρώτα εμπλέξου και μετά… βλέπεις». Όντως, αυτό κάναμε τον Οκτώβρη του 1917.

Λένιν, Σχετικά με τα σχόλια του Ν. Σουχάνοφ, 1923

Η ουσιαστική εκκίνηση της Γαλλικής Επανάστασης γίνεται την ώρα που οι γυναίκες του Παρισιού, μέσα στην πείνα και την απελπισία τους, μπαίνουν στις Βερσαλλίες. Η συνδικαλιστική μάχη με τον μεγαλύτερο ιστορικό συμβολισμό –τα γεγονότα του Σικάγου το 1886– είναι αυτή όπου εργάτριες θα χτυπηθούν από το στρατό γιατί διεκδικούν στο δρόμο στοιχειώδη, από τη σημερινή οπτική γωνία, πράγματα. Αυτή η καταστατική παρουσία των γυναικών σε όλα τα μεγάλα απελευθερωτικά κινήματα έμελλε εκ νέου να επιβεβαιωθεί και στη Ρωσική Επανάσταση.

«Δόξα στις γυναίκες που αγωνίζονται για την ελευθερία», γράφει το πανό που κρατούν οι γυναίκες σε μια υπέροχη φωτογραφία της εποχής, περιποιημένων και όμορφων ανθρώπων, φτωχά καλοντυμένων. Μια από αυτές κοιτάζει κατάματα το φακό κι εμάς, ενενήντα χρόνια μετά. Είναι 8 Μαρτίου (23 Φεβρουαρίου), από διαδήλωση στην Αγία Πετρούπολη για τη διεθνή ημέρα της γυναίκας, όταν 90.000 απεργοί εργάτες ενώνονται με την πορεία των γυναικών.

Μια πρόχειρη ερμηνεία γι’ αυτή την εμπλοκή των γυναικών μπορεί να είναι το γεγονός πως καμιά πραγματική επανάσταση δεν είναι ποτέ προγραμματισμένη. Ο αυθόρμητος χαρακτήρας των κορυφαίων αυτών ιστορικών επεισοδίων είναι απολύτως δεδομένος. Όσοι –κι εδώ το γένος να ληφθεί υπόψη– προετοιμάζουν επαναστάσεις ποτέ δεν είναι σε θέση να τις υποκινήσουν. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν επέμενε τυχαία σε αυτό το σημείο. Η επανάσταση ξεσπά αυθόρμητα — μετά αρχίζει να ψάχνεται και να βρίσκει τα κόμματα, τους θεσμούς και τους ανθρώπους που θα την εκφράσουν. Οι γυναίκες, μέσα στη σύγχυση, την αυθορμησία και την «ανωριμότητά» τους, αποδεικνύονται οι πιο κατάλληλες για την πραγματική εκκίνηση. Όταν οι πολιτικά ώριμοι οργανώνουν την επιτροπή που θα συναντήσει τον όποιο Λουδοβίκο, αυτές είναι ήδη μέσα στο παλάτι.

***

Η πορεία των γυναικών της 8ης Μαΐου: η αρχή της Επανάστασης

Από την πορεία γυναικών της 8ης Μαρτίου λοιπόν ξεκίνησε η Ρωσική Επανάσταση. Τις επόμενες μέρες όλοι απεργούν και διαδηλώνουν. Η κυβέρνηση απαντά πυροβολώντας στο πλήθος. Στις 11 Μαρτίου σκοτώνονται στους δρόμους 150 διαδηλωτές. Αμέσως οι στρατιώτες ενώνονται με τους εργάτες της πρωτεύουσας αρνούμενοι τις διαταγές. Την επόμενη μέρα επανιδρύεται το Σοβιέτ, που είχε κάνει την πρώτη του εμφάνιση το 1905, με 226 μέλη που αντιπροσωπεύουν 96 εργοστάσια. Η ίδια η γέννησή του έχει αυθόρμητο χαρακτήρα –οι πολιτικές οργανώσεις, όλες οι οργανώσεις– θα έλθουν μετά.

Η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε ένα κορυφαίο δημοκρατικό Συμβάν. Επί μήνες, σε συνθήκες εντελώς πιεστικές, έχουμε ένα μοναδικό ξέσπασμα ελευθερίας, έκφρασης και λαϊκής κινητοποίησης. Οι Ρώσοι, όλο το ’17, ψηφίζουν, εκλέγουν και εκλέγονται δεκάδες φορές για εκατοντάδες θέματα και για όλους τους θεσμούς. Ελέγχουν διαρκώς τους αντιπροσώπους τους, έχουν το δικαίωμα να τους ανακαλέσουν ανά πάσα στιγμή. Κανείς άλλος πληθυσμός, οπουδήποτε, οποτεδήποτε στην παγκόσμια ιστορία, δεν είχε τόσες πολλές ευκαιρίες να ψηφίσει όσο οι Ρώσοι (και ιδίως οι εργάτες των πόλεων) της επαναστατικής περιόδου — εκλογές για τοπικά συμβούλια, για συνδικάτα, για πολυάριθμους περιφερειακούς οργανισμούς, για εργοστασιακές επιτροπές, για τα σοβιέτ.

Συμμετέχουν ασταμάτητα. Συζητούν παντού. Διαβάζουν –αυτοί οι μαζικά αναλφάβητοι– με ρυθμούς που προκαλούν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Γνωρίζουν και προσχωρούν με τρόπους που μόνο οι επαναστάσεις επιτρέπουν. Εκπλήσσουν τους συντηρητικούς δυτικούς ανταποκριτές με την πραότητα και ακόμη και με το «καλό τους ντύσιμο», που εντυπωσιάζει στις φωτογραφίες του επαναστατημένου πλήθους — είτε στα σοβιέτ είτε στις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις. Κυρίως όμως με την ελάχιστη προσφυγή στη βία από μέρους τους — η ίδια η οκτωβριανή εξέγερση είναι σχεδόν ολοκληρωτικά αναίμακτη.

Οι Μπολσεβίκοι εμπλέκονται στο δημοκρατικό αυτό πανηγύρι από τους πρώτους — επιχειρούν να το συντηρήσουν και να το διευρύνουν. Οι δυνάμεις τους αυξάνονται ραγδαία. Αναλαμβάνουν έναν «πόλεμο θέσεων» σε όλους τους θεσμούς, με πολύ επιτυχή αποτελέσματα. Από τις εργοστασιακές και συνοικιακές επιτροπές μέχρι τους δημοτικούς και τοπικούς θεσμούς, είναι παρόντες και προσπαθούν να πείσουν. Η επιρροή τους εξελίσσεται με τρόπο απρόβλεπτο ακόμη και από τους ίδιους. Το Νοέμβριο ήδη έχουν τη μεγάλη πλειοψηφία σε όλα τα αιρετά σώματα — σε πανρωσικό επίπεδο αλλά και σε όλες τις μεγάλες πόλεις, όπου κερδίζουν τις δημοτικές εκλογές τη μία πίσω από την άλλη.

Οι ενέργειές τους είναι προσαρμοσμένες λοιπόν σε μια σαφή δημοκρατική εντολή, την οποία διασφαλίζουν με διαρκή προσφυγή στη λαϊκή βούληση. Το σύνθημα για «όλη την εξουσία στα σοβιέτ» δοκιμάζεται επί μήνες, και στην περίοδο της κατάργησης της Προσωρινής Κυβέρνησης έχει μια αναμφισβήτητη νομιμοποίηση. Αυτό άλλωστε γίνεται αποδεκτό και από τα άλλα κόμματα την εποχή εκείνη. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως η πλειοψηφία είναι με τους Μπολσεβίκους. Η ηγεμονία –για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που έχει κατακυρωθεί στον Γκράμσι, αλλά ο ίδιος τον αποδίδει στον Λένιν– είναι κερδισμένη με τον πιο ανοικτό και νόμιμο τρόπο. Όχι γιατί το λένε οι ίδιοι, αλλά γιατί το επιβεβαιώνουν αναρίθμητες εκλογικές διαδικασίες σε όλη τη χώρα.

Στη διάρκεια του 1917 οι μάζες είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν εμπειρία των προγραμμάτων των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστατών στην πράξη — και τα παραμέρισαν. Οι ψήφοι για τους Μπολσεβίκους υποψηφίους στα σοβιέτ ανέβαιναν σταθερά, σε σημείο που, το Σεπτέμβριο, είχαν κερδίσει την πλειοψηφία στο Πέτρογκραντ, τη Μόσχα, το Κίεβο, την Οδησσό και όλες τις μεγάλες πόλεις. Σε αυτό το σημείο, το ζήτημα μιας μεταβίβασης της εξουσίας από την απαξιωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση, που δεν αντιπροσώπευε παρά τον εαυτό της, στα σοβιέτ έγινε μια επιτακτική αναγκαιότητα. Η ανάπτυξη του Μπολσεβίκικου Κόμματος αυτή την περίοδο είναι κάτι πρωτοφανές στην ιστορία των πολιτικών κομμάτων. Από μόλις 8.000 μέλη το Φεβρουάριο έφθασε τα 177.000 στο 6ο Συνέδριο του Ιουνίου.

Ακόμη περισσότερο, πρέπει να θυμόμαστε πως αυτό συνέβη παρά τον εξαιρετικά αδύναμο μηχανισμό και σε συνθήκες ακραίου διωγμού. Η αριθμητική πρόοδος του Κόμματος μόνο εν μέρει εξέφραζε τη γοργή ανάπτυξη της μαζικής του επιρροής. Ο Marcel Liebman το περιγράφει ως εξής: «Το Κόμμα του Λένιν κατέγραφε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917 αξιοσημείωτες και διαρκείς εκλογικές επιτυχίες. Ενώ στην αρχή της επανάστασης είχε μικρή μόνο εκπροσώπηση στο σοβιέτ του Πέτρογκραντ, το Μάιο ήδη η μπολσεβίκικη ομάδα στον εργατικό τομέα αυτού του θεσμού είχε σχεδόν την απόλυτη πλειοψηφία.

Ένα μήνα αργότερα, κατά τη διάρκεια της πρώτης διάσκεψης των εργοστασιακών επιτροπών στην πόλη, τα τρία τέταρτα από τους 568 αντιπροσώπους εξέφρασαν την υποστήριξή τους στις μπολσεβίκικες θέσεις […] Στις δημοτικές εκλογές του Ιουνίου οι Μπολσεβίκοι πήραν το 21% των ψήφων, και τον Αύγουστο, ενώ το Κόμμα ακόμη υπέφερε από τις συνέπειες των Ημερών του Ιουλίου,1 πήραν το 33% (το Νοέμβριο το ποσοστό έγινε 45%). Στη Μόσχα, τον Ιούνιο, κέρδισαν λίγο πάνω από το 12%. Το Σεπτέμβριο είχαν την απόλυτη πλειοψηφία, με 51% των ψήφων. Το γεγονός πως η επιρροή τους ήταν εξαιρετικά ισχυρή στην εργατική τάξη αποτυπώνεται καθαρά στην άνοδο της εκπροσώπησής τους στις διασκέψεις των εργοστασιακών επιτροπών.

Στο Πέτρογκραντ, το Σεπτέμβριο, δεν υπήρχαν πλέον Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες στις περιφερειακές συναντήσεις αυτών των σωμάτων, εφόσον στις θέσεις τους είχαν εκλεγεί παντού Μπολσεβίκοι». Η απόλυτη αυτή επιρροή στις εργοστασιακές επιτροπές –όπως και στις συνοικιακές, άλλωστε– έχει πολύ μεγάλη σημασία, γιατί ο συγκεκριμένος θεσμός υπήρξε υπόδειγμα αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, της ίδιας της εργατικής τάξης εφεύρεση, η οποία δεν είχε προβλεφθεί από κανένα κομματικό πρόγραμμα.

Όταν ο Λένιν γράφει το Κράτος και επανάσταση, δεν κάνει παρά μια συμπύκνωση της πείρας της ίδιας της εργατικής τάξης. Μόλο που το συγκεκριμένο βιβλίο έχει καταχωρηθεί, από πολλούς, στα πλέον ακραία ουτοπιστικά παραληρήματα, στην πραγματικότητα καθόλου δεν παραβιάζει τη μαρξική οδηγία να μην παρέχονται «συνταγές για τις κουζίνες του μέλλοντος». Καταγράφει και επεξεργάζεται αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια του Λένιν.

Τα σοβιέτ και η δημοκρατική νομιμοποίηση της εξέγερσης

Η μεγάλη δύναμη των ριζοσπαστών φαίνεται και από την εξέλιξη στον κύριο θεσμό των λαϊκών τάξεων, τα σοβιέτ. Τα σοβιέτ –τα εκλεγμένα συμβούλια εργατών, στρατιωτών και αγροτών– ξεφύτρωναν παντού το 1917. Στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν σοβιέτ διαμερισμάτων, συνοικιών και του συνόλου της πόλης. Τόσο στη σύνθεση όσο και στη λειτουργία τους εμφάνιζαν μεγάλη ποικιλία. Τα εργοστάσια εκπροσωπούνται με προοδευτική αναλογία κατά το μέγεθος. Οι γυναίκες εκπροσωπούνται ως γυναίκες, βάσει του φύλου τους δηλαδή, που επιδιώκει τη διπλή χειραφέτηση. Τα συμβούλια αυτά δεν ήταν απλώς χώροι ανταλλαγής απόψεων. Είχαν

ξεκινήσει να οργανώνουν την κοινωνία από κάτω. Τον Οκτώβριο υπήρχαν περίπου 900 σοβιέτ στη χώρα. Σε εθνικό επίπεδο λειτουργούσαν με πανρωσικά συνέδρια. Τα κόμματα εκλέγονταν αναλογικά για έξι μήνες. Αλλά οι αντιπρόσωποι μπορούσαν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή. Πράγμα που πολλές φορές, άλλωστε, συνέβη.

Στο πλαίσιο αυτό, η ίδια η οκτωβριανή εξέγερση διέθετε πολύ μεγάλη δημοκρατική νομιμοποίηση. Πρώτα πρώτα, ενδεικτικό της ανοικτότητας των διεργασιών είναι το καταπληκτικό γεγονός πως αυτή η «συνωμοσία» σε μεγάλο βαθμό αναλήφθηκε τη συγκεκριμένη ώρα γιατί, όπως σημειώνει η καθόλου φιλική για τους Μπολσεβίκους ιστορικός Antonella Solomoni, «οι συζητήσεις για την εξέγερση είχαν λάβει τόσο δημόσιο χαρακτήρα, που σύντομα έπρεπε να ληφθεί μια απόφαση». Ο Steven Smith μιλάει για το πιο πολυδιαφημισμένο «συνωμοτικό πραξικόπημα» στην ιστορία — σχεδόν Monty Pythons δηλαδή.

Στην πραγματικότητα, η εξέγερση του Οκτώβρη εξελήφθη ευρέως μεταξύ των εργατών και των στρατιωτών ως αυτό που πραγματικά ήταν: μια αμυντική ενέργεια αυτοπροστασίας των κατακτήσεων της Επανάστασης μέσα από την εξέλιξή της σε μια επόμενη φάση. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο εξίσου εχθρικός Marc Ferro, «[η] οκτωβριανή εξέγερση […] [α]πελευθέρωσε την εκπληκτική ενεργητικότητα των μυριάδων επιτροπών και των άλλων λαϊκών θεσμών […]. Οι ηγέτες του κόμματος; Παίρνουν στα χέρια τους την εξουσία, αλλά στην αρχή αυτή η εξουσία των Μπολσεβίκων δεν άγγιξε καθόλου τα βάθη της κοινωνίας […].

Την εξουσία […] την ασκούν τα σοβιέτ […] [κυρίως] το πλήθος των μικρών σοβιέτ», και ακόμη η εκπληκτική έκταση της μπολσεβίκικης ηγεμονίας αποδεικνύεται από το γεγονός πως «[η] επιρροή των Μπολσεβίκων είναι μεγαλύτερη και από την ήδη πολύ μεγάλη εκλογική τους δύναμη: τα συνθήματα των Μπολσεβίκων τα υιοθέτησαν περισσότερα σοβιέτ αντιπροσώπων από εκείνα στα οποία είχαν την πλειοψηφία […]. Πολλά σοβιέτ, μολονότι την πλειοψηφία δεν την είχαν οι Μπολσεβίκοι, δεν υιοθέτησαν το σύνθημα “όλη η εξουσία στη δημοκρατία”, αλλά το σύνθημα των Μπολσεβίκων “όλη η εξουσία στα σοβιέτ”». Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η νέα πολιτεία «είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη συναίνεση του πληθυσμού».

Εδώ έχουμε το καθαρότερο παράδειγμα για αυτό που εννοούσε ο Γκράμσι, όταν μιλούσε για ηγεμονία. Τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν είναι συντριπτικά — και το άνοιγμα των αρχείων μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» έχει βοηθήσει πάρα πολύ. Πολύ χαρακτηριστικό είναι πως η απόφαση του Δεύτερου Πανρωσικού Συνεδρίου των σοβιέτ για «όλη την εξουσία στα σοβιέτ», που ενέκρινε την εξέγερση το ίδιο βράδυ, λήφθηκε με ποσοστό κοντά στο 80%. Επρόκειτο για ένα σώμα αντιπροσώπων που εκλέχθηκε από έναν πρωτοφανή –όχι μόνο με τα ρωσικά μέτρα– αριθμό ψηφοφόρων, ό,τι δημοκρατικότερο και αμεσότερο στην ιστορία των πολιτικών θεσμών.2

Ακόμη και στην περίπτωση της Συντακτικής, όπου είχαμε τα χειρότερα εκλογικά αποτελέσματα, η εικόνα διαφοροποιείται εντελώς αν δούμε τα αποτελέσματα στις πόλεις και τον εργατικό πληθυσμό. Οι Μπολσεβίκοι έχουν παντού την απόλυτη πλειοψηφία.3

* * *

Οι επαναστατημένες μάζες και η απουσία βίας

Αν κάτι εντυπωσιάζει τους ξένους παρατηρητές των εξελίξεων είναι, μεταξύ άλλων, η εξαιρετική απουσία της βίας από μέρους των επαναστατημένων μαζών. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο Wilton, διαβόητος για τον αντισημιτισμό του ανταποκριτής των Times στο Πέτρογκραντ, «η καταπληκτική –και για τον ξένο, που του είναι άγνωστος ο ρωσικός χαρακτήρας, σχεδόν υπερφυσική– τάξη και καλοσύνη του πλήθους των στρατιωτών και πολιτών σε όλη την έκταση της πόλης είναι ίσως το πιο χτυπητό χαρακτηριστικό της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης».

Η ίδια η οκτωβριανή εξέγερση ήταν μια εντυπωσιακά αναίμακτη δράση — ίσως υπήρξαν 15 θύματα, ίσως και να λέμε πολλά. Αυτή η κατάσταση είναι εξηγήσιμη μόνο αν ληφθεί υπόψη η μεγάλη ηγεμονία των επαναστατών μέσα στον πληθυσμό. Με το τέλος του Ιανουαρίου του 1918, ο όποιος «εμφύλιος» είχε ήδη κερδηθεί. Όλα άλλαξαν όταν άρχισε η ξένη στρατιωτική επέμβαση, για την οποία προφανώς οι τελευταίοι που ευθύνονταν ήταν οι Μπολσεβίκοι.

Το να θεωρείται λοιπόν πραξικόπημα η επανάσταση είναι ογκώδης ανοησία. Αυτό προσπάθησα να στοιχειοθετήσω εν συντομία προηγουμένως. Αν όμως ήθελα με δυο λόγια να το ξαναπώ, το μυαλό μου δεν θα πήγαινε στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας ή στην επέκταση του εργατικού ελέγχου, στις μεγάλες νίκες απέναντι στους στρατούς της αντεπανάστασης ή στις χιλιάδες φράξιες του –κατά τα άλλα– μονολιθικού κόμματος των Μπολσεβίκων, στη μεγάλη πλειοψηφία στα Σοβιέτ ή στο Σύνταγμα του 1918.

Αλλού οδηγούμαι: στους ζωγράφους και τους μουσικούς, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στους παιδαγωγούς και τους πολεοδόμους, στους φουτουριστές, στους κονστρουκτιβιστές, στο σουπρεματισμό και στις επαναστατικές αφίσες, στο περιοδικό ΛΕΦ… Και ένα απόλυτο τεκμήριο δημοκρατικής ριζοσπαστικοποίησης: από την αρχή της επανάστασης –φαινόμενο απαράμιλλο στην ιστορία– οι γυναικείες οργανώσεις κατόρθωσαν να επιβάλουν τη γυναικεία χειραφέτηση ως βασικό στόχο του αγώνα των μωαμεθανών της Ρωσίας! Και επειδή, ως γνωστόν, «ο θεός βρίσκεται στις λεπτομέρειες», περιμένω κάποιον να μου υποδείξει άλλο ένα πραξικόπημα το οποίο τόσο πολύ να άνοιξε τις ανθρώπινες ψυχές.

1 Μια αναφορά πρέπει να γίνει στα περίφημα «Ιουλιανά», για τα οποία επικρατεί μεγάλη σύγχυση.

Στις 3 Ιουλίου, στρατιώτες του πρώτου συντάγματος πυροβολικού, εξαγριωμένοι και αποφασισμένοι να μην πάνε στο μέτωπο (σαν τους 400.000 που σκοτώθηκαν στις επιθέσεις του Ιουνίου, τις οποίες αποφάσισε ο Κερένσκι), βγαίνουν στους δρόμους και απαιτούν «όλη την εξουσία στα σοβιέτ». Μαζί με 20.000 ναύτες της Κρονστάνδης και χιλιάδες εργάτες δημιούργησαν τη μεγαλύτερη μέχρι τότε κυβερνητική κρίση.

Οι υπουργοί των KD παραιτήθηκαν. Στελέχη των Μπολσεβίκων συμμετείχαν στην οργάνωση, αν και η ΚΕ ήταν εναντίον, γιατί θεωρούσε πως οι συνθήκες ήταν ανώριμες. Στις 4 Ιουλίου οπλισμένοι στρατιώτες περικύκλωσαν το κτίριο όπου στεγαζόταν η κυβέρνηση. Όμως έμπιστα σε αυτήν στρατεύματα διασκόρπισαν τους στασιαστές. Οι Μπολσεβίκοι ήταν πλέον παράνομοι, οι ηγέτες τους συλλαμβάνονται ή κρύβονται. Ο Λένιν φεύγει στη Φινλανδία… Όλα έδειχναν πως οι Μπολσεβίκοι ήταν μια ηττημένη δύναμη — και στρατιωτικά αυτό ήταν απολύτως σωστό.

2 Έχει σημασία να ειπωθεί πως οι εκλογικές διαδικασίες στα σοβιέτ συνεχίζονται και τα επόμενα χρόνια. Όπως μας πληροφορεί ο Oscar Anweiler, στην κλασική του εργασία Τα σοβιέτ στη Ρωσία, οι Μπολσεβίκοι κινούνται σε υψηλά πάντοτε ποσοστά, σε ανοιχτές διαδικασίες (1918: 61%, 1919: 55%, 1920: 43%, 1921: 44%, 1922: 54%).

3 Επιπλέον, έχει σημασία να ειπωθεί πως κανείς δεν βρέθηκε να υπερασπιστεί τη Συντακτική. Αντίθετα, αμέσως μετά τη διάλυσή της, όπως σημειώνει ο Smith, «η σοβιετική κυριαρχία εδραιώθηκε με πολύ μεγάλη ευκολία. Παντού ιδρύονταν σοβιέτ. Στις μεγάλες πόλεις η υποστήριξη των Μπολσεβίκων ήταν τεράστια. Και στην ύπαιθρο όμως, το 86%, των κοινοτήτων είχαν ιδρύσει σοβιέτ ως εναλλακτική λύση στα ζέμστβο, που κυριαρχούνταν από τους εσέρους».



Η αριστερή στρατηγική απέναντι στην κρίση
12/07/2011, 4:33 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,
Ημερομηνία δημοσίευσης: 10/07/2011

Του Χρήστου Λάσκου

Οι κομμουνιστές ξεχωρίζουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα […] επειδή στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων προβάλλουν και προωθούν τα κοινά και ανεξάρτητα από εθνικότητα συμφέροντα του προλεταριάτου ως σύνολο…

Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος

 

Είναι γνωστό πως, εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον, στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς συγκρούονται δύο κύριες οπτικές, σε ό,τι αφορά την κρίση και την απάντηση σε αυτήν.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, η διαμάχη ως προς τα βασικά της συστατικά έρχεται από πολύ παλιά, αναπαράγοντας στο όριο τις αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του ’30 –της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης– περί καπιταλιστικής ή αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας ή, διαφορετικά, τις διαφωνίες σχετικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης, σοσιαλιστικό ή αστικοδημοκρατικό. Αυτή η διαμάχη συνεχίστηκε για τα επόμενα ενενήντα σχεδόν, χρόνια αντιπαραθέτοντας «αντιιμπεριαλιστές» με «αντικαπιταλιστές», «καθαρούς» ή σε μίγματα διάφορων αναλογιών. Δεν σκοπεύω να αναπτύξω εδώ αυτήν τη θεματική, βέβαια. Η ιστορία μπορεί να περιμένει όταν οι συνθήκες είναι τόσο πιεστικές όσο οι τωρινές. Για όποιον όμως ενδιαφέρεται παραπέμπω στο βιβλίο του Παντελή Πουλιόπουλου, από το μακρινό 1934, με τίτλο Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; και ιδίως το κεφάλαιο με τίτλο «Το ιλαροτραγικό πρόγραμμα της ελληνικής «δημοκρατικής διχτατορίας»».

Οι δύο βασικές γραμμές λοιπόν, που διατρέχουν τη σημερινή συζήτηση, νομίζω πως σχηματικά πολώνονται γύρω από το ζήτημα της Ευρώπης. Προσοχή! Επειδή πολλές φορές υπάρχει η αίσθηση πως κεντρικό είναι το ζήτημα της «στάσης πληρωμών» ή όχι, έχει σημασία να διευκρινιστεί εξαρχής πως αυτό είναι ένα θέμα απολύτως ήσσονος σημασίας. Κατά κύριο λόγο, μάλιστα, αφορά την τακτική της διαπραγμάτευσης, τη στιγμή που το ουσιώδες είναι το ποιος είναι αυτός που θα διαπραγματευθεί. Το θέτω συνεπώς εντός παρενθέσεως, θεωρώντας πως ήδη έχει υπάρξει μια μεγάλη σειρά επιχειρημάτων –περισσότερων από όσα του άξιζαν– που αναδεικνύουν τα σχετικά προβλήματα.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ορίσουμε του δύο πόλους της σημερινής διαμάχης. Κατά την άποψη του Κώστα Λαπαβίτσα1, ο ένας πόλος είναι αυτός των ευρωπαϊστών (ένθερμων ή απρόθυμων) και ο άλλος ο δικός του, ο οποίος δεν προσδιορίζεται όμως με κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Αυτή η έλλειψη μπορεί να εξηγηθεί είτε γιατί είναι προφανές περί τίνος πρόκειται είτε γιατί υπάρχει το πρόβλημα του τι είναι το αντίθετο του «ευρωπαϊσμού», και ιδίως του «επαναστατικού ευρωπαϊσμού», όπως ονομάζει ο ίδιος τον ένα από τους δύο «ευρωπαϊσμούς», τον απρόθυμο. Νομίζω πως έχουμε, χωρίς αμφιβολία, να κάνουμε με το δεύτερο: τη δυσκολία δηλαδή του αυτοπροσδιορισμού όσων δεν είναι «ευρωπαϊστές», πολύ περισσότερο όταν το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς –χωρίς να αναφερθούμε καν στο ΚΕΑ– αποτελείται από «επαναστάτες ευρωπαϊστές».

Βέβαια, οι τελευταίοι επ’ ουδενί αισθάνονται «ευρωπαϊστές», όπως φαντάζομαι και ο Λαπαβίτσας, κατ’ αντίστιξη, δεν νιώθει «εθνικιστής» — να, ωστόσο, το όνομα που λείπει, αν αποδεχτούμε τη συγκεκριμένη λογική της δικής του ονοματοθεσίας.

Όπως σημειώνει η Özlem Onaran2, μεταξύ των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη έχει εγκαθιδρυθεί μια συμφωνία σχετικά με τη στρατηγική απέναντι στην κρίση γύρω από τέσσερις άξονες: α) αντίσταση απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και τις περικοπές, β)ένα ριζικά προοδευτικό-αναδιανεμητικό φορολογικό σύστημα και ελέγχους στην κίνηση του κεφαλαίου, γ) κοινωνικοποίηση και δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών και δ) δημοκρατικό έλεγχο του χρέους με στόχο τη διαγραφή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η λογική αυτής της ευρείας συμφωνίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς συνίσταται στην προφανή διαπίστωση πως ο διεθνής χαρακτήρας της επίθεσης του κεφαλαίου επιτάσσει πως η αντίσταση θα πρέπει εξίσου να οργανωθεί σε διεθνές επίπεδο. Απέναντι στην πολυεθνική άρχουσα τάξη της Ευρώπης, μια διεθνιστική απάντηση μπορεί να διαμορφώσει μια πολύ ισχυρότερη εναλλακτική συγκριτικά με αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές.

Διαπιστώνετε κάτι ιδιαίτερα «ευρωπαϊστικό» σε αυτή την τοποθέτηση; Εγώ, πάλι, όχι. Αντίθετα, ακριβώς, διακρίνω μια σοβαρή έγνοια να διασφαλιστούν δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική αριστερή απάντηση: η ενότητα του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού δυνάμεων στη σύγκρουση με το κεφάλαιο και η αποφυγή επιλογών, που είναι απολύτως αποδεδειγμένο ιστορικά πως αντιστοιχούν πολύ περισσότερο σε εθνικιστικά και δεξιόστροφα κινήματα — ειδικά, μάλιστα, σήμερα που ο εθνικισμός αναπτύσσεται ραγδαία στο κέντρο της Ευρώπης και η άκρα Δεξιά ξαναγίνεται ισχυρός κίνδυνος. Ακριβώς γι’ αυτό, η πρόταξη της αντίστασης και των ταξικών πλευρών, που τίθενται πρώτες από την ίδια την ιεράρχηση των αξόνων, διασφαλίζει μια αριστερή πρόσληψη του προγράμματος.

Έναντι αυτών τι προτείνει η άλλη πλευρά; Νομίζω, εν πολλοίς, προτείνει την έξοδο από το ευρώ (με αιχμή του δόρατος τη στάση πληρωμών, αλλά, όπως ήδη τόνισα, αυτό δεν έχει στρατηγικό χαρακτήρα). Όλα τα υπόλοιπα (κρατικοποιήσεις, έλεγχοι κεφαλαίων, βιομηχανική πολιτική κλπ) στην πραγματικότητα έχουν ως απόλυτη προϋπόθεση το πρώτο. Η ιδέα, συνεπώς, εύκολα συγκεντρώνεται στο δίπολο «δραχμή + αριστερή κυβέρνηση» στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

Η έξοδος από το ευρώ, όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί, θα έχει ως πρώτη συνέπεια τη δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επειδή, προφανώς, η μείζων αυτή επιλογή δεν έχει καμιά σχέση με ο,τιδήποτε θα θύμιζε Αριστερά έρχεται ο δεύτερος προσθετέος της φόρμουλας, η «αριστερή κυβέρνηση» δηλαδή, με το πρόγραμμά της. Μόνο που κι εκεί είναι πολλά τα προβλήματα. Γιατί ο προτεινόμενος κρατικός καπιταλισμός, παρόλο που πολλές φορές έχει διακηρυχθεί πως αποτελεί πρόκριμα για το σοσιαλισμό, ποτέ δεν εξηγήθηκε, ούτε ακροθιγώς, το πώς και το γιατί. Παρομοίως, το γιατί μια πρόταση κρατικού καπιταλισμού σε εθνικό επίπεδο συνιστά αντικαπιταλιστική κίνηση είναι εξίσου μυστηριώδες. Ο στόχος της «εθνικής ανεξαρτησίας» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– είναι απολύτως σαφής. Ο στόχος της ενίσχυσης της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, επίσης.

Το ταξικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής, αντίθετα, δεν είναι καθόλου σαφές. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν όλη αυτή την ανάλυση τη διατρέχει η αντίληψη πως ο έσχατος αντίπαλος είναι οι «πιστωτές» και όχι η καπιταλιστική τάξη. Είναι πολύ ενδεικτικό, από αυτή την άποψη, πως καθόλου δεν προβάλλεται το γεγονός πως ενώ οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες –οι χειρότεροι των «πιστωτών»– έχουν απαιτήσεις κάποιων δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, οι έλληνες καπιταλιστές –και όχι μόνον οι μεγάλοι– διαθέτουν σε καταθέσεις στο εξωτερικό, παράκτιες εταιρίες και ρευστότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου χρηματικά ποσά που μετρούνται σε τρις (χωρίς να συνυπολογίσουμε την υπόλοιπη περιουσία τους) και τα οποία θα απέδιδαν σε φόρους ποσά πολλαπλάσια του συνολικού ελληνικού χρέους. Όπως, επίσης, είναι ενδεικτικό πως η πρόταξη, από τη δική μας πλευρά, των ζητημάτων της αναδιανομής και της άγριας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου θεωρείται «συνδικαλιστική», ενώ είναι προφανές πως αυτό που παίζεται κατεξοχήν είναι το να αποφύγουν ακριβώς «αυτοί» να πληρώσουν τόσο το χρέος όσο και την κρίση. Γιατί, ακόμη και στην περίπτωση της ολικής διαγραφής του χρέους, «αυτοί» είναι που κυρίως θα ευνοηθούν, εκτός και αν στοχοποιηθούν με συστηματικό τρόπο, κάτι με το οποίο οι υποστηρικτές της «εξόδου» ελάχιστα ασχολούνται.

Πράγμα απολύτως λογικό, βέβαια, αν σκεφτούμε πως, για τον Λαπαβίτσα, «[η] κρίση οφείλεται στις αδυναμίες της ελληνικής αστικής τάξης… Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η ροπή προς την ιδιωτική κατανάλωση, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η γιγάντωση των τραπεζών (! Χ.Λ.) μέσα στο σύστημα του ευρώ συνιστούν την ουσία του ελληνικού προβλήματος… Από θέσεως αδυναμίας, η ελληνική άρχουσα τάξη αποδέχτηκε το Μνημόνιο» (Η Αυγή, 10.10.2010). Η ελληνική άρχουσα τάξη απολαμβάνοντας τη μεγαλύτερη κερδοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας τη χρηματική «επιφάνεια», στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, διεισδύοντας ισοπεδωτικά στις οικονομίες των γειτονικών χωρών σε ποσοστά ασύλληπτα, παρ’ όλα αυτά θεωρείται «αδύναμη», και μάλιστα η «αδυναμία» της γίνεται αίτιο της ελληνικής κρίσης, φέρνοντάς τη στη δυσάρεστη θέση να αποδεχτεί το Μνημόνιο! Το γεγονός πως το τελευταίο δουλεύει ως η τέλεια μηχανή για τα δικά της συμφέροντα, σε βαθμό που ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί, προφανώς είναι, επίσης, ένδειξη «αδυναμίας».

Εδώ βρίσκεται το κύριο σημείο διαχωρισμού των δύο αναλύσεων. Γιατί η ανάλυση της «εξόδου» αυτό που προσάπτει στον ελληνικό καπιταλισμό είναι πως «απέτυχε», ενώ είναι προφανές πως, σε ό,τι αφορά αυτό που κάνει το κεφάλαιο να είναι κεφάλαιο, η δυνατότητά του δηλαδή να εκμεταλλεύεται την εργασία, η επιτυχία του είναι περιφανής. Και, από αυτή την άποψη, η ανάλυση αυτή προσομοιάζει ιδιαίτερα με αυτήν της κυβέρνησης. Τι λέει η κυβέρνηση; Το πρόβλημα είναι η «ανταγωνιστικότητα» και το δημόσιο χρέος («χρεοκοπία του μοντέλου ανάπτυξης»). Τι λέμε εμείς; Το πρόβλημα είναι η ακραία εκμετάλλευση και η ανισότατη διανομή. Να πληρώσουν αυτοί!

Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή επιχειρήσαμε να μετατοπίσουμε την ατζέντα της συζήτησης μακριά από αυτά που έθετε η κυβέρνηση, χωρίς να βοηθηθούμε καθόλου, προφανώς, από όσους μας κατήγγελαν πως «δεν καταλαβαίναμε την ιδιοτυπία της ελληνικής κρίσης, γενικολογώντας». Γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, επιμείναμε στον διεθνή προσανατολισμό, κατανοώντας την κοινότητα της ταξικής διάστασης της ευρωπαϊκής κρίσης. Γι’ αυτό εμμένουμε να μιλάμε με παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους για παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, υπογραμμίζοντας πως μια εκτεταμένη διαδικασία καταστροφής κεφαλαίου θα τεθεί αναγκαστικά σε κίνηση προκειμένου να περάσει το σύστημα σε νέα φάση συσσώρευσης.

Δεδομένων των προηγουμένων είναι, νομίζω, σαφές, γιατί η ευρωπαική ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να προσχωρήσει σε ιδέες που αναπτύσσονται με κέντρο μια στρατηγική «εξόδου». Γιατί απορρίπτει, δηλαδή, αυτό τον ιδιότυπο «μονεταρισμό», που δαιμονοποιώντας ένα νόμισμα επιτρέπει την απόκρυψη των καπιταλιστικών σχέσεων, οι οποίες είναι η αιτία των προβλημάτων — και, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, η άμεση αιτία.

Φυσικά, ενός κακού μύρια έπονται. Έτσι, και εδώ, η όλη στρατηγική πρόταση που ακολουθεί τη βασική ιδέα της «εξόδου» εμφορείται από στοιχεία στα οποία η ριζοσπαστική Αριστερά έχει επί πολύ ασκήσει δριμεία και αποδομητική κριτική. Κατά μία έννοια, ό,τι καταδικάζονταν στη θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και του λαϊκομετωπισμού επανέρχεται ως σύγχρονη αριστερή πρόταση.

Ας θυμηθούμε λοιπόν πως η κριτική που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70 στις κυρίαρχες τότε δυνάμεις της Αριστεράς απέδιδε στη στρατηγική των τελευταίων ένα τρίπτυχο ιδεών, που βρίσκονταν στη βάση της παταγώδους αποτυχίας τους να υπερασπιστούν τότε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης: οικονομισμός-κρατισμός-κυβερνητισμός.

Τι γίνεται σήμερα;

α) Η συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα ψευτοδίλημμα περί του κατάλληλου λαϊκού (!) νομίσματος. Λες και η υποτιμημένη δραχμή δεν θα «συμπεριφέρεται», για κάποιο μυστηριώδη λόγο, με βάση τους κοινωνικοταξικούς συσχετισμούς, που δομούν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η αντιμετώπισή της ως σχεδόν «υπερόπλου» εναντίον του γερμανικού πυρήνα (!) ή τουλάχιστον ως της απόλυτης προϋπόθεσης γαι τη σωτηρία «μας» συνιστά κλασικό οικονομισμό και, μάλιστα, εξαιρετικά ρηχό.

β) Η κεντρική θέση που καταλαμβάνει το κράτος στη στρατηγική της «εξόδου» δεν την διαφοροποιεί σε τίποτε, μα τίποτε, από την κρατιστική εμμονή π.χ. του Γαλλικού ΚΚ τη δεκαετία του ’70 πως η αλλαγή στον «κάτοχο» του κρατικού μηχανισμού είναι ικανότατος όρος για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής. Νομίζω πως μια τέτοια θέση, εκτός του ό,τι σπέρνει ψευδαισθήσεις που γρήγορα καταρρέουν συμπαρασύροντας και τους υποστηρικτές τους, μας απομακρύνει τόσο πολύ από τον καταστατικό αντικρατισμό μας, από την αντιμετώπιση του κράτους, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, ως «τρομερού τέρατος», που γίνεται επικίνδυνη. Είμαστε τόσο αντικρατιστές όσο ακριβώς και αντικαπιταλιστές ή δεν είμαστε τίποτε. Επιδιώκουμε από τώρα να δομήσουμε μορφές κοινωνικής παρέμβασης και οικονομικής αυτοοργάνωσης εκτός και σε αντιπαλότητα με το κράτος ή συνεργούμε στην εγκαθίδρυση ενός εθνικο-κρατικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό κι εμείς στο ΣΥΝ έχουμε τόσο μεγάλη εμμονή στην πρόταξη των ιδεών της οικονομίας των αναγκών και της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Γι’ αυτό δεν παθιαζόμαστε από παραγωγικές ανασυγκροτήσεις και βιομηχανικές πολιτικές — εκτός εάν, ενάντια σε όλη την παραγωγιστική και παρωχημένη αριστερή παράδοση του παρελθόντος, εννοούμε ανασυγκροτήσεις και πολιτικές που αφορούν τη δόμηση των παραγωγικών σχέσεων και όχι την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας. Τίποτε στην πρόταση της «εξόδου» δεν πείθει για το τελευταίο.

γ) Είναι διάχυτη η άποψη πως η αλλαγή στο κυβερνητικό επίπεδο, η εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης, είναι καθοριστικό βήμα για όσα προτείνονται. Έτσι επιλύεται ένα πρόβλημα χωρίς καν να τεθεί. Ακόμη χειρότερα, αντικειμενικά ενισχύεται ο εγγενής κυβερνητισμός της όλης Αριστεράς. Κι όταν λέω όλης δεν εξαιρώ προφανώς ούτε τη δική μας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Ο κυβερνητισμός, όμως, είναι μείζων κίνδυνος. Γιατί αποτρέπει από την επιδίωξη του ουσιώδους, που δεν είναι άλλο από την πραγματική είσοδο των μαζών στην πολιτική, από την αναζήτηση εκείνων των μορφών που προσιδιάζουν στις απαιτήσεις εκτεταμένης και ουσιαστικής συμμετοχής, οι οποίες βρίσκονται στη βάση οποιουδήποτε χειραφετητικού εγχειρήματος. Τη στιγμή που ο κόσμος κινητοποιείται με πρωτοφανή τρόπο στις πλατείες, ανοίγοντας αφάνταστες μέχρι λίγες μέρες πριν δυνατότητες, κάποιοι μεταξύ μας θεωρούν πρώτο το ζήτημα της αριστερής κυβέρνησης. Αλήθεια, τι είναι μια «αριστερή κυβέρνηση»;

δ) Στη βάση της όλης στρατηγικής σύλληψης της «εξόδου» βρίσκεται ένας κλασικού τύπου λαϊκομετωπισμός. Πολλές φορές μάλιστα είναι και ομολογημένος. Ο ελληνικός «λαός», έτσι αδιαφοροποίητα, πλην μιας δράκας μεγαλοκαρχαριών, έχει συμφέρον να αντιταχθεί στην κυρίαρχη πολιτική. Έτσι, για μια ακόμη φορά, ο ταξικός χαρακτήρας των γεγονότων εξατμίζεται αφήνοντας να κυριαρχεί η εικόνα μιας «χώρας» που δέχεται επίθεση πανταχόθεν — γι’ αυτό, άλλωστε, τόσο συχνά τονίζεται η ανάγκη συνειδητής συμπερίληψης της «εθνικής» διάστασης των πραγμάτων. Μόνο που, αντί να συμπεριλαμβάνεται, η «εθνική» διάσταση κατακυριαρχεί καθορίζοντας τα πάντα. Η «Σπίθα» είναι ο λογικός πολιτικός αποδέκτης, ανεξαρτήτως προθέσεων. Αν και για ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της «εξόδου» αυτό, μάλλον, δεν συνιστά πρόβλημα.

ε) Έτσι, όμως, αγνοείται η ανάγκη να δούμε ποιός πραγματικά κοινωνικά είναι με ποιόν και ποιός, παρά τα επιφαινόμενα, δεν είναι. Αντιγράφοντας τον Π. Λ. Ρυλμόν, νομίζω μαζί του πως, «τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και το μεγαλύτερο μέρος των μεσαίων στρωμάτων αποδέχονται την επιδείνωση της ανισότητας ως προς το εισόδημα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αποδέχονται την αύξηση της ανεργίας και την επέκταση της φτώχειας. Παρόλο που οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών που τη διαχειρίζονται έχουν για όλο σχεδόν τον πληθυσμό κάποιες αρνητικές επιπτώσεις, η επιδείνωση των ανισοτήτων που επιβάλλουν αυτές οι πολιτικές, υποστηρίζεται και γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τη συντριπτική πλειοψηφία των προνομιούχων […]. Στις επιχειρήσεις [μεγάλες και μικρές] βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σαρωτικό σχέδιο απολύσεων όσων υπερασπίζονται τα νόμιμα δικαιώματα των εργαζομένων […]. Οι εκκλήσεις επομένως για παλλαϊκή ενότητα σε αυτές τις συνθήκες αποτελούν υπεκφυγές, από όπου κι αν προέρχονται» (Η Εποχή, 1.5.2011).

Ας το ξαναπούμε, λοιπόν. Η όλη ανάλυση, που τονίζει τα νομίσματα, τα ισοζύγια πληρωμών και τις διεθνείς μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν μπορεί παρά να τοποθετεί στο κέντρο τη δι-εθνική «κλοπή αξίας» στη θέση της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης, να προτάσσει δηλαδή την ανισότητα μεταξύ «κέντρου» και «περιφέρειας» σε μια νέα, όχι και πολύ ιδιότυπη, εκδοχή της ανδρεοπαπανδρεϊκής «ανάλυσης» της δεκαετίας του ’70 που, ως γνωστόν, έφερε «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, το λαό στην εξουσία» εγκαθιδρύοντας τον «σοσιαλισμό στις 18». Κι ας έφαγαν οι μαρξιστές την ψυχή τους για να δείξουν περί ποίων ασυναρτησιών επρόκειτο. Κι ας είναι απολύτως φανερό πως οι «μακροοικονομικές ανισορροπίες και τα ελλειμματικά ισοζύγια» είναι συνέπειες και όχι αίτια. Συνέπειες, μάλιστα, ενός κατεξοχήν ταξικού, με την πιο «καθαρή» έννοια του όρου, συμβάντος: της τεράστιας, ιστορικής σημασίας ίσως, νίκης που πέτυχε το κεφάλαιο απέναντι στην εργασία, όχι στην «περιφέρεια», αλλά στο γεμανικό «κέντρο».

Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία πως ο Θ. Παρασκευόπουλος έχει δίκιο συνοψίζοντας: «Να πληρώσουν οι πλούσιοι. Αυτό θα ήταν η σωστή πανευρωπαϊκή απαίτηση της αριστεράς για την αντιμετώπιση του χρέους και για την εύρεση πόρων για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Στο πρώτο του προγραμματικό κείμενο ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ότι αντιλαμβάνεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ταξική εξουσία. Και ακριβώς αυτή η ταξική εξουσία χρειάζεται ανατροπή, που μπορουν να την κάνουν μόνο οι εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης μαζί. Γιατί αυτό είναι το μεγάλο απόκτημα της ένωσης της Ευρώπης: η ένωση των εργατικών της τάξεων. Βέβαια υπό το κεφάλαιο, βλέπεις οι καπιταλιστές το κάνανε. Αλλά δεν είναι ανοησία να υποστηρίζεις την αποχώρηση από αυτή την ένωση, για να τα βάλεις μόνος σου με τους τραπεζίτες και τα χετζ φαντς;» (Η Εποχή, 15.5.2011). Αυτό είναι που λέμε. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος

1 “A left strategy for Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

2 «An internationalist transitional program towards an anti-capitalist Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

Περισσότερος διάλογος στο blog των Ενθεμάτων: http://enthemata.wordpress.com/2011/07/10/laskos-2/



Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ – 3: Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 1.5.2010)
01/05/2010, 10:45 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: , , ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Ένα από τα εντυπωσιακά στοιχεία της συζήτησης που διεξάγεται με θέμα το «ελληνικό πρόβλημα» είναι η προσφυγή σε αναλύσεις του κυρίαρχου διεθνούς οικονομικού Τύπου, προκειμένου να διαφωτιστούμε επί του θέματος. Η προσφυγή αυτή, τις περισσότερες φορές, δεν γίνεται για να αντιληφθούμε πώς σκέφτεται, τι προωθεί και για τι προσπαθεί να πείσει ο αντίπαλός μας, αλλά ως εάν επρόκειτο για μια επιστημονική-τεχνοκρατική πηγή, που προσφέρει «πληροφορία» αξιολογικά ουδέτερη. Το πράγμα, μάλιστα, γίνεται περισσότερο εντυπωσιακό αν αναλογιστούμε πως δεν έχει περάσει πολύς καιρός που όχι μόνο οι «οίκοι αξιολόγησης», αλλά και οι «αναλυτές» θεωρούνταν πραγματικά ανέκδοτα. Ας θυμηθούμε πώς αντιμετώπιζαν οι έγκυροι Financial Times την επερχόμενη καταιγίδα, για να έχουμε ένα μέτρο και για το σήμερα: «Υπάρχει μια πληθώρα λόγων για να πιστεύουμε πως ενδεχόμενη πτώση [στην αγορά των subprimes] θα περιοριστεί στο εσωτερικό της… Το γεγονός πως τόσο πολλές τράπεζες της Wall Street είναι βαθιά εμπλεγμένες στον τομέα των subprimes… δεν είναι λόγος για συναγερμό. Η έκθεση της καθεμιάς τράπεζας πρέπει να είναι μικρή… [Επιπλέον], η securitization κάνει αυτό για το οποίο υφίσταται — διαχέει το ρίσκο»[1]. No problem, λοιπόν, για τους FT λίγο πριν καταρρεύσει το σύμπαν! Συνέχεια



Κριση υπερσυσσωρευσης ή χρηματοπιστωτικη κριση; Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ -2 (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 18.4.2010)
18/04/2010, 4:38 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: , , ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Είναι δεδομένο, όπως είδαμε στο προηγούμενο σημείωμα,  πως σημαντικός αριθμός μαρξιστών φαίνεται να συγκλίνει στην ιδέα ότι στη ρίζα της σημερινής κρίσης βρίσκεται ένα πρόβλημα κερδοφορίας, που έκανε την εμφάνισή του με εμφατικό τρόπο στη δεκαετία του ’70.[1] Η αδυναμία επίλυσης των προβλημάτων της καπιταλιστικής συσσώρευσης έκτοτε έχει διαμορφώσει μια κατάσταση, η οποία ίσως αποδειχτεί οριακή για την ίδια την επιβίωση του συστήματος. Περιγράφοντας χαρακτηριστικά τις συνθήκες υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος καπιταλισμός, ο Ντέηβιντ Χάρβεϋ (David Harvey)[2] υποστηρίζει πως το κεφάλαιο στη διάρκεια του 2010 έχει ανάγκη εξεύρεσης επικερδών επενδυτικών ευκαιριών τέσσερις φορές μεγαλύτερες από ό,τι στη δεκαετία του ’70 και δέκα φορές από ό,τι το ’50, ενώ το 2030 θα είναι υπερδιπλασιασμένες σε σχέση με σήμερα. Συνέχεια



ΑΝ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ; (ΕΠΟΧΗ, 11.4.2010)
13/04/2010, 5:15 πμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Με την πάροδο έξι μηνών από την κυβερνητική μεταβολή του Οκτωβρίου νομίζω πως με ασφάλεια μπορούμε να συμπεράνουμε πως η τωρινή είναι η πιο στυγνά ταξική κυβέρνηση που είχαμε εδώ και δεκαετίες –για να μην πω εδώ και γενιές. Η στόχευση των παρεμβάσεών της είναι περισσότερο από σαφής: μεγάλη ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, επιδείνωση της διανομής του εισοδήματος, εκθεμελίωση του εργασιακού και ασφαλιστικού στάτους, ιδιωτικοποίηση των πάντων, πολλές χιλιάδες απολύσεις στο δημόσιο τομέα. Συνέχεια



Η καπιταλιστικη συσσωρευση και η κριση. Η ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΡΙΣΗ- 1 (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 11.4.2010)
11/04/2010, 5:20 πμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Δεδομένου ότι στις περιόδους των κρίσεων η κατεστημένη οικονομολογική σοφία αποδεικνύεται κάθε φορά άνθρακες, μια ορισμένη «επιστροφή στο Μαρξ» είναι σχεδόν επιβεβλημένη. Αυτό συνέβη και με την παρούσα καπιταλιστική κρίση. Συνέχεια