ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ (26.9.2010)
.
Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Σε προηγούμενο άρθρο («Ενθέματα», 5.9.2010) ασχολήθηκα με την έξοδο από το ευρώ ως αριστερή στρατηγική για την έξοδο από την κρίση. Επιχειρηματολόγησα ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ευρώ όσο το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί. Στο παρόν άρθρο θέλω να εκφράσω ένα παρόμοιο σκεπτικισμό για τη στρατηγική της στάσης πληρωμών.

Συνέχεια

Advertisements


ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΕΛΟΣ; (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 18.7.2010)

TOΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ 

 

Γραφεία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Βενετία. Στον τοίχο σφυροδρέπανα, η σημαία του κόμματος και, λίγο παραπέρα, εικονοστάσι με τον Χριστό. Φωτογραφία του Ντέιβιντ Σάδερλαντ.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια υπήρχαν πάμπολλες διαδρομές μέσα από τις οποίες μπορούσε κανείς να συναντηθεί με το ρεύμα που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα ως Ανανεωτική Αριστερά και  έχει μεγάλη συγγένεια με τη Νέα Αριστερά στις αγγλοσαξονικές χώρες και το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Εγώ που μεγάλωσα στη Βρετανία τη δεκαετία του 1970 επηρεάστηκα από τη Νέα Αριστερά, την οποία σημάδεψαν οι αποχωρήσεις από τα κομμουνιστικά κόμματα μετά από τις εισβολές στην Ουγγαρία το 1956 και την Τσεχοσλοβακία το 1968, από τη μυστική έκθεση και ομιλία του Χρουτσόφ στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, καθώς και από τον Γαλλικό Μάη.

 

Συνέχεια



Μηνυμα αλληλεγγυης στους Ελληνες εργαζομενους απο τη γερμανικη αριστερα

Εμείς, πολιτικοί παράγοντες μέλη του Κόμματος Die Linke, που ασχολούμαστε με τα ευρωπαϊκά και οικονομικά θέματα στη Γερμανική Ομοσπονδιακή Βουλή, εκφράζουμε, με αφορμή και τη γενική απεργία της περασμένης Τετάρτης στην Ελλάδα, την ολόπλευρη αλληλεγγύη μας στους απεργούς.

Εκφράζουμε τον αποτροπιασμό μας για την άνευ προηγουμένου εκστρατεία που έχει ενορχηστρωθεί με στόχο την Ελλάδα. Η δύσκολη θέση της χώρας γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης για την ενεργοποίηση προκαταλήψεων. Οι πολίτες της Ελλάδας, γυναίκες και άνδρες, κατασυκοφαντούνται, κατηγορούνται ότι είναι «κατά συρροή ψεύτες και ότι συστηματικά παραποιούν τα στατιστικά στοιχειά», ότι συνεχώς κατεργάζονται » ύπουλες πολιτικές».

Οι Έλληνες, δήθεν, ζουν σ’ έναν «παράδεισο» απ’ τον οποίο «επειγόντως πρέπει να απαλλαγούμε». Στο στόχαστρο, όμως, των νεοφιλελεύθερων μέσων ενημέρωσης και πολιτικών παραγόντων δεν βρίσκεται μόνον η Ελλάδα.

Συνέχεια



Μαθηματα ανανεωσης (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 3.5.2009)
03/05/2009, 11:56 μμ
Filed under: Χριστοφορος Παπαδοπουλος | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Έχουμε κουραστεί από τους πρώην –και τους νυν, εδώ που τα λέμε– της ανανεωτικής Αριστεράς που μας κάνουν μαθήματα ανανέωσης, που δικάζουν και καταδικάζουν τον Συνασπισμό για παρέκκλιση ή για ολοσχερή εγκατάλειψη των θεσφάτων της Ανανεωτικής Αριστεράς. Για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν το συζητούν καν, κατ’ αυτούς συνιστά μια «αριστερίστικη παρέκκλιση» που μέσα από ένα παιχνίδι της Ιστορίας καταγράφει για ανεξήγητους –και γι’ αυτό ασχολίαστους—λόγους εκλογικά σκορ τριακονταπενταετίας και διψήφια σχεδόν δημοσκοπικά ευρήματα. Τελευταία του προσάπτουν –εκτός των άλλων– εγκληματική ανεπάρκεια στη διατήρηση της δημοσκοπικής ανόδου με τον πήχη στο 18%, υπονοώντας φυσικά και ότι αυτό δικό τους ήταν, αποτέλεσμα της δικιάς τους «ανανεωτικής» πολιτικής. Το αστείο είναι όταν δικάζουν και καταδικάζουν άνθρωποι που η σχέση τους με την Ανανεωτική Αριστερά είναι ξώφαλτση και μάλιστα όταν, εδώ και καιρό, είχαν κουραστεί από (πραγματικούς) ανένδοτους αγώνες για το «Κ», έχοντας προσχωρήσει στη ρεαλπολιτίκ, δηλαδή σε όλα όσα κατέκριναν στα νιάτα τους. Με αυτή την έννοια δεν έχει νόημα, πιστεύω, η αντιπαράθεση με τη Βάσω Κιντή και όσα με έπαρση και επιθετικότητα έγραψε στα Νέα εναντίον του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ: τόσα ξέρει, τόσα καταλαβαίνει.

a'synedrio

Άλλης τάξεως, φυσικά, είναι η κριτική (και η αντιπαράθεση) με την ανανεωτική πτέρυγα του Συνασπισμού: αυτή είναι μια παλιά ιστορία, που κρατάει από το ΚΚΕ εσωτερικού και συνεχίζεται μέχρι στις μέρες μας στον Συνασπισμό. Η σύγκρουση «Αριστεράς»-«Δεξιάς» στο πλαίσιο της ανανεωτικής Αριστεράς είναι μεν μια παλιά ιστορία, πλουτίζεται όμως καθημερινά με νέα επεισόδια (είμαι σίγουρος ότι και στο απώτερο μέλλον νέα επεισόδια θα προστεθούν στα υπάρχοντα, ακόμα και τότε που τα πρόσωπα, οι σημερινοί πρωταγωνιστές, θα έχουν εκλείψει) και σχετίζονται με τη σύγκρουση του «εφικτού» και του «ανέφικτου» ή, με άλλα λόγια, με την «προσαρμογή » και το «μετασχηματισμό».

Πρόκειται για «αιματηρή» σύγκρουση με διαγραφές, εξοστρακισμούς και αποστρατεύσεις γενεών ολόκληρων της Αριστεράς. Ευτυχώς με πολλούς και πολλές συναντηθήκαμε έπειτα από χρόνια στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, ανένταχτους και ανένταχτες, αλλά πάντα ενταγμένους στην υπόθεση της Αριστεράς.

Ας συνομολογήσουμε κάποτε ότι η έκφραση «ανανεωτική Αριστερά» είναι νεοελληνικός νεολογισμός: το ΚΚΕ εσωτερικού, και το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα συνολικότερα, δεν προσπάθησε να ανανεώσει γενικά την Αριστερά: τη θεωρία, την πρακτική και κυρίως τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος επιχείρησε να «αναθεωρήσει». Οι άλλοι, σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες, είχαν τις δικές τους επεξεργασίες, τους δικούς τους διανοούμενους –μερικοί εκ των οποίων πνευματικοί ογκόλιθοι, με σπουδαία συνεισφορά στην εξέλιξη του κριτικού λόγου– τη δικιά τους μεταρρυθμιστική στρατηγική. Δεν μοιραστήκαμε ποτέ με τους σοσιαλιστές και τους σοσιαλδημοκράτες ούτε την ανάλυση για το κράτος, τους θεσμούς, τη δημοκρατία, ούτε φυσικά τον δημοκρατικό δρόμο για τον σοσιαλισμό ο οποίος παρέμεινε δική μας ανάλυση. Όπως δεν μοιραστήκαμε μαζί τους τους κομμουνιστές διανοούμενους (τις αναλύσεις τους για το κράτος ιδιαίτερα): τον Γκράμσι, τον Αλτουσέρ, τον Πουλαντζά, παρά την άγρια κακοποίηση του πρώτου από κάθε αστό διανοούμενο που επιχειρούσε να προσδώσει «βάθος» στην πολιτική ανάλυση, παραχαράσσοντας και μεροληπτώντας.

Ακόμα και τότε, την εποχή του Ενιαίου Μετώπου ή του Κοινού προγράμματος της Αριστεράς, τότε που η σοσιαλδημοκρατία εξέφραζε αυθεντικά (και) λαϊκά στρώματα, και άρα το σχέδιο της Αριστεράς για μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία αποκτούσε όχι μόνο πολιτικά υποκείμενα αλλά κυρίως ταξικό υπόστρωμα –δηλαδή την πολιτική ενότητα του κόσμου της εργασίας–, και τότε οι δύο σχηματισμοί σε διαφορετικά και εν πολλοίς ανταγωνιστικά σχέδια μετασχηματισμού αναφέρονταν.

Ας συνομολογήσουμε, επίσης, ότι στο πλαίσιο του Συνασπισμού — μεταξύ πολλών άλλων αμέτοχων στις «ιστορικές» συγκρούσεις, συμμέτοχων όμως στα σημερινά διακυβεύματα– συνυπάρχουν και τα δύο ρεύματα της ανανεωτικής Αριστεράς: και όσοι έχουν καταγωγή από την ΕΑΡ και οι άλλοι του ΚΚΕ εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά. Στον ΣΥΡΙΖΑ, μάλιστα, λειτουργεί και η ΑΚΟΑ, γνήσιο τέκνο του ΚΚΕ εσωτερικού και του ΚΚΕ εσωτερικού Α.Α. Με αυτή την έννοια, κανείς δεν είναι ο αποκλειστικός εκφραστής, πόσο μάλλον ο συμβολαιογράφος των «ναμάτων» της Ανανεωτικής Αριστεράς. Απόψεις καταθέτουμε, αναλύσεις τεκμηριώνουμε, πολιτικές προωθούμε και κρινόμαστε γι’ αυτές καθημερινά, χωρίς χρίσματα, χωρίς τις «10 εντολές» και τη θεολογία της Ανανέωσης.

a'panelladikh rhga

Είναι δεδομένο ότι το σημερινό πολιτικό στίγμα, τόσο του Συνασπισμού όσο και του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι καλοδεχούμενο από το πολιτικό σύστημα∙ ενοχλεί τόσο τον Πρετεντέρη όσο και τον Παπαχελά, όπως και τη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ και το ΛΑΟΣ. Όλοι μαζί θα προτιμούσαν μια «καθωσπρέπει» ανανεωτική Αριστερά, ακίνδυνη, με «ήπιο» πολιτικό λόγο, που να εξαντλεί τις αντιπολιτευτικές της «κορώνες» στο Κοινοβούλιο. Δεν επιλέξαμε αυτό τον δρόμο· προκρίναμε, αντίθετα, τις «διαιρετικές τομές» απέναντι στο φθαρμένο και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, στα μικρά και στα μεγάλα: στην αναθεώρηση του Συντάγματος, στους αγώνες για το δημόσιο πανεπιστήμιο, στην εξέγερση του Δεκέμβρη, σταθήκαμε απέναντι όχι μόνο στον δικομματισμό αλλά και στους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Πληρώνουμε φυσικά το αντίτιμο της επιλογής μας, κερδίζουμε όμως στην αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση των αριστερών, στη συνείδηση και στους συσχετισμούς για ποια Αριστερά έχει ανάγκη ο τόπος. Δεν κάνουμε πολιτική για τις δημοσκοπήσεις, με την προσοχή στραμμένη στις κάλπες, δεν θέλουμε να είμαστε συμπαθητικοί, αλλά χρήσιμοι. Στα «μικρά», στα τοπικά, στην ελευθεριακή ατζέντα (καταστολή, δικαιώματα, διακρίσεις) η αλλαγή του πολιτικού παραδείγματος είναι περισσότερο εύγλωττη. Σε αυτά, το πολιτικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο δεν μπορεί να υποκαταστήσει (ούτε στιγμιαία) την απουσία αγώνων και αντιστάσεων. Αντίθετα, η αναγωγή των κοινωνικών αγώνων στο πολιτικό επίπεδο δεν κερδίζει μόνο συνειδήσεις, αλλά αλλάζει τους συσχετισμούς και πετυχαίνει νίκες. Το παράδειγμα του Βοτανικού και του Mall δείχνει με τον καλύτερο τρόπο πώς ανατρέπονται οι συσχετισμοί, πώς διαλύεται η «ιερά» συμμαχία του δικομματισμού με τα επιχειρηματικά συμφέροντα και με τη συνδρομή των μεγάλων ΜΜΕ.

Την ίδια στιγμή έχουμε πλήρη επίγνωση ότι το μέλλον της Αριστεράς, το μέλλον του σοσιαλισμού θα κριθεί στο κοινωνικό ζήτημα. Η οικονομική κρίση το υπογραμμίζει με έμφαση. Δεν ξεκινάμε από το μηδέν, έχουμε δουλέψει όλα αυτά τα χρόνια για να εγκατασταθούμε στις λαϊκές συνοικίες, για να συνομιλούμε με τον κόσμο της εργασίας και να εκπροσωπούμε στην πολιτική τις ανάγκες και τις αγωνίες του. Τη νεολαία δεν την αναζητούμε πλέον μόνο στα πανεπιστήμια, αντίθετα η νέα γενιά, η γενιά της επισφάλειας και των 700 ευρώ καλοδέχεται τον πολιτικό μας λόγο, μας συναντά και τη συναντάμε σε αγώνες. Δημιουργούμε την πολιτική σχέση διαλεκτικά με την κοινωνική διεργασία, εγκαταλείποντας την αυτοαναφορική πολιτική του παρελθόντος.

KKE eswterikou - a'synedrio 1976

Γνωρίζουμε ότι η «κοινωνική μεροληψία» του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ ξενίζει και κάποιους, λίγους, από τους δικούς μας διανοούμενους, που τη βαφτίζουν «λαϊκισμό», όπως και η ένταξή μας στα κοινωνικά κινήματα και στο κίνημα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης: αυτή τη βαφτίζουν «εθνολαΐκισμό». Γνωρίζουμε επίσης ότι οι ίδιοι θαυμάζουν τον Σημίτη που μας έβαλε στην ΟΝΕ (και καταριούνται τον Γ. Παπανδρέου που τον διέγραψε) Τι να κάνουμε… Εμείς θα εξακολουθήσουμε να είμαστε μαζί με τους Ιρλανδούς που γιόρτασαν στις παμπ την καταψήφιση του Ευρωσυντάγματος, με τους γάλλους εργάτες που διαμαρτύρονται «βιαίως» για τις απολύσεις, με τους Γερμανούς που ζητάν «την κρίση να πληρώσουν οι τραπεζίτες», με τους αγρότες που κλείνουν τους δρόμους για την ΚΑΠ, με τους συντρόφους μας «απ’ τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια» που αγωνίζονται για μια άλλη Ευρώπη. Με λίγα λόγια, θα ζήσουμε και με τη διαφωνία.

Ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος είναι μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



ΚΚΕ και δημοκρατια (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης 22.2.2009)

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Η τριτοδιεθνιστική παράδοση του ΚΚΕ το έχει προικίσει με ορισμένα πολύ διακριτά χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η συνετή και πειθαρχημένη στάση του απέναντι στον «ταξικό εχθρό» και τους πολιτικούς του εκφραστές. Στάση που παίρνει πολύ συχνά την μορφή ανέξοδης διαμαρτυρίας ή ελεγχόμενης επαναστατικής γυμναστικής, προκειμένου να μην ξεφύγει από τον έλεγχο η «ταξική σύγκρουση», να μην εκτραπεί το οργανωμένο σχέδιο ανατροπής του καπιταλισμού, να μη δοθεί λαβή για χτυπήματα από τον αντίπαλο, να μην απομονωθεί το εργατικό κίνημα από τα –άκρως συντηρητικά– μεσαία στρώματα. Το δεύτερο είναι η απόλυτη ιδεολογική εχθρότητα απέναντι σε κάθε άλλη αριστερή δύναμη, οργανωμένη ή κινηματική. Όσο πιο κοντά στο ΚΚΕ βρίσκεται κάποιος τόσο πιο επικίνδυνος σοβαρός αντίπαλος θεωρείται. Τέλος, το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η απόλυτη προσήλωση στο καθοδηγητικό κέντρο, ακόμα και σήμερα, που το κέντρο αυτό δεν υφίσταται.

Η εξάρτηση από το ΚΚΣΕ

Η πρώτη και τελευταία σύγκρουση του ΚΚΕ με το διεθνές καθοδηγητικό κέντρο έγινε από τον Ζαχαριάδη και την πλειοψηφία της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης τις παραμονές του ιστορικού 20ού Συνεδρίου. Η εντυπωσιακή ανατροπή του Ζαχαριάδη από την ίδια του την Κεντρική Επιτροπή, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τον ακολουθούσε τυφλά σε κάθε εκτροπή, εδραίωσε μια ισχυρή εξάρτηση του ΚΚΕ από το ΚΚΣΕ, που δεν διαταράχτηκε ποτέ μέχρι τη διάλυση του τελευταίου. Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ διαλύθηκαν το 1958 οι παράνομες κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ (και μάλιστα, όπως υποστηρίζεται από στελέχη της εποχής, προκειμένου να διευκολυνθεί η εμπορική προσέγγιση της Σοβιετικής Ένωσης με την Ελλάδα). Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ εξορίστηκε και πέθανε στη Σιβηρία ο Ζαχαριάδης, χωρίς να έχει παραβεί κάποιον νόμο του σοβιετικού κράτους και χωρίς να είναι καν σοβιετικός πολίτης. Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο ο Κολιγιάννης –ο οποίος μάλιστα δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα, παρότι απέκτησε αυτό το δικαίωμα ως πολιτικός πρόσφυγας– και αντικαταστάθηκε αιφνιδιαστικά από τον Χαρίλαο Φλωράκη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ζήτημα της απόλυτης εξάρτησης από τους Σοβιετικούς δεν υπάρχει στην ατζέντα της βαθύτατης εσωκομματικής διαίρεσης, η οποία οδήγησε στη διάσπαση του 1968, παρά μόνο μεμονωμένα, δειλά και περιστασιακά. Για παράδειγμα, το ζήτημα των μαζικών συστηματικών διώξεων που υπέστησαν από το σοβιετικό καθεστώς οι αγωνιστές της Τασκένδης, ως πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία δεν απασχόλησε κανέναν απολύτως στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, εκτός ίσως από τον Μίκη Θεοδωράκη. Και η αμφισβήτηση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισε μόνο όταν η ομάδα των στελεχών που αποκλείστηκε από την 12η Ολομέλεια απέτυχε να αποσπάσει το χρίσμα των Σοβιετικών και κινήθηκε προς τους ευρωκομμουνιστές της Δυτικής Ευρώπης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Δ. Παρτσαλίδης υπήρξε το στέλεχος που είχε μακράν τις στενότερες σχέσεις με τους Σοβιετικούς στην ιστορία του ΚΚΕ, σχέσεις που παρέμειναν αδιατάρακτες καθ’ όλη τη διάρκεια της σταλινικής αλλά και της χρουτσοφικής περιόδου.

Η διάσπαση του ’68 και η συγκρότηση του ΚΚΕ εσωτερικού εντός του ευρωκομμουνιστικού ιδεολογικού ρεύματος εδραιώνει ακόμα περισσότερο την εξάρτηση του ΚΚΕ από τη Σοβιετική Ένωση. Η μακρά παραμονή της ηγεσίας στην προσφυγιά ίσως παίζει κάποιον ρόλο. Αυτό όμως είναι κάτι που ποτέ δεν ίσχυσε για την ανάλογη περίπτωση του ΚΚ Ισπανίας.

Ενάντια σε αριστεριστές και αναθεωρητές

Το 1974, η μεταπολίτευση και η κατάργηση του ν. 509 αφήνει στο ΚΚΕ ανοιχτό το πεδίο της νόμιμης δράσης, για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια. Η τελευταία απόπειρα του ΚΚΕ να συνδυάσει τον ταξικό αγώνα με μια ομαλή ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα –μια προσπάθεια που ο Ζαχαριάδης θα εισηγηθεί στο 7ο Συνέδριο του 1945, αρκετά χρόνια πριν το κάνει στην Ιταλία ο προσωπικός του φίλος Παλμίρο Τολιάτι– είχε πνιγεί μέσα στη σκληρή μεταβαρκιζιανή τρομοκρατία και στον τελικό προσανατολισμό προς την εμφύλια σύγκρουση. Τριάντα χρόνια μετά, η κατάσταση είναι διαφορετική. Και το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης έχει δύο σοβαρά πολιτικά θέματα να αντιμετωπίσει.

Το ένα είναι η πλήρης κατοχύρωση της νομιμότητας, σε συνθήκες που ο εμφύλιος είναι ακόμα εν πολλοίς ζωντανός, τόσο στον κρατικό μηχανισμό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Η προσπάθεια για εδραίωση στη νόμιμη πολιτική δράση θα οδηγήσει το κόμμα σε αποστάσεις από τους αυθόρμητους αγώνες που ξεσπάνε με τη μεταπολίτευση σε χώρους παραγωγής και, λίγο αργότερα, στα πανεπιστήμια. Η άμεση ανάγκη να ελεγχθεί αυτό το ξέσπασμα και να τεθεί κάθε είδους κινητοποίηση υπό τη στενή κηδεμονία των οργανωμένων δυνάμεων του ΚΚ το οδηγεί σε ένα οξύτατο μέτωπο απέναντι σε κάθε είδους αριστεριστές, οργανωμένους ή μεμονωμένους, οι οποίοι ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια μέσα στους κοινωνικούς χώρους. Αποκορύφωμα της τακτικής αυτής είναι η στρατιωτική επίθεση με καδρόνια στην κατάληψη του Χημείου, το 1979. Μια ενέργεια που, όπως και πολλές άλλες ανάλογου ύφους, δεν στρέφεται προφανώς εναντίον των κυβερνήσεων και του συστήματος, αλλά κάθε αριστερού αυτόνομου πόλου μέσα στα κινήματα. Κάτι ανάλογο θα γίνει και στον εργατικό χώρο, όπου με τη μέθοδο των κλαδικών σωματείων ελέγχονται οι απείθαρχοι και οι απείθαρχες στα εργοστάσια. Στην πορεία αυτή, τα πιο δυναμικά και ριζοσπαστικά στοιχεία, στα πανεπιστήμια και την παραγωγή, απομακρύνονται από το κόμμα, είτε διά της εθελουσίας εξόδου είτε με διαδοχικά κύματα μαζικών διαγραφών.

Για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού

Το δεύτερο ζήτημα είναι η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Η μεγάλη σοσιαλιστική πατρίδα έχει να βγάλει πέρα την παγκόσμια διπολική σύγκρουση απέναντι στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπερασπιστεί το εσωτερικό της καθεστώς και τη σφαίρα κυριαρχίας της, αλλά και να διευρύνει την επιρροή της σε κομμάτια του Τρίτου Κόσμου, που απελευθερώνονται μετά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας. Μια πρόσθετη σκοτούρα είναι τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα που συγκροτούν το ρεύμα του ευρωκομουνισμού. Τα κόμματα αυτά δείχνουν να συμβιβάζονται με την υπαγωγή των χωρών τους στην δυτική σφαίρα επιρροής και ειδικά στο ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα προωθούν δραστικά την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που η σοβιετική πλευρά δεν αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη θέρμη. Κυρίως όμως, και ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, υψώνουν τους τόνους της κριτικής απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς και ανοίγουν τα ζητήματα δημοκρατικών ελευθεριών στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι κάτι που την Σοβιετική Ένωση την ενοχλεί ιδιαίτερα, καθώς ο αντίκτυπος της ευρωκομμουνιστικής κριτικής είναι απολύτως ενθαρρυντικός για τα ρεύματα της εσωτερικής αντιπολίτευσης τα οποία διαμορφώνονται στο ανατολικό μπλοκ.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τα κεντρικά πολιτικά καθήκοντα της περιόδου για το ΚΚΕ: Τη συνεπέστατη πάλη για ανεξαρτησία από το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ και τα δυτικά πολυεθνικά κεφάλαια. Την, με κάθε κόστος, υπεράσπιση της σοβιετικής πραγματικότητας, τόσο στο εσωτερικό του ανατολικού μπλοκ όσο και σε επίπεδο διεθνών πρωτοβουλιών, ακόμα κι αν πρόκειται για εισβολές στο Αφγανιστάν, για τη στρατιωτική καταστολή των εργατικών αγώνων στην Πολωνία ή ακόμα και για την υποστήριξη της χούντας στην Αργεντινή. Και, τέλος, ένα πολύ σκληρό ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στον εγχώριο ευρωκομουνισμό / οπορτουνισμό / ρεφορμισμό / αναθεωρητισμό.

Έτσι, η σύγκρουση με τον αριστερισμό στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων και με τον ευρωκομουνισμό στο πεδίο της δημοκρατίας θα είναι τα μοναδικά στοιχεία της πολιτικής του ΚΚΕ που έχουν πραγματικά δυναμικά χαρακτηριστικά. Όπως το έθεσε και ένα στέλεχος που αποχώρησε το 1989 με το ΝΑΡ, «τόσα χρόνια εδώ μέσα κοιτάζουμε πώς θα τσακίσουμε τους αριστεριστές και πώς θα τσακίσουμε τους αναθεωρητές. Τον καπιταλισμό τον έχουμε μονίμως σε δεύτερο πλάνο».

Το πρόβλημα της δημοκρατίας και η νεκρανάσταση του Στάλιν

Η αδιάλλακτη υπεράσπιση του σοβιετικού καθεστώτος, η προσπάθεια επιβολής της κομματικής γραμμής στους μαζικούς χώρους και η ιδεολογική σύγκρουση με τον ευρωκομουνισμό απομάκρυναν το ΚΚΕ από κάθε ιδεολογική προσέγγιση της δημοκρατίας. Η γκορμπατσοφική παρένθεση (που οδήγησε στην συγκρότηση του Συνασπισμού, αλλά και στην απίθανη οπορτουνιστική ακροβασία της κυβέρνησης Τζαννετάκη) τελείωσε οριστικά με την κατάρρευση του «υπαρκτού» και τη διάσπαση του 1991, αποκρυσταλλώνοντας ακόμα περισσότερο την απόσταση του κόμματος από κάθε δημοκρατική αντίληψη. Και δεν εννοούμε τους δημοκρατικούς αγώνες στο κοινωνικό πεδίο, όπου το ΚΚΕ έχει παίξει σοβαρό ρόλο, παρότι ενδεχομένως δεν το συνειδητοποιεί καν. Εννοούμε τη δημοκρατία ως αντίληψη για την Αριστερά: τη συνύπαρξη, δηλαδή, τη ζύμωση, ακόμα και τον διάλογο με άλλες αριστερές αντιλήψεις, τη δημοκρατία μέσα στο κόμμα ή το συνδικάτο, και κυρίως τη δημοκρατία ως συστατικό στοιχείο του σοσιαλισμού. Τέτοια πράγματα αντιπροσωπεύουν για τον Περισσό κινδύνους ιδεολογικής και πολιτικής διάβρωσης και υποχωρητικότητα απέναντι στην αστική ιδεολογία. Ως αποτέλεσμα της μονολιθικότητας αυτής, το ΚΚΕ δεν κατάφερε ποτέ να ενσωματώσει καμία απολύτως θεωρητική επεξεργασία μεταγενέστερη του κλασικού τρικέφαλου των Μαρξ-Ένγκελς και Λένιν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναστήλωση του Στάλιν. Όχι επειδή ο Στάλιν κέρδισε τον πόλεμο ενάντια στον φασισμό, ούτε επειδή το πέτυχε δίνοντας μια ώθηση στην τεχνολογική και παραγωγική ανάπτυξη του σοβιετικού κράτους. Αλλά επειδή εξόντωσε τους διαφωνούντες. Επειδή σύμφωνα με τους ενθουσιώδεις κνίτες, «ζει και σπέρνει εφιάλτες σε ρεφορμιστές και αντεπαναστάτες». Και, υπό την έννοια αυτή, η αποκατάσταση του Στάλιν με 53 χρόνια καθυστέρηση είναι ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα που επιδιώκει να εγείρει την αίσθηση του «πολιορκημένου κάστρου», να ενισχύσει την αντίληψη ότι «όλοι έξω από εμάς είναι εχθροί και η στρατηγική τους στοχεύει εναντίον μας». Και το μήνυμα αυτό απευθύνεται κυρίως σε όσους οπαδούς και μέλη του ΚΚΕ βλέπουν, στις σημερινές συνθήκες, καθαρά την ανάγκη για ενότητα, κοινή δράση και συνεννόηση ανάμεσα σε ολόκληρη την Αριστερά.

Ο Άγγελος Τσέκερης είναι δημοσιογράφος, συνεργάτης της «Αυγής»



Πρόγραμμα με όραμα τον δημοκρατικό κομμουνισμό (Φεβρουάριος 2009)

ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟ-ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝ

Το προγραμματικό κείμενο, επιπλέον, διαμορφώνει τη δυνατότητα ακόμη μεγαλύτερης ιδεολογικής σαφήνειας – κι αυτό θα αποδειχτεί μεγάλο όπλο αν το αξιοποιήσουμε κατάλληλα. Η ισχυρή αναφορά στην οικονομία των αναγκών που επιδιώκουμε, στον κομμουνισμό με άλλα λόγια, η διευκρίνιση πως ο δημοκρατικός δρόμος περιλαμβάνει ως κύριο στοιχείο του μια, από σήμερα εφαρμοζόμενη, στρατηγική όλο και μεγαλύτερου εξοβελισμού του εμπορεύματος από τομείς της κοινωνικής ζωής κάνει την πολιτική μας περισσότερο συνεκτική. Δίνει, δηλαδή, τη δυνατότητα να εντάσσουμε την καθημερινή μας πολιτική, τη μεταρρυθμιστική μας δραστηριότητα, σε μια μεγαλύτερη εικόνα. Να προεικονίζουμε το στόχο. Να κάνουμε πολιτική ως κομμουνιστές και όχι ως «δημοκράτες της προόδου».

Η προσέγγιση μετά το Δεκέμβρη

Η πιο πρόσφατη μεγάλη δοκιμή για μας υπήρξε χωρίς αμφιβολία η δεκεμβριανή εξέγερση.  Μαζί της μπήκαμε σε μια χρονιά που σίγουρα θα είναι πολύ διαφορετική από τις προηγούμενες. Και, για την Αριστερά, πολύ πιο απαιτητική. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου έχει αλλάξει κατά πολύ τις προτεραιότητες. Οι χιλιάδες  άνθρωποι που πήραν μέρος στις συγκρούσεις και τις πολυποίκιλες κινητοποιήσεις δεν θα επιστρέψουν εύκολα στην «προτέρα» κατάστασή τους. Η συμμετοχή τους ήταν αφεαυτή ένας μεγάλος συνειδησιακός κλονισμός. Από αυτήν την άποψη, οι αγώνες που έρχονται θα είναι άλλοι αγώνες. Ακόμη κι αν  γίνονται με τα ίδια αιτήματα και τα ίδια συνθήματα, ίδιοι δεν θα είναι.

Γι΄ αυτό κιόλας όλη αυτή η «προβληματική» που επιχείρησε από διάφορες πλευρές να πλήξει το κίνημα του Δεκεμβρίου επικαλούμενη την έλλειψη προγράμματος, στόχων και αιτημάτων ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Αυτό που έλειψε εδώ και χρόνια δεν ήταν τα αιτήματα και τα συνθήματα, αλλά τα σώματα που θα τα έφεραν και θα τα υλοποιούσαν, οι παθιασμένοι φορείς τους. Αυτό είναι που φαίνεται ότι υπάρχει πλέον.
Είναι εύλογο, λοιπόν, να περιμένουμε πως οι ελπίδες για καλύτερες κινηματικές μέρες είναι πολύ βάσιμες. Η Αριστερά έχει λόγους να διαμορφώσει πεδία και στόχους, έτσι ώστε η εγρήγορση και η αυξημένη ευαισθησία που γέννησαν τα τρομερά συμβάντα των ημερών να δώσουν μετασχηματισμούς που θα ωφελήσουν τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, τις καταπιεσμένες κατηγορίες του πληθυσμού.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ο ΣΥΝ, όπως ήδη πολλές φορές έχει σημειωθεί, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην εξέγερση με όλες τις χρόνιες πολιτικές και οργανωτικές του αδυναμίες. Ο τρόπος που πολιτεύτηκε υπήρξε καθοριστικός στο να ακουστεί από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας η τρομερή κραυγή, στο να δοθεί το όνομα που άξιζε στο Συμβάν.

Ήταν – και είναι – τόσο κρίσιμη αυτή η υπόθεση που επιμέτρησε και το εσωτερικό μέτωπο. Και δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε πως αρκετοί σύντροφοι από την Ανανεωτική Πτέρυγα έπαιξαν ένα ρόλο εξαιρετικά αρνητικό με τις προσπάθειες «διαχωρισμού», που ανέλαβαν αμέσως με τα γεγονότα. Η «επίδειξη σοβαρότητας» στο όνομα μιας «ανανεωτικής» – μα καθόλου ανανεούμενης – αριστεράς συντέλεσε στο θόλωμα μιας εικόνας καθόλα εξαιρετικής για το κόμμα μας. Συνεχίζεται μάλιστα στις μέρες μας με την επαναφορά των σκουριασμένων σεναρίων για κυβερνητική στήριξη του ενός εκ των δύο εταίρων του δικομματισμού, του ΠΑΣΟΚ στην προκειμένη, στην περίπτωση έλλειψης αυτοδυναμίας, επιφυλάσσοντας για άλλη μια φορά στο κόμμα μας το ρόλο της συμπληρωματικής δύναμης του φθαρμένου και διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω της «ανεξήγητα» προνομιακής σχέσης κάποιων συντρόφων με τα μέσα. Γι΄ αυτό και σήμερα είναι επιτακτικότερη η ανάγκη ρύθμισης του ζητήματος της δημόσιας εκπροσώπησης με τρόπο πολύ λογικότερο από ό,τι μέχρι τώρα.

Συμπερασματικά: η κινηματική προτεραιότητα, η σαφής αριστερή ταυτότητα, η ενότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι οι κατακτημένοι ήδη όροι για την  εκκίνηση μιας διαδικασίας ανασύνθεσης και επανίδρυσης των αντισυστημικών  δυνάμεων στη χώρα μας. Γι΄ αυτό είναι ανάγκη να αρχίσει μια σοβαρή συζήτηση για την επανίδρυση σε ενιαίο οργανωτικά χώρο όσων δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ το επιθυμούν. Είναι ο μόνος τρόπος για την ουσιαστική πολιτική ένταξη της μεγάλης συνιστώσας, που αποτελούν οι ανένταχτοι της ριζοσπαστικής αριστεράς. Η παραμονή στη σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επί πολύ  αν δεν θέλουμε να διακινδυνέψουμε την ακύρωση της πιο ελπιδοφόρας προσπάθειας στο χώρο εδώ και δεκαετίες.

Η μάχη των ευρωεκλογών

Σε λίγους μήνες, ο ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει τη μάχη των ευρωεκλογών. Ο στόχος μας σ’ αυτές είναι η θετική καταγραφή στην κάλπη της σημαντικής παρουσίας μας στους αγώνες και τις πρωτοβουλίες που αναπτύχθηκαν, όλη την προηγούμενη περίοδο, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο: από τη συμμετοχή μας στις πανευρωπαϊκές κινητοποιήσεις κατά της οδηγίας Μπολκεστάϊν, της αντίθεσής μας στο ευρωσύνταγμα και τη συνθήκη της Λισσαβόνας μέχρι την επιτυχή διοργάνωση του 4ου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα και από τους αγώνες της εκπαιδευτικής κοινότητας για το άρθρο 16, την πρόσφατη εξέγερση της νεολαίας, τις μάχες που δίνουν για να αποφύγουν τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης οι αγρότες σε απόγνωση, οι εργάτες των βιομηχανιών που κλείνουν, οι επισφαλώς εργαζόμενοι και εργαζόμενες και με αφορμή τη δολοφονική επίθεση ενάντια στη Βουλγάρα συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα, μέχρι τις κινήσεις πολιτών για τους ελεύθερους χώρους (Ελληνικό, Βοτανικός, πλατεία Κύπρου κλπ) που έχουν να αντιμετωπίσουν τη διαπλοκή της πολιτικής εξουσίας με τις κατασκευαστικές εταιρείες. Οι ευρωεκλογές του Ιουνίου είναι μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε με οριστικό τρόπο τη στάση μας – και να κάνουμε την αυτοκριτική μας – απέναντι σε ενέργειες του παρελθόντος, να καταστήσουμε σαφές πως η μεγάλη πλειοψηφία του κόμματος κρίνει ως εσφαλμένη την επιλογή υπερψήφισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ, βασικού θεσμικού εργαλείου για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας στην Ευρώπη και πρωταρχικής αιτίας για την απαξίωση μεταξύ των λαών της Ευρώπης της διαδικασίας της ενοποίησης.

Οι ευρωεκλογές του Ιουνίου είναι, ταυτόχρονα, και μια ευκαιρία για το κόμμα μας, τον Συνασπισμό, να αποκαταστήσει σφάλματα του παρελθόντος σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησαν μεταξύ άλλων και στο δυσμενές αποτέλεσμα των προηγούμενων ευρωεκλογών. Αυτή τη φορά οφείλουμε να ρυθμίσουμε ψύχραιμα και χωρίς πάθος το ζήτημα των εκπροσωπήσεων μας, απέναντι σε μια «παράδοση» που θεωρεί τα βουλευτικά και ευρωβουλευτικά «αξιώματα» κεκτημένο δικαίωμα των «επωνύμων» πολιτικών «στελεχών» που, κατά σύμπτωση, είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία άνδρες. Η εξασφάλιση της πλουραλιστικής εκπροσώπησης από τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ και τους ανένταχτους – άνδρες και γυναίκες-είναι κυρίως δική μας υπόθεση, όπως δική μας υπόθεση είναι και η γυναικεία εκπροσώπηση του κόμματός μας στο Ευρωκοινοβούλιο, για πρώτη φορά από τότε που ο Συνασπισμός μετέχει στην Ευρωβουλή. Η πρόταση του Κοκκινοπράσινου Δικτύου στο σώμα του Διαρκούς Συνεδρίου είναι ο Συνασπισμός να καταλάβει την πρώτη και την τρίτη θέση του ευρωψηφοδελτίου και οι άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ την δεύτερη και την τέταρτη. Στο κόμμα μας οφείλουμε να εξασφαλίσουμε, με διπλές λίστες υποψηφίων στο εσωτερικό δημοψήφισμα, την επιλογή άνδρα και γυναίκας στις εκλόγιμες θέσεις του ψηφοδελτίου. Οφείλουμε, τέλος, να καθιερώσουμε επιτέλους τις εναλλαγές και τις μισές θητείες οι οποίες, πέραν της δυνατότητας που παρέχουν για μεγάλες (τασικές) συναινέσεις, καθώς και για την ηλικιακή και ευρύτερη ανανέωση, εμποδίζουν την μετατροπή μιας πολιτικής χρέωσης ορισμένων μελών απέναντι στο κόμμα μας και γενικότερα την Αριστερά σε πολιτική καριέρα αστικού τύπου.



Τακτική και στρατηγική της Αριστεράς (σεμινάριο του Τμήματος Θεωρίας του ΣΥΝ στον Πειραιά, Οκτώβριος 2008)

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ο δημοκρατικός δρόμος και το Πρόγραμμα της Αριστεράς

Οι αριστεροί πολιτικοί οργανισμοί , η Ριζοσπαστική Αριστερά, ο ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ, διαθέτουν  πλουσιότατο υλικό για να διαμορφώσουν τις στρατηγικές τους προτάσεις  με μεγάλη φαντασία, όσο και αληθοφάνεια., ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης που στην πραγματικότητα είναι κρίση νομιμοποίησης ολόκληρου του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού οικοδομήματος

Έχει μεγάλη πολιτική σημασία να γίνει αντιληπτό πως κάθε άλλο παρά σε θεωρητικό κενό βρισκόμαστε. Και είναι εντελώς ασυγχώρητο να λέγεται πως όποιος σήμερα αμφισβητεί τον καπιταλισμό δεν έχει να αντιπροτείνει παρά τον αλήστου μνήμης «κεντρικό σχεδιασμό» των χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» Το αντίθετο ισχύει: όσοι συνεχίζουν να αναφέρονται στην αριστερά και αποδέχονται τον καπιταλισμό ως αναγκαίο πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν απλώς να γίνουν διορθωτικές παρεμβάσεις εξανθρωπισμού είναι σε αδιέξοδο μ’  όλο που νιώθουν να είναι «μέσα στα πράγματα». Συνεχίζουν να δηλώνουν μεταρρυθμιστές. Μόνο που, φανερά, είναι μεταρρυθμιστές χωρίς μεταρρυθμίσεις.

Η στρατηγική στη Δύση

Καμιά στρατηγική αναζήτηση δεν μπορεί να έχει τύχη αν δεν κατανοεί τον χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος το οποίο θέλει να μετασχηματίσει και αν δεν διαθέτει τα απαραίτητα θεωρητικά εργαλεία για την κατανόησή του., στην προκειμένη περίπτωση τις θεωρητικές εγγραφές αυτού του πολιτικοθεωρητικού ρεύματος που ονομάσθηκε «δυτικός μαρξισμός».

Στη Δ. Ευρώπη η εργατική τάξη αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο πολύ πιο ισχυρό από την τσαρική ή την κινέζικη ολιγαρχία. Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη του αναπτυγμένου καπιταλισμού διαθέτει μια διπλή βάση εκμετάλλευσης: τη δική της εργατική τάξη και το πολυάριθμο προλεταριάτο του «Τρίτου Κόσμου» πραγματικό «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό» εύκολα καταπιεζόμενο. Η οικονομική της βάση δεν έχει κανένα κοινό σημείο μ’ αυτή των ραχητικών αστικών τάξεων της Ρωσίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Κούβας ή της Κίνας.

Δεν είναι ίδια η κοινωνική της δύναμη: η ταξική δομή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών  – κοιτίδες και προπύργια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής – είναι απείρως πιο πολύπλοκη απ’ αυτή των κυριαρχούμενων χωρών. Ο πολλαπλασιασμός των ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων δημιουργεί ένα σχεδόν συνεχές μανδύα προέκτασης μεταξύ της μεγαλοαστικής τάξης και του προλεταριάτου, που και το ίδιο ακόμα είναι βαθιά διαφορετικό. Η μικροαστική τάξη και τα ανώτατα στρώματα του προλεταριάτου σχηματίζουν τις κοινωνικές βάσεις ενός μπλοκ αστικής κυριαρχίας κάτω από την ηγεμονία του μεγάλου κεφαλαίου.

Ο χαρακτήρας της αστικής εξουσίας στη Δύση

Η οικονομική και κοινωνική αυτή δύναμη της (δυτικής) αστικής τάξης απαιτεί ένα τρόπο πολιτικής κυριαρχίας πολύ πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό από την τσαρική αυτοκρατορία ή τον δεσποτισμό των «θεών του Πολέμου»: κυριαρχία περισσότερο με συγκατάθεση παρά με καταστολή, για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Γκράμσι, συγκεκριμενοποιημένη μέσα από τις διαδικασίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και στηριγμένη σ’ ένα σύστημα «μηχανισμών ηγεμονίας» δημοσίων και ιδιωτικών που εξασφαλίζουν μακροπρόθεσμα την οργάνωση της συναίνεσης. Σ’ αυτό προστίθεται  – άλλη μια βασική διαφορά με τη Ρωσία – μια συστηματική πολιτική ενσωμάτωσης και διάσπασης των μισθωτών μαζών σε πρώτο πλάνο η διαφθορά και ενσωμάτωση των εργατικών ελίτ που έχουν το ανεκτίμητο αποτέλεσμα της ένταξης των εργατικών γραφειοκρατιών μέσα στο σύστημα.

Όπως σημείωνε ο Γκράμσι η μετάβαση στο σοσιαλισμό στις χώρες αυτές απαιτεί μια μακριά εργασία κυοφορίας, πολιτικής προετοιμασίας, όπου το εργατικό κίνημα συνειδητά και συστηματικά να δημιουργήσει τους όρους της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας. Πρέπει ειδικότερα να αποδιοργανώσει, να ουδετεροποιήσει, να αποδιαρθρώσει, να εκφυλίσει το μηχανισμό ηγεμονίας της μεγάλης αστικής τάξης.

Μπορεί να το πετύχει αναπτύσσοντας σ’ όλα τα πεδία την ενωτική και δημοκρατική αυτοοργάνωση των λαϊκών μαζών για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους και την άμεση ανάληψη απ’ αυτές των υποθέσεων τους. Είναι αυτό που ο Γκράμσι αποκαλούσε «ηγεμονική πορεία»

Η οργάνωση της συναίνεσης

Παρά τη συμπύκνωση του συσχετισμού δύναμης (εξαιτίας των λαϊκών αγώνων), οι θεσμοί (και ιδιαίτερα οι εκλογές), παραμένουν στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Δύση ουσιαστικά στοιχεία του αστικού μηχανισμού ηγεμονίας: ένας «ταυτολογικός μηχανισμός προσανατολισμένος να καταγράφει την κυριαρχία των κυρίαρχων, να επικυρώνει αυτό που υπάρχει, όπως ακριβώς το βαρόμετρο λέει τον καιρό3».

Γνωρίζουμε πως στα κράτη η αστική τάξη κυριαρχεί περισσότερο με τη «συναίνεση» παρά με την «καταστολή»: προσπαθεί να επιτύχει την προσχώρηση των κυριαρχούμενων τάξεων στις αξίες, στις προοπτικές, στις απόψεις που συνδέονται με τα ταξικά της συμφέροντα, παρά να εξαναγκάσει δια της βίας τους εργαζόμενους. Από τη θέση που καταλαμβάνει μέσα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας η αστική τάξη έχει ανάγκη αυτό τον τρόπο «ηγεμονικής» κυριαρχίας (οι δεσποτικές σχέσεις εξουσίας είναι ασυμβίβαστες με την ανάπτυξη των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων που ενσωματώνουν μεγάλο μέρος διανοητικής εργασίας) και διαθέτει γενικά τα μέσα  που επιτρέπει μια συστηματική πολιτική ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης.

Στην καπιταλιστική κοινωνία  – ακόμα και στην «αναπτυγμένη» – που διαπερνάται από τους ταξικούς ανταγωνισμούς, η οργάνωση της συναίνεσης δεν είναι καθόλου αυθόρμητη. Πραγματοποιείται οργανωμένα και συστηματικά δια μέσου ενός πολύπλοκου συνόλου μηχανισμών ηγεμονίας,, δημόσιων ή ιδιωτικών, που ξεκινούν από τα μεγάλα μέσα πληροφόρησης και μαζικής επικοινωνίας και φθάνουν στην Εκκλησία, στην οικογένεια, στο στρατό, στο σχολείο· περνώντας φυσικά από το εργοστάσιο που όπως ο καθένας γνωρίζει δεν παράγει μόνο υλικά αγαθά, αλλά ιδεολογία και κοινωνικές σχέσεις4.

Αυτή την καθημερινή εργασία οργάνωσης και αναπαραγωγής της συγκατάθεσης έρχονται οι εκλογές να επικυρώσουν περιοδικά. Οι εκλογές δεν είναι παρά ένα εργαλείο μέτρησης, μια φωτογραφία της γνώμης στη δεδομένη στιγμή. Δεν παράγουν οι ίδιες αυτή τη γνώμη. Αυτή διαμορφώνεται ουσιαστικά έξω από την εκλογική σφαίρα, μέσα στις κοινωνικές πρακτικές όπως αυτές δομούνται μέσα στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις και στους θεσμούς που τις αποκρυσταλλώνουν

Για να μην καταγράφουν οι εκλογές απλώς «την κυριαρχία των κυρίαρχων» το εργατικό κίνημα πρέπει να επεμβαίνει πολύ πριν την εκλογική μάχη, στο επίπεδο της ίδιας της διαδικασίας σχηματισμού της συναίνεσης. Πρέπει να προωθεί μια αγωνιστική αντικαπιταλιστική πρακτική που, ακριβώς, να υπονομεύει την αστική ηγεμονία, να αποσυνθέτει την ταξική συμμαχία στην οποία στηρίζεται, να θέτει σε κρίση τους «μηχανισμούς», τους θεσμούς, τις πρακτικές εκεί όπου αυτές ριζώνουν.

Τι είναι ο εκλογικισμός;

Εκλογικισμός δεν είναι το να συμμετέχεις στις εκλογές και να προσπαθείς να τις κερδίζεις, όπως για καιρό πίστευε ένας συγκεκριμένος αριστερισμός. Εκλογικισμός είναι η ιδέα ότι η εξουσία καταχτιέται με τις εκλογές και ότι οι εκλογές κερδίζονται μέσα στις προεκλογικές καμπάνιες. Ιδέα ολέθρια, που δεν σταμάτησε να φέρνει καταστροφικές ήττες  –  ακόμα και εκλογικές!

Αν θέλουμε να κερδίσουμε τις εκλογές λέει ο εκλογικισμός δεν πρέπει να αρνηθούμε βέβαια αυτούς τους αγώνες μα να υποτάξουμε το περιεχόμενο και τη μορφή τους στον εκλογικό στόχο: να τους συλλάβουμε με τέτοιο τρόπο ώστε να καθησυχάζουν και να προσελκύουν τους αναποφάσιστους εκλογείς: όχι πλατειά κοινωνικά κινήματα, (ανεξέλεγκτα πάντα), αλλά εφήμερες πράξεις στη μορφή του ελιγμού, όπως θα ταίριαζε σ’ ένα κυβερνητικό κόμμα.

Η καταγγελία του συστήματος μένει καθαρά προπαγανδιστική, όταν δεν ενσαρκώνεται μέσα σε αγωνιστικές πρακτικές και σε οργανωμένες μορφές που θα την καθιστούσαν συγκεκριμένη και νικηφόρα.. Η δουλειά των «αστικών μηχανισμών ηγεμονίας» ασκείται κατά συνέπεια πάνω σε μάζες παθητικές, εξατομικευμένες σε εκλογείς, άρα αποκτά πλήρη αποδοτικότητα,

Πρέπει να τροποποιήσουμε τους συσχετισμούς δυνάμεων μεταξύ των τάξεων εκεί όπου οι συσχετισμοί αυτοί ριζώνουν να μετασχηματίσουμε τη συνείδηση, τις πολιτικές στάσεις των εργαζομένων, εκεί όπου εγκαθιδρύονται αυτές οι στάσεις: όχι μόνο με τις αφίσες, και τις τηλεοπτικές συνεντεύξεις, αλλά μέσα στις επιχειρήσεις σε χώρους όπου ριζώνουν οι καπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης, όπου αναπτύσσεται η πρωτογενής ταξική πάλη.

Γιατί η εκλογική νίκη δεν είναι η επανάσταση, η διαδοχή στην κυβέρνηση δεν είναι η κατάκτηση της εξουσίας. Δεν είναι τίποτ’ άλλο από στιγμές απαραίτητες μα όχι επαρκείς της σοσιαλιστικής προοπτικής. Η κατάκτηση της εξουσίας πραγματοποιείται ουσιαστικά έξω από την εκλογική σφαίρα (ακόμα κι αν βρίσκει στήριγμα σ’ αυτή), με τη μαζική δράση και κινητοποίηση: με συμβούλια εργοστασίων, παραγωγικών ζωνών με εστίες αυτοδιαχείρισης, με ζώνες παραγωγής αποεμπορευματοποιημένες στην περιοχή των δημόσιων αγαθών, που εγκαθιδρύουν τον εργατικό και κοινωνικό έλεγχο μέσα στην παραγωγή, με επιτροπές γειτονιάς, συνοικιών, με κινήματα πόλης, κοινωνικές πρωτοβουλίες και αντιστάσεις, που διασφαλίζουν τον έλεγχο, και το μετασχηματισμό του κρατικού μηχανισμού και την αντικατάσταση τους από μηχανισμούς ελεγχόμενους από τις λαϊκές μάζες.

Ο σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία

Η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι, προφανώς, αναγκαία συνθήκη για την κάλυψη των βασικών αναγκών του γήινου πληθυσμού. Ο σοσιαλισμός είναι το πρόγραμμα κοινωνικής μεταβολής που διαμορφώνεται με την οπτική όσων υφίστανται την εκμετάλλευση και την καταπίεση και βάσει αξιών που προκύπτουν από την ταξική πάλη και την ευρύτερη κοινωνική σύγκρουση. Ελευθερία και ισότητα για όλες και όλους, αδελφότητα και αλληλεγγύη προς όλες και όλους, σεβασμός στην φύση, οριστική άρση των διακρίσεων ανάμεσα στα φύλα και τις φυλές.

Ο σοσιαλισμός είναι ο τρόπος που το κίνημα της ανθρώπινης χειραφέτησης επεξεργάστηκε για τη δημιουργία μιας αταξικής και αντιιεραρχικής κοινωνίας. Από αυτήν την άποψη έχει σημασία να επισημανθεί πως ο σοσιαλισμός δεν είναι αυτόνομος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, αλλά μετάβαση σε έναν νέο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό, τον κομμουνιστικό. Δεν είναι τυχαίο πως ο Μαρξ στο κείμενο το πιο σχετικό με αυτό το ζήτημα –την περίφημη Κριτική του Προγράμματος της Γκόττα- περιγράφει το σοσιαλισμό ως πρώιμη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Δεν είναι δυνατό, λοιπόν, να μιλάμε ούτε για κάποιον ειδικό σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Ο σοσιαλισμός είναι η μεταβατική κοινωνική φάση, η οποία μέσω της εξάλειψης της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και της επέκτασης της δημοκρατίας σε όλα τα πεδία της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής διαμορφώνει έναν κόσμο άξιο να τον ζουν οι άνθρωποι. Είναι μια κοινωνία συνεταιρισμένων παραγωγών, που χαρακτηρίζεται από κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, άμεση κοινωνική φύση της εργασίας, σχεδιασμό της παραγωγής για ικανοποίηση αναγκών -πράγμα που σημαίνει παραγωγή αξιών χρήσης και όχι εμπορευμάτων, απελευθέρωση από την τυραννία των νόμων της αγοράς.  Είναι η κοινωνία στην οποία η δύναμη των αποφάσεων περνάει σ΄ ολόκληρο τον πληθυσμό από την ελάχιστη μειοψηφία που τις μονοπωλεί σήμερα, η κοινωνία στην οποία κριτήριο των αποφάσεων είναι η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών –που αποτιμώνται δημοκρατικά- κι όχι το κέρδος και η συσσώρευση, η κοινωνία στην οποία η συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων εξοβελίζει τον ανταγωνισμό και μαζί μ΄ αυτόν την κολοσσιαία σπατάλη και αναποτελεσματικότητα που συνιστά η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας. Σοσιαλισμός είναι η μετάβαση σ΄ έναν  κόσμο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη της καθεμιάς και του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Είναι προφανές βέβαια πως η δέσμευση σ΄ έναν τέτοιο στόχο σημαίνει ταυτόχρονα δέσμευση σε μια διαδικασία κοινωνικών συγκρούσεων που όσο θα προσεγγίζεται ο στόχος τόσο περισσότερο θα εντείνονται. Και σημαίνει, ακόμη, την κατάστρωση μιας στρατηγικής που διευθύνει αυτήν την πορεία. Κέντρο μιας τέτοιας στρατηγικής είναι η αδιαμφισβήτητη διαπίστωση πως ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα είναι σοσιαλισμός. «Αυταρχικός σοσιαλισμός» ή ότιδήποτε τέτοιο δεν μπορεί να υπάρξει –συνιστά αντίφαση εν τοις όροις. Μ’ αυτήν την έννοια η μετάβαση είναι μια διαρκής επιδίωξη διεύρυνσης κι εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Αν δεν διασφαλίζεται αυτό, όλα τα υπόλοιπα, ο σχεδιασμός, η εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων κλπ μπορεί να δημιουργούν έναν τύπο μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, πάντως δεν συγκροτούν μια σοσιαλιστική κοινωνία. Μ’ αυτήν την έννοια, ακόμη, είναι προφανές πως οι χώρες του «υπαρκτού» δεν ήταν σοσιαλιστικές και από καμιά θετική άποψη δεν έχουν να διδάξουν κάτι στο σύγχρονο κίνημα ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων. Η αρνητική ιστορική εμπειρία, όμως, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως οποιαδήποτε διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης που υποβαθμίζει τις   δημοκρατικές απαιτήσεις στο όνομα «υπέρτερων» σκοπών είναι εναντίον πρώτα απ΄ όλα των δυνάμεων που επιδιώκουν την κοινωνική μεταβολή.

Αστικοί θεσμοί και δημοκρατικό δρόμος

Η κριτική στην σύγχρονη αστική δημοκρατία, καθ΄ όλα δίκαιη σε μια εποχή που όλο και περισσότερο αυτή μεταλλάσσεται σε ένα είδος φιλελεύθερης ολιγαρχίας,  δεν θα πρέπει από την άλλη πλευρά -πράγμα που συχνά γίνεται- να υποθέτει πως οι αστικές πολιτικές μορφές είναι ένα τέχνασμα των κυρίαρχων προκειμένου να άρχουν. Αντίθετα, η νομιμοποιητική ισχύς αυτών των μορφών σε μεγάλο βαθμό βασίζεται ακριβώς  στο γεγονός πως δεν αποτελούν ψευδαίσθηση ή απάτη: η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι πολιτικές ελευθερίες, τα νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, είναι μια απτή πραγματικότητα, η ολοκλήρωσή τους υπήρξε κυρίως έργο του εργατικού- αλλά και του γυναικείου κινήματος- και η απώλειά τους θα σηματοδοτούσε μια μεγάλη ήττα για τα κινήματα συνολικά.

Ιστορικά  η αντιπροσωπευτική αστική δημοκρατία επιχειρήθηκε να περιοριστεί σ’ ένα μικρό κλάσμα του πληθυσμού, σ’ ένα τμήμα των ιδιοκτητριών τάξεων και διευρύνθηκε τελικά ως αποτέλεσμα έντονων και παρατεταμένων αγώνων σε σύγκρουση με την μανιώδη αντίσταση  των φιλελεύθερων αστικών τάξεων. Άρα, η σημερινή αντιπροσωπευτική δημοκρατία,  τόσο ως έκταση όσο και ως θεσμική συγκρότηση υπάρχει μόνο λόγω των λαϊκών αγώνων των δύο τελευταίων αιώνων

Σοσιαλισμός και δημοκρατικός δρόμος

Η σύλληψη του καπιταλιστικού κράτους ως σχέσης, η πεποίθηση  πως το τελευταίο δεν είναι ούτε εργαλείο στα χέρια της αστικής τάξης ούτε υποκείμενο  που  ασκεί αυτόνομα τις εξουσίες του, στηρίζεται ακριβώς στην επίγνωση πως οι λαϊκοί αγώνες, η ταξική πάλη είναι παράγοντας συγκρότησης του κράτους, όπως υφίσταται στην πράξη. Η στρατηγική πρόταση του δημοκρατικού δρόμου είναι λογικό επακόλουθο αυτής της επίγνωσης: αν η ταξική πάλη διατρέχει τους κρατικούς θεσμούς, μια διπλή κίνηση μέσα και έξω από το κράτος μπορεί να οδηγήσει  στην επικράτηση του κινήματος, που επιδιώκει την ανατροπή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων και την αντικατάστασή της από μια σοσιαλιστική  κοινωνική δομή.

Η διεύρυνση της δημοκρατίας είναι ουσιώδες στοιχείο αυτού που στην παράδοση του μαρξισμού ονομάστηκε διαδικασία «μαρασμού του κράτους». Απ΄ αυτήν την άποψη το θεμελιώδες είναι πώς να συλλάβουμε ένα ριζικό μετασχηματισμό του κράτους συναρθρώνοντας τη διεύρυνση και το βάθεμα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και των ελευθεριών με την ανάπτυξη μορφών άμεσης δημοκρατίας στη βάση και τη διασπορά αυτοδιαχειριστικών εστιών, με την επέκταση της αυτοδιεύθυνσης ως κύριου χαρακτηριστικού της μετάβασης.

Δημοκρατικός δρόμος σημαίνει μια πορεία ουσιαστικών διαρθρωτικών αλλαγών που το κορυφαίο σημείο τους –και θα υπάρξει αναγκαστικά ένα τέτοιο σημείο- βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών και πάνω στο στρατηγικό πεδίο του κράτους. Ο δημοκρατικός δρόμος είναι εκείνη η στρατηγική που προετοιμάζει την ιστορική ρήξη επιτυγχάνοντας θεσμικές μεταβολές στην προοπτική του σοσιαλισμού.

Όλες οι μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τη δυνατότητα συλλογικής δράσης των ανθρώπων σήμερα, όλες οι επιλογές που μειώνουν την επικράτεια του εμπορεύματος, όλες οι θεσμικές αλλαγές που επιτρέπουν την αμεσοδημοκρατική παρέμβαση του πληθυσμού  είναι πολιτικές νίκες του κινήματος από την σκοπιά του σοσιαλισμού. Είναι πολιτικές παρεμβάσεις που ξεκόβουν τόσο από μια αριστερίστικη σωτηριολογική προσμονή μιας απρόβλεπτης στην πράξη κατάστασης επαναστατικής κρίσης και δυαδικής εξουσίας όσο –και πιο έντονα- με μια ρεφορμιστική προκήρυξη θεσμικών αλλαγών, που μεταρρυθμίζουν τον καπιταλισμό χωρίς να τον κλονίζουν ούτε κατ΄ ελάχιστο

Το Πρόγραμμα

Ιστορική υπενθύμιση: Τα προγράμματα των πρώτων εργατικών κομμάτων (της 1ης και 2ης Διεθνούς) ήταν προγράμματα αρχών και δευτερευόντως αιτημάτων που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε μεταβατικά, παρότι περιείχαν και τέτοια αιτήματα. Ο ίδιος ο Μαρξ έδωσε σκληρές μάχες με τους αναρχικούς οι οποίοι ήταν ενάντια στους συνδικαλιστικούς αγώνες και αιτήματα ή και ενάντια στην πολιτική, αλλά επέμεινε επίσης μέχρι τέλους στη συγκρότηση της μαζικής εργατικής πρωτοπορίας πάνω σε ξεκάθαρες αντικαπιταλιστικές και διεθνιστικές αρχές. Ο πυρήνας λοιπόν των προγραμμάτων των εργατικών κομμάτων της εποχής αυτής ήταν τα θεμελιώδη μέτρα για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας.. Η έμφαση λοιπόν στα προγράμματα των πρώτων εργατικών κομμάτων ήταν σε μέτρα θεμελίωσης του σοσιαλισμού (κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, κατάργηση της μισθωτής εργασίας, κατάργηση του αστικού κράτους και εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, κατευθύνσεις για τις ταξικές συμμαχίες του προλεταριάτου κ.λπ.).

Το σχίσμα και η ενοποίηση της τάξης

Η προσχώρησης της ηγεσίας των κομμάτων της 2ης Διεθνούς στον Πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και το επαναστατικό κύμα που σάρωσε την ευρωπαϊκή ήπειρο στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα δημιούργησαν το πρώτο μεγάλο σχίσμα στους κόλπους του εργατικού κινήματος, καθώς ενάντια στη ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατία που προσχώρησε στην ιμπεριαλιστική σφαγή δημιουργήθηκαν τα Κομμουνιστικά κόμματα και η 3η Διεθνής. Για τους επαναστάτες αυτής της περιόδου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήταν «αστικά εργατικά» κόμματα: η πολιτική τους εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της αστικής τάξης, αλλά εκπροσωπούσαν πολιτικά τις δυνάμεις προσαρμογής μέσα στην εργατική τάξη, τα πιο συμβιβασμένα κομμάτια της, ή -με μια άλλη ανάγνωση- τα μη επαναστατικά κομμάτια της. Η πολιτική εκπροσώπηση της τάξης διασπάστηκε, το ζήτημα της ενότητας στο κίνημά της έμπαινε πλέον με νέους όρους. Η απόσπαση μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης από την πολιτική επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, η πολιτική εκπροσώπηση της πλειονότητας της εργατικής τάξης από το επαναστατικό κόμμα και ακόμα παραπέρα η διαμόρφωση μιας μεγάλης κοινωνικής συμμαχίας για την ανατροπή του καπιταλισμού έγιναν τα βασικά «μοτίβα» της επαναστατικής πολιτικής.

Η επιμονή στις αρχές εξακολουθεί να τίθεται με έμφαση, αλλά στόχοι, αιτήματα και κοινές μάχες που επανενοποιούν την τάξη στη μάχη και συγκροτούν ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες για την ανατροπή του συστήματος αποκτούν εξαιρετική σπουδαιότητα. Αυτό αναπόφευκτα φέρνει και μια μετατόπιση του κέντρου βάρους του προγραμματικού λόγου προς τον «μεταβατικό» προγραμμα.

Το μεταβατικό πρόγραμμα

Ήδη γι’ αυτούς τους λόγους έχει θεμελιωθεί η ανάγκη για την έννοια του μεταβατικού προγράμματος, που θα γεφυρώνει σε μια ενότητα πολιτικής τους θεμελιώδεις σοσιαλιστικούς στόχους της επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας με τους στόχους και αιτήματα πάλης στο σήμερα που έχουν τη δυνατότητα να «υποκινούν» μαζικούς αγώνες με ανατρεπτική δυναμική και που έχουν την ικανότητα να «γεφυρώνουν» τη σοσιαλιστική στοχοθεσία με το σημερινό επίπεδο συνείδησης του κινήματος των καταπιεσμένων. Η κωδικοποίηση αυτής της λογικής έγινε από τον Τρότσκι με το μεταβατικό πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς το 1938.

Στον αντίποδα, ο σταλινισμός (που είχε ήδη προ πολλού επικρατήσει στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα), εισήγαγε μια άλλη λογική, γνωστή ήδη από το ρεφορμισμό της Δεύτερης Διεθνούς: τη διάκριση ανάμεσα σε «μίνιμουμ» και «μάξιμουμ» πρόγραμμα. Το μίνιμουμ ήταν για τους αγώνες του σήμερα και το μάξιμουμ για τη σοσιαλιστική κοινωνία του αύριο. Αυτή η αποσύνδεση των σημερινών αγώνων και αιτημάτων από τη σοσιαλιστική προοπτική -γνωστή επίσης από το ρεφορμισμό της Β’ Διεθνούς- είχε διπλό αρνητικό αποτέλεσμα:

Αφενός, ο σοσιαλισμός μετατράπηκε σε απώτατο «ευγενή στόχο» αποσυνδεμένο από τη δυναμική του σήμερα, κάτι σαν τη Δευτέρα Παρουσία των χριστιανών, και άρα απαξιώθηκε σε «πολιτισμικό στοιχείο» της αριστερής κουλτούρας. Αυτή η διαρκής αποσύνδεση από τους αγώνες του σήμερα και άρα απαξίωση του «τελικού στόχου» είχε αποτέλεσμα την πλήρη απαξίωσή του και τελικά την «εκδίωξή» του από τα προγράμματα των σοσιαλιστικών αλλά και των κομμουνιστικών κομμάτων της ύστερης μεταπολεμικής περιόδου.

Αφετέρου, η στοχοθεσία των αγώνων του σήμερα, το «μίνιμουμ» πρόγραμμα, απαλλαγμένο από το «βαρύ φορτίο» της σοσιαλιστικής προοπτικής, εκφυλλίστηκε σε συνδικαλιστική θεματολογία ή σε πολιτικούς στόχους μεταρρύθμισης του αστικού κράτους – ως «στάδια» προσέγγισης στο σοσιαλισμό.

Η συντριπτική επικράτηση της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού στην Αριστερά κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες,  οδήγησαν σε πλήρη απαξίωση γενικά του προγράμματος, σε οποιαδήποτε εκδοχή του. Η Αριστερά επένδυε τις δυνάμεις της σε μέτωπα αντίστασης, σε καμπάνιες, σε κινήματα και εξανλούνταν σε τακτικές και σε κοινοβουλευτικές «στρατηγικές» για την «άλωση» ή το «μετασχηματισμό» του αστικού κράτους.

Από τη «σχηματική αυτή ιστορική διαδρομή» προκύπτει ότι το πρόγραμμα (πρέπει να) είναι το κατεξοχήν στοιχείο ταυτότητας της Αριστεράς η οποία επαγγέλλεται την ανατροπή του καπιταλισμού και το σοσιαλισμό. Η σχετικοποίηση της σημασίας του και η τελική του εξαφάνιση από τα στοιχεία ταυτότητας της Αριστεράς ήταν αποτέλεσμα και σύμπτωμα της διαλυτικής ιστορικής κρίσης στην οποία περιέπεσε.

Με αυτή την έννοια πρέπει να επανέλθουμε στα τρία βασικά συστατικά του προγράμματος για να ξεκαθαρίσουμε τη μεταξύ τους σχέση.

1. Πρώτο, οι θεμελιώδεις στόχοι αρχών: Σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι νωρίς για να έχουμε τις κατακτήσεις που μας χρειάζονται: για πολλούς λόγους, η «αποκατάσταση της βλάβης» δεν μπορεί να αρχίσει από τα ζητήματα αρχών. Η συζήτηση στην Αριστερά για το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», υπό το βάρος της ιστορικής κατάρρευσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και της βαθιάς ιδεολογικής κρίσης, είναι ακόμη σε πολύ πρωτόλειο στάδιο για να μπορεί να θεμελιώσει ξανά τους βασικούς σοσιαλιστικούς προγραμματικούς στόχους στις συνθήκες του σύγχρονου καπιταλισμού. Ωστόσο, η επίκληση του σοσιαλισμού, η επανανομιμοποίησή του στα ντοκουμέντα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς  και η συστημική κρίση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος αλλά και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης κάνουν επιτακτική την ανάγκη να αρχίσει να ξαναγράφεται το κεφάλαιο των θεμελιωδών σοσιαλιστικών στόχων.

2. Δεύτερο, το κεφάλαιο του προγράμματος που αφορά τα μεταβατικά αιτήματα. Κάποιοι το ονομάζουν «μίνιμουμ πρόγραμμα», κάποιοι άλλοι «αντι-νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα», ενώ κάποιοι πιστεύουν ότι είναι η απλή άθροιση των αιτημάτων που προβάλλουν και παλεύουν τα κινήματα. Στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα απ’ αυτά. Δεν είναι «μίνιμουμ πρόγραμμα»Πρώτον διότι δεν είναι το λιγότερο για το οποίο μπορούμε να παλέψουμε: η νικηφόρα υλοποίηση αυτού του προγράμματος ισοδυναμεί με μια μεγάλης κλίμακας ρήξη με το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Δεύτερον, διότι δεν στοχεύει στην εγκαθίδρυση μιας άλλης «ρύθμισης» του καπιταλισμού, αλλά είναι μάλλον εργαλείο για την εκκίνηση μιας διαδικασίας «διαρκών ρήξεων» με σοσιαλιστική δυναμική και στοχοθεσία  μαζί του

3. Προφανώς, τα μεταβατικά αιτήματα σχετίζονται και σε τελική ανάλυση προκύπτουν από τα κινήματα: Πολλές φορές άμεσα, ακόμη περισσότερες φορές όμως έμμεσα και με καθόλου προφανή τρόπο. Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι κατεξοχήν πολιτικό πρόγραμμα. Περιλαμβάνει ασφαλώς βασικά αιτήματα μάχης, αλλά είναι διαποτισμένο από μια λογική κατακτήσεων που ξεπερνούν τις ανοχές του συστήματος στη δεδομένη φάση και εγκαινιάζουν διαδικασίες ανατροπών, στους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς αλλά και στη συνείδηση των αγωνιστών/στριών του κινήματος.

Κοινωνικές συμμαχίες

Οι διαδραματιζόμενοι μετασχηματισμοί στην ταξική δομή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών  – παρακμή της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης και μεγάλη επέκταση των μισθωτών – τροποποιούν ταυτόχρονα και την αιχμή του προβλήματος και τους όρους επίλυσης του: το πρόβλημα δεν είναι πια τόσο η συμμαχία με την προσκολλημένη στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής παραδοσιακή μικροαστική τάξη, αλλά η ενοποίηση, ιδεολογική και πολιτική, των μισθωτών στρωμάτων. Αν μέσα από τις λειτουργίες που επιτελεί στην παραγωγική διαδικασία, μέσα από το επίπεδο μισθού .της, κλπ. ένα μέρος των νέων μισθωτών (διοικητικά στελέχη, επιστάτες, διδάσκοντες…) σχηματίζει μια νέα μικροαστική τάξη, η μεγάλη πλειοψηφία των νέων μισθωτών δημιουργεί νέα στρώματα στην καρδιά του προλεταριάτου: οι ταχυδρομικοί, οι φαρμακοποιοί, οι κατώτεροι υπάλληλοι τραπεζών και εμπορίου, οι τεχνικοί και μηχανικοί παραγωγής κλπ, είναι εκμεταλλευόμενοι που υπόκεινται στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Έχουν αντικειμενικά συμφέρον στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, στη σχεδιασμένη αυτοδιαχείριση της οικονομίας.

Η αναζήτηση της πολιτικής του ενοποίησης και κινητοποίησης είναι πολύ πιο σημαντική. Είναι αυτό ακριβώς που υποδεικνύει ο Αλτουσέρ όταν υπογραμμίζει ότι η νίκη στην Γαλλία (στη δεκαετία του 80) περνά περισσότερο από την κατάκτηση του 37% των εργατικών ψήφων που πάνε στη δεξιά ή στην αποχή, παρά από την έλξη του μετριοπαθούς μικροαστικού εκλογικού σώματος.

Με αυτή την ανάλυση στις σημερινές συνθήκες οι κοινωνικές αναφορές της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να είναι άλλες από τις δυνάμεις της εργασίας, τους μισθωτούς, τους εργαζόμενους στην επισφάλεια και στην εργασιακή περιπλάνηση, στους νέους και τις νέες, τη γενιά των 700 ευρώ, τους μετανάστες, άνδρες και γυναίκες.