Σοσιαλδημοκρατία; Όχι ακριβώς
17/07/2011, 5:07 μμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες:

ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

Ακόμα συναντά κανείς αναλύσεις για την ελληνική πολιτική πραγματικότητα του τελευταίου χρόνου που θέτουν το πρόβλημα της «κυβέρνησης Παπανδρέου» με τους κλασικούς όρους της αριστερής κριτικής. Για παράδειγμα, αναγνωρίζοντας την διολίσθηση της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά, την παθητική προσαρμογή των κυβερνώντων στα διεθνή κέντρα της χρηματοπιστωτικής οικονομίας, μια περαιτέρω «σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη» και πάει λέγοντας.

Συνέχεια



Για την πολιτική ανυπακοή
15/07/2011, 11:20 πμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες: ,

Του Ετιέν Μπαλιμπάρ

Πολιτική ανυπακοή και όχι ιδιωτική, όπως θα μπορούσε να καταστήσει πιστευτό μία επιπόλαιη μεταγραφή της αντίστοιχης αγγλικής έκφρασης: civil disobedience. Δεν πρόκειται  μόνο για άτομα  που συνειδητά θα εναντιωνόταν στην εξουσία. Αλλά για πολίτες, οι οποίοι σε μία κρίσιμη  περίσταση, αναδημιουργούν την ιδιότητά τους  με μία  δημόσια πρωτοβουλία «ανυπακοής» προς το Κράτος.

 

Μία τέτοια ενέργεια ανυπακοής είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί; Είναι νόμιμη; Η έκκληση, που προωθήθηκε από τους σκηνοθέτες και υιοθετήθηκε από χιλιάδες πολίτες αυτής της χώρας, για τη μη-εφαρμογή των διατάξεων  του νόμου  «Debré», που αφορούσαν στη δήλωση της διαμονής των αλλοδαπών, ήγειρε τα παραπάνω ερωτήματα. Δεν πρόκειται να σχολιασθούν εδώ οι ξεκάθαροι όροι αυτής της έκκλησης, αλλά να σχολιαστεί η αρχή που τη διέπει. Αυτό επιβάλλεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η πολιτική τάξη (με ορισμένες εξαιρέσεις) αντιμετώπισε την άποψη  των υποστηρικτών της έκκλησης  είτε με το να τους θέτει  εμπόδια,  είτε με το να τους προειδοποιεί με υπεροπτικό τρόπο. Το κράτος δικαίου, η δημοκρατική νομιμότητα, θα μπορούσαν να τεθούν υπό αμφισβήτηση.

 

Θα ήθελα να διαλευκάνω την αντιπαράθεση εξετάζοντας αυτό που  υπονοεί  μία τέτοια ιδέα ανυπακοής σε σχέση με τον νόμο, την ιδιότητα του πολίτη και την πολιτική ευθύνη. Θα έρθει  λοιπόν η ώρα να αναρωτηθούμε με ποια πλευρά είναι η νομιμότητα και η διαφάνεια σε αυτή την υπόθεση.

 

Ο Σοφοκλής έβαζε την Αντιγόνη να πει «Οι κυρώσεις  του κράτους δεν θα έπρεπε να εκτείνονται πέρα από τους άγραφους νόμους». Γνωρίζουμε από τον καιρό της θεμελίωσης των δημοκρατιών ότι μία εξουσία είναι νόμιμη στο μέτρο που δεν έρχεται σε αντίφαση  με  συγκεκριμένους ανώτερους νόμους της ανθρωπότητας. Ίσως  η αναπαράσταση στην οποία  μπορεί κανείς να προβεί για να περιγράψει  τις καταβολές αυτών των νόμων  έχει εξελιχθεί. Μολαταύτα, το περιεχόμενό τους μένει πάντα το ίδιο: είναι ο σεβασμός των ζωντανών και των νεκρών, η φιλοξενία, το απαραβίαστο του ανθρώπινου όντος, η μη-παραχάραξη της αλήθειας. Οι νόμοι αυτοί διακηρύσσουν  τις αξίες που επιτρέπουν σε μία πολιτική κοινότητα να διακρίνει  το δίκαιο και τη δικαιοσύνη, και που μία κυβέρνηση ή ένα Κράτος οφείλουν να τις διαφυλάξουν με κάθε κόστος.

 

Τέτοιοι άγραφοι νόμοι είναι υπεράνω οποιασδήποτε περιστασιακής νομοθεσίας, και γενικότερα οποιουδήποτε θετικού νόμου. Γι’ αυτό το λόγο τη στιγμή που οι πολίτες διαπιστώνουν μία ολοφάνερη αντίφαση ανάμεσα σε αυτές τις δύο μορφές νόμων, έχουν ως καθήκον να μεταφέρουν τη διένεξη στο δημόσιο χώρο, διακηρύσσοντας την υπακοή τους στους άγραφους νόμους, σε βάρος της υπακοής στο θετικό δίκαιο. Με αυτή τους την πράξη οι πολίτες αναδημιουργούν τις προϋποθέσεις μίας νομοθεσίας  ή της «γενικής βούλησης». Δεν επιτίθενται στην έννοια του νόμου, αλλά την υπερασπίζουν.

 

Έκτος από το να υποθέτουμε  κυβερνήσεις και λαούς τέλειους, μπορεί να δει κανείς  καθαρά ότι εάν μία τέτοια δημόσια έκθεση των αντιφάσεων ανάμεσα στους άγραφους και στους γραπτούς νόμους δεν πραγματοποιούταν   ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τότε η ισχύς  του νόμου θα εκφυλιζόταν σε συμφέρον του Κράτους. Το τελευταίο αποτυπώνεται στην άποψη σύμφωνα με την οποία οι τυπικές προϋποθέσεις των νόμων (η υιοθέτηση τους από ένα περιοδικά εκλεγόμενο κοινοβούλιο, η συνταγματικότητά τους, κ.τ.λ), προφανώς αναγκαίες, θα ήταν επίσης και επαρκείς. Μία τέτοια  καθαρά κρατικιστική αντίληψη διαφαίνεται στις δηλώσεις του υπουργού δικαιοσύνης, που μπορούν  να συνοψιστούν στο παλιό ρητό «ο νόμος είναι νόμος».

 

Από την άλλη πλευρά, η ιστορία του δημοκρατικού κράτους στη Γαλλία, μαζί με τα   επεισόδιά δειλίας και ηρωισμού που τη συνοδεύουν, από την υπόθεση  Dreyfus ως την αντίσταση, και από την διακήρυξη των 121 έως τη δίκη Bodigny, δεν στερείται παραδειγμάτων της διαδικασίας σύμφωνα με την οποία οι ουσιώδεις προϋποθέσεις της υπακοής στο νόμο βρίσκονται αναθεμελιωμένες μέσω της άρνησης αποδοχής  των άδικων  αποφάσεων της πολιτικής ή δικαστικής εξουσίας.

 

Με αυτό το εμφανές παράδοξο μίας θεμελιώδους παραβίασης, βρισκόμαστε στην καρδιά της σχέσης ανάμεσα στην ανυπακοή και στην ιδιότητα του πολίτη. Αυτή η σχέση όμως  έχει ακόμα πιο συγκεκριμένες βάσεις  στο γαλλικό σύνταγμα, καθώς το τελευταίο  αρχίζει με τη Διακήρυξη  των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.

 

Η προαναφερθείσα  σχέση  δεν λειτούργησε πάντα στα πλαίσια του συντάγματος. Ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της δυσλειτουργίας είναι ότι το ζήτημα του να γνωρίζουμε με ποια έννοια  πρέπει να εκλαμβάνονται οι διατυπώσεις της Διακήρυξης, που καταγράφουν τα «θεμελιώδη δικαιώματα» ως δεσμευτικές για το νομοθέτη,  παραμένει ενοχλητικό για τους νομικούς. Καμία έκπληξη ως προς το τελευταίο καθώς  η Διακήρυξη διατυπώνει αυτό που συγκροτεί τον άνθρωπο σε ενεργό πολίτη: απευθύνεται  αφ’ ενός στην πολιτική δυνατότητα του λαού να μην εξουσιοδοτεί εκπροσώπους και αφ ΄ετέρου στις ευθύνες που απορρέουν από αυτή τη δυνατότητα για τα άτομα που συνθέτουν το λαό. Με αυτό τον τρόπο η Διακήρυξη αναπαριστά, μέσα στο ίδιο το σύνταγμα, την «συγκροτησιακή εξουσία» του λαού που υπερβαίνει κάθε θεμελιώδη θεσμό και συγκροτεί  το δημοκρατικό  χαρακτήρα του συντάγματος.

 

Επιπλέον, η Διακήρυξη θέτει ως δικαιώματα «φυσικά και απαράγραπτα» (άρθρο 2) «την ελευθερία, την περιουσία, την ασφάλεια και την αντίσταση στην καταπίεση». Η ιστορία είναι επιφορτισμένη να μας διδάξει τη μόνιμη επικαιρότητα αυτής της τελευταίας έννοιας, που δεν συνιστά απλά μία αναφορά στην ιδιαίτερη  γλώσσα των επαναστατικών εποχών. Αντίθετα, η έννοια της αντίστασης στην καταπίεση  υποβάλλεται  περιοδικά σε δοκιμασία και η σημασία της  αποσαφηνίζεται.

 

Μέσα από τις  μεταπτώσεις της μεταναστευτικής πολιτικής – την οποία όλες οι εν συγχύσει βρισκόμενες κυβερνήσεις, ανάγουν σε μία πολιτική εναντίον των μεταναστών, οι οποίοι θεωρούνται εκ των προτέρων παράνομοι – θα ήταν πιθανό να ζήσουμε μία από αυτές τις κρίσιμες εμπειρίες. Το ευεργέτημα  αυτής της εμπειρίας  θα ήταν να ανανεώσει για την σύγχρονη γενιά την αντίληψη ότι η  αντίσταση στην καταπίεση δεν αφορά μόνο στην καταπίεση στην οποία  υποτάσσει κανείς τον εαυτό του, αλλά επίσης και στην καταπίεση που υποτάσσει τους άλλους. Το ότι αυτά τα δύο πρέπει να είναι αχώριστα, και το ότι αυτό πρέπει να είναι το νόημα της ελευθερίας και της ισότητας, όχι μόνο δεν το αρνείται η Διακήρυξη, αλλά, με μία προσεκτικότερη παρατήρηση, το υπονοεί.

 

Γνωρίζουμε ότι  κανείς θα μας αρνηθεί την ευκαιρία, την ισορροπία (ο κύριος  Juppé  αποφεύγει να ισχυριστεί ότι ο νόμος Debré είναι δίκαιος, ή ότι είναι σωστός), δηλαδή τους αναγκαίους συμβιβασμούς με την πραγματικότητα, όταν αυτή δεν συμβαδίζει με την σιωπηλή πλειοψηφία (η οποία φοβόμαστε ότι δεν  αντιπροσωπεύεται από τον Jean Marie Le Pen). Ας αφήσουμε εδώ τον καθένα να στοχαστεί αυτό που παρήγε, εδώ και τουλάχιστον είκοσι χρόνια, ο ρεαλισμός όσον αφορά στον έλεγχο της κυκλοφορίας εργατικού δυναμικού, στην ενσωμάτωση των  ξένων στη Γαλλία ή στην διαμόρφωση του δημόσιου πνεύματος. Όλα αυτά δεν αποκλείουν το ερώτημα: η πολιτική ανυπακοή μπορεί να είναι μία πολιτικά υπεύθυνη πράξη; Κάτω υπό ποίες προϋποθέσεις;

 

Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι βρισκόμαστε σε μία κρίσιμη κατάσταση. Αυτή είναι η περίπτωση από τη στιγμή που ο εκφυλισμός του κράτους δικαίου οδηγεί στη διαδικασία υπέρβασης ενός ορίου, πέραν του οποίου η αρχή μίας καθημερινής διάκρισης  εναντίον των ξένων και μίας επιτήρησης αυτών που τους υποδέχονται, τους βοηθούν ή συναναστρέφονται μαζί τους, θα ήταν ρητά εγγεγραμμένη στον νόμο. Γι΄ αυτό το λόγο το κυβερνητικό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο προηγούμενες  νομοθετικές διατάξεις προσανατολιζόταν ήδη προς αυτή τη κατεύθυνση χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί (αυτό που μένει να δειχθεί), ακόμα και αν καταδεικνύει τις επιμερισμένες σε όλη την πολιτική τάξη ευθύνες  (για ποιο λόγο να τις αποστερηθεί;) δεν στρέφεται κατά της νομιμότητας του σύγχρονου κινήματος δυσαρέσκειας. Όσο ο καιρός περνά, τόσο η κρισιμότητα οξύνεται.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση, είναι ότι η έκκληση προς την πολιτική ανυπακοή, πάντα θεμελιωμένη σε μία ατομική απόφαση δεν παραμένει μία μεμονωμένη έκφραση, αλλά θέτει τη δυνατότητα μίας συλλογικής δράσης και μίας μεταβολής της πορείας των πραγμάτων. Θα εστιάσουμε σύντομα πάνω σε αυτό το σημείο. Αυτή η προϋπόθεση δεν είναι άσχετη μίας τρίτης που ισχύει καθαρά στην περίπτωση της έκκλησης των σκηνοθετών: πρόκειται για μία έκκληση αποτρεπτική. Η κυβέρνηση μπορεί ακόμα να αλλάξει γνώμη. Η ανυπακοή την οποία η κυβέρνηση αμφισβητεί, τίθεται υπό όρους: δεν αποσκοπεί στο να επισπεύσει το αδιόρθωτο, αλλά στο να το εμποδίσει  ούσα αποφασισμένη να το αντιμετωπίσει.

 

Η τελευταία προϋπόθεση είναι ότι η πολιτική ανυπακοή αποδέχεται τις συνέπειες που αρμόζουν σε αυτή: τον κίνδυνο που εμπεριέχει γι΄ αυτούς που την ασκούν, αυτό είναι ευνόητο, αλλά επίσης και τις συνέπειές της  στο πολιτικό πεδίο. Όμως, η διακύβευση  της στιγμής είναι η επάνοδος του φασισμού στη Γαλλία και  η ακούραστη διεκδίκηση μίας ξενοφοβικής νομοθεσίας συνιστά ένα ουσιώδες συστατικό αυτής της επανόδου. Ορισμένοι απευθύνονται σε αυτούς που υπέγραψαν την έκκληση των σκηνοθετών λέγοντας τους ότι με το να αποδεικνύετε αυτό που επικαλείται η άντι-Γαλλία, ή με το να θέτετε εμπόδια στην μάχη εναντίον της παράνομης μετανάστευσης που είναι η δικαιολογία πάνω στην οποία το εν λόγω κίνημα κεφαλαιοποιεί, μεταφέρετε νερό στο μύλο του φασισμού. Το παραπάνω επιχείρημα υποθέτει την αποδοχή ότι η δημοκρατία μπορεί και επιβιώνει  εφαρμόζοντας την πολική των αντιπάλων της, και ενισχύει την θέση της αρνούμενη ,στο όνομα της εθνικής συναίνεσης  να αποφασίσει ανάμεσα σε ασυμφιλίωτες αρχές. Αυτοί που υπερασπίζονται την ελευθερία της διακίνησης, το καθήκον της φιλοξενίας, τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των κατοίκων, πραγματοποιούν, το βλέπει κανείς, τον αντίστροφο συλλογισμό. Ζητούν από  όλους εμάς να επιλέξουμε το δικό μας στρατόπεδο, τη δική μας αλήθεια. Προσπαθούν να κάνουν «ακόμα μία προσπάθεια για να είμαστε δημοκρατικοί»  και να παραμείνουμε έτσι στα χρόνια που θα έρθουν.

 

Είτε πρόκειται για την ουσία του νόμου, είτε για την προσφυγή στο δικαίωμα  αντίστασης, ή των ευθυνών, παρατηρεί κανείς ότι όλες οι αποφάσεις που ενέχονται  σε μία τέτοια πράξη ανυπακοής εμπεριέχουν ένα μη-αναγώγιμο κομμάτι υποκειμενικότητας. Οι αποφάσεις αυτές δεν θα επιθυμούσαν την εξαίρεσή τους από τους υπάρχοντες κανόνες. Στοχεύουν λοιπόν σε αυτό που σε άλλες εποχές θα μπορούσε κανείς να είχε αποκαλέσει στοίχημα,ή δέσμευση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αποφάσεις αυτές  απαντούν εξ’ ίσου στην δέσμευση απέναντι στους «Δίχως Χαρτιά», και απέναντι στην επίδειξη κουράγιου  και υπευθυνότητας πού , εδώ και μήνες, έχουν δημόσια δείξει. Αυτό το υποκειμενικό στοιχείο δεν είναι εξωτερικό ως προς το πολιτικό, είναι το αναγκαίο αντιστάθμισμα απέναντι στον κίνδυνο αυθαιρεσίας της εξουσίας, το δημοκρατικό αντίστοιχο της κρίσιμης κατάστασης. Η δοκιμασία αλήθειας που αρχίζει έτσι θα επέχει αξία συλλογικού τεστ, τόσο για τους κυβερνώντες όσο και για τους κυβερνώμενους. Δεν είναι υπερβολή να δούμε με αφορμή αυτή την υπόθεση ένα μεγαλειώδες κάλεσμα των πολιτών το οποίο θα απευθύνεται  σε ολόκληρο το έθνος.

 

*Το κείμενο αυτό είναι το δεύτερο κεφάλαιο από το βιβλίο του Balibar με τίτλο   Droit de Cite: Culture et politique en democracie, σελ 17-22 το οποίο εκδόθηκε το 1998 από τις εκδόσεις L’aube και αποτελεί συλλογή άρθρων του συγγραφέα στον έντυπο και περιοδικό τύπο. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  Le Monde  στις 19 Φεβρουαρίου  1997 με τον τίτλο «Κατάσταση δημοκρατικής κρισιμότητας».

 

Ύστερα από τη δημοσίευση του  νομοσχεδίου «Debré» που συμπλήρωνε τη νομοθεσία «Pasqua» σχετικά με τις συνθήκες εισόδου και παραμονής των ξένων στη Γαλλία, το οποίο προέβλεπε κυρίως την υποχρέωση όλων των ατόμων που φιλοξενούν ένα ξένο να δηλώσουν στην αστυνομία την άφιξη και την αναχώρηση του, μία ομάδα σκηνοθετών κινηματογράφου προώθησε μία έκκληση (η οποία τελικά προσέλκυσε αρκετές χιλιάδες υπογραφές)  δηλώνοντας ότι οι υπογεγραμμένοι είχαν φιλοξενήσει και θα φιλοξενούσαν ξανά ξένους με «παράνομη» παραμονή στην εθνική επικράτεια. Η έκκληση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξυ των οποίων και αυτή του ίδιου του πρωθυπουργού, Alain Juppé, ο οποίος, στο φύλο της Le Monde  στις 26 Φεβρουαρίου 1997, κατήγγειλε  την προσβολή  προς την εξουσία του κράτους.

Μετάφραση: Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος



ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ (26.9.2010)
.
Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Σε προηγούμενο άρθρο («Ενθέματα», 5.9.2010) ασχολήθηκα με την έξοδο από το ευρώ ως αριστερή στρατηγική για την έξοδο από την κρίση. Επιχειρηματολόγησα ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ευρώ όσο το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί. Στο παρόν άρθρο θέλω να εκφράσω ένα παρόμοιο σκεπτικισμό για τη στρατηγική της στάσης πληρωμών.

Συνέχεια



Σαμαρας και Παπανδρεου στη Χωρα των Θαυματων (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 26.9.2010)

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Μια από τις «βασικές αλήθειες» που ανακοίνωσε ο κ. Αντώνης Σαμαράς στη ΔΕΘ είναι ότι με τη μείωση των συντελεστών φορολογίας μπορούμε να αναμένουμε περισσότερα φορολογικά έσοδα. Αν υπάρχει οικονομική θεωρία που έχει απαξιωθεί περισσότερα τα τελευταία είκοσι χρόνια θα ήθελα να τη μάθω.

Συνέχεια



(ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ, 22.9.2010)

ΤΟΥ ΧΑΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΤΟΥ

Έχουμε πλέον μπει στην προεκλογική περίοδο για τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοέμβρη. Όπως είναι γνωστό, η «δική μας» αριστερά, ανανεωτική, ριζοσπαστική και οικολογική, μέσα από αναταράξεις και παλινωδίες, χαράζει την εκλογική τακτική της. Αν και μοιάζει να συναινούμε στις γενικές προτεραιότητες και τα κεντρικά επίδικα αυτής της πολιτικής μάχης (αποδοκιμασία των αντικοινωνικών μέτρων της κυβέρνησης του Μνημoνίου, κριτική στον Καλλικράτη, διαμόρφωση πλατιών κοινωνικών και πολιτικών μετώπων, αξιοποίηση υπαρχόντων αυτοδιοικητικών και κινηματικών συλλογικοτήτων) συχνά… χανόμαστε όταν πρέπει αυτές να μεταφραστούν σε επιλογές συμμαχιών ή προσώπων.

Συνέχεια



ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΧΩΡΙΣ ΣΤΡΑΤΟ (ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, 19.9.2010)

ΤΩΝ ΕΦΗΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑ, ΤΑΣΟΥ ΚΟΡΩΝΑΚΗ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν είμαστε καθόλου χαρούμενοι για τις διασπάσεις και τον κατακερματισμό της αριστεράς, ιδιαίτερα της ριζοσπαστική αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ. Αντιθέτως. Είμαστε προβληματισμένοι από το γεγονός ότι οι διαδοχικές κρίσεις και το οριστικό δράμα διεξάγονται πάντα μεσούσης της προεκλογικής περιόδου: ευρωεκλογές, βουλευτικές, δημοτικές και περιφερειακές εκλογές. Δεν είμαστε ανυποψίαστοι, είχαμε δει, όπως όλοι, να εξελίσσεται ένα ανταγωνιστικό σχέδιο διαφοροποίησης εντός του ΣΥΡΙΖΑ από τις οργανώσεις και τα πρόσωπα που αποτελούν το «Μέτωπο αλληλεγγύης» εδώ και ένα χρόνο περίπου. Είχαμε προβλέψει την κατάληξη, κάναμε ότι μπορούσαμε για να αποτρέψουμε το αναπότρεπτο, σε βάρος μάλιστα της ίδιας μας της πολιτικής αξιοπρέπειας, σε βάρος επίσης των πιο ειλικρινών δυνάμεων μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Γνωρίζαμε ότι είναι αδύνατο να επαγγέλλεσαι την ενότητα της αριστεράς και την ίδια στιγμή να οδηγείσαι σε διαδοχικές διασπάσεις και μάλιστα σε μια εποχή που το αίτημα του κόσμου της εργασίας είναι η μέγιστη ενότητα για να αντιμετωπισθεί το Μνημόνιο και η κυβερνητική επέλαση σε στοιχειώδη δικαιώματα της μισθωτής εργασίας. Εκείνο που δεν γνωρίζαμε, και ακόμα και σήμερα δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια, είναι ποιες είναι οι πολιτικές διαφορές -οι πολιτικές, όχι οι ιδεολογικές και στρατηγικές- που κάνουν τη διάσπαση αναπόφευκτη.

Συνέχεια



OI ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ, Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ (ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ, 15.9.2010)
15/09/2010, 1:04 μμ
Filed under: Χρηστος Σιμος | Ετικέτες: , , ,

ΤOY ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΜΟΥ

Η συζήτηση που έχει προκύψει στο εσωτερικό του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, σε σχέση με τον υποψήφιο περιφερειάρχη για την Αττική, έχει αναδείξει για μια ακόμη φορά τη γοητεία που ασκούν, ανεξαρτήτως τάσης και συνιστώσας, θεωρητικές παραδόσεις που απέχουν πολύ από αυτό που καλείται ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά. Το ζήτημα προφανώς δεν έχει να κάνει με την περιφρούρηση των «ιερών και οσίων», αλλά με το τι λέγεται και ποιους πολιτικούς στόχους εξυπηρετεί. Πιο συγκεκριμένα, για μια ακόμη φορά η έννοια «ιδεολογία» χρησιμοποιείται ως εάν να πρόκειται για κάτι το οποίο βρίσκεται στο ράφι της βιβλιοθήκης μας και το χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν. Έτσι, από την εν λόγω συζήτηση συμπεραίνει κανείς πως υπάρχουν κινήσεις με ιδεολογικό περιεχόμενο και κινήσεις χωρίς ιδεολογικό περιεχόμενο. Οι αντιλήψεις αυτές μάς πάνε πολλά χρόνια πίσω, στα ένδοξα χρόνια της κυριαρχίας του μαρξισμού της 3ης Διεθνούς, τότε που η ιδεολογία σήμαινε διάφορα που έχουν να κάνουν με την πλάνη, τα ψέματα κι άλλα τέτοια, σε αντεστραμμένη μορφή όμως: Σε τούτη την εκδοχή, η ιδεολογία ταυτίζεται με το «Υψηλό» και η τακτική με την εξαπάτηση και την ποταπότητα. Παραλλαγή στο ίδιο θέμα αποτελεί και η άποψη πως ιδεολογία παράγουν μόνο οι οργανωμένοι πολιτικοί φορείς, ενώ όλοι οι υπόλοιποι κινούνται με απλοϊκά νοητικά σχήματα, τα οποία είναι σχεδόν «αντικειμενικά» και καθορισμένα μόνο από την κοινωνική τους θέση.

Συνέχεια