Οι πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος του δημόσιου χρέους
15/07/2011, 11:29 πμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες: , ,
Η εισήγηση του Γιάννη Δραγασάκη στο Διεθνές Συνέδριο «Δημόσιο χρέος και πολιτικές λιτότητας στην Ευρώπη: Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς», που διοργανώσαν το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ο Συνασπισμός και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς
Του Γιάννη Δραγασάκη

Το πρόβλημα της δημόσιας και της ιδιωτικής υπερχρέωσης αναδεικνύεται ολοένα και πιο έντονα σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες, μαζί και στην Ελλάδα, αποτελεί κορυφαίο κοινωνικό, οικονομικό και πρωτίστως πολιτικό πρόβλημα. Διότι ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών που έχουν τις ρίζες τους στη μακρόχρονη άνιση διανομή των εισοδημάτων και σε προβλήματα της πραγματικής οικονομίας. Ήταν μια συνειδητή επιλογή στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που κυριάρχησαν, με στόχο την αποκομιδή εύκολων κερδών από τις τράπεζες κυρίως, αλλά όχι μόνο, την πρόσκαιρη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων και την άμβλυνση των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού με μια μεγέθυνση που γινόταν με την διαρκή στήριξη του δανεισμού. Δεν πρόκειται λοιπόν περί λάθους, αλλά είναι μια συνειδητή και συστημική επιλογή.
Στη χώρα μας ειδικά, ενώ ο συνολικός δανεισμός αυξανόταν επί χρόνια,πολύ πιο γρήγορα από την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, πράγμα που διαρκώς επισημαίναμε μέσα και έξω από τη βουλή, οι ελληνικές κυβερνήσεις αλλά και οι τράπεζες δανείζονταν και δάνειζαν ανέμελα. Και τούτο γιατί, όπως κάποια στιγμή αναγνώρισε ο Πρόεδρος του Eurogroup κ. Γιούνκερ, ήταν μεγάλα τα κέρδη που προέκυπταν για ξένα και για ελληνικά συμφέροντα μέσα από αυτή την ανακυκλούμενη βιομηχανία δανεισμού, την αντίστοιχη κατανάλωση και τις αντίστοιχες εισαγωγές. «Τα ξέραμε» δήλωσε ο κ. Γιούνκερ «από καιρό». Τότε γιατί, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, ζητάνε θυσίες από τον ελληνικό λαό και όχι από όσους, μέσα και έξω από την Ελλάδα, καρπώθηκαν τα κέρδη; Τώρα οι ιθύνοντες, σε Ελλάδα και Ευρώπη, προσπαθούν να ενοχοποιήσουν τους εργαζόμενους, για να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες.
Το πρόβλημα του δημόσιου χρέους είναι όχι μόνο πολιτικό αλλά και βαθύτατα ταξικό. Διότι κατά βάση προκύπτει από την κοινωνικοποίηση, μέσω του κράτους, του κόστους των κρίσεων και ζημιών του ιδιωτικού τομέα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Ιρλανδία. Με δημόσιο χρέος 27% πριν από την κρίση, απειλείται τώρα με χρεοκοπία διότι το κράτος απορρόφησε τις ζημιές των τραπεζών. Το ίδιο φαινόμενο, μετατροπή δηλαδή του ιδιωτικού χρέους σε δημόσιο, παρατηρείται στην Πορτογαλία, την Ισπανία και αλλού.
Σε μας αυτό βέβαια έγινε και από παλαιότερα, σε προηγούμενες κρίσεις. Το ελληνικό δημόσιο χρέος δημιουργήθηκε κυρίως τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν από 22%, που ήταν το 1980, έφτασε το 98% το 1993 και σήμερα, μετά την κρίση, τη στήριξη των τραπεζών και την ύφεση που προκαλεί η πολιτική του Μνημονίου, εκτιμάται στο πρωτοφανές ύψος του 150% του ΑΕΠ.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα του δημόσιου χρέους επιτείνεται και από ειδικότερες αιτίες. Μελέτες Ελλήνων οικονομολόγων, εκθέσεις του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλων φορέων μας επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε τρεις, τις πιο σημαντικές, που είναι:
α) Η φορολογική ασυλία των ισχυρών, η διάχυτη φοροδιαφυγή και η υστέρηση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τα μέσα επίπεδα της ευρωζώνης.
β) Οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και οι εξοπλισμοί, που ευθύνονται για το 1/3 περίπου του πριν την κρίση χρέους.
γ) Η απουσία κάθε συστήματος ελέγχου και αξιολόγησης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας των δημόσιων δαπανών και η μετατροπή του δημοσίου σε χώρο ελεύθερης δράσης των ιδιωτικών συμφερόντων, ιδίως μετά την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Άρα δεν ευθύνεται το κράτος γενικώς, όπως λένε, οι απολογητές του ισχύοντος συστήματος αλλά η περαιτέρω υποταγή του κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα και σε ιδιοτελείς συμπεριφορές και πρακτικές.
Ενώ όμως το δημόσιο χρέος, όπως είδαμε, προϋπήρχε, αλλά ήταν διαχειρίσιμο μέχρι και το 2009, η μετεξέλιξή του σε ανοιχτή κρίση και ο αποκλεισμός από τις αγορές δανεισμού δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο ενδογενών αιτιών. Πέρα από τις ευθύνες της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ήταν αποτέλεσμα αφ’ ενός της διεθνούς κρίσης και αφ’ ετέρου της νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της Νομισματικής Ένωσης, των εγγενών ελλειμμάτων και αντιφάσεων του ευρώ, της απουσίας μηχανισμών κοινού δανεισμού και κοινής άμυνας απέναντι στην κερδοσκοπία και την  παντοδυναμία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σήμερα τα ελλείμματα αυτά, λίγο ως πολύ, αναγνωρίζονται. Επίσης πολλοί, ακόμη και κορυφαίοι παράγοντες της Ε.Ε., αναγνωρίζουν ότι το μέγεθος και το οικονομικό κόστος της ελληνικής κρίσης μεγάλωσε εξαιτίας των προβλημάτων αυτών αλλά και της σκόπιμης ολιγωρίας της Γερμανίδας καγκελαρίου κας Μέρκελ και των ευρωπαϊκών αρχών.

Ριζική λύση με κοινή αριστερή ευρωπαϊκή στρατηγική

Από την ανάλυση αυτή προκύπτουν δύο διαπιστώσεις και ένα συμπέρασμα.
Διαπίστωση πρώτη:  Το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος των 300 περίπου δις ευρώ αντιπροσωπεύει ένα κεφάλαιο που δεν υπάρχει πλέον ούτε ως χρήμα ούτε ως παραγωγική δυνατότητα. Είναι ένα κεφάλαιο που έχει αναλωθεί σε μια κατανάλωση που δεν υπάρχει πλέον, σε εξοπλισμούς οι οποίοι δεν παράγουν εισόδημα, σε υποδομές που φθείρονται ή αντιπροσωπεύει κέρδη και φοροκλοπές που και τα δύο έχουν, σε μεγάλο βαθμό, φυγαδευτεί στο εξωτερικό. Άρα, αυτό το συσσωρευμένο χρέος, ως αναλωθέν κεφάλαιο, δεν μπορεί να αναπαραχθεί, δεν μπορεί να δώσει εισόδημα, άρα δεν μπορεί να πληρωθεί.
Αν το πλεόνασμα από την όποια μελλοντική ανάκαμψη χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή αυτού του παλαιού και αναλωθέντος πια κεφαλαίου, όπως προβλέπει το Μνημόνιο και υποστηρίζει η κυβέρνηση, η Ελλάδα θα μείνει αιωνίως υπερχρεωμένη, αν δεχθούν να την δανείζουν φυσικά, η οικονομία θα μπει σε μακροχρόνιο μαρασμό και η κοινωνία θα γνωρίσει την εξαθλίωση. Αν πουληθεί η δημόσια περιουσία, όπως ζητείται επιτακτικά, για να αποπληρωθεί αυτό το παλαιό χρέος, αυτό θα ήταν μια ληστεία προς τις νέες γενιές και μια ταπείνωση διαρκείας. Κάνει εντύπωση που οι πιέσεις αυτές έρχονται κυρίως από μια χώρα που ο λαός της έχει ταπεινωθεί στο παρελθόν και γνωρίζει επομένως καλά τις μακροχρόνιες συνέπειες τέτοιων ταπεινώσεων.
Διαπίστωση δεύτερη: Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να εξυπηρετηθεί ένα μέρος αυτού του αναλωθέντος κεφαλαίου, του παλαιού χρέους δηλαδή, είναι μέσω μιας νέας ανάπτυξης, η οποία όμως για να επιτευχθεί απαιτεί νέους πόρους. Θεωρητικά θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και όλο το χρέος και μακροχρόνια να αποσβεσθεί, όπως έγινε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το χρέος των ΗΠΑ και άλλων χωρών, μέσω μιας ισχυρής και διαρκούς ανάπτυξης. Όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας προοπτικής απαιτεί ριζική αλλαγή της κυρίαρχης ευρωπαϊκής πολιτικής, ένα πανευρωπαϊκό αναπτυξιακό σχέδιο και μαζική μεταφορά μη δανειακών πόρων, όπως είχε γίνει μεταπολεμικά με το σχέδιο Μάρσαλ.
Το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους  καλούμαστε λοιπόν να το προσεγγίσουμε καταρχήν στρατηγικά και όχι λογιστικά. Και έχουν δίκιο όσοι, όπως ο Ζακ Ατταλί σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, μας καλούν να σκεφθούμε το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους με όρους ενός «καλού» και ενός «κακού» χρέους. Το «καλό» χρέος είναι το νέο χρέος που πρέπει να υπάρξει, με φειδώ ασφαλώς, μόνο για αναπτυξιακούς σκοπούς και το «κακό», είναι το χρέος που έρχεται από το παρελθόν, το οποίο θα πρέπει να απορροφηθεί από κάποιον ευρωπαϊκό ή διεθνή φορέα, μέσω του οποίου θα μπει σε μια διαδικασία μακροχρόνιας απόσβεσής του. Ίσως έχουν δίκιο, για να αναφερθώ σε μια διαφορετική πρόταση, επίσης, το Δίκτυο Ευρωπαίων Οικονομολόγων, ο καθηγητής Βαρουφάκης και όλοι όσοι υποστηρίζουν, καιρό τώρα, πως ένα μέρος των εθνικών χρεών πρέπει να απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να αδρανοποιηθεί. Άλλωστε αυτό δεν κάνουν και η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ μέσω των κεντρικών τραπεζών; Η κοινή ιδέα εδώ είναι πως το παλιό χρέος, το πεθαμένο κεφάλαιο, δεν θα πρέπει να πνίξει, κρατώντας δέσμιο, το ζωντανό κεφάλαιο και μαζί μ’ αυτό ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία, σε ένα εξαντλημένο παρελθόν.
Αυτές είναι οι διαπιστώσεις. Το συμπέρασμα, που υποσχέθηκα, είναι ότι υπάρχει προοδευτική λύση στο πρόβλημα του χρέους. Όμως η λύση αυτή περνά μέσα από μια διαπραγμάτευση με δύο κυρίως επίδικα θέματα: το πρώτο είναι η μείωση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του σε ανεκτά επίπεδα και το δεύτερο είναι η χρηματοδότηση της ανάκαμψης, της ανασυγκρότησης της οικονομίας και της νέας ανάπτυξης. Εννοείται πως στην εξειδίκευση μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει να διευκρινιστούν πολλά θέματα. Για παράδειγμα, ορισμένοι δικαιούχοι, όπως ασφαλιστικά ταμεία σε Ελλάδα και Ευρώπη, ή μικροαποταμιευτές, θα πρέπει να εξαιρεθούν από το όποιο κόστος ή να αποζημιωθούν. Επίσης η ρύθμιση του Δημόσιου Χρέους, για να έχει πρακτικό αποτέλεσμα, πρέπει να περιλαμβάνει τη ρύθμιση του χρέους των τραπεζών και μέρος του ιδιωτικού χρέους, ιδίως αυτό των φτωχών νοικοκυριών. Ακόμη πρέπει να προβλεφθεί μια ρήτρα ώστε σε περίπτωση ύφεσης ή υψηλής ανεργίας να μειώνεται ή και να παγώνει προσωρινά η εξυπηρέτηση του χρέους.
Μπορούμε λοιπόν να εργασθούμε για μια πολυμερή ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος, τις ανισότητες και τις αναπτυξιακές ασυμμετρίες στην Ευρώπη, που θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά με τρόπο ριζικό και συνολικό για όλες τις χώρες και θα θέσει την ευρωπαϊκή προοπτική σε νέες βάσεις. Η άλλη επιλογή είναι να αφεθούν τα προβλήματα να σέρνονται μέσα σε ατέρμονες διμερείς και αποσπασματικές διαπραγματεύσεις, πιέσεις, εκβιασμούς και επαναλαμβανόμενες κρίσεις.
Πιστεύω πως η πρώτη εκδοχή πρέπει να είναι η επιλογή μας. Υπάρχουν όμως δυνατότητες να φτάσουμε σε μια τέτοια προοπτική; Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι μια τέτοια ρύθμιση έχει παραπλήσια λογική με τη ρύθμιση που πέτυχε η Γερμανία το 1953 στα δικά της χρέη. Άρα δεν είναι μια λύση εξωπραγματική.
Μπορούμε να πούμε επίσης ότι, σε αντίθεση με το κλίμα που υπήρχε ένα χρόνο πριν, το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους αρχίζει να συνειδητοποιείται ως ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο πρόβλημα. Αρχίζει να συνειδητοποιείται ότι το πρόβλημα, στ’ αλήθεια, δεν είναι το δημόσιο χρέος από μόνο του αλλά η ύφεση, το ιδιωτικό χρέος, το χρέος των τραπεζών και η συνέχιση της πολιτικής που δημιουργεί το χρέος. Άρα και εκεί που σήμερα δεν υπάρχει πρόβλημα Δημόσιου Χρέους, αύριο μπορεί να εμφανισθεί. Αρχίζει έτσι να αναπτύσσεται ένας ευρύτερος προβληματισμός και από δυνάμεις πέραν της Αριστεράς, ακόμη και παράγοντες της σοσιαλδημοκρατίας που, μαζί με τις προτάσεις του ΚΕΑ, του Δικτύου Ευρωπαίων Οικονομολόγων, του Attac, και πολλών άλλων κοινωνικών και επιστημονικών οργανώσεων και παραγόντων, συγκροτούν τον πυρήνα μιας προοδευτικής ευρωπαϊκής απάντησης στο πρόβλημα του χρέους. Αν και ο διάλογος συνεχίζεται με συγκλίνουσες όσο και αποκλίνουσες απόψεις, βασικά σημεία μιας τέτοιας πολιτικής είναι:
Πρώτο, να επιτραπεί ο κατευθείαν δανεισμός και των κρατών από την ΕΚΤ, όπως συμβαίνει και με τις τράπεζες.
Δεύτερο, να δημιουργηθεί κοινός μηχανισμός δανεισμού για την έκδοση ευρωομολόγων που, υπό όρους και προϋποθέσεις, θα μπορούσε να περιορίσει τη δύναμη των αγορών να κερδοσκοπούν με τις διαφορές επιτοκίων.
Τρίτο, να μετατραπεί μέρος των εθνικών χρεών σε κοινό ευρωπαϊκό χρέος.
Τέταρτο, να γίνει διαγραφή, αδρανοποίηση ή επαναγορά μέρους του χρέους με τους πόρους ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή και της περιουσίας.
Πέμπτο, να εξασφαλισθεί αναπτυξιακή ώθηση σε όλη την Ε.Ε., με αιχμή την απασχόληση, την κοινωνική ανάπτυξη και την αλληλεγγύη, μέσα από έναν ενισχυμένο προϋπολογισμό και νέους θεσμούς διαφανείς και δημοκρατικά ελεγχόμενους. Μια τέτοια συναφής πρόταση θα παρουσιασθεί στο Συνέδριό μας από το σ. Βουρτς, την τελευταία ημέρα του Συνεδρίου.
Υπάρχουν λοιπόν λύσεις, μέσα από ένα διαφορετικό ρόλο της ΕΚΤ, που θα μπορούσαν να δώσουν άμεση διέξοδο και ταυτόχρονα να συμβάλλουν στον αγώνα ενάντια στο μισθολογικό, το φορολογικό και τον κοινωνικό ανταγωνισμό, ενισχύοντας την αλληλεγγύη. Ο βαθύτερος λόγος που αυτές οι λύσεις δεν υιοθετούνται δεν είναι εμπόδια θεσμικού ή τεχνικού χαρακτήρα. Ο λόγος είναι ότι, αν υιοθετούνταν, θα κλόνιζαν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και τη συναίνεση, που έχει διαμορφωθεί πάνω σ’ αυτήν, ανάμεσα στην ευρωπαϊκή δεξιά και μεγάλα τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι λοιπόν αυτές οι συναινέσεις και οι διαμορφωμένοι συσχετισμοί που πρέπει να ανατραπούν για να ανοίξει ο δρόμος για προοδευτικές λύσεις, και όχι μόνο για το πρόβλημα του χρέους.

Νομικές και ηθικές διαστάσεις του χρέους

Αναφέρθηκα στο πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα του χρέους και εξέθεσα μια επιχειρηματολογία υπέρ της μερικής τουλάχιστον διαγραφής ή αδρανοποίησης του συσσωρευμένου χρέους, που προκύπτει από την κατανόηση του χρέους με όρους πολιτικής οικονομίας. Όμως σημαντικές είναι και οι νομικές και οι ηθικές ακόμη διαστάσεις του προβλήματος του χρέους.
Πόσο ηθικό είναι το κάθε νήπιο που θα γεννιέται απ’ εδώ και πέρα στην Ελλάδα να ξεκινάει τη ζωή του με χρέος (κατά κεφαλή) 30.000 ευρώ; Και ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να βεβαιώσει για το άμεμπτο των δανειακών συμβάσεων του ελληνικού κράτους, μετά από όσα έχουν αποκαλυφθεί γύρω από το σκάνδαλο της Siemens και όχι μόνο;
Πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από πολίτες, κόμματα και βουλευτές, για τον έλεγχο του χρέους, μπορούν να έχουν θετική συμβολή στην αποκάλυψη και τέτοιων πτυχών. Θα πρότεινα μάλιστα να τροποποιηθεί άμεσα ο Κανονισμός της Βουλής -δεν είναι δύσκολο-, ώστε στη σχετική επιτροπή για τη διερεύνηση και τον έλεγχο του χρέους, που ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να συσταθεί, να μπορούν να συμμετάσχουν ως ισότιμα μέλη και εκπρόσωποι συλλογικών φορέων και  ειδικοί επιστήμονες, όπως έχει γίνει και σε άλλες χώρες.
Αναφέρθηκα επίσης σε μια διαπραγμάτευση πολιτική. Εδώ προκύπτει ο ρόλος των πολιτικών υποκειμένων. Μπορεί π.χ. η σημερινή ελληνική κυβέρνηση και, κυρίως, θέλει να συγκρουσθεί με λογικές και συμφέροντα που ως τώρα έδειξε να υπηρετεί τυφλά;
Προφανώς είναι στο χέρι του ελληνικού λαού να αναδείξει μια κυβέρνηση που θα έχει τη βούληση και τη δύναμη, στηριγμένη στον ίδιο το λαό, να αγωνισθεί για να απαλλάξει την κοινωνία από τον κίνδυνο ενός μακροχρόνιου μαρασμού. Όμως, σε κάθε περίπτωση, πρέπει, αυτή τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, να την κατανοήσουμε συνυφασμένη με την ενεργή παρουσία του λαϊκού παράγοντα, των συνδικάτων, των κινημάτων, των προοδευτικών επιστημόνων και εδώ και στην Ευρώπη.
Δεν πρέπει να μας τρομάζει το πρόβλημα. Δεν πρέπει να μας φοβίζουν οι δυσκολίες. Όμως δεν πρέπει να υποτιμούμε τη δυνατότητα του χρηματιστικού καπιταλισμού όχι μόνο να συγκεντρώνει τον πλούτο, αλλά και να αποκεντρώνει το ρίσκο, να διαχέει τον κίνδυνο, να σκορπά το φόβο μέσα στην κοινωνία. Υπάρχει λοιπόν και ένα θέμα αντίστασης και σε αυτό το επίπεδο. Υπάρχει θέμα ορθής ενημέρωσης. Χρειαζόμαστε επομένως πυκνό συντονισμό, δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών και κινητοποίησης.

Ρύθμιση του χρέους: Αναγκαία αλλά δεν αρκεί

Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ έχει μερικές πολύ σημαντικές σελίδες για το ρόλο του Δημόσιου Χρέους στην πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και την εξέλιξη του καπιταλισμού. Εκεί λοιπόν κάνει μια αναφορά και στο Δημόσιο Χρέος ως πηγή αυταπατών. Πρώτη αυταπάτη ότι το χρέος φταίει για όλα τα δεινά. Δεύτερη αυταπάτη ότι αν αντιμετωπισθεί το πρόβλημα χρέους τα βάσανα του κόσμου της εργασίας θα τελειώσουν. Με τη σκέψη μου στην επισήμανση αυτή θα ήθελα να ολοκληρώσω.
Σωστά, νομίζω, διαπιστώνουμε ότι μια δίκαιη και βιώσιμη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη. Σωστά επικεντρώνουμε την προσοχή μας σ’ αυτό. Διότι το συσσωρευμένο χρέος, όσο αυξάνει, μεγαλώνει την επισφάλεια της εργασίας και την πίεση στο κοινωνικό κράτος. Αξιοποιείται επίσης ως μοχλός εξάρτησης, πίεσης, εκβιασμού και τρομοκράτησης της κοινωνίας. Επομένως είναι αναγκαίο να έχουμε, ως Αριστερά, μια σαφή πρόταση για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στο πρόβλημα του χρέους.
Όμως η ρύθμιση του χρέους από μόνη της, ακόμη κι αν γίνει με τους πλέον ευνοϊκούς όρους, δεν αρκεί για μια επανεκκίνηση της οικονομίας και αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος, αν δεν ανατραπεί το σύστημα που δημιουργεί το χρέος. Και εμάς, ως Αριστερά, πρωτίστως μας ενδιαφέρουν οι αιτίες, οι ρίζες των προβλημάτων και όχι μόνο τα συμπτώματά τους. Το δημόσιο χρέος στην εποχή μας, και ειδικά στις χώρες της ευρωζώνης, είναι ένα, όπως προσπάθησα να δείξω,  χρέος συστημικό, οργανικά συνδεδεμένο με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και την κρίση του καπιταλισμού, διαφορετικό από ορισμένες απόψεις από το χρέος του τρίτου κόσμου, το οποίο γνωρίζαμε ως τώρα. Πρέπει συνεπώς να αξιοποιήσουμε τις εμπειρίες που υπάρχουν, με τρόπο δημιουργικό και όχι μηχανιστικό, αλλά και να δημιουργήσουμε νέες, με τη σκέψη και τη δράση μας. Το βέβαιο είναι πως η απελευθέρωση από τη θηλιά του χρέους δεν θα είναι ένα μονόπρακτο έργο αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς συστημικής αλλαγής του τρόπου ανάπτυξης, του τρόπου χρηματοδότησης της οικονομίας και του τρόπου διανομής και αναδιανομής των εισοδημάτων. Αυτό σημαίνει πως ο ριζικός μετασχηματισμός του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας, η διαρκής επαγρύπνηση και η πάλη για τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα, η δίκαιη διανομή και αναδιανομή, ο κοινωνικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος, η εφαρμογή μιας στρατηγικής κοινωνικής ανάπτυξης, με επίκεντρο τη διεύρυνση της απασχόλησης και την αναβάθμιση της εργασίας είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια δίκαιη και βιώσιμη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους μπορεί να αποδειχθεί πράγματι ανάσα για το λαό. Ο συνδυασμός μάλιστα της οικονομικής με την οικολογική κρίση κάνει ένα τέτοιο πλαίσιο ακόμη πιο απαιτητικό, αφού η διέξοδος από την κρίση πρέπει να γίνει με όρους όχι περισσότερης αλλά διαφορετικής ανάπτυξης, διαφορετικής πρωτίστως από οικολογική και κοινωνική άποψη.
********
Συνηθίζουμε να λέμε σχεδόν στερεότυπα, σα να απαγγέλουμε ένα ποίημα, ότι στην εποχή μας υπάρχουν πολλές αριστερές και η κάθε μια έχει τις δικές της αναλύσεις. Βάζοντας όμως τελεία στο σημείο αυτό, δεν εξηγούμε αλλά αναπαράγουμε τον κατακερματισμό.
Προσωπικά πάντα πίστευα πως και μέσα από τις διαφορετικές αναλύσεις μπορούν να υπάρξουν κοινοί τόποι και περιοχές κοινής δράσης. Το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς αντιπροσωπεύει και προσωποποιεί αυτή τη δυνατότητα. Η ύπαρξη και η δράση του μας παρακινεί να δοκιμάσουμε ένα νέο μοτίβο, εκείνο που λέει πως, παρά τις διαφορές μας, είμαστε όλοι μαζί εδώ γιατί αντιπροσωπεύουμε κοινές ανάγκες, κοινές αγωνίες, κοινές ελπίδες, είμαστε όλοι μαζί εδώ γιατί έχουμε τελικά πολλά κοινά αιτήματα, γιατί οι αγώνες που έρχονται μπορούν να κερδηθούν μόνο αν είμαστε αποφασισμένοι και όλοι μαζί.
Advertisements


Μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την Αριστερά
15/07/2011, 11:11 πμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες:
Ο Μισέλ Ισόν παίρνει μέρος στο διάλογο για τον τρόπο με τον οποίο η ευρωπαϊκή Αριστερά πρέπει να απαντήσει στην οικονομική κρίση και υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη του ευρώ στην παρούσα συγκυρία δεν αποτελεί ορθή επιλογή για τις χώρες της ευρωζώνης
Το άρθρο του Μισέλ Ισόν (Michel Husson) δημοσιεύτηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2010, στην ιστοσελίδα του οικοσοσιαλιστικού περιοδικού Socialist Resistance, το οποίο αποτελεί το βρετανικό τμήμα της 4ης Διεθνούς. Ο Μισέλ Ισόν είναι στατιστικολόγος και οικονομολόγος, διευθυντής της ομάδας «Εργασία» στο γνωστό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (IRES), το οποίο, σύμφωνα με το καταστατικό του, βρίσκεται «στην υπηρεσία των αντιπροσωπευτικών εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων». Στο παρελθόν υπήρξε στέλεχος του PSU (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα) και της LCR (Κομμουνιστική Επαναστατική Λίγκα) από το 1997 ως το 2007, ενώ σήμερα δραστηριοποιείται στο κίνημα για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση. Είναι, επίσης, μέλος του Ιδρύματος Copernic και του επιστημονικού συμβουλίου της Attac.
Χ.Γο.
Του Μισέλ Ισόν
Οι συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης επιδεινώθηκαν λόγω των εξελίξεων στην Ευρώπη. Επί τριάντα χρόνια, ο καπιταλισμός ξεπερνούσε τις αντιφάσεις του μέσω μιας τεράστιας συσσώρευσης ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί της παραγόμενης υπεραξίας. Η κρίση απείλησε να τα καταστρέψει και γι’ αυτό οι αστικές κυβερνήσεις αποφάσισαν να τα υπερασπιστούν, ισχυριζόμενες ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να σώσουμε τις τράπεζες. Ανέλαβαν, λοιπόν, τα χρέη των τραπεζών χωρίς να ζητήσουν απολύτως τίποτα σε αντάλλαγμα, ενώ αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν ήταν να θέσουν συγκεκριμένους όρους για τη διάσωσή τους. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να καταργήσουν τα κερδοσκοπικά εργαλεία του χρηματοπιστωτικού τομέα και να κλείσουν τα παραθυράκια των φοροαπαλλαγών. Θα μπορούσαν, επίσης, να είχαν υποχρεώσει τις τράπεζες να αναλάβουν την ευθύνη για ένα μέρος του δημόσιου χρέους που δημιουργήθηκε λόγω της διάσωσής τους.
Σήμερα, βρισκόμαστε στη δεύτερη φάση της κρίσης. Με τη μετατόπιση του χρέους από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα, αυτή που πρέπει να αναγκαστεί να πληρώσει είναι η εργατική τάξη. Αυτό γίνεται με την εφαρμογή μιας θεραπείας-σοκ που εφαρμόζεται μέσω προγραμμάτων λιτότητας τα οποία είναι περίπου ίδια σε όλες τις χώρες- μείωση των δαπανών για κοινωνικές υπηρεσίες και αύξηση των πιο άδικων φόρων. Αυτού του τύπου η κοινωνική βία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά μόνο αν οι μέτοχοι και οι πιστωτές αναγκαστούν να πληρώσουν. Τούτο είναι σαφές και κατανοητό από όλους.

Η κατάρρευση του σχεδίου της άρχουσας τάξης

Η ευρωπαϊκή εργατική τάξη αναγκάζεται να πληρώσει και για την κατάρρευση του ευρωπαϊκού σχεδίου της κυρίαρχης τάξης. Η άρχουσα τάξη πίστεψε ότι, με το κοινό νόμισμα, τη συμφωνία για σταθερούς προϋπολογισμούς («Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης») και την απόλυτη απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και της κίνησης κεφαλαίων, είχε φτιάξει ένα αποτελεσματικό σύστημα. Αλλά με την αύξηση του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κοινωνικά μοντέλα και τους μισθωτούς, η συρρίκνωση των μισθών έγινε ο μόνος τρόπο ρύθμισης του ενδο-καπιταλιστικού ανταγωνισμού, ενώ οξύνθηκαν οι ανισότητες που ωφέλησαν μόνο ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας.
Όμως, αυτό το μοντέλο βάζοντας το κάρο μπροστά από το άλογο δεν ήταν βιώσιμο. Βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν πιο ομοιογενείς απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα. Οι διαφορές μεταξύ των χωρών αυξήθηκαν λόγω της θέσης τους στη διεθνή αγορά και της σύνδεσης της οικονομικής τους πορείας με τη συναλλαγματική τιμή του ευρώ. Τα επίπεδα πληθωρισμού δεν συνέκλιναν, ενώ τα επιτόκια ήταν μια από τις αιτίες για τις φούσκες της αγοράς ακινήτων. Όλες οι αντιφάσεις ενός ημιτελούς προγράμματος ευρωπαϊκής σύγκλισης, τις οποίες ανακαλύπτουν σήμερα οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού, προϋπήρχαν της κρίσης. Όμως, τώρα πια, έχουν γίνει εκρηκτικές λόγω των κερδοσκοπικών επιθέσεων εναντίον των πιο απροστάτευτων χωρών εξαιτίας του δημόσιου χρέους τους.
Πίσω από την αφηρημένη έννοια των “χρηματαγορών” κρύβονται κυρίως τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που κερδοσκοπούν, χρησιμοποιώντας το κεφάλαιο που δανείστηκαν από τα κράτη με πολύ χαμηλά επιτόκια. Η κερδοσκοπία αυτή είναι δυνατή λόγω της κρατικής πολιτικής της μη-παρέμβασης, η οποία είναι μέσο πίεσης σε κυβερνήσεις που συναινούν με στόχο την σταθεροποίηση των προϋπολογισμών τους, στις πλάτες των λαών της Ευρώπης και για την υπεράσπιση των συμφερόντων των τραπεζών.

Δύο άμεσα καθήκοντα

Από την πλευρά της εργατικής τάξης, είναι προφανές τι πρέπει να γίνει: πρέπει να υπάρξει αντίσταση στην επίθεση λιτότητας και άρνηση πληρωμής του χρέους, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα χρέος που δημιουργήθηκε λόγω της τραπεζικής κρίσης. Το εναλλακτικό σχέδιο πάνω στο οποίο πρέπει να βασιστεί αυτή η αντίσταση απαιτεί έναν άλλο τρόπο διανομής του πλούτου στην κοινωνία. Πρόκειται για ένα λογικό αίτημα που στην πραγματικότητα αφορά τον αγώνα ενάντια στη μείωση των μισθών ή με άλλα λόγια ενάντια στην απόσπαση ενός αυξανόμενου μεριδίου της υπεραξίας από το κεφάλαιο.
Η εναλλακτική λύση απαιτεί μια πραγματική δημοσιονομική μεταρρύθμιση, η οποία θα πάρει πίσω τα δώρα που δίνονταν για χρόνια στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους, καθώς και η διαγραφή του χρέους. Το χρέος και τα συμφέροντα της πλειοψηφίας είναι δύο εντελώς ασύμβατα πράγματα. Δε μπορεί να υπάρξει προοδευτική λύση για την έξοδο από την κρίση, εάν δεν αντιμετωπιστεί το ζήτημα του χρέους, είτε με χρεοκοπία είτε με αναδιαπραγμάτευση. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι ορισμένες χώρες θα χρεοκοπήσουν και γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντικό να αναμένουμε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και να σκεφτόμαστε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

Να φύγει μια χώρα από την ευρωζώνη;

Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι λαοί της Ευρώπης χειροτερεύει αναμφισβήτητα λόγω του ασφυκτικού θεσμικού πλαισίου της. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε αντίθεση με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δεν έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί το δημόσιο χρέος αγοράζοντας κρατικά ομόλογα. Θα επέτρεπε η έξοδος μιας χώρας από την ευρωζώνη τη χαλάρωση αυτού του πλαισίου; Αυτό προτείνουν ορισμένοι αριστεροί όπως ο Κώστας Λαπαβίτσας και οι συνεργάτες του ως πρώτο βήμα για την περίπτωση της Ελλάδας. Προτείνουν, δηλαδή,  να εγκαταλείψει αμέσως η Ελλάδα το ευρώ, αντί να περιμένει την ένωση της ευρωπαϊκής Αριστεράς για την αλλαγή της ευρωζώνης, πράγμα το οποίο θεωρεί αδύνατο.
Η ιδέα αυτή προτάθηκε σε άλλες χώρες της Ευρώπης και απορρίφθηκε αμέσως με το επιχείρημα ότι ακόμα και η Αγγλία, που δεν είναι μέλος της ευρωζώνης, δεν έχει στο ελάχιστο προστατευτεί από τη περιρρέουσα λιτότητα. Είναι, επίσης, εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί ο χώρος της ακροδεξιάς- όπως για παράδειγμα το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία-θέλει την έξοδο από την ευρωζώνη. Αντίθετα, μας είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ποια θα ήταν τα οφέλη ενός τέτοιου αιτήματος από την πλευρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αν μια νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση αναγκαζόταν να προσφύγει σε ένα τέτοιο μέτρο υπό την πίεση της συγκυρίας, αυτό θα δημιουργούσε μια κατάσταση ακόμα μεγαλύτερης λιτότητας από εκείνη που βιώνουμε σήμερα. Επιπλέον δεν θα μας επέτρεπε να δημιουργήσουμε ένα ευνοϊκότερο συσχετισμό δύναμης για την εργατική τάξη από αυτόν που επικρατεί σήμερα. Αυτό είναι το μάθημα που θα έπρεπε να έχουμε διδαχθεί από όλες τις αντίστοιχες εμπειρίες του παρελθόντος.
Για μια αριστερή κυβέρνηση η έξοδος από την ευρωζώνη είναι ένα μείζον στρατηγικό λάθος. Θα υπήρχε υποτίμηση του νέου νομίσματος, αφού αυτός εξάλλου είναι ο επιθυμητός στόχος. Αλλά αυτό θα άνοιγε αμέσως ένα χώρο, που αμέσως θα χρησιμοποιούσαν οι χρηματαγορές για να αρχίσουν μια κερδοσκοπική επίθεση, ενώ θα πυροδοτούσε έναν κύκλο υποτιμήσεων, πληθωρισμού και λιτότητας. Επιπλέον, το χρέος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν σε ευρώ ή δολάρια θα αύξανε απότομα εξ αιτίας της υποτίμησης. Κάθε αριστερή κυβέρνηση που θα αποφάσιζε να πάρει μέτρα υπέρ της εργατικής τάξης είναι βέβαιο ότι θα δεχόταν μια τρομακτική πίεση από τον διεθνή καπιταλισμό. Από πλευράς τακτικής, σε μια τέτοια αναμέτρηση δυνάμεων θα ήταν καλύτερο αιτία της σύγκρουσης να είναι το γεγονός ότι η χώρα είναι μέλος της ευρωζώνης.
Είναι αλήθεια βέβαια ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο που βασίζεται στο ενιαίο νόμισμα δεν είναι συνεκτικό και  ούτε έχει ολοκληρωθεί. Αφαιρεί από μια χώρα τη δυνατότητα χρησιμοποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας ως μεταβλητής που μπορεί να αναπροσαρμόσει τις διαφορές στις τιμές και τους μισθούς που υπάρχουν στην ευρωζώνη. Το αποτέλεσμα είναι ότι η επιλογή των χωρών της περιφέρειας είναι ή να ακολουθήσουν το γερμανικό δρόμο του παγώματος των μισθών ή να υποστούν μείωση της ανταγωνιστικότητας τους και απώλεια μεριδίου των αγορών. Αυτή η κατάσταση οδηγεί σε ένα είδος αδιεξόδου και δεν υπάρχουν άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις: Αν πάμε πίσω, θα βυθίσουμε την Ευρώπη σε κρίση και αυτό θα πλήξει χειρότερα τις πιο εύθραυστες χώρες. Από την άλλη, η εφαρμογή ενός νέου σχεδίου για την Ευρώπη φαίνεται ανέφικτη αυτή την στιγμή.
Αν η ευρωζώνη διαλυθεί, οι πιο εύθραυστες οικονομίες θα αποσταθεροποιηθούν από τις κερδοσκοπικές επιθέσεις. Ούτε η Γερμανία θα είχε να κερδίσει κάτι γιατί δεν θα μπορούσε να ελέγξει την υπερτίμηση του νομίσματός της και έτσι θα είχε το ίδιο πρόβλημα με αυτό που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες, στην προσπάθειά τους να επιβάλλουν τον εναρμονισμό διαφόρων χωρών με την αμερικανική νομισματική πολιτική. [ii]
Υπάρχουν άλλες λύσεις οι οποίες, όμως, απαιτούν μια ολοκληρωτική επανίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Αφ’ ενός, χρειάζεται να υπάρχει ένας προϋπολογισμός που θα χρηματοδοτείται από ένα κοινό φόρο στο κεφάλαιο και θα χρηματοδοτεί τόσο τα ταμεία εναρμόνισης των οικονομιών της ΕΕ όσο και επενδύσεις χρήσιμες από κοινωνική και οικολογική άποψη και αφ’ ετέρου, οι πλουσιότερες χώρες πρέπει να βοηθούν τις φτωχότερες να αντιμετωπίζουν το δημόσιο χρέος τους. Πάλι, όμως, αυτή η εξέλιξη δεν είναι δυνατή βραχυπρόθεσμα, όχι μόνο επειδή δεν υπάρχουν εναλλακτικά σχέδια αλλά και γιατί η εφαρμογή τους απαιτεί μια ριζική αλλαγή του συσχετισμού δύναμης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τι να κάνουμε λοιπόν σε μια τόσο δύσκολη στιγμή; Ο αγώνας ενάντια στα σχέδια λιτότητας και η άρνηση πληρωμής του χρέους είναι η εξέδρα εκτόξευσης μιας αντεπίθεσης. Στη συνέχεια, πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι η αντίστασή μας ενισχύεται με την υπεράσπιση ενός εναλλακτικού σχεδίου και την επεξεργασία ενός προγράμματος που προσφέρει τόσο «πρακτικές» απαντήσεις όσο και μια εξήγηση στον κόσμο του ταξικού περιεχομένου της κρίσης. [iii]
Ειδικά η ριζοσπαστική, διεθνιστική αριστερά έχει καθήκον να συνδέσει τους κοινωνικούς αγώνες που γίνονται σε κάθε χώρα με επιχειρήματα υπέρ μιας άλλης Ευρώπης. Τι κάνουν οι κυρίαρχες τάξεις;  Εφαρμόζουν πολιτικές που είναι υποχρεωμένες να ακολουθήσουν γιατί υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους τα οποία, σε μεγάλο βαθμό, είναι εθνικά και αλληλοσυγκρουόμενα. Όμως, όταν πρέπει να επιβάλουν πολιτικές λιτότητας στις δικές τους εργατικές τάξεις έχουν ένα συμπαγές ενωμένο μέτωπο.
Υπάρχουν καλύτερα πράγματα να κάνουμε από το να τονίζουμε τις πραγματικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων χωρών. Το διακύβευμα είναι η ύπαρξη μιας διεθνιστικής άποψης για την κρίση στην Ευρώπη. Ο μόνος τρόπος να αντισταθούμε πραγματικά στην άνοδο της ακροδεξιάς είναι να βάλουμε άλλους στόχους από εκείνους που μετατρέπονται εύκολα σε αποδιοπομπαίους τράγους. Μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την πραγματική, διεθνιστική αλληλεγγύη μας με εκείνους που υποφέρουν περισσότερο εξ αιτίας της κρίσης, απαιτώντας τα εθνικά χρέη να κατανεμηθούν ισότιμα σε όλη την Ευρώπη. Έτσι οφείλουμε να προτείνουμε ένα εναλλακτικό σχέδιο για την Ευρώπη αντίθετο από αυτό της ευρωπαϊκής αστικής τάξης, που σέρνει όλες τις χώρες στην κοινωνική οπισθοδρόμηση. Πώς μπορεί κάποιος να μην καταλαβαίνει ότι οι κινητοποιήσεις μας που αντιμετωπίζονται με τον συντονισμό της κυρίαρχης τάξης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι ανάγκη να βασίζονται σε ένα συντονισμένο σχέδιο από την πλευρά μας; Ενώ είναι αλήθεια ότι οι αγώνες διεξάγονται σε εθνικό πλαίσιο, θα ενδυναμώνονταν από ένα τέτοιο σχέδιο, αντί να εξασθενούν ή να οδηγούνται σε εθνικιστικά αδιέξοδα. Οι φοιτητές που διαδήλωναν στο Λονδίνο φωνάζοντας το σύνθημα «όλοι μαζί, όλοι μαζί» είναι ένα σύμβολο αυτής της ζωντανής ελπίδας.

Για μια ευρωπαϊκή στρατηγική

Αυτός ο στόχος παρουσιάζει την ίδια δυσκολία με εκείνα της περιόδου που άνοιξε η κρίση. Όμως, η ριζοσπαστική αριστερά δεν πρέπει να εμπλακεί σε μια αδιέξοδη επιλογή και να αρχίσει την επικίνδυνη περιπέτεια εξόδου από τη ζώνη του ευρώ και την ουτοπική ιδέα μιας νομισματικής εναρμόνισης. Μπορούμε εύκολα να επεξεργαστούμε κάποιους ενδιάμεσους στόχους που αμφισβητούν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.Για παράδειγμα:

· Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να μπορούν να δανείζονται απευθείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με πολύ χαμηλό επιτόκιο και οι τράπεζες του ιδιωτικού τομέα πρέπει να υποχρεωθούν να αναλάβουν μέρος του δημόσιου χρέους.
· Πρέπει να τεθεί σε λειτουργία ένας μηχανισμός πτώχευσης, που θα επιτρέψει την παραγραφή μέρους του δημόσιου χρέους, ανάλογου με τις φοροαπαλλαγές των πλουσίων και των χρημάτων που δαπανήθηκαν για τη σωτηρία των τραπεζών.
·Η σταθεροποίηση του προϋπολογισμού πρέπει να αναμορφωθεί με μια δημοσιονομική μεταρρύθμιση που θα προβλέπει τη φορολόγηση με ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό ποσοστό, των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, των μερισμάτων, της μεγάλης περιουσίας, των υψηλών μισθών και εισοδημάτων από κεφάλαιο.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτοί οι στόχοι δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο δύσκολοι από μια επωφελή για τους εργαζόμενους «έξοδο από το ευρώ». Θα ήταν σαφώς παράλογο να περιμένουμε μια ταυτόχρονη και συντονισμένη έξοδο όλων των ευρωπαϊκών χωρών από την ευρωζώνη. Έτσι, η μόνη στρατηγική που μπορεί να σκεφτεί κανείς δεν μπορεί παρά να έχει ως σημείο εκκίνησής της τον κοινωνικό μετασχηματισμό που θα αρχίσει σε μια χώρα. Η κυβέρνηση της εν λόγω χώρας θα πάρει διάφορα μέτρα, για παράδειγμα θα εφαρμόσει ένα φόρο επί του κεφαλαίου. Αν η κυβέρνηση είναι διορατική πρέπει να περιμένει ότι θα γίνει στόχος αντιποίνων και θα αναγκαστεί να επιβάλλει έλεγχο στην εξαγωγή κεφαλαίων. Κάνοντας αυτή τη φορολογική μεταρρύθμιση θα έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τους κανόνες του ευρωπαϊκού παιχνιδιού. Δεν είναι προς το συμφέρον της να αποχωρήσει οικειοθελώς από την ευρωζώνη. Αυτό θα ήταν ένα τεράστιο στρατηγικό λάθος, δεδομένου ότι το νέο νόμισμα θα δεχόταν αμέσως επίθεση με στόχο την κατάρρευση της οικονομίας της «εξεγερμένης» χώρας.
Είμαστε υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι υπάρχει κάποια «τεχνική» παράκαμψη του προβλήματος, να θεωρήσουμε ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και να οικοδομήσουμε έναν ευνοϊκό συσχετισμό δύναμης μέρος του οποίου είναι η ευρωπαϊκή διάσταση. Ένα από τα στηρίγματά μας είναι η ικανότητα να πλήξουμε τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Η χώρα που θα αρχίσει τη σύγκρουση, θα μπορούσε να αναδιαρθρώσει το χρέος της, να εθνικοποιήσει το ξένο κεφάλαιο κλπ ή να απειλήσει ότι θα το κάνει. Οι  «αριστερές» κυβερνήσεις του Παπανδρέου στην Ελλάδα ή του Θαπατέρο στην Ισπανία ούτε που έχουν ονειρευτεί να το κάνουν αυτό.
Η λήψη συντονισμένων μέτρων αποτελεί το κύριο σημείο στήριγμά μας. Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από τον κλασικό προστατευτισμό, που βασικά προσπαθεί πάντα να κερδίσει έδαφος τσιμπολογώντας στην παγκόσμια αγορά. Από την άλλη πλευρά, οποιοδήποτε προοδευτικό μέτρο είναι αποτελεσματικό στο βαθμό που αυτό εφαρμόζεται από αρκετές χώρες. Πρέπει συνεπώς να μιλάμε για μια στρατηγική, που βασίζεται στην εξής ιδέα: είμαστε πρόθυμοι να φορολογήσουμε το κεφάλαιο στη χώρας μας και θα πάρουμε κάθε δυνατό μέτρο για να προστατέψουμε την οικονομία μας. Αλλά ελπίζουμε, επίσης, ότι αυτά τα μέτρα που προτείνουμε θα εφαρμοστούν σε όλη την Ευρώπη.
Μπορούμε να συνοψίσουμε λέγοντας ότι, αντί να θεωρούμε ότι το εθνικό επίπεδο βρίσκεται σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό, πρέπει να ψάξουμε επίπονα τον τρόπο σύνδεσης της ρήξης του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού σχεδίου με το δικό μας σχέδιο δημιουργίας μιας νέας Ευρώπης.
[ii] Michael Hudson, “US Quantitative Easing Is Fracturing the Global Economy”, http://gesd.free.fr/hudsonqi.pdf%5Biii%5D Bloco de Esquerda (Left Bloc) Portugal: “On the crisis and how to overcome it”, May 23rd 2010, http://gesd.free.fr/bloco510.pdf

Mετάφραση: Έλενα Παπαδοπούλου, Χάρης Γολέμης
Πηγή: Socialist Resistance



Δεν εντάσσεται στα συμφέροντα των εργαζομένων η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από το ευρώ
15/07/2011, 9:47 πμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες:
1. Ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός δεν ανταποκρίνεται στην ανάγκη αλλαγής των ταξικών συσχετισμών δύναμης
Αρθρο του Γιαννη Μηλιου
1.1. Ριζοσπαστικός και καθεστωτικός μεταρρυθμισμός

Ο μεταρρυθμισμός αποτελεί βασικό άξονα της παρέμβασης της Αριστεράς. Διότι στο πλαίσιο του καπιταλισμού είναι νοητή, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η βελτίωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής θέσης και ισχύος των δυνάμεων της εργασίας.
Ζητούμενη είναι επομένως μια πολιτική στρατηγική που ανοίγει το δρόμο σε οικονομικές και θεσμικές αλλαγές που βελτιώνουν το μισθό και τις συνθήκες εργασίας, κατοχυρώνουν την κοινωνική προστασία, το κοινωνικό κράτος, αποτελώντας ουσιαστικά «ενδιάμεσο σταθμό» για την περαιτέρω βελτίωση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας και για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής αμφισβήτησης και ανατροπής του καπιταλισμού.
Εντούτοις, ένας τέτοιος ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός είναι σε κάθε συγκυρία ζητούμενος. Όχι μόνο διότι είναι πολύ δύσκολο για την Αριστερά να αντιπαλεύει την υλική δύναμη του κεφαλαίου και του κατασταλτικού μηχανισμού του αστικού κράτους (που «διοικεί τη χώρα» επιβάλλοντας την αστική κυριαρχία), ή να αντιμάχεται την κυρίαρχη ιδεολογία (δηλαδή την υπαγωγή του κόσμου της εργασίας στους ιδεολογικούς κρατικούς μηχανισμούς). Επιπλέον, ένας τέτοιος ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός υπονομεύεται από την αστική ιδεολογία όπως αυτή αναπαράγεται στο εσωτερικό της Αριστεράς, παίρνοντας τη μορφή του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού.
Ο ριζοσπαστικός μεταρρυθμισμός αντιλαμβάνεται τα συμφέροντα της εργασίας και των κινημάτων ως αυτοτελείς ταξικούς στόχους, στον «ορίζοντα» των οποίων βρίσκεται η αποδιάρθρωση και ανατροπή του καπιταλισμού, η εργατική εξουσία και ο κομμουνισμός. Οι αλλαγές που επιζητεί δεν εστιάζουν γενικώς στην «πρόοδο της χώρας», διότι η «χώρα» είναι ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός κι η «πρόοδός» της αναγκαστικά ταυτίζεται με την ενίσχυση της διαδικασίας καπιταλιστικής συσσώρευσης και εκμετάλλευσης-κυριαρχίας επί των εργαζομένων. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει στοχεύουν στη μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού δύναμης, αμφισβητούν προοπτικά την εξουσία του κεφαλαίου, «δείχνουν» τη δυνατότητα και δυναμική της αντικαπιταλιστικής προοπτικής: «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», για μια «οικονομία των κοινωνικών αναγκών και του κοινωνικού ελέγχου», σε αντιδιαστολή με την οικονομία της «ανταγωνιστικότητας» και της μεγιστοποίησης του κέρδους (τον καπιταλισμό).
Αντίθετα με αυτή τη στρατηγική στόχευση, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός είτε θεωρεί τη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών όρων ύπαρξης της εργατικής τάξης ως «προϋπόθεση» για την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού (η αύξηση των μισθών θα επιφέρει αύξηση της ζήτησης, επομένως ταχύτερους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου),  είτε αντιλαμβάνεται την πρόοδο του εγχώριου καπιταλισμού ως προϋπόθεση για τη βελτίωση των όρων ύπαρξης των δυνάμεων της εργασίας. Η «ορθή ανάπτυξη της οικονομίας» θα ωφελήσει, υποτίθεται, και τους εργαζόμενους. Και στις δύο περιπτώσεις υπάγει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στο στρατηγικό συμφέρον του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου και του καπιταλιστικού κράτους.

1.2. Οι δύο εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού

Όπως κάθε εκδοχή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός αντιλαμβάνεται τις καπιταλιστικές σχέσεις ταξικής εξουσίας με όρους «χώρας» (ο ελληνικός καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός), «εθνικής οικονομίας» (η διευρυνόμενη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου) και «ανάπτυξης» (οι ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαίου).
Στην κεϋνσιανή εκδοχή του, ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός ισχυρίζεται ότι για να επιτευχθούν ψηλοί ρυθμοί συσσώρευσης κεφαλαίου («ανάπτυξη»), αλλά και για να αποτραπούν ή να αμβλυνθούν οι καπιταλιστικές κρίσεις, απαιτούνται πολιτικές ενίσχυσης των λαϊκών εισοδημάτων. Τα λαϊκά εισοδήματα τροφοδοτούν την εγχώρια ζήτηση, ισχυρίζονται, σε αντιδιαστολή με τα εισοδήματα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που σε μεγάλο ποσοστό ρέπουν προς τη χρηματοπιστωτική σφαίρα και άρα προς τις «κερδοσκοπικές αγορές».
Στην «πατριωτική» εκδοχή του, ο  καθεστωτικός μεταρρυθμισμός είναι ίσως ακόμα πιο συντηρητικός, καθώς θεωρεί ότι προϋπόθεση για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής θέσης των δυνάμεων της εργασίας αποτελεί η ενίσχυση του εθνικού (π.χ. ελληνικού) καπιταλισμού στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας.
Σε κάθε περίπτωση και οι δύο εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού συμπίπτουν στην πεποίθηση ότι η βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων και η βελτίωση των οικονομικών της χώρας (του εγχώριου καπιταλισμού) συσχετίζονται θετικά, γεγονός που σημαίνει ότι στις «αρνητικές συγκυρίες» η προστασία των μισθών και του κοινωνικού κράτους αμβλύνει την οικονομική κρίση (συγκρατεί την πτωτική τάση στους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου).
Η πεποίθηση αυτή παραγνωρίζει τη δομικά αντιθετική κατεύθυνση που έχουν στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα συμφέροντα της εργασίας ως προς τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ακόμα και στις ιστορικές περιόδους που παρατηρείται ταυτόχρονη αύξηση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και ψηλοί ρυθμοί κερδοφορίας και συσσώρευσης κεφαλαίου (π.χ. κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες), η απόλυτη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων δεν αποτρέπει την τάση για σχετική επιδείνωση της θέσης της: να συρρικνώνεται δηλαδή το μερίδιο των μισθών στο παραγόμενο συνολικό καθαρό προϊόν, που σημαίνει σχετική ενίσχυση του κεφαλαίου και μεγέθυνση του τμήματος (μεριδίου) από το καθαρό προϊόν που αυτό  οικειοποιείται. Πρόκειται για την αύξηση της σχετικής υπεραξίας (Μαρξ). Όπου οι εργαζόμενοι αύξησαν το μερίδιό τους στο καθαρό προϊόν, αυτό έγινε μέσα από τους μαζικούς αγώνες τους, όπου η υπεράσπιση του εισοδήματος και των ελευθεριών και δικαιωμάτων τους ετίθετο ως αυτοσκοπός, αντιθετικά με τα συμφέροντα και τη στρατηγική του κεφαλαίου.
Εκεί που καταρρέει η πεποίθηση πως η βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων και η βελτίωση των δεικτών συσσώρευσης κεφαλαίου (των οικονομικών της χώρας) συσχετίζονται θετικά, είναι όταν ξεσπάνε οικονομικές κρίσεις.  Στις κρίσεις, η αυθόρμητη κίνηση του κεφαλαίου είναι πάντα η επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας για την αναδιανομή του καθαρού προϊόντος υπέρ των κερδών μέσα από τη μείωση των μισθών (απόσπαση απόλυτης υπεραξίας). Για το καπιταλιστικό σύστημα και τον «συλλογικό κεφαλαιοκράτη», το αστικό κράτος, η κρίση είναι μια φάση «εκκαθάρισης» των μη επαρκώς κερδοφόρων παραγωγικών δομών, αδιαφορώντας για το ποιες καταστροφές και πόση δυστυχία μπορεί να προκληθεί στις κοινωνίες και τους ανθρώπους. Έκπληκτος ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός ανακαλύπτει πίσω από τις πολιτικές αυτές, αναδιανομής του εισοδήματος υπέρ του συνολικού κεφαλαίου και «εκκαθάρισης» των αδύναμων ατομικών κεφαλαίων, είτε «εσφαλμένες απόψεις», είτε «κερδοσκόπους» και «παράσιτα», είτε εχθρικές «ξένες δυνάμεις».

2. Ο καθεστωτικός μεταρρυθμισμός της Αριστεράς: «Έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ»

Η συντηρητική «πατριωτική εκδοχή» του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού αναπαράγεται αυτοτελώς από τα κόμματα εξουσίας. Όλες οι πολιτικές λιτότητας που επέβαλαν οι ελληνικές κυβερνήσεις από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα παρουσιάστηκαν ως «μεταρρυθμίσεις» για το «καλό της χώρας», από το οποίο θα προέκυπτε κατόπιν «βελτίωση της ζωής των εργαζομένων».
Όμως, στη συντηρητική αυτή εκδοχή του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού εγκλωβίζεται και η Αριστερά, όποτε και όπου κυριαρχεί στο εσωτερικό της η αστική ιδεολογία που ερμηνεύει την πάλη των τάξεων ως «πάλη των εθνών»: Οι «ξένες δυνάμεις» και τα «ξένα» συμφέροντα εναντίον της «Ελλάδας» και του «ελληνικού έθνους». Ένα ερμηνευτικό σχήμα από το οποίο απορρέει μονοσήμαντα ως ζητούμενο η βελτίωση της θέσης  της «χώρας» απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές της, σαν προϋπόθεση για να βελτιωθεί κατόπιν η θέση των εργαζομένων.
Στη σημερινή συγκυρία κρίσης του δημόσιου χρέους, η «εθνική λύση» που προτείνει ο αριστερός καθεστωτικός μεταρρυθμισμός συμπυκνώνεται στο σύνθημα «έξω από το ευρώ και την ΕΕ». Η ροή των επιχειρημάτων είναι μια απλοϊκή εξειδίκευση της «εθνικής αφήγησης»:

–    Η ένταξη στην ΕΕ και ιδίως στο ευρώ ζημίωσε τη «χώρα». Αυτό αποδεικνύεται κυρίως από τη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο εμπορίου υλικών αγαθών και υπηρεσιών (ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών).
–    Με την έξοδο από το ευρώ και την υιοθέτηση της «νέας δραχμής» (ν.Δρ.), η «χώρα» θα αποκτήσει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική. Η ν.Δρ. θα υποτιμηθεί, έτσι θα αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα των εγχωρίως παραγόμενων εμπορευμάτων, οι εξαγωγές της «χώρας» θα αυξηθούν και οι εισαγωγές «της» θα μειωθούν, θα υπάρξουν ψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, οι οποίοι θα επιτρέψουν και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Παράλληλα θα καταστεί απαραίτητο να κρατικοποιηθούν οι τράπεζες και να τεθούν περιορισμοί και αυστηροί έλεγχοι στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου.
–    Για να επιτευχθούν οι πολιτικές αυτές απαιτείται ασφαλώς μια αριστερή ή έστω προοδευτική κυβέρνηση, που θα εκφράζει τα συμφέροντα της «χώρας» και της «ανάπτυξης».

Η εθνική αυτή αφήγηση διαλύεται αν εστιάσουμε στα ταξικά συμφέροντα και στις ταξικές στρατηγικές. Ας θέσουμε λοιπόν τα ερωτήματα με πραγματικούς όρους:

–    Ζημιώθηκε το ελληνικό κεφάλαιο από την υιοθέτηση του ευρώ ως εσωτερικού νομίσματος του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού;
–     Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον του ελληνικού κεφαλαίου η υιοθέτηση ενός διαφορετικού εσωτερικού νομίσματος ώστε να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία ο μηχανισμός της υποτίμησης;
–    Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις η υιοθέτηση του ευρώ από τον ελληνικό καπιταλισμό;
–    Στην παρούσα συγκυρία είναι προς το συμφέρον της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών τάξεων η υιοθέτηση ενός νέου εσωτερικού νομίσματος και η έξοδος του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού από την ΕΕ;

Στα ερωτήματα αυτά θα απαντήσουμε στη συνέχεια.

1) Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός ζημιώθηκε από την υιοθέτηση του ευρώ είναι απολύτως ατεκμηρίωτη.

Όπως αναλύσαμε διεξοδικότερα αλλού (Γ. Μηλιός – Δ. Π. Σωτηρόπουλος, Θέσεις 112: http://users.ntua.gr/jmilios/02_Milios_Sotiropoulos_112.pdf), η υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σήμαινε εντονότερη έκθεση των ατομικών επιχειρήσεων στο διεθνή ανταγωνισμό,  πράγμα που «αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη στρατηγική οργάνωσης της αστικής εξουσίας (ως μοντέλο διαρκούς αναδιάρθωσης της εκμετάλλευσης της εργασίας και εκκαθάρισης των μη-ανταγωνιστικών ατομικών κεφαλαίων προς όφελος τελικά του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου)» [http://users.ntua.gr/jmilios/Milios-Sotiropoulos-Oikonomiki-krisi-euro.pdf].

Επιπλέον, ήδη πριν την εισαγωγή του ευρώ, ο ελληνικός καπιταλισμός, παρά την κατάργηση κάθε προστατευτικού μέτρου, πέτυχε ρυθμούς μεγέθυνσης σημαντικά ψηλότερους από το μέσο όρο της ΕΕ και της Ευρωζώνης (ΖτΕ), ως αποτέλεσμα ψηλών ρυθμών κερδοφορίας (ψηλότερων ποσοστών κέρδους), δηλαδή αποδοτικότερης εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης συγκριτικά με τους άλλους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφενός τη μείωση της αναπτυξιακής ψαλίδας με τις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ΖτΕ (φθάνοντας στο 95% του μέσου όρου). Αφετέρου, το γεγονός αυτό δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων και την εμφάνιση σταθερών πλεονασμάτων στο ισοζύγιο των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Τα ελλείμματα στις τρέχουσες συναλλαγές «αντικατοπτρίζουν» ακριβώς την ισχυρή αύξηση της εσωτερικής ζήτησης και την εισροή ξένων επενδύσεων. Ο ελληνικός καπιταλισμός προσέγγισε σε πραγματικούς όρους τους πιο αναπτυγμένους ευρωπαϊκούς καπιταλισμούς, τόσο πριν όσο και μετά την υιοθέτηση του ευρώ.

Η άποψη ότι ο ελληνικός καπιταλισμός υποβαθμίστηκε εντός της ΖτΕ επειδή αυξήθηκε το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να υποστηριχτεί μόνο στο πλαίσιο της φανταστικής εικόνας που αναπαράγει η αστική (κλασική και νεοκλασική) οικονομική θεωρία, μιας μη-χρηματικής «πραγματικής οικονομίας» υλικών ροών, η οποία αφορά «ισορροπίες» σε συναλλαγές «αγαθών». Όμως ο καπιταλισμός είναι η οικονομία του χρήματος, στην οποία κάθε οικονομική διαδικασία αποτελεί απλώς μέσο, ώστε «το χρήμα να παράγει διαρκώς περισσότερο χρήμα».  Αυτός είναι και ο λόγος που ένα θετικό (αρνητικό) ισοζύγιο κεφαλαιακών ροών, υφίσταται ως κατοπτρική εικόνα ενός ελλείμματος (πλεονάσματος) τρεχουσών συναλλαγών.
Το ευρώ ευνόησε τους δυναμικούς κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού (τράπεζες, εφοπλισμός, τρόφιμα, χημικά-φάρμακα κλπ.) στη διεθνή τους οικονομική επέκταση.

2) Όσα αναπτύξαμε στην προηγούμενη ενότητα καθιστούν σαφές ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν έχει συμφέρον, ούτε επιθυμεί, την έξοδο από το ευρώ, πολύ περισσότερο την ΕΕ.

Μιλώντας γενικά, το κεφάλαιο είναι «αμφίσημο» απέναντι στην προοπτική υποτίμησης του εσωτερικού νομίσματος: Η υποτίμηση από τη μια μεριά αυξάνει τη διεθνή του ανταγωνιστικότητα, από την άλλη όμως μειώνει τη διεθνή «αγοραστική ισχύ» του, απαξιώνει τα περιουσιακά του στοιχεία και την επενδυτική του δυνατότητα. Σαν αποτέλεσμα, κατά τη σημερινή φάση διεθνοποίησης του καπιταλισμού, οι ηγεμονικές μερίδες του κεφαλαίου στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες προκρίνουν συστηματικά τις πολιτικές σκληρού νομίσματος.

3) Βέβαια, η εξέλιξη της ιστορίας είναι αστάθμητη. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει απολύτως το ενδεχόμενο, π.χ., διάλυσης της ΖτΕ, εάν η παρούσα παγκόσμια οικονομική κρίση βαθύνει. Σε μια τέτοια περίπτωση και με δεδομένους τους σημερινούς κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης, ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης έχει τα μέσα και την ισχύ να μεταθέσει και πάλι το κόστος της κρίσης της ΖτΕ στις δυνάμεις της εργασίας και δευτερευόντως στις πιο αδύναμες κεφαλαιακές μερίδες (καπιταλιστική αναδιάρθρωση).

Οι δυναμικές και διεθνοποιημένες μερίδες του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό θα θιγούν λιγότερο από την απαξίωση της διεθνούς αξίας των παγίων εγκαταστάσεων, στην περίπτωση που υποτιμηθεί η ν.Δρ., καθώς διατηρούν σημαντικό τμήμα των κεφαλαίων τους σε διεθνές νόμισμα. Θα επιχειρήσουν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους μεγαλύτερο τμήμα των κλάδων και επιχειρήσεων της χώρας, θα αξιοποιήσουν τον χρηματοπιστωτικό πανικό και τη δολαριο-ποίηση ή ευρω-ποίηση της εγχώριας οικονομίας κατά την πρώτη περίοδο μετά την εισαγωγή ενός «μαλακού» εθνικού νομίσματος (συνύπαρξη της ν.Δρ. με το ευρώ ή το δολάριο) για την περαιτέρω απαξίωση της εργασίας. Επιπλέον, θα επιδιώξουν ενδεχομένως να επαναδιαπραγματευτούν το δημόσιο χρέος με το ΔΝΤ και άλλα κέντρα που λειτουργούν ως μηχανισμοί σταθερότητας του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος (δηλαδή εργάζονται για τη σταθερότητα του καπιταλισμού σε κάθε καπιταλιστική χώρα), με όρους που θα ενισχύουν ακόμη περισσότερο την ισχύ τους απέναντι στην εργασία. Σταθεροποιώντας όλα εκείνα τα μέτρα που ο Μαρξ περιέγραψε ως απόσπαση απόλυτης υπεραξίας.

Αντίθετα, οι εργαζόμενοι θα δουν την αγοραστική τους δύναμη να εξανεμίζεται, καθώς η αυξημένη τιμή των εισαγόμενων πρώτων υλών και παγίων μέσων παραγωγής θα μετακυλίεται στην τελική τιμή του προϊόντος, καθώς οι τιμές των εισαγόμενων θα εκτινάσσονται, καθώς ο χρηματοπιστωτικός και οικονομικός πανικός θα αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω μειώσεις μισθών, στέρηση δικαιωμάτων, κατάργηση και των τελευταίων δομών κοινωνικής προστασίας.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι με δεδομένους τους σημερινούς ταξικούς συσχετισμούς δύναμης, δεν είναι προς το συμφέρον των δυνάμεων της εργασίας η έξοδος από το ευρώ (και την ΕΕ), καίτοι η προοπτική αυτή δεν αποτελεί επίσης επιδίωξη του κεφαλαίου.
Η άποψη ότι το σύνθημα «έξω από το ευρώ» θα αποτελέσει τον καταλύτη για να αλλάξει ο ταξικός και πολιτικός συσχετισμός δύναμης, αποτελεί μια ακόμα φαντασίωση του καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, εφάμιλλη ίσως σε οικονομιστικό και μηχανιστικό περιεχόμενο με εκείνη την αρχαία πεποίθηση ότι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» οδηγεί στον σοσιαλισμό.

4) Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Ζημίωσε την εργατική τάξη και τις άλλες λαϊκές τάξεις η υιοθέτηση του ευρώ από τον ελληνικό καπιταλισμό; Η απάντηση προκύπτει εύκολα από τα προηγούμενα: Η εργατική τάξη δεν ζημιώθηκε από το ευρώ καθαυτό, αλλά από τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού που κατάφερε να επιβάλει ο συλλογικός κεφαλαιοκράτης, στοιχείο των οποίων είναι η μεταβίβαση των πιέσεων του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού στις δυνάμεις της εργασίας. Το ευρώ, όπως και στο παρελθόν η «σκληρή δραχμή», χρησιμοποιήθηκε ως «εργαλείο» για την προώθηση αυτής της επιθετικής αστικής στρατηγικής. Με την έννοια αυτή, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πειστικά ότι τα πράγματα θα ήταν οπωσδήποτε καλύτερα για τους εργαζόμενους στην περίπτωση που ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είχε υιοθετήσει ως εθνικό νόμισμα το ευρώ.

3. Για μια συνολική «επαναδιαπραγμάτευση» του ταξικού συσχετισμού

Η απάντηση που δώσαμε στο τελευταίο ερώτημα, μας επιτρέπει να περιγράψουμε μια διαφορετική στρατηγική από αυτές που προκρίνουν οι διάφορες εκδοχές καθεστωτικού μεταρρυθμισμού, που αναζητούν ένα «καθολικό σύνθημα για το συμφέρον της χώρας».
Σε αδρές γραμμές σκιαγραφήσαμε τη στρατηγική του ριζοσπαστικού μεταρρυθμισμού στην ενότητα 1.1. του παρόντος κειμένου.
Στη συγκυρία της κρίσης πρώτο μέλημα της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι άλλο από την οργάνωση της άμυνας των δυνάμεων της εργασίας. Απαραίτητο βήμα γι’ αυτό είναι η αποδόμηση της κυρίαρχης προπαγάνδας σχετικά με την κρίση, τα αίτιά της και την αναγκαιότητα των κυβερνητικών μέτρων.

Είναι σημαντικό να δειχθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία καθολικά αποδεκτή μεθοδολογία για την έξοδο από την κρίση («για το καλό της χώρας»). Κάθε πρόταση φέρει μαζί της μια συγκεκριμένη ταξική οπτική και μεροληψία. Κάθε πρόταση στηρίζεται και σε διαφορετικές προτεραιότητες. Από τη μία μεριά υπάρχουν τα ζητήματα της ανάκαμψης της κερδοφορίας, αλλά και της διαχείρισης του χρέους, και από την άλλη μεριά υπάρχουν τα ζητήματα της ανεργίας, των μισθών, των εργασιακών δικαιωμάτων, του κοινωνικού ελέγχου και της οργάνωσης της αλληλεγγύης.
Με άλλα λόγια, υπάρχουν δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση. Η έξοδος σε βάρος της κερδοφορίας και των προνομίων του κεφαλαίου και η έξοδος σε βάρος των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του κόσμου της δουλειάς.

Αυτό σημαίνει ότι έχει τεράστια πολιτική σημασία η σειρά των στόχων:
Ξεκινάμε από τα ζητήματα προστασίας της εργασίας, αναδιανομής του εισοδήματος και κοινωνικού ελέγχου σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας και κοινωνίας – όπως το τραπεζικό σύστημα, η υγεία και η εκπαίδευση – και τα επεκτείνουμε σε μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης των δημόσιων οικονομικών, που μετατοπίζουν παράλληλα υπέρ της εργασίας το συσχετισμό των δυνάμεων: αύξηση των φορολογικών συντελεστών του κεφαλαίου στο 40% των κερδών, κατάργηση φοροαπαλλαγών, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας, μείωση των στρατιωτικών δαπανών κατά 50%, αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης για την ενίσχυση των κοινωνικών λειτουργιών, τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο, την αύξηση της αποτελεσματικότητας, κλπ.

Στη συνέχεια και μόνο στη βάση των προηγούμενων θέτουμε ζητήματα που αφορούν την κρίση χρέους καθαυτή, όπως η επαναδιαπραγμάτευσή του με όρους που να μη θίγουν τις συνθήκες διαβίωσης και τα δικαιώματα της εργασίας, η δημιουργία κρατικής τράπεζας ειδικού σκοπού για τη διαχείριση του δημόσιου χρέους έξω από το πλαίσιο που ορίζουν οι χρηματαγορές κλπ.
Το επιχείρημα ότι μια τέτοια μετατόπιση του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας θα οδηγήσει το συνολικό-κοινωνικό κεφάλαιο σε μόνιμη κρίση, επενδυτική αποχή και παρακμή, με δραματικές επιπτώσεις και για την ίδια την εργασία (ανεργία κ.ο.κ.) είναι ταυτόχρονα αντιδραστικό και λανθασμένο. Αντιδραστικό, διότι υπαινίσσεται ότι οι δυνάμεις τις εργασίας πρέπει να παραμείνουν εγκλωβισμένες, στην καλύτερη περίπτωση, στον καθεστωτικό μεταρρυθμισμό, υπάγοντας τα δικά τους συμφέροντα σε εκείνα του κεφαλαίου, διεκδικώντας απλώς ψίχουλα στις συγκυρίες άνθισης του καπιταλισμού. Λανθασμένο, διότι το κεφάλαιο, ως η κυρίαρχη τάξη μέσα στην πάλη των τάξεων, διατηρεί πάντα, μέχρι την ανατροπή της εξουσίας του, πλειάδα μεθόδων και δρόμων υπεράσπισης της κερδοφορίας του. Για παράδειγμα, όταν ο δρόμος της απόλυτης υπεραξίας (μείωση μισθών, διάλυση του κοινωνικού κράτους, εντατικοποίηση της εργασίας) παύει να είναι πρόσφορος, λόγω της συνδικαλιστικής και πολιτικής ενίσχυσης της εργατικής τάξης, στρέφει όλες του τις δυνάμεις στη σχετική υπεραξία (αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσα από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας) [6].

Τι θα συμβεί όμως με το ευρώ στην περίπτωση που η αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων θέσει στην ημερήσια διάταξη ριζικές οικονομικές και κοινωνικές τομές, ακόμα και το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής; Το ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί σήμερα. Διότι η απάντηση θα είναι ενδεχομένως διαφορετική αν η επαναστατική διαδικασία έχει προηγηθεί στη Γαλλία και τη Γερμανία και διαφορετική αν έχει προηγηθεί στη Βρετανία. Σε κάθε περίπτωση, η απάντηση από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού θα μπορέσει να δοθεί μόνο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εκείνης (ενδεχόμενης) συγκυρίας.

[1] Ο Μαρξ σχολίαζε ως εξής τις απόψεις που εδώ περιγράφουμε ως καθεστωτικό μεταρρυθμισμό: «Είναι καθαρή ταυτολογία να λέμε πως οι κρίσεις προέρχονται από έλλειψη κατανάλωσης ικανής να πληρώσει ή καταναλωτών ικανών να πληρώσουν. Το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής δεν γνωρίζει άλλες μορφές κατανάλωσης παρά την κατανάλωση  με πληρωμή εκτός από την κατανάλωση sub forma pauperis [την κατανάλωση των απόρων] ή των “κατεργάρηδων”. Όταν μένουν απούλητα εμπορεύματα δεν σημαίνει άλλο, παρά πως δε βρέθηκαν αγοραστές ικανοί να πληρώσουν, δηλαδή καταναλωτές (δεν έχει σημασία αν σε τελευταία ανάλυση τα εμπορεύματα αγοράζονται με σκοπό την παραγωγική η την ατομική κατανάλωση). Αν όμως για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μια επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης, μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της, και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευθεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ’ αυτό, όταν δηλαδή ο μισθός της αυξηθεί, τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα – ίσα από μια περίοδο, όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει realiter (πράγματι) μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση. Αντίθετα, η περίοδος αυτή θα έπρεπε από την άποψη αυτών των ιπποτών του υγειούς και απλού λογικού ν’ απομακρύνει την κρίση. Φαίνεται λοιπόν πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή περικλείει όρους ανεξάρτητους από την καλή η κακή θέληση, που τη σχετική εκείνη ευημερία της εργατικής τάξης την επιτρέπουν μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα πάντα μόνο σαν το πουλί της καταιγίδας που μηνάει την κρίση». (Το Κεφάλαιο, τόμος 2ος, σ. 411, Αθήνα 1979).

[2] Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική της έκθεσης των ατομικών κεφαλαίων στο διεθνή ανταγωνισμό, ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης και να κατευθυνθεί η πίεση του ανταγωνισμού στην εργασία, αποτελούσε τη μόνιμη στρατηγική του ελληνικού καπιταλισμού τουλάχιστον από το 1985. Πριν την εισαγωγή του ευρώ, η δραχμή αναμιμάτο συνεχώς σε πραγματικούς όρους, δηλαδή η ονομαστική διολίσθηση της ισοτιμίας της ως προς τα ευρωπαϊκά νομίσματα υπελείπετο συστηματικά του διαφορικού πληθωρισμού Ελλάδας – ΕΟΚ.

[3] Καίτοι οι επίσημοι οργανισμοί και οι εκφραστές επιχειρηματικών συμφερόντων ομονοούν ότι η «ελληνική οικονομία» πάσχει από «έλλειμμα ανταγωνιστικότητας», διότι η θέση αυτή διευκολύνει τη νομιμοποίηση των πολιτικών αναδιανομής εισοδήματος κι εξουσίας που σήμερα επιχειρείται, εντούτοις υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Στο Οικονομικό Δελτίο της Alpha Bank, τ. 112 Ιούνιος 2010, σ. 25 διαβάζουμε: «Το επιχείρημα ότι η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μειωμένη διεθνή ανταγωνιστικότητα είναι επίσης έωλο αφού, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (“Price and Cost Competitiveness”, 3ο 3μηνο 2009), η ανταγωνιστική θέση της Ελλάδος εξελίχθηκε στη δεκαετία του 2000 πολύ πιο ευνοϊκά από τις περισσότερες άλλες χώρες της ΕΕ-27 […]. Πολύ δε περισσότερο, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν επαληθεύεται από το γεγονός ότι η μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδος στην 15ετή περίοδο 1995-2009 υπερέβη κατά 1,6 π.μ. την μέση ετήσια αύξηση των χωρών της ΕΕ-16. Εάν η υψηλή ανάπτυξη απαιτεί υψηλή ανταγωνιστικότητα τότε η υπεροχή της αναπτύξεως της Ελλάδος για 15 ολόκληρα έτη σημαίνει μάλλον ικανοποιητική ανταγωνιστικότητα. Άλλωστε και ο ρυθμός αυξήσεως της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα (κατά 2,3% ετησίως στη δεκαετία του 2000) ήταν κατά πολύ υψηλότερος από τον αντίστοιχο ρυθμό των χωρών της ΖτΕ. Ο ισχυρισμός ορισμένων αναλυτών ότι η εντυπωσιακή ανάπτυξη της Ελλάδος για μία ολόκληρη 15ετία οφείλεται στην υψηλή αύξηση της εγχώριας ζητήσεως και τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και ότι συνέβη παρά την μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, οφείλεται προφανώς στην άγνοια των πραγματικών δεδομένων […] και στη μεγάλη σύγχυση που υπάρχει μεταξύ των διεθνών αναλυτών σχετικά με την έννοια της ανταγωνιστικότητας (με βάση το κόστος εργασίας) και τη σχέση της με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της κάθε χώρας».

[4]  Στο ερώτημα επομένως τι παράγει η «ελληνική οικονομία» (ο ελληνικός καπιταλισμός) μπορεί να δοθεί μια εξαιρετικά σύντομη αλλά εξίσου ακριβής απάντηση: Παράγει ένα ακαθάριστο προϊόν αξίας 343 δις δολαρίων (2008), κατατασσόμενη έτσι στην 22η θέση από πλευράς επιπέδου ανάπτυξης (ΑΕΠ ανά κάτοικο) στον πλανήτη.

[5]  Η κρίση χρέους στη ΖτΕ, που στην παρούσα συγκυρία οξύνεται στην Ιρλανδία (και την Πορτογαλία) καθιστά σαφές ότι υφίστανται οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για τη σύγκλιση των αγώνων των Ευρωπαίων εργαζομένων με στόχο την ανατροπή της σημερινής νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της ΕΕ. Ο δημόσιος έλεγχος του τραπεζικού συστήματος, η δυνατότητα της ΕΚΤ να χρηματοδοτεί απευθείας τις χώρες-μέλη της ΖτΕ, κ.ο.κ., αποτελούν πλέον κοινούς στόχους της Αριστεράς και των κινημάτων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.

[6]  Όπως έδειξε ο Μαρξ, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αποτελεί ενδοφυή τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: «Γενικά παραγωγικότητα της εργασίας = μάξιμουμ του προϊόντος με μίνιμουμ της εργασίας, άρα όσο το δυνατόν υποτίμηση των εμπορευμάτων. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αυτό γίνεται νόμος ανεξάρτητα από τη θέληση του κάθε καπιταλιστή» (Καρλ Μαρξ Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: εκδ. Α/συνέχεια, 1983, σ. 126-27).



Η αριστερή στρατηγική απέναντι στην κρίση
12/07/2011, 4:33 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,
Ημερομηνία δημοσίευσης: 10/07/2011

Του Χρήστου Λάσκου

Οι κομμουνιστές ξεχωρίζουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα […] επειδή στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων προβάλλουν και προωθούν τα κοινά και ανεξάρτητα από εθνικότητα συμφέροντα του προλεταριάτου ως σύνολο…

Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος

 

Είναι γνωστό πως, εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον, στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς συγκρούονται δύο κύριες οπτικές, σε ό,τι αφορά την κρίση και την απάντηση σε αυτήν.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, η διαμάχη ως προς τα βασικά της συστατικά έρχεται από πολύ παλιά, αναπαράγοντας στο όριο τις αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του ’30 –της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης– περί καπιταλιστικής ή αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας ή, διαφορετικά, τις διαφωνίες σχετικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης, σοσιαλιστικό ή αστικοδημοκρατικό. Αυτή η διαμάχη συνεχίστηκε για τα επόμενα ενενήντα σχεδόν, χρόνια αντιπαραθέτοντας «αντιιμπεριαλιστές» με «αντικαπιταλιστές», «καθαρούς» ή σε μίγματα διάφορων αναλογιών. Δεν σκοπεύω να αναπτύξω εδώ αυτήν τη θεματική, βέβαια. Η ιστορία μπορεί να περιμένει όταν οι συνθήκες είναι τόσο πιεστικές όσο οι τωρινές. Για όποιον όμως ενδιαφέρεται παραπέμπω στο βιβλίο του Παντελή Πουλιόπουλου, από το μακρινό 1934, με τίτλο Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; και ιδίως το κεφάλαιο με τίτλο «Το ιλαροτραγικό πρόγραμμα της ελληνικής «δημοκρατικής διχτατορίας»».

Οι δύο βασικές γραμμές λοιπόν, που διατρέχουν τη σημερινή συζήτηση, νομίζω πως σχηματικά πολώνονται γύρω από το ζήτημα της Ευρώπης. Προσοχή! Επειδή πολλές φορές υπάρχει η αίσθηση πως κεντρικό είναι το ζήτημα της «στάσης πληρωμών» ή όχι, έχει σημασία να διευκρινιστεί εξαρχής πως αυτό είναι ένα θέμα απολύτως ήσσονος σημασίας. Κατά κύριο λόγο, μάλιστα, αφορά την τακτική της διαπραγμάτευσης, τη στιγμή που το ουσιώδες είναι το ποιος είναι αυτός που θα διαπραγματευθεί. Το θέτω συνεπώς εντός παρενθέσεως, θεωρώντας πως ήδη έχει υπάρξει μια μεγάλη σειρά επιχειρημάτων –περισσότερων από όσα του άξιζαν– που αναδεικνύουν τα σχετικά προβλήματα.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ορίσουμε του δύο πόλους της σημερινής διαμάχης. Κατά την άποψη του Κώστα Λαπαβίτσα1, ο ένας πόλος είναι αυτός των ευρωπαϊστών (ένθερμων ή απρόθυμων) και ο άλλος ο δικός του, ο οποίος δεν προσδιορίζεται όμως με κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Αυτή η έλλειψη μπορεί να εξηγηθεί είτε γιατί είναι προφανές περί τίνος πρόκειται είτε γιατί υπάρχει το πρόβλημα του τι είναι το αντίθετο του «ευρωπαϊσμού», και ιδίως του «επαναστατικού ευρωπαϊσμού», όπως ονομάζει ο ίδιος τον ένα από τους δύο «ευρωπαϊσμούς», τον απρόθυμο. Νομίζω πως έχουμε, χωρίς αμφιβολία, να κάνουμε με το δεύτερο: τη δυσκολία δηλαδή του αυτοπροσδιορισμού όσων δεν είναι «ευρωπαϊστές», πολύ περισσότερο όταν το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς –χωρίς να αναφερθούμε καν στο ΚΕΑ– αποτελείται από «επαναστάτες ευρωπαϊστές».

Βέβαια, οι τελευταίοι επ’ ουδενί αισθάνονται «ευρωπαϊστές», όπως φαντάζομαι και ο Λαπαβίτσας, κατ’ αντίστιξη, δεν νιώθει «εθνικιστής» — να, ωστόσο, το όνομα που λείπει, αν αποδεχτούμε τη συγκεκριμένη λογική της δικής του ονοματοθεσίας.

Όπως σημειώνει η Özlem Onaran2, μεταξύ των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη έχει εγκαθιδρυθεί μια συμφωνία σχετικά με τη στρατηγική απέναντι στην κρίση γύρω από τέσσερις άξονες: α) αντίσταση απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και τις περικοπές, β)ένα ριζικά προοδευτικό-αναδιανεμητικό φορολογικό σύστημα και ελέγχους στην κίνηση του κεφαλαίου, γ) κοινωνικοποίηση και δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών και δ) δημοκρατικό έλεγχο του χρέους με στόχο τη διαγραφή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η λογική αυτής της ευρείας συμφωνίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς συνίσταται στην προφανή διαπίστωση πως ο διεθνής χαρακτήρας της επίθεσης του κεφαλαίου επιτάσσει πως η αντίσταση θα πρέπει εξίσου να οργανωθεί σε διεθνές επίπεδο. Απέναντι στην πολυεθνική άρχουσα τάξη της Ευρώπης, μια διεθνιστική απάντηση μπορεί να διαμορφώσει μια πολύ ισχυρότερη εναλλακτική συγκριτικά με αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές.

Διαπιστώνετε κάτι ιδιαίτερα «ευρωπαϊστικό» σε αυτή την τοποθέτηση; Εγώ, πάλι, όχι. Αντίθετα, ακριβώς, διακρίνω μια σοβαρή έγνοια να διασφαλιστούν δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική αριστερή απάντηση: η ενότητα του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού δυνάμεων στη σύγκρουση με το κεφάλαιο και η αποφυγή επιλογών, που είναι απολύτως αποδεδειγμένο ιστορικά πως αντιστοιχούν πολύ περισσότερο σε εθνικιστικά και δεξιόστροφα κινήματα — ειδικά, μάλιστα, σήμερα που ο εθνικισμός αναπτύσσεται ραγδαία στο κέντρο της Ευρώπης και η άκρα Δεξιά ξαναγίνεται ισχυρός κίνδυνος. Ακριβώς γι’ αυτό, η πρόταξη της αντίστασης και των ταξικών πλευρών, που τίθενται πρώτες από την ίδια την ιεράρχηση των αξόνων, διασφαλίζει μια αριστερή πρόσληψη του προγράμματος.

Έναντι αυτών τι προτείνει η άλλη πλευρά; Νομίζω, εν πολλοίς, προτείνει την έξοδο από το ευρώ (με αιχμή του δόρατος τη στάση πληρωμών, αλλά, όπως ήδη τόνισα, αυτό δεν έχει στρατηγικό χαρακτήρα). Όλα τα υπόλοιπα (κρατικοποιήσεις, έλεγχοι κεφαλαίων, βιομηχανική πολιτική κλπ) στην πραγματικότητα έχουν ως απόλυτη προϋπόθεση το πρώτο. Η ιδέα, συνεπώς, εύκολα συγκεντρώνεται στο δίπολο «δραχμή + αριστερή κυβέρνηση» στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

Η έξοδος από το ευρώ, όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί, θα έχει ως πρώτη συνέπεια τη δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επειδή, προφανώς, η μείζων αυτή επιλογή δεν έχει καμιά σχέση με ο,τιδήποτε θα θύμιζε Αριστερά έρχεται ο δεύτερος προσθετέος της φόρμουλας, η «αριστερή κυβέρνηση» δηλαδή, με το πρόγραμμά της. Μόνο που κι εκεί είναι πολλά τα προβλήματα. Γιατί ο προτεινόμενος κρατικός καπιταλισμός, παρόλο που πολλές φορές έχει διακηρυχθεί πως αποτελεί πρόκριμα για το σοσιαλισμό, ποτέ δεν εξηγήθηκε, ούτε ακροθιγώς, το πώς και το γιατί. Παρομοίως, το γιατί μια πρόταση κρατικού καπιταλισμού σε εθνικό επίπεδο συνιστά αντικαπιταλιστική κίνηση είναι εξίσου μυστηριώδες. Ο στόχος της «εθνικής ανεξαρτησίας» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– είναι απολύτως σαφής. Ο στόχος της ενίσχυσης της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, επίσης.

Το ταξικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής, αντίθετα, δεν είναι καθόλου σαφές. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν όλη αυτή την ανάλυση τη διατρέχει η αντίληψη πως ο έσχατος αντίπαλος είναι οι «πιστωτές» και όχι η καπιταλιστική τάξη. Είναι πολύ ενδεικτικό, από αυτή την άποψη, πως καθόλου δεν προβάλλεται το γεγονός πως ενώ οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες –οι χειρότεροι των «πιστωτών»– έχουν απαιτήσεις κάποιων δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, οι έλληνες καπιταλιστές –και όχι μόνον οι μεγάλοι– διαθέτουν σε καταθέσεις στο εξωτερικό, παράκτιες εταιρίες και ρευστότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου χρηματικά ποσά που μετρούνται σε τρις (χωρίς να συνυπολογίσουμε την υπόλοιπη περιουσία τους) και τα οποία θα απέδιδαν σε φόρους ποσά πολλαπλάσια του συνολικού ελληνικού χρέους. Όπως, επίσης, είναι ενδεικτικό πως η πρόταξη, από τη δική μας πλευρά, των ζητημάτων της αναδιανομής και της άγριας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου θεωρείται «συνδικαλιστική», ενώ είναι προφανές πως αυτό που παίζεται κατεξοχήν είναι το να αποφύγουν ακριβώς «αυτοί» να πληρώσουν τόσο το χρέος όσο και την κρίση. Γιατί, ακόμη και στην περίπτωση της ολικής διαγραφής του χρέους, «αυτοί» είναι που κυρίως θα ευνοηθούν, εκτός και αν στοχοποιηθούν με συστηματικό τρόπο, κάτι με το οποίο οι υποστηρικτές της «εξόδου» ελάχιστα ασχολούνται.

Πράγμα απολύτως λογικό, βέβαια, αν σκεφτούμε πως, για τον Λαπαβίτσα, «[η] κρίση οφείλεται στις αδυναμίες της ελληνικής αστικής τάξης… Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η ροπή προς την ιδιωτική κατανάλωση, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η γιγάντωση των τραπεζών (! Χ.Λ.) μέσα στο σύστημα του ευρώ συνιστούν την ουσία του ελληνικού προβλήματος… Από θέσεως αδυναμίας, η ελληνική άρχουσα τάξη αποδέχτηκε το Μνημόνιο» (Η Αυγή, 10.10.2010). Η ελληνική άρχουσα τάξη απολαμβάνοντας τη μεγαλύτερη κερδοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας τη χρηματική «επιφάνεια», στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, διεισδύοντας ισοπεδωτικά στις οικονομίες των γειτονικών χωρών σε ποσοστά ασύλληπτα, παρ’ όλα αυτά θεωρείται «αδύναμη», και μάλιστα η «αδυναμία» της γίνεται αίτιο της ελληνικής κρίσης, φέρνοντάς τη στη δυσάρεστη θέση να αποδεχτεί το Μνημόνιο! Το γεγονός πως το τελευταίο δουλεύει ως η τέλεια μηχανή για τα δικά της συμφέροντα, σε βαθμό που ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί, προφανώς είναι, επίσης, ένδειξη «αδυναμίας».

Εδώ βρίσκεται το κύριο σημείο διαχωρισμού των δύο αναλύσεων. Γιατί η ανάλυση της «εξόδου» αυτό που προσάπτει στον ελληνικό καπιταλισμό είναι πως «απέτυχε», ενώ είναι προφανές πως, σε ό,τι αφορά αυτό που κάνει το κεφάλαιο να είναι κεφάλαιο, η δυνατότητά του δηλαδή να εκμεταλλεύεται την εργασία, η επιτυχία του είναι περιφανής. Και, από αυτή την άποψη, η ανάλυση αυτή προσομοιάζει ιδιαίτερα με αυτήν της κυβέρνησης. Τι λέει η κυβέρνηση; Το πρόβλημα είναι η «ανταγωνιστικότητα» και το δημόσιο χρέος («χρεοκοπία του μοντέλου ανάπτυξης»). Τι λέμε εμείς; Το πρόβλημα είναι η ακραία εκμετάλλευση και η ανισότατη διανομή. Να πληρώσουν αυτοί!

Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή επιχειρήσαμε να μετατοπίσουμε την ατζέντα της συζήτησης μακριά από αυτά που έθετε η κυβέρνηση, χωρίς να βοηθηθούμε καθόλου, προφανώς, από όσους μας κατήγγελαν πως «δεν καταλαβαίναμε την ιδιοτυπία της ελληνικής κρίσης, γενικολογώντας». Γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, επιμείναμε στον διεθνή προσανατολισμό, κατανοώντας την κοινότητα της ταξικής διάστασης της ευρωπαϊκής κρίσης. Γι’ αυτό εμμένουμε να μιλάμε με παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους για παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, υπογραμμίζοντας πως μια εκτεταμένη διαδικασία καταστροφής κεφαλαίου θα τεθεί αναγκαστικά σε κίνηση προκειμένου να περάσει το σύστημα σε νέα φάση συσσώρευσης.

Δεδομένων των προηγουμένων είναι, νομίζω, σαφές, γιατί η ευρωπαική ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να προσχωρήσει σε ιδέες που αναπτύσσονται με κέντρο μια στρατηγική «εξόδου». Γιατί απορρίπτει, δηλαδή, αυτό τον ιδιότυπο «μονεταρισμό», που δαιμονοποιώντας ένα νόμισμα επιτρέπει την απόκρυψη των καπιταλιστικών σχέσεων, οι οποίες είναι η αιτία των προβλημάτων — και, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, η άμεση αιτία.

Φυσικά, ενός κακού μύρια έπονται. Έτσι, και εδώ, η όλη στρατηγική πρόταση που ακολουθεί τη βασική ιδέα της «εξόδου» εμφορείται από στοιχεία στα οποία η ριζοσπαστική Αριστερά έχει επί πολύ ασκήσει δριμεία και αποδομητική κριτική. Κατά μία έννοια, ό,τι καταδικάζονταν στη θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και του λαϊκομετωπισμού επανέρχεται ως σύγχρονη αριστερή πρόταση.

Ας θυμηθούμε λοιπόν πως η κριτική που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70 στις κυρίαρχες τότε δυνάμεις της Αριστεράς απέδιδε στη στρατηγική των τελευταίων ένα τρίπτυχο ιδεών, που βρίσκονταν στη βάση της παταγώδους αποτυχίας τους να υπερασπιστούν τότε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης: οικονομισμός-κρατισμός-κυβερνητισμός.

Τι γίνεται σήμερα;

α) Η συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα ψευτοδίλημμα περί του κατάλληλου λαϊκού (!) νομίσματος. Λες και η υποτιμημένη δραχμή δεν θα «συμπεριφέρεται», για κάποιο μυστηριώδη λόγο, με βάση τους κοινωνικοταξικούς συσχετισμούς, που δομούν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η αντιμετώπισή της ως σχεδόν «υπερόπλου» εναντίον του γερμανικού πυρήνα (!) ή τουλάχιστον ως της απόλυτης προϋπόθεσης γαι τη σωτηρία «μας» συνιστά κλασικό οικονομισμό και, μάλιστα, εξαιρετικά ρηχό.

β) Η κεντρική θέση που καταλαμβάνει το κράτος στη στρατηγική της «εξόδου» δεν την διαφοροποιεί σε τίποτε, μα τίποτε, από την κρατιστική εμμονή π.χ. του Γαλλικού ΚΚ τη δεκαετία του ’70 πως η αλλαγή στον «κάτοχο» του κρατικού μηχανισμού είναι ικανότατος όρος για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής. Νομίζω πως μια τέτοια θέση, εκτός του ό,τι σπέρνει ψευδαισθήσεις που γρήγορα καταρρέουν συμπαρασύροντας και τους υποστηρικτές τους, μας απομακρύνει τόσο πολύ από τον καταστατικό αντικρατισμό μας, από την αντιμετώπιση του κράτους, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, ως «τρομερού τέρατος», που γίνεται επικίνδυνη. Είμαστε τόσο αντικρατιστές όσο ακριβώς και αντικαπιταλιστές ή δεν είμαστε τίποτε. Επιδιώκουμε από τώρα να δομήσουμε μορφές κοινωνικής παρέμβασης και οικονομικής αυτοοργάνωσης εκτός και σε αντιπαλότητα με το κράτος ή συνεργούμε στην εγκαθίδρυση ενός εθνικο-κρατικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό κι εμείς στο ΣΥΝ έχουμε τόσο μεγάλη εμμονή στην πρόταξη των ιδεών της οικονομίας των αναγκών και της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Γι’ αυτό δεν παθιαζόμαστε από παραγωγικές ανασυγκροτήσεις και βιομηχανικές πολιτικές — εκτός εάν, ενάντια σε όλη την παραγωγιστική και παρωχημένη αριστερή παράδοση του παρελθόντος, εννοούμε ανασυγκροτήσεις και πολιτικές που αφορούν τη δόμηση των παραγωγικών σχέσεων και όχι την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας. Τίποτε στην πρόταση της «εξόδου» δεν πείθει για το τελευταίο.

γ) Είναι διάχυτη η άποψη πως η αλλαγή στο κυβερνητικό επίπεδο, η εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης, είναι καθοριστικό βήμα για όσα προτείνονται. Έτσι επιλύεται ένα πρόβλημα χωρίς καν να τεθεί. Ακόμη χειρότερα, αντικειμενικά ενισχύεται ο εγγενής κυβερνητισμός της όλης Αριστεράς. Κι όταν λέω όλης δεν εξαιρώ προφανώς ούτε τη δική μας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Ο κυβερνητισμός, όμως, είναι μείζων κίνδυνος. Γιατί αποτρέπει από την επιδίωξη του ουσιώδους, που δεν είναι άλλο από την πραγματική είσοδο των μαζών στην πολιτική, από την αναζήτηση εκείνων των μορφών που προσιδιάζουν στις απαιτήσεις εκτεταμένης και ουσιαστικής συμμετοχής, οι οποίες βρίσκονται στη βάση οποιουδήποτε χειραφετητικού εγχειρήματος. Τη στιγμή που ο κόσμος κινητοποιείται με πρωτοφανή τρόπο στις πλατείες, ανοίγοντας αφάνταστες μέχρι λίγες μέρες πριν δυνατότητες, κάποιοι μεταξύ μας θεωρούν πρώτο το ζήτημα της αριστερής κυβέρνησης. Αλήθεια, τι είναι μια «αριστερή κυβέρνηση»;

δ) Στη βάση της όλης στρατηγικής σύλληψης της «εξόδου» βρίσκεται ένας κλασικού τύπου λαϊκομετωπισμός. Πολλές φορές μάλιστα είναι και ομολογημένος. Ο ελληνικός «λαός», έτσι αδιαφοροποίητα, πλην μιας δράκας μεγαλοκαρχαριών, έχει συμφέρον να αντιταχθεί στην κυρίαρχη πολιτική. Έτσι, για μια ακόμη φορά, ο ταξικός χαρακτήρας των γεγονότων εξατμίζεται αφήνοντας να κυριαρχεί η εικόνα μιας «χώρας» που δέχεται επίθεση πανταχόθεν — γι’ αυτό, άλλωστε, τόσο συχνά τονίζεται η ανάγκη συνειδητής συμπερίληψης της «εθνικής» διάστασης των πραγμάτων. Μόνο που, αντί να συμπεριλαμβάνεται, η «εθνική» διάσταση κατακυριαρχεί καθορίζοντας τα πάντα. Η «Σπίθα» είναι ο λογικός πολιτικός αποδέκτης, ανεξαρτήτως προθέσεων. Αν και για ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της «εξόδου» αυτό, μάλλον, δεν συνιστά πρόβλημα.

ε) Έτσι, όμως, αγνοείται η ανάγκη να δούμε ποιός πραγματικά κοινωνικά είναι με ποιόν και ποιός, παρά τα επιφαινόμενα, δεν είναι. Αντιγράφοντας τον Π. Λ. Ρυλμόν, νομίζω μαζί του πως, «τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και το μεγαλύτερο μέρος των μεσαίων στρωμάτων αποδέχονται την επιδείνωση της ανισότητας ως προς το εισόδημα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αποδέχονται την αύξηση της ανεργίας και την επέκταση της φτώχειας. Παρόλο που οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών που τη διαχειρίζονται έχουν για όλο σχεδόν τον πληθυσμό κάποιες αρνητικές επιπτώσεις, η επιδείνωση των ανισοτήτων που επιβάλλουν αυτές οι πολιτικές, υποστηρίζεται και γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τη συντριπτική πλειοψηφία των προνομιούχων […]. Στις επιχειρήσεις [μεγάλες και μικρές] βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σαρωτικό σχέδιο απολύσεων όσων υπερασπίζονται τα νόμιμα δικαιώματα των εργαζομένων […]. Οι εκκλήσεις επομένως για παλλαϊκή ενότητα σε αυτές τις συνθήκες αποτελούν υπεκφυγές, από όπου κι αν προέρχονται» (Η Εποχή, 1.5.2011).

Ας το ξαναπούμε, λοιπόν. Η όλη ανάλυση, που τονίζει τα νομίσματα, τα ισοζύγια πληρωμών και τις διεθνείς μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν μπορεί παρά να τοποθετεί στο κέντρο τη δι-εθνική «κλοπή αξίας» στη θέση της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης, να προτάσσει δηλαδή την ανισότητα μεταξύ «κέντρου» και «περιφέρειας» σε μια νέα, όχι και πολύ ιδιότυπη, εκδοχή της ανδρεοπαπανδρεϊκής «ανάλυσης» της δεκαετίας του ’70 που, ως γνωστόν, έφερε «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, το λαό στην εξουσία» εγκαθιδρύοντας τον «σοσιαλισμό στις 18». Κι ας έφαγαν οι μαρξιστές την ψυχή τους για να δείξουν περί ποίων ασυναρτησιών επρόκειτο. Κι ας είναι απολύτως φανερό πως οι «μακροοικονομικές ανισορροπίες και τα ελλειμματικά ισοζύγια» είναι συνέπειες και όχι αίτια. Συνέπειες, μάλιστα, ενός κατεξοχήν ταξικού, με την πιο «καθαρή» έννοια του όρου, συμβάντος: της τεράστιας, ιστορικής σημασίας ίσως, νίκης που πέτυχε το κεφάλαιο απέναντι στην εργασία, όχι στην «περιφέρεια», αλλά στο γεμανικό «κέντρο».

Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία πως ο Θ. Παρασκευόπουλος έχει δίκιο συνοψίζοντας: «Να πληρώσουν οι πλούσιοι. Αυτό θα ήταν η σωστή πανευρωπαϊκή απαίτηση της αριστεράς για την αντιμετώπιση του χρέους και για την εύρεση πόρων για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Στο πρώτο του προγραμματικό κείμενο ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ότι αντιλαμβάνεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ταξική εξουσία. Και ακριβώς αυτή η ταξική εξουσία χρειάζεται ανατροπή, που μπορουν να την κάνουν μόνο οι εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης μαζί. Γιατί αυτό είναι το μεγάλο απόκτημα της ένωσης της Ευρώπης: η ένωση των εργατικών της τάξεων. Βέβαια υπό το κεφάλαιο, βλέπεις οι καπιταλιστές το κάνανε. Αλλά δεν είναι ανοησία να υποστηρίζεις την αποχώρηση από αυτή την ένωση, για να τα βάλεις μόνος σου με τους τραπεζίτες και τα χετζ φαντς;» (Η Εποχή, 15.5.2011). Αυτό είναι που λέμε. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος

1 “A left strategy for Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

2 «An internationalist transitional program towards an anti-capitalist Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

Περισσότερος διάλογος στο blog των Ενθεμάτων: http://enthemata.wordpress.com/2011/07/10/laskos-2/



Ο φετιχισμός του ευρώ (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 5.9.2010)

Έργο του Ανρί Ματίς

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

H θέση για την έξοδο από το ευρώ, πολύ συχνά σε συνδυασμό με αυτή της στάσης πληρωμών, έχει διατυπωθεί με διάφορα επιχειρήματα. Σε επόμενο άρθρο θα ασχοληθώ με το θέμα της στάσης πληρωμών και τη σύγκριση του κόστους και του οφέλους μιας τέτοιας επιλογής για την οικονομία, αλλά και για τη στρατηγική της Aριστεράς. Εδώ θα περιοριστώ στα επιχειρήματα υπέρ της αποδέσμευσής μας από την ευρωζώνη. Πιο πειστικός εκφραστής αυτής της θέσης, κατά την άποψή μου, είναι ο Κώστας Λαπαβίτσας. Γι’ αυτό τον λόγο θα εστιαστώ στη δική του προσέγγιση και δευτερευόντως στη υποστήριξη των θέσεών του από ένα ενδιαφέρον άρθρο του Στάθη Κουβελάκη («Ενθέματα», Αυγή της Κυριακής, 1.8.2010).

Συνέχεια



Η κρίση της δημοκρατίας και η αριστερά

TOY XΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στην «Ελευθεροτυπία» της Τρίτης 6 Ιουλίου ο Θανάσης Γιαλκέτσης δημοσίευσε την εισήγηση του Στέφανου Πετρουτσιάνι σε θεωρητικό συμπόσιο στην πόλη Μοντένα με θέμα τη δημοκρατία. Ο Πετρουτσιάνι, καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, σε ένα πυκνό κείμενο 1.000 λέξεων ανατέμνει την κρίση της δημοκρατίας στις συνθήκες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Τη συνδέει μάλιστα με την κρίση της αριστεράς επισημαίνοντας ότι τα λαϊκά στρώματα, των οποίων τα συμφέροντα επιχειρεί να εκπροσωπήσει η αριστερά, είναι «μη αντιπροσωπεύσιμα» στον βαθμό που η «υπεροπλία» του κεφαλαίου με τη συνηγορία του επίσημου πολιτικού συστήματος επιδείνωσε τις συνθήκες ζωής της μισθωτής εργασίας με αδυναμία της αριστεράς να προστατεύσει αυτά ακριβώς τα συμφέροντα. Η αδυναμία αντιπροσώπευσης των λαϊκών συμφερόντων στο πολιτικό πεδίο και στο πολιτικό σύστημα μετατρέπει την αστική δημοκρατία σε ολιγαρχικό σύστημα με τη συνέργεια των μεγάλων ΜΜΕ και των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους.

Συνέχεια



Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΚΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΠΡΑΣΙΝΟΥ-ΔΙΚΤΥΟΥ, 11.5.2010)

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η κρίση του χρέους των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου και κυρίως η κρίση δανεισμού της Ελλάδας έγινε η αφορμή για να αποκαλυφθεί γυμνή η κρίση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Κανείς μάλιστα από τους πρωταγωνιστές δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον να μεταμφιέσει το υπόβαθρο τις κρίσης, να δικαιολογήσει δηλαδή το μηχανισμό του ευρώ, να υπερασπισθεί την αρχιτεκτονική των θεσμών, να εξυμνήσει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως την ιδεολογική αξία που για χάρη της αξίζει κανείς να εγκαταλείψει τους <<εθνικούς εγωισμούς>> και να προστρέξει στο κοινό <<ευρωπαϊκό ιδεώδες>>. Το τοκογλυφικό επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας από το μηχανισμό διάσωσης δεν άφηνε εδώ που τα λέμε και πολλά περιθώρια.

Συνέχεια