ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ (26.9.2010)
.
Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Σε προηγούμενο άρθρο («Ενθέματα», 5.9.2010) ασχολήθηκα με την έξοδο από το ευρώ ως αριστερή στρατηγική για την έξοδο από την κρίση. Επιχειρηματολόγησα ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ευρώ όσο το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί. Στο παρόν άρθρο θέλω να εκφράσω ένα παρόμοιο σκεπτικισμό για τη στρατηγική της στάσης πληρωμών.

Συνέχεια

Advertisements


ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΕΛΟΣ; (ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΑΥΓΗΣ, 18.7.2010)

TOΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ 

 

Γραφεία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Βενετία. Στον τοίχο σφυροδρέπανα, η σημαία του κόμματος και, λίγο παραπέρα, εικονοστάσι με τον Χριστό. Φωτογραφία του Ντέιβιντ Σάδερλαντ.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια υπήρχαν πάμπολλες διαδρομές μέσα από τις οποίες μπορούσε κανείς να συναντηθεί με το ρεύμα που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα ως Ανανεωτική Αριστερά και  έχει μεγάλη συγγένεια με τη Νέα Αριστερά στις αγγλοσαξονικές χώρες και το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Εγώ που μεγάλωσα στη Βρετανία τη δεκαετία του 1970 επηρεάστηκα από τη Νέα Αριστερά, την οποία σημάδεψαν οι αποχωρήσεις από τα κομμουνιστικά κόμματα μετά από τις εισβολές στην Ουγγαρία το 1956 και την Τσεχοσλοβακία το 1968, από τη μυστική έκθεση και ομιλία του Χρουτσόφ στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, καθώς και από τον Γαλλικό Μάη.

 

Συνέχεια



Ψυχη βαθια και κιβωτιο αδειο (ΕΠΟΧΗ, 29.11.2009)

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΑΛΜΠΑΝΗ

Για να είμαι ειλικρινής το Ψυχή Βαθιά του Παντελή Βούλγαρη μού φάνηκε καλύτερο από ό,τι περίμενα -περίμενα τα χειρότερα. Όχι ότι πρόκειται για πολύ σπουδαίο σινεμά -και οι χαρακτήρες δεν αναπτύσσονται και η ευκολία του συναισθηματισμού δεν αποφεύγεται. Όπως επίσης είναι καταφανής η σεναριακή προσαρμογή των ιστορικών γεγονότων στην προκρούστειο κλίνη της «εθνικής συμφιλίωσης» -οι μεν στρατηγοί του Εθνικού Στρατού παρουσιάζονται ως κατά βάθος ψυχούλες, στο δε Δημοκρατικό Στρατό δεν μάχεται ούτε μισός εθνικά Μακεδόνας… Ωστόσο, η ταινία βλέπεται χωρίς πλήξη, και σε ό,τι αφορά την πολιτική τοποθέτησή της, μού φαίνεται μάλλον υπερβολικός ο χαρακτηρισμός της ως η «Ελένη» της εποχή μας. Η ιστορική ανάγνωση που κάνει, θα ταίριαζε πιο πολύ στο υφιστάμενο μετασοσιαλδημοκρατικό ΠΑΣΟΚ (γι ‘αυτό άλλωστε άρεσε και σε τόσους από τον Συνασπισμό…), παρά σε μια τραμπούκικη ακροδεξιά τύπου Γκατζογιάννη.
Συνέχεια



Τρια Χρωματα: Κοκκινο. Για την Κομμουνιστικη Συμβολη στο Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης, 29.3.2009)

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Στα δύο πρώτα άρθρα αυτής της σειράς φάνηκε ότι οι αξίες του φεμινισμού και της οικολογίας μπορούν να συναντηθούν, αν και όχι χωρίς αντιφάσεις και εντάσεις, με αυτές της αριστεράς. Με αυτό το δεδομένο, ποια θα πρέπει να είναι η συμβολή του κόκκινου;

Μια κομμουνιστική προσέγγιση αρχίζει με τη λογική του κόσμου της εργασίας, αρχίζει με τις κοινωνικές ανάγκες. Είναι γνωστό ότι η διανεμητική αρχή σε μια κομμουνιστική κοινωνία ορίζει ότι όλοι προσφέρουν ανάλογα με τις ικανότητές τους, σε άλλους ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ότι, με άλλα λόγια, οι δικές σου ανάγκες σου δίνουν κάποια δύναμη πάνω στις δικές μου ικανότητες, ενώ η καπιταλιστική αρχή προτάσσει το αντίθετο: οι δικές σου ανάγκες μου δίνουν κάποια ισχύ (για κέρδος) σε σχέση με σένα. Αυτό που ίσως είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι η αρχή του κομμουνισμού δεν ισχύει μόνο στον κομμουνισμό. Εκατομμύρια άτομα έχουν αγωνιστεί για να εξασφαλίσουν κατά καιρούς θύλακες, για παράδειγμα στη δημόσια υγεία και στην παιδεία, όπου άτομα ανταποκρίνονται στις ανάγκες των άλλων, όχι πάνω στη βάση ικανότητας πληρωμής (ή στη βάση κοινωνικού στάτους ή κάποιας άλλης αρχής), αλλά μόνο και μόνο επειδή αυτοί οι άλλοι έχουν κάποια ανάγκη. Η μαρξιστική θεωρία, όμως, λεει ότι τέτοιες θύλακες δύσκολα επιβιώνουν μακροπρόθεσμα σε μια καπιταλιστική κοινωνία, γιατί αποτελούν μια άρνηση της λογικής του κεφαλαίου. Έτσι, από τη σκοπιά του κομμουνισμού, ο στόχος είναι ξεκάθαρος• η γενίκευση της κομμουνιστικής αρχής σε όσο πιο πολλούς τομείς γίνεται. Και βέβαια ένα τέτοιο πρόταγμα ταιριάζει πολύ καλά με την οικολογική αναβάθμιση των σχέσεων μας με τη φύση, ή τη φεμινιστική αναβάθμιση των σχέσεων μεταξύ των ατόμων.

Αυτή η συμπόρευση υπάρχει όχι μόνο στους στόχους αλλά και στα μέσα πολιτικής. Και οι τρεις συμβολές εκτιμούν το ρόλο της συμμετοχής και των δημοκρατικών λειτουργιών ως αυτοσκοπό. Για τις σχέσεις μας και τις ανάγκες μας πρέπει να αποφασίσουμε εμείς οι ίδιοι. Αλλά όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, σε σχέση με την πρόταση για μια σημαντική αύξηση των δημοσίων αγαθών, το αναμενόμενο είναι το κεφάλαιο να πολεμήσει τέτοιες πρωτοβουλίες όποτε, και όταν, έχει την πολιτική δύναμη να το κάνει. Δεν μπορεί μακροπρόθεσμα το κεφάλαιο να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των πόρων θα διανέμονται από δημόσιους, και άλλου συλλογικούς, θεσμούς μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Άρα αυτοί οι θεσμοί δεν αποτελούν μόνο αυτοσκοπό, αλλά σημαντικές πρακτικές που συμβάλλουν στην αναγκαία αλλαγή στον κοινωνικών συσχετισμών.

Όπως μας λεει ο Suchting στο έργο του Μαρξ βλέπουμε τρεις κάπως διαφορετικές προσεγγίσεις, όπου και οι τρεις είναι χρήσιμες. Η πρώτη, που πιο συχνά την βρίσκομε στο νεότερο Μαρξ, αλλά που νομίζω ποτέ δεν την εγκατάλειψε πλήρως, έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, με τις ικανότητες των ανθρώπων, και πως αυτές θα μπορούν κάποτε να εκφραστούν στην πλήρη διάσταση τους. Η δεύτερη, που χαρακτηρίζει πιο πολύ το Κεφάλαιο, έχει να κάνει με την έμφαση στις δομές που επηρεάζουν την ανθρώπινη δράση μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και οικονομία. Αν η πρώτη μπατάρει προς τον ατομικισμό, η δεύτερη αποτελεί μια καθαρά ολιστική προσέγγιση. Αλλά υπάρχει και μια τρίτη προσέγγιση που, παρόλο που είναι ολιστική, αφήνει χώρο για την ανθρώπινη δράση με το να δίνει έμφαση στις πρακτικές των ατόμων. Αυτές τις πρακτικές μπορούμε να τις δούμε σαν τεχνολογίες δράσης – τα άτομα μέσα από διαφορετικές πρακτικές μπορούν να αλλάξουν τη φύση και την κοινωνία, και, συγχρόνως, να αλλάξουν τον εαυτό τους. Όταν προωθούμε το συμμετοχικό προϋπολογισμό, ή τη συμμετοχή των συνδικάτων στη διαχείριση των ταμείων τους, ή το δημοκρατικό προγραμματισμό των δημόσιων επενδύσεων, προωθούμε πρακτικές που όχι μόνο αλλάζουν που πάνε οι πόροι σε μια οικονομία, αλλά αλλάζουν και τις συνειδήσεις των ατόμων. Τα άτομα μέσα από τέτοιες πρακτικές αρχίζουν να οριοθετούν διαφορετικά τα πράγματα και να αξιολογούν αλλιώς τις συλλογικές λύσεις σε σχέση με τις ατομικές, ή συνειδητοποιούν σταδιακά ότι αντί μια ατελείωτη συσσώρευση του κεφαλαίου χρειαζόμαστε να επενδύουμε στις σχέσεις μας (στο χώρο δουλειάς, στην κοινότητα, στο σπίτι) και στη σχέση μας με τη φύση. Η αλλαγή συνείδησης δεν γίνεται με επιφοίτηση αλλά μέσα από πρακτικές, κάτι που καταλαβαίνουν πολύ καλά οι αντίπαλοί μας – για αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν πολεμήσει όλες τις συλλογικές πρακτικές, είτε είναι στα συνδικάτα είτε στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την στρατηγική της αριστεράς και το πρόγραμμα της; Σε πρόσφατο άρθρο του ο Γεράσιμος Μοσχονάς (Τα Νέα 21-11-08) άσκησε κριτική σε προσεγγίσεις που βασίζονται στην επικαιρότητα του σοσιαλισμού. Ισχυρίζεται ότι η ιδέα του σοσιαλισμού ποτέ δεν είχε λιγότερη απήχηση στον κόσμο της Ευρώπης από ότι έχει σήμερα, και έτσι μια εμμονή σε αυτή την ιδέα δεν θα μπορούσε παρά να μας αποκόψει από σημαντική μερίδα του πληθυσμού. Νομίζω ότι αυτό η θεώρηση των πραγμάτων αποτελεί κακή συμβουλή για το ΣΥΡΙΖΑ και το πρόγραμμα του, και το λεω αυτό ξέροντας ότι ο ίδιος συγγραφέας μας έχει συνηθίσει τον τελευταίο καιρό σε πολλές καλές, και χρήσιμες, αναλύσεις για τη δική μας την αριστερά. Να θυμίσω πρώτα ότι η σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία της μεταπολεμικής περιόδου δεν βασίστηκε μόνο σε μεγάλες κινητοποιήσεις, στην απειλή του σοβιετικού μπλοκ, στην ελκυστικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων, και στη σχεδόν συνολική αμφισβήτηση της ιδεολογίας των κυρίαρχων τάξεων του μεσοπολέμου. Βασίστηκε στην ιδέα ότι ο σοσιαλισμός, με την μια ή την άλλη μορφή, αποτελούσε το μέλλον του κόσμου. Αλλά να θυμίσω, επίσης, ότι η νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση άρχισε με τη σχεδόν συνολική αμφισβήτηση των ιδεών της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Στις αρχές του ’60 ο Milton Friedman, ο Friedrich von Hayek, ο Leo Strauss και ο Carl Schmitt αποτελούσαν περιφερειακές, συχνά γραφικές, φιγούρες. Εκείνη την εποχή οι ιδέες του μικρού κράτους, της ανισότητας ως μηχανισμός κινήτρων για τους φτωχούς, η ανεργία για την πειθάρχηση των εργαζομένων, και όλο το άλλο οπλοστάσιο ιδεών που το γνωρίζουμε πια καλά, είχαν εξαιρετικά μικρή απήχηση στους Ευρωπαίους. Και από νεοφιλελεύθερη σκοπιά μια συμβουλή να τα αφήσουν όλα αυτά και να εστιάσουν σε ότι είχε απήχηση στο κόσμο δεν νομίζω θα έβαζε τη βάση για αυτό που είδαμε μετά από το 1980.

Δεν αμφισβητώ το ότι το «θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο» έχει μεγαλύτερη απήχηση γιατί «ως πολυσυλλεκτικό, δεν αναφέρεται στον σοσιαλισμό». Αλλά η κομμουνιστική συμβολή στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ακριβώς εδώ. Πρώτον, γιατί η θεωρία μας δεν βασίζεται μόνο στο τι είναι επιθυμητό, αλλά στην ανάλυση όλων αυτών των θεσμών και μηχανισμών που εμποδίζουν την εδραίωση αυτού του καλύτερου κόσμου, συμπεριλαμβάνοντας και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς που παρουσιάζουν τον κομμουνισμό ανεπίκαιρο, ανεφάρμοστο κλπ. Δεύτερον, γιατί μπορούμε, και έχουμε την αυτοπεποίθηση, να κάνουμε προτάσεις για το σήμερα, ακριβώς επειδή παίρνουμε έμπνευση από το αύριο, δηλαδή από την κομμουνιστική αρχή που ανέλυσα παραπάνω. Συλλογικές λύσεις, όπως ο συμμετοχικός προϋπολογισμός ή νέα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που θα ελέγχουν συνδικάτα και κοινωνικά κινήματα, από τη μια δίνουν λύση στα τωρινά προβλήματα (την αδιαφάνεια και τη διαφθορά στην ΤΑ στην πρώτη περίπτωση, στην οικονομική κρίση στη δεύτερη), και συγχρόνως συνδέονται με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Και όπως ανέλυσα την ίδια στιγμή αποτελούν πρακτικές που επιτρέπουν τον κόσμο να βλέπει τη πραγματικότητα αλλιώς. Και τρίτον, η κομμουνιστική συμβολή αναδεικνύει την πολιτική στρατηγική του μετασχηματισμού με μια ρεαλιστική θεώρηση των σημαντικών αντιδράσεων που μια τέτοια στρατηγική θα προκαλέσει. Κατανοεί, δηλαδή, τη σημασία της αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών.

Τα τελευταία τρία σημεία δεν σημαίνει ότι όλα είναι λυμένα. Κάθε άλλο, και ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του μια μεγάλη γκάμα θεμάτων για συζήτηση. Ποιοι μηχανισμοί αμφισβητείς ως προτεραιότητα σε ένα πρόγραμμα περιόδου; Ποιες πρακτικές μπορείς να προτείνεις που θα λειτουργήσουν με τον τρόπο που περιέγραψα; Ποια πολιτική στρατηγική μεγιστοποιεί τις δικές σου δυνάμεις και φέρνει τον αντίπαλο σε δύσκολη θέση; Υπάρχουν πολλά, μα πάρα πολλά, τέτοια ερωτήματα. Η αυτοπεποίθηση που προέρχεται από την κόκκινη συμβολή δεν βασίζεται σε μια παράκαμψη τέτοιον ερωτημάτων. Αλλά σε μια πιο ρεαλιστική αναγνώριση της συμβολής και των τριών χρωμάτων στον καλύτερο κόσμο που πολλοί και πολλές οραματίζονται, και μια ακόμα πιο ρεαλιστική θεώρηση για τους φραγμούς σε μια τέτοια εξέλιξη.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της ΚΠΕ του ΣΥΝ



Περι σοσιαλισμου (Εντος Εποχης, 22.2.2009)
22/02/2009, 10:57 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: , ,

ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο είναι καπιταλισμός.

Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι το ακριβώς αντίθετο.

Ρωσικό ανέκδοτο

Όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει τις θέσεις του ΚΚΕ για τα όσα συνέβησαν στον πρώην «υπαρκτό», ακόμη κι αν πρόκειται για άνθρωπο ιδιαίτερα υποψιασμένο σχετικά με τις παροιμιώδεις ανεπάρκειες αυτού του πολιτικού φορέα, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί. Η «ανάλυση» δεκαετιών «οικοδόμησης» και «αποικοδόμησης» πραγματοποιείται χωρίς ούτε μία αναφορά σε τάξεις –ούτε μία!. Έστω, για ξεκάρφωμα. Είναι πάντα κάποιοι οπορτουνιστές –άτομα ή ομάδες ατόμων, χωρίς κανένα κοινωνικό προσδιορισμό, που προδίδουν την υπόθεση. Φανερά, για τους συντάκτες των θέσεων, ο μαρξισμός, με την επιμονή του στην ταξική πάλη ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, συνιστά το περισσότερο ακατάλληλο εργαλείο για την αποτίμηση του τι και πώς συνέβη. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο τύπος της «ανάλυσης» αποκαλύπτει πράγματα ενδιαφέροντα. Η ενασχόληση αποκλειστικά με πράξεις και παραλείψεις προσώπων, που επέδρασαν πράγματι στις εξελίξεις, προκύπτει εύλογα. Η εξουσιοφρένεια αυτής της πολιτικής παράταξης, η ανάγκη της να αποκρύψει το προφανές, πως, δηλαδή, στη «χώρα των σοβιέτ», σοβιέτ δεν υπήρχαν από δεκαετίες, πως η δημοκρατία, στις στοιχειώδεις εκδοχές της, ήταν πιο απούσα κι από τον Θεό ανάμεσά μας,  νομοτελειακά (sic!) την οδηγεί στη σταλινολατρεία ή στη γκορμπατσοφαπαίχθεια. Όταν οι μάζες είναι απλοί διεκπεραιωτές της ιστορίας, ποίμνια ή αναλώσιμα κατά περίπτωση, τα άτομα ως υπέρτατοι πατεράδες ή πληρωμένοι πράκτορες του ιμπεριαλισμού τα κάνουν όλα.

Δεν θα μείνω άλλο σ’ αυτό. Το να κάνεις επ’ αυτού κριτική στο ΚΚΕ είναι σα να κλέβεις εκκλησίες. Και θα πρέπει να αποφεύγουμε τα εύκολα. Γιατί έχουμε ως αριστεροί πραγματικά πολλά δύσκολα να αντιμετωπίσουμε. Όχι ως θεωρητικό αποκλειστικά έργο, αλλά πρωτίστως ως πολιτική υποχρέωση. Το ξεκαθάρισμα σχετικά με το τι συνέβη με το πρώτο σοσιαλιστικό πείραμα στην ιστορία είναι όρος για την πολιτική ανάταξη των αριστερών δυνάμεων.

* * *

Είναι γνωστό –και επισημάνθηκε εκ νέου με το πρώτο τμήμα του αφιερώματος του Εντός Εποχής- πως υπάρχουν πολλές διαφορετικές εκτιμήσεις σχετικά με την φύση των ανατολικών καθεστώτων. Σοσιαλιστικά, μεταβατικά μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, το ίδιο αλλά «εκφυλισμένα» εργατικά κράτη, γραφειοκρατικά-κολλεκτιβιστικά, κρατικοκαπιταλιστικά, ένα φάσμα απόψεων εξαιρετικά αποκλίνον εμφανίζεται.

Από την άποψη της μαρξιστικής θεωρίας, είναι δεδομένο πως το καθοριστικό κριτήριο για τον κοινωνικό χρακτηρισμό ενός σχηματισμού είναι οι σχέσεις παραγωγής, που αποτελούν το βασικό στοιχείο της υποδομής του. Εδώ, με όλες τις αποκλίσεις, οι αριστεροί δεν μπορεί παρά να συμφωνούν κατ’ αρχήν. Βέβαια, το δυστυχές γεγονός πως το Κεφάλαιο σταματάει ακριβώς στο σημείο, όπου ο Μαρξ θα ξεκινούσε την συστηματική ανάπτυξη της θεωρίας του για τις κοινωνικές τάξεις αφαιρεί ένα εργαλείο που θα ήταν πολύ χρήσιμο για τη συζήτηση που κάνουμε. Ας βασιστούμε, λοιπόν, καταρχήν στις σχετικές διατυπώσεις του Νίκου Πουλαντζά, που μου φαίνονται συνεκτικές και πλήρεις.

Γράφει ο Πουλαντζάς: «Οι σχέσεις παραγωγής, σε μια ταξική κοινωνία, συγκροτούνται με μια διπλή σχέση, που περιλαμβάνει τις σχέσεις των ανθρώπων με την φύση κατά την υλική παραγωγή. Οι δύο σχέσεις είναι σχέσεις των φορέων της παραγωγής με το αντικείμενο και με τα μέσα της εργασίας και, συνακόλουθα, σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, σχέσεις ταξικές. Οι δύο αυτές σχέσεις αφορούν έτσι: α) τη σχέση που έχει ο μη εργαζόμενος (ο ιδιοκτήτης) με το αντικείμενο και με τα μέσα της εργασίας και β) τη σχέση του άμεσου παραγωγού (ή του άμεσου εργαζόμενου) με το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας. Έχουν δε δύο πλευρές:

Α. την οικονομική κυριότητα: με τον όρο αυτό εννοούμε τον πραγματικό οικονομικό έλεγχο των μέσων παραγωγής, δηλαδή, τη δυνατότητα να προορίζεις τα μέσα παραγωγής σε ορισμένες χρήσεις και να διαθέτεις έτσι τα παραγόμενα προϊόντα.

Β. την κατοχή: εννοούμε εδώ την ικανότητα να βάζεις σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, δηλαδή να ελέγχεις την εργασιακή διαδικασία.

[…]

[Η] κυριότητα υποδηλώνει την πραγματική οικονομική κυριότητα, τον πραγματικό έλεγχο των μέσων παραγωγής και διακρίνεται από τη νομική κυριότητα, όπως αυτή καθιερώνεται από το Δίκαιο… Το Δίκαιο βέβαια επικυρώνει γενικά την οικονομική κυριότητα: αλλά συμβαίνει οι μορφές νομικής κυριότητας να μην συμπίπτουν με την πραγματική οικονομική κυριότητα. Στην περίπτωση αυτή, η οικονομική κυριότητα παραμένει καθοριστική ως προς την οριοθέτηση των κοινωνικών τάξεων, δηλαδή ως προς τον προσδιορισμό της κυρίαρχης –εκμεταλλεύτριας τάξης.

[Η] δεύτερη σχέση, η σχέση μεταξύ των άμεσων παραγωγών –των εργαζομένων- και των μέσων και του αντικειμένου της παραγωγής, είναι εκείνη που προσδιορίζει, στο πλαίσιο των σχέσεων παραγωγής, την τάξη που υφίσταται την εκμετάλλευση.

[…]

Αντίθετα [από τους προκαπιταλιστικούς], στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι άμεσοι παραγωγοί –η εργατική τάξη- έχουν τελείως αποστερηθεί την κατοχή των μέσων τους εργασίας, που τα κατέχει ο κεφαλαιούχος. Πρόκειται, δηλαδή, για μιαν ολοκληρωμένη μορφή αποκοπής των εργαζομένων από τα μέσα τους παραγωγής, γεγονός που καθορίζει την εμφάνιση αυτού που ο Μαρξ ονομάζει «απογυμνωμένο εργάτη». Ο εργάτης δεν κατέχει παρά μόνο την εργατική του δύναμη, που την πουλάει. Αυτή η αποφασιστική, στο επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων, αλλαγή της θέσης των άμεσων παραγωγών μετατρέπει την ίδια την εργατική δύναμη σε εμπόρευμα και γενικεύει την εμπορευματική παραγωγή.

[…]

Από … τον κυρίαρχο ρόλο των σχέσεων παραγωγής πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις και τη διαδικασία της εργασίας απορρέει ο ουσιαστικός ρόλος των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στο δομικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων. Οι σχέσεις παραγωγής και οι σχέσεις που τις συνθέτουν (οικονομική κυριότητα/κατοχή) εκφράζονται με τη μορφή εξουσιών που απορρέουν απ’ αυτές, δηλαδή με ταξικές εξουσίες. Σαν τέτοιες, οι εξουσίες αυτές συνδέονται οργανικά με τις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που τις καθιερώνουν και τις νομιμοποιούν. Οι σχέσεις αυτές δεν επιπροσθέτονται απλώς στις προϋπάρχουσες σχέσεις παραγωγής, αλλά είναι και οι ίδιες παρούσες με ειδική για κάθε τρόπο παραγωγής μορφή, στη διαμόρφωση των σχέσεων παραγωγής. Η διαδικασία παραγωγής και εκμετάλλευσης είναι συγχρόνως διαδικασία αναπαραγωγής των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας/υποταγής…».

* * *

Αξιοποιώντας τις διατυπώσεις που προηγήθηκαν μπορούμε να φθάσουμε σε κάποια ασφαλή συμπεράσματα σε ό,τι αφορά την ταξική φύση των «υπαρκτών σοσιαλισμών».

Πρώτα απ’ όλα, είναι δεδομένο πως στους σχηματισμούς αυτούς είχαμε ένα διευρυμένο προλεταριάτο, που από την άποψη του ουσιώδους, δηλαδή της σχέσης του με το αντικείμενο και τα μέσα της εργασίας του δεν διέφερει σε τίποτε από το δυτικό του αντίστοιχο. Πράγματι, οι άμεσοι παραγωγοί –εργαζόμενοι στερούνταν τόσο την οικονομική κυριότητα, δηλαδή την πραγματική δυνατότητα να καθορίζουν την χρήση των μέσων παραγωγής και την διάθεση των παραγόμενων προϊόντων όσο και την κατοχή, δηλαδή τη δυνατότητα να βάζουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής, να ελέγχουν, συνεπώς, την εργασιακή διαδικασία στην οποία συμμετείχαν. Η διατήρηση της μισθωτής σχέσης –καλύτερα, η τεράστια ανάπτυξή της- επί «υπαρκτού» είναι ισχυρός δείκτης του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του συστήματος. Ο «απογυμνωμένος εργάτης», που τόσο προσιδιάζει στον καπιταλισμό σύμφωνα με το Μαρξ, ήταν ο αποκλειστικός τύπος άμεσου παραγωγού και δεν είχε στην κατοχή του παρά μόνο την εργατική του δύναμη. Η πώλησή της ήταν αναγκαίος όρος για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του. Η εργατική δύναμη, συνεπώς, ήταν εμπόρευμα και κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί κάτι διαφορετικό: ο λαϊκισμός –εργατισμός του κυρίαρχου ιδεολογικού λόγου φρόντιζε γι’ αυτό στιγματίζοντας όσους αμφισβητούσαν την κατάσταση ως αντικοινωνικά στοιχεία.

Επιπρόσθετα, η έλλειψη στοιχειωδών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων έκανε ώστε, στο πλαίσιο της επιχείρησης, το διευθυντικό δικαίωμα να παίρνει ακραίες διαστάσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σοβιετική εργατική τάξη, για πολλές δεκαετίες αποτέλεσε μια από τις πιο καταπιεσμένες και εκμεταλλευόμενες κοινωνικές τάξεις στη νεότερη ιστορία. Κι αυτό ισχύει ακόμη κι αν δε βάλουμε στο λογαριασμό την ακραία καταδίωξη και ανελευθερία –τα στρατόπεδα εργασίας, τα γκουλάγκ, τις εκτελέσεις εκατομμυρίων ανθρώπων. Ισχύει ακόμη και αν δεν τονίσουμε το δεσποτισμό της μονοπρόσωπης διεύθυνσης, τα εσωτερικά διαβατήρια που μηδένιζαν τη δυνατότητα για «ελεύθερη» αναζήτηση εργασίας και τα βιβλιάρια εργασίας που έκαναν παράπτωμα με μεγάλες επιπτώσεις την απουσία από την εργασία ή την καθυστέρηση στη βάρδια.  Η έλλειψη της δημοκρατίας έφθανε γι’ αυτό.

Η διατύπωση του Πουλαντζά προηγουμένως για το ουσιαστικό ρόλο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στον ίδιο το δομικό προσδιορισμό των κοινωνικών τάξεων παίρνει έτσι το βάρος που της αντιστοιχεί και υποσημειώνει τον ειδικό τρόπο με τον οποίο αναπαράγονταν οι σχέσεις κυριαρχίας/υποταγής μέσω της διαδικασίας παραγωγής και εκμετάλλευσης. Δεδομένου πως η οικονομική κυριότητα, ο πραγματικός οικονομικός έλεγχος των μέσων παραγωγής, ανήκε με συλλογικό τρόπο στους «κατόχους» των διευθυντικών λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού και του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού η σχέση των βασικών «δρώντων» στο οικονομικό πεδίο αποκτούσε άμεσα πολιτικό χαρακτήρα κι έτσι έκανε πολύ δύσκολη την τήρηση και των στοιχειωδών τυπικών δημοκρατικών προϋποθέσεων, που ισχύουν ιστορικά στο δυτικό καπιταλισμό. Γι’ αυτό και πάντοτε οι προσπάθειες «φιλελευθεροποίησης» των καθεστώτων αυτών οδηγούσαν σε μη διαχειρίσιμες ανισορροπίες.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ζήτημα της μισθωτής εργασίας. Όπως ήδη σημειώθηκε ο σοβιετικός εργάτης δεν είχε στην κατοχή του τίποτε πέρα από την εργατική του δύναμη, εμφανιζόμενος ως τυπικό παράδειγμα άμεσου παραγωγού «φτιαγμένου για την καπιταλιστική εποχή», ολοκληρωτικά αποστερημένου από τα μέσα της εργασίας του. Όσοι ισχυρίζονται πως η εργατική του δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα στο μέτρο που δεν είχαμε, στις σοβιετικές συνθήκες, καπιταλιστικού τύπου αγορά εργασίας μπερδεύουν ασύγγνωστα από θεωρητική άποψη το εμπόρευμα με την «ελεύθερη» διάθεσή του από τον κάτοχο. Πράγματι, ο αναγκαστικός πολιτικός αυταρχισμός του συστήματος δεν επέτρεψε ποτέ μετά το 1928 συλλογική ή άλλη διαπραγμάτευση στο μέτρο που οι μισθοί καθορίζονταν από το κράτος και τους διευθυντές, αλλά το να χρησιμοποιείται αυτό το στοιχείο προκειμένου να υποστηριχθεί ο μη-εμπορευματικός χαρακτήρας της εργατικής δύναμης είναι στο όριο της ασυναρτησίας. Ο σοβιετικός εργάτης είχε, όπως και ο δυτικός, την ελευθερία που αντιστοιχούσε στην θέση του στις σχέσεις παραγωγής: «απελευθερωμένος» από τα μέσα παραγωγής, αλλά και τα μέσα της άμεσης εργασίας του, είχε απολύτως την ελευθερία να δουλέψει για τα αφεντικά του ή να πεθάνει από την πείνα.

Μπορούμε, όμως, να μιλάμε για αφεντικά; Έχουμε το δικαίωμα να θεωρούμε τα διευθυτικά και ανώτερα κρατικά-κομματικά στρώματα ως εκμεταλλευτικά; Ή είναι περισσότερο κοντά στην πραγματικότητα η άποψη που, με όλες τις παραλλαγές της, τα θεωρεί ως παρασιτικά, η ύπαρξη και επικράτηση των οποίων οφείλετο στις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επανάσταση και σε όσα επακολούθησαν;

Νομίζω πως η τελευταία άποψη, παρ’ όλο που τόσο ο Τρότσκι όσο και ο Μαντέλ έχουν συνεισφέρει πάρα πολλά και πολύ σημαντικά στην συγκεκριμένη ανάλυση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αποδείχτηκε εσφαλμένη ακριβώς εκεί που θεωρούσε η ίδια πως είναι το δυνατό της σημείο. Πολύ συχνά οι υποστηρικτές της έδειχναν πως οι αντίπαλοί τους από θεωρητική άποψη οπαδοί της θεωρίας του κρατικού καπιταλισμού , από τον Κλιφ ως τον Μπετελέμ,  ή της «διευθυντικής επανάστασης», από το Ρίτσι ως τον Μπάρναμ, αδυνατούσαν να αντιληφθούν πόσο ήταν ανέφικτο να παλινορθωθεί ο «τυπικός καπιταλισμός» στις χώρες αυτές χωρίς κοινωνική αντεπανάσταση, που θα συναντούσε καθολική αντίσταση από μέρους της εργατικής τάξης, η οποία,  παρ’ όλο τον εκφυλισμό του, αντιμετώπιζε το κράτος ως εργατικό, ως «δικό της» κατά μια ισχυρή έννοια. Η ιστορία μίλησε επ’ αυτού. Ο «τυπικός καπιταλισμός» αποκαταστάθηκε ευκολότατα με πέρασμα της κρατικής ιδιοκτησίας στα χέρια των ατομικών καπιταλιστών, που δεν ήταν προφανώς άλλοι από τους, προηγούμενα, «παρασιτούντες γραφειοκράτες»[1] και χωρίς ούτε πέντε εργάτες να αντισταθούν σε αυτό.

Η ιστορική αυτή ετυμηγορία δεν λύνει, βέβαια, το θεωρητικό πρόβλημα σχετικά με την κοινωνική φύση των «υπαρκτοσοσιαλιστικών» καθεστώτων, κλίνει, ωστόσο, την πλάστιγγα προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη των ερμηνειών περί εργατικού κράτους, εκφυλισμένου ή όχι. Δίνει το βάρος που αντιστοιχεί στη διαπίστωση του Λένιν –στον ορισμό του για τις κοινωνικές τάξεις- πως η νομική καθιέρωση των σχέσεων παραγωγής δεν είναι καθοριστική για το περιεχόμενο των τελευταίων: άλλο καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κι άλλο ατομική ιδιοκτησία. Οι νομικές μορφές της ιδιοκτησίας δεν πρέπει να συγχέονται με τις πραγματικές ταξικές σχέσεις –οι πρώτες είναι απλώς ένα παράγωγο δεδομένο, που εκφράζει τις υποκείμενες σχέσεις παραγωγής. Όπως σημειώνει παραπάνω ο Πουλαντζάς, είμαστε, επί ποινή ολοκληρωτικής σύγχυσης, διακρίνουμε αυστηρά μεταξύ οικονομικής-πραγματικής κυριότητας των μέσων παραγωγής και της νομικής αντίστοιχης.

Και, επιπλέον, υποδεικνύει πως η σχεσιακή αντίληψη που υπόκειται στη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας οδηγεί βάσιμα στην ιδέα πως, όπου εμφανίζεται μισθωτή εργασία και το εμπόρευμα εργατική δύναμη είναι λογικό να αναμένεται και ο άλλος πόλος της σχέσης, το κεφάλαιο. Οι μέχρι σήμερα διατυπωμένες θεωρίες του κρατικού καπιταλισμού δεν είναι επαρκώς ικανοποιητικές, κατά τη γνώμη μου. Νομίζω, όμως, πως ακολουθώντας το δρόμο που αυτές ανοίγουν είναι πιθανότερο να βρούμε τη μαρξιστική θεωρητική απάντηση  στο καίριο -και από πολιτική άποψη- ερώτημα για την κοινωνική φύση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Αυτό που είναι απολύτως βέβαιο, ωστόσο, είναι πως όλα τούτα δεν είχαν καμιά σχέση με το σοσιαλισμό –κουτσό, λειψό ή στραβό. Το σοβιετικό κράτος ήταν, περισσότερο και από τα τυπικά καπιταλιστικά, αντίθετο του κράτους-κομμούνα των συμβουλίων, που υπήρξε ο στόχος της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Και ο σοσιαλισμός δεν είναι μορφή ιδιοκτησίας, αλλά η δημοκρατία άμεσα και παντού. Εργατικό κράτος χωρίς εργατική δημοκρατία είναι αδύνατο να υπάρξει –πόσο μάλλον για εξήντα χρόνια. Θα επανέλθω…


[1] Ένας έμμεσος δείκτης της ταξικής δομής μιας κοινωνίας είναι και η κοινωνική κινητικότητα. Από αυτήν την άποψη είναι χαρακτηριστικό πως, κατά τη δεκαετία του ’80, η πιθανότητα ένας εργάτης να γίνει διευθυντής ήταν 15 φορές μεγαλύτερη στη Γαλλία, 3 φορές στην Ιαπωνία και 5 φορές στις ΗΠΑ σε σχέση με την ΕΣΣΔ. Σε ό,τι αφορά τη σχέση εισοδηματικών μεριδίων ανάμεσα στο ανώτερο και στο κατώτατο δέκατο του πληθυσμού ήταν το 1946 η χειρότερη στον αναπτυγμένο κόσμο, ενώ προς το τέλος ήταν ίδια με τις ΗΠΑ. Αυτοί οι έμμεσοι δείκτες είναι αρκετά χαρακτηριστικοί σε σχέση με το αν η περίφημη νομενκλατούρα μπορεί να χαρακτηριστεί τάξη ή όχι. Η σταθερότητα και η εισοδηματική της θέση, μεταξύ άλλων, οδηγεί προς το πρώτο.



ΚΚΕ και δημοκρατια (Ενθεματα Κυριακατικης Αυγης 22.2.2009)

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Η τριτοδιεθνιστική παράδοση του ΚΚΕ το έχει προικίσει με ορισμένα πολύ διακριτά χαρακτηριστικά. Το ένα είναι η συνετή και πειθαρχημένη στάση του απέναντι στον «ταξικό εχθρό» και τους πολιτικούς του εκφραστές. Στάση που παίρνει πολύ συχνά την μορφή ανέξοδης διαμαρτυρίας ή ελεγχόμενης επαναστατικής γυμναστικής, προκειμένου να μην ξεφύγει από τον έλεγχο η «ταξική σύγκρουση», να μην εκτραπεί το οργανωμένο σχέδιο ανατροπής του καπιταλισμού, να μη δοθεί λαβή για χτυπήματα από τον αντίπαλο, να μην απομονωθεί το εργατικό κίνημα από τα –άκρως συντηρητικά– μεσαία στρώματα. Το δεύτερο είναι η απόλυτη ιδεολογική εχθρότητα απέναντι σε κάθε άλλη αριστερή δύναμη, οργανωμένη ή κινηματική. Όσο πιο κοντά στο ΚΚΕ βρίσκεται κάποιος τόσο πιο επικίνδυνος σοβαρός αντίπαλος θεωρείται. Τέλος, το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η απόλυτη προσήλωση στο καθοδηγητικό κέντρο, ακόμα και σήμερα, που το κέντρο αυτό δεν υφίσταται.

Η εξάρτηση από το ΚΚΣΕ

Η πρώτη και τελευταία σύγκρουση του ΚΚΕ με το διεθνές καθοδηγητικό κέντρο έγινε από τον Ζαχαριάδη και την πλειοψηφία της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης τις παραμονές του ιστορικού 20ού Συνεδρίου. Η εντυπωσιακή ανατροπή του Ζαχαριάδη από την ίδια του την Κεντρική Επιτροπή, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τον ακολουθούσε τυφλά σε κάθε εκτροπή, εδραίωσε μια ισχυρή εξάρτηση του ΚΚΕ από το ΚΚΣΕ, που δεν διαταράχτηκε ποτέ μέχρι τη διάλυση του τελευταίου. Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ διαλύθηκαν το 1958 οι παράνομες κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ (και μάλιστα, όπως υποστηρίζεται από στελέχη της εποχής, προκειμένου να διευκολυνθεί η εμπορική προσέγγιση της Σοβιετικής Ένωσης με την Ελλάδα). Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ εξορίστηκε και πέθανε στη Σιβηρία ο Ζαχαριάδης, χωρίς να έχει παραβεί κάποιον νόμο του σοβιετικού κράτους και χωρίς να είναι καν σοβιετικός πολίτης. Με πρωτοβουλία του ΚΚΣΕ εξαφανίστηκε από το προσκήνιο ο Κολιγιάννης –ο οποίος μάλιστα δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα, παρότι απέκτησε αυτό το δικαίωμα ως πολιτικός πρόσφυγας– και αντικαταστάθηκε αιφνιδιαστικά από τον Χαρίλαο Φλωράκη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ζήτημα της απόλυτης εξάρτησης από τους Σοβιετικούς δεν υπάρχει στην ατζέντα της βαθύτατης εσωκομματικής διαίρεσης, η οποία οδήγησε στη διάσπαση του 1968, παρά μόνο μεμονωμένα, δειλά και περιστασιακά. Για παράδειγμα, το ζήτημα των μαζικών συστηματικών διώξεων που υπέστησαν από το σοβιετικό καθεστώς οι αγωνιστές της Τασκένδης, ως πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία δεν απασχόλησε κανέναν απολύτως στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, εκτός ίσως από τον Μίκη Θεοδωράκη. Και η αμφισβήτηση της Σοβιετικής Ένωσης άρχισε μόνο όταν η ομάδα των στελεχών που αποκλείστηκε από την 12η Ολομέλεια απέτυχε να αποσπάσει το χρίσμα των Σοβιετικών και κινήθηκε προς τους ευρωκομμουνιστές της Δυτικής Ευρώπης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Δ. Παρτσαλίδης υπήρξε το στέλεχος που είχε μακράν τις στενότερες σχέσεις με τους Σοβιετικούς στην ιστορία του ΚΚΕ, σχέσεις που παρέμειναν αδιατάρακτες καθ’ όλη τη διάρκεια της σταλινικής αλλά και της χρουτσοφικής περιόδου.

Η διάσπαση του ’68 και η συγκρότηση του ΚΚΕ εσωτερικού εντός του ευρωκομμουνιστικού ιδεολογικού ρεύματος εδραιώνει ακόμα περισσότερο την εξάρτηση του ΚΚΕ από τη Σοβιετική Ένωση. Η μακρά παραμονή της ηγεσίας στην προσφυγιά ίσως παίζει κάποιον ρόλο. Αυτό όμως είναι κάτι που ποτέ δεν ίσχυσε για την ανάλογη περίπτωση του ΚΚ Ισπανίας.

Ενάντια σε αριστεριστές και αναθεωρητές

Το 1974, η μεταπολίτευση και η κατάργηση του ν. 509 αφήνει στο ΚΚΕ ανοιχτό το πεδίο της νόμιμης δράσης, για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια. Η τελευταία απόπειρα του ΚΚΕ να συνδυάσει τον ταξικό αγώνα με μια ομαλή ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα –μια προσπάθεια που ο Ζαχαριάδης θα εισηγηθεί στο 7ο Συνέδριο του 1945, αρκετά χρόνια πριν το κάνει στην Ιταλία ο προσωπικός του φίλος Παλμίρο Τολιάτι– είχε πνιγεί μέσα στη σκληρή μεταβαρκιζιανή τρομοκρατία και στον τελικό προσανατολισμό προς την εμφύλια σύγκρουση. Τριάντα χρόνια μετά, η κατάσταση είναι διαφορετική. Και το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης έχει δύο σοβαρά πολιτικά θέματα να αντιμετωπίσει.

Το ένα είναι η πλήρης κατοχύρωση της νομιμότητας, σε συνθήκες που ο εμφύλιος είναι ακόμα εν πολλοίς ζωντανός, τόσο στον κρατικό μηχανισμό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο. Η προσπάθεια για εδραίωση στη νόμιμη πολιτική δράση θα οδηγήσει το κόμμα σε αποστάσεις από τους αυθόρμητους αγώνες που ξεσπάνε με τη μεταπολίτευση σε χώρους παραγωγής και, λίγο αργότερα, στα πανεπιστήμια. Η άμεση ανάγκη να ελεγχθεί αυτό το ξέσπασμα και να τεθεί κάθε είδους κινητοποίηση υπό τη στενή κηδεμονία των οργανωμένων δυνάμεων του ΚΚ το οδηγεί σε ένα οξύτατο μέτωπο απέναντι σε κάθε είδους αριστεριστές, οργανωμένους ή μεμονωμένους, οι οποίοι ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια μέσα στους κοινωνικούς χώρους. Αποκορύφωμα της τακτικής αυτής είναι η στρατιωτική επίθεση με καδρόνια στην κατάληψη του Χημείου, το 1979. Μια ενέργεια που, όπως και πολλές άλλες ανάλογου ύφους, δεν στρέφεται προφανώς εναντίον των κυβερνήσεων και του συστήματος, αλλά κάθε αριστερού αυτόνομου πόλου μέσα στα κινήματα. Κάτι ανάλογο θα γίνει και στον εργατικό χώρο, όπου με τη μέθοδο των κλαδικών σωματείων ελέγχονται οι απείθαρχοι και οι απείθαρχες στα εργοστάσια. Στην πορεία αυτή, τα πιο δυναμικά και ριζοσπαστικά στοιχεία, στα πανεπιστήμια και την παραγωγή, απομακρύνονται από το κόμμα, είτε διά της εθελουσίας εξόδου είτε με διαδοχικά κύματα μαζικών διαγραφών.

Για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού

Το δεύτερο ζήτημα είναι η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ένωσης. Η μεγάλη σοσιαλιστική πατρίδα έχει να βγάλει πέρα την παγκόσμια διπολική σύγκρουση απέναντι στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπερασπιστεί το εσωτερικό της καθεστώς και τη σφαίρα κυριαρχίας της, αλλά και να διευρύνει την επιρροή της σε κομμάτια του Τρίτου Κόσμου, που απελευθερώνονται μετά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας. Μια πρόσθετη σκοτούρα είναι τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα που συγκροτούν το ρεύμα του ευρωκομουνισμού. Τα κόμματα αυτά δείχνουν να συμβιβάζονται με την υπαγωγή των χωρών τους στην δυτική σφαίρα επιρροής και ειδικά στο ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα προωθούν δραστικά την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που η σοβιετική πλευρά δεν αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη θέρμη. Κυρίως όμως, και ιδιαίτερα μετά την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, υψώνουν τους τόνους της κριτικής απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς και ανοίγουν τα ζητήματα δημοκρατικών ελευθεριών στην Ανατολική Ευρώπη. Είναι κάτι που την Σοβιετική Ένωση την ενοχλεί ιδιαίτερα, καθώς ο αντίκτυπος της ευρωκομμουνιστικής κριτικής είναι απολύτως ενθαρρυντικός για τα ρεύματα της εσωτερικής αντιπολίτευσης τα οποία διαμορφώνονται στο ανατολικό μπλοκ.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τα κεντρικά πολιτικά καθήκοντα της περιόδου για το ΚΚΕ: Τη συνεπέστατη πάλη για ανεξαρτησία από το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ και τα δυτικά πολυεθνικά κεφάλαια. Την, με κάθε κόστος, υπεράσπιση της σοβιετικής πραγματικότητας, τόσο στο εσωτερικό του ανατολικού μπλοκ όσο και σε επίπεδο διεθνών πρωτοβουλιών, ακόμα κι αν πρόκειται για εισβολές στο Αφγανιστάν, για τη στρατιωτική καταστολή των εργατικών αγώνων στην Πολωνία ή ακόμα και για την υποστήριξη της χούντας στην Αργεντινή. Και, τέλος, ένα πολύ σκληρό ιδεολογικό μέτωπο απέναντι στον εγχώριο ευρωκομουνισμό / οπορτουνισμό / ρεφορμισμό / αναθεωρητισμό.

Έτσι, η σύγκρουση με τον αριστερισμό στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων και με τον ευρωκομουνισμό στο πεδίο της δημοκρατίας θα είναι τα μοναδικά στοιχεία της πολιτικής του ΚΚΕ που έχουν πραγματικά δυναμικά χαρακτηριστικά. Όπως το έθεσε και ένα στέλεχος που αποχώρησε το 1989 με το ΝΑΡ, «τόσα χρόνια εδώ μέσα κοιτάζουμε πώς θα τσακίσουμε τους αριστεριστές και πώς θα τσακίσουμε τους αναθεωρητές. Τον καπιταλισμό τον έχουμε μονίμως σε δεύτερο πλάνο».

Το πρόβλημα της δημοκρατίας και η νεκρανάσταση του Στάλιν

Η αδιάλλακτη υπεράσπιση του σοβιετικού καθεστώτος, η προσπάθεια επιβολής της κομματικής γραμμής στους μαζικούς χώρους και η ιδεολογική σύγκρουση με τον ευρωκομουνισμό απομάκρυναν το ΚΚΕ από κάθε ιδεολογική προσέγγιση της δημοκρατίας. Η γκορμπατσοφική παρένθεση (που οδήγησε στην συγκρότηση του Συνασπισμού, αλλά και στην απίθανη οπορτουνιστική ακροβασία της κυβέρνησης Τζαννετάκη) τελείωσε οριστικά με την κατάρρευση του «υπαρκτού» και τη διάσπαση του 1991, αποκρυσταλλώνοντας ακόμα περισσότερο την απόσταση του κόμματος από κάθε δημοκρατική αντίληψη. Και δεν εννοούμε τους δημοκρατικούς αγώνες στο κοινωνικό πεδίο, όπου το ΚΚΕ έχει παίξει σοβαρό ρόλο, παρότι ενδεχομένως δεν το συνειδητοποιεί καν. Εννοούμε τη δημοκρατία ως αντίληψη για την Αριστερά: τη συνύπαρξη, δηλαδή, τη ζύμωση, ακόμα και τον διάλογο με άλλες αριστερές αντιλήψεις, τη δημοκρατία μέσα στο κόμμα ή το συνδικάτο, και κυρίως τη δημοκρατία ως συστατικό στοιχείο του σοσιαλισμού. Τέτοια πράγματα αντιπροσωπεύουν για τον Περισσό κινδύνους ιδεολογικής και πολιτικής διάβρωσης και υποχωρητικότητα απέναντι στην αστική ιδεολογία. Ως αποτέλεσμα της μονολιθικότητας αυτής, το ΚΚΕ δεν κατάφερε ποτέ να ενσωματώσει καμία απολύτως θεωρητική επεξεργασία μεταγενέστερη του κλασικού τρικέφαλου των Μαρξ-Ένγκελς και Λένιν.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αναστήλωση του Στάλιν. Όχι επειδή ο Στάλιν κέρδισε τον πόλεμο ενάντια στον φασισμό, ούτε επειδή το πέτυχε δίνοντας μια ώθηση στην τεχνολογική και παραγωγική ανάπτυξη του σοβιετικού κράτους. Αλλά επειδή εξόντωσε τους διαφωνούντες. Επειδή σύμφωνα με τους ενθουσιώδεις κνίτες, «ζει και σπέρνει εφιάλτες σε ρεφορμιστές και αντεπαναστάτες». Και, υπό την έννοια αυτή, η αποκατάσταση του Στάλιν με 53 χρόνια καθυστέρηση είναι ένα ισχυρό συμβολικό μήνυμα που επιδιώκει να εγείρει την αίσθηση του «πολιορκημένου κάστρου», να ενισχύσει την αντίληψη ότι «όλοι έξω από εμάς είναι εχθροί και η στρατηγική τους στοχεύει εναντίον μας». Και το μήνυμα αυτό απευθύνεται κυρίως σε όσους οπαδούς και μέλη του ΚΚΕ βλέπουν, στις σημερινές συνθήκες, καθαρά την ανάγκη για ενότητα, κοινή δράση και συνεννόηση ανάμεσα σε ολόκληρη την Αριστερά.

Ο Άγγελος Τσέκερης είναι δημοσιογράφος, συνεργάτης της «Αυγής»



Η καταρρευση του μυθου του ΚΚΕ (Εντος Εποχης, 8.2.2009)

ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Για πολλά χρόνια μετά την κατάρρευση του ’89-’91 -και ενώ τα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης ακολουθούσαν τον κανόνα «σοσιαλδημοκρατικοποίηση ή περιθωριοποίηση»-, στην Ελλάδα φαινόταν να ζούμε μια εξαίρεση. Σε «δίσεκτους» χρόνους κι έπειτα από τη σύντομη (;) παρένθεση της δεκαετίας του ’80 («μορατόριουμ» και κριτική σύμπλευση με την παπανδρεϊκή Αλλαγή, ενδοκινηματική καταστολή, σύμπραξη με τον «οπορτουνισμό», συγκυβέρνηση με τη ΝΔ, προσδοκίες για κυβέρνηση με «κορμό» το ΠΑΣΟΚ –βλ. Παπαρήγα 1991), ο νόμιμος κληρονόμος του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, το κόμμα των ηρωικών αγώνων και θυσιών, ο μόνος φορέας που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους «το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε», πορευόταν το μοναχικό δρόμο της Συνέπειας: διατηρούσε το «Κ», πρωτοστατούσε σε σημαντικές κοινωνικές μάχες (αγροτικά μπλόκα, μαθητικό κίνημα, Γιουγκοσλαβία και επίσκεψη Κλίντον ‘99) και στεκόταν αξιοπρεπώς σε άλλες (Μακεδονικό ‘92), εξοργίζοντας αντιπάλους και εχθρούς και διατηρώντας τα εκλογικά του ποσοστά σε αξιοπρεπή επίπεδα.

Η «αντιδημοφιλής» κριτική και η πολιτική της διαρκούς συρρίκνωσης

Ενώ συνέβαιναν τα παραπάνω, ως μόνη «νόμιμη» κριτική στο ΚΚΕ φαινόταν αυτή που κατήγγελλε τον απομονωτισμό του. Οι ενστάσεις που πρόβαλλε συστηματικά η ριζοσπαστική Αριστερά αντιμετωπίζονταν σ’ αυτό το πλαίσιο, ως υπερβολικές, δευτερεύουσες ή ελιτίστικες: το πρόβλημα με το ΚΚΕ δεν ήταν αυτό που έκανε (ή δεν έκανε) στο όνομα εκείνου που επεδίωκε στρατηγικά (και που, κατ’ευφημισμόν αποκαλούσε «σοσιαλισμό»), αλλά η αδιαφορία του για συνεργασίες εκεί όπου δεν είχε τον αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο ρόλο[1].

Στο φόντο αυτής της συλλογιστικής, μια σειρά από σοβαρές στρεβλώσεις έπρεπε να αποσιωπώνται διακριτικά –θα μπορούσαμε να τις κωδικοποιήσουμε ως «πολιτική της διαρκούς συρρίκνωσης»: του αντικαπιταλισμού σε «αγώνα ενάντια στα μονοπώλια» (χάριν της «λαϊκής εξουσίας», αλλά και της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος…), της ταξικότητας στην οικονομία, του αντιιμπεριαλισμού σε αντιαμερικανισμό και εθνοκεντρισμό (με λογική συνέπεια τα «μέτωπα» του ΚΚΕ με απόστρατους και νεο-ορθόδοξους…), του λενινισμού σε μονολιθικό, αυταρχικό μοντέλο κομματικής οικοδόμησης και λειτουργίας· βάσει της ίδιας λογικής, στο απυρόβλητο θα έμεναν και άλλα σήματα-κατατεθέντα: η εργαλειοποίηση των κοινωνικών αντιστάσεων (και η πρακτορολογία για όσες δεν εργαλειοποιούνται), η παραγνώριση όσων εξουσιαστικών σχέσεων δεν ανάγονται στις σχέσεις παραγωγής, η θυσία του μαρξισμού στον ντετερμινισμό, η απεμπόληση του διεθνισμού για μια συνωμοσιολογική αντίληψη των «διεθνών σχέσεων», η δογματική προσήλωση στον κρατισμό, τον αυταρχισμό και τον οικονομισμό του σοσιαλισμού που (δεν) γνωρίσαμε –και που το ΚΚΕ εξακολουθεί να μας «υπόσχεται» στις τρέχουσες «Θέσεις για το Σοσιαλισμό».

Μ’ αυτά και μ’εκείνα, η «ανθενωτική» κριτική γινόταν υπόθεση σχεδόν αποκλειστικά κάποιων διανοουμένων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και ορισμένων, ευτυχώς αναγνωρίσιμων, ρευμάτων της, αν και αφορούσε συνολικά την Αριστερά και τα κινήματα.

Μία, δύο, τρεις, πολλές εκτροπές

Όσο τα παραπάνω παρέμεναν «δευτερεύοντα», το ΚΚΕ μπορούσε να ασχημονεί με την ησυχία του, στο όνομα των «οχτώ δεκαετιών» και μιας ενότητας που, από αναγκαίο μέσο για την ανάσχεση της επιθετικότητας των «από πάνω»[2], έτεινε να γίνεται ευσεβές ευχολόγιο. Με την ίδια λοιπόν λογική και πάντα χάριν της Ενότητας, η αθεράπευτη νοσταλγία του «υπαρκτού» μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως χαριτωμένος αναχρονισμός (κάτι σαν επιμονή στην παλιά μόδα), η ανάδειξη της κ. Κανέλλη σε πρωθιέρεια του μαρξισμού-λενινισμού ως «ανορθρογραφία», η -συνολική ή μερική- σύμπλευση του ΚΚΕ με τον «πατριωτικό χώρο» (ταυτότητες, παρελάσεις, σχέδιο Ανάν, βιβλίο Στ’ Δημοτικού, ελληνοτουρκικές σχέσεις, Μακεδονικό, μειονότητες) ως συμβατή με το παραδοσιακό «λαϊκό αίσθημα», η αφωνία και η πρακτορολογία[3] στην τρομοϋστερία του 2002 ως μη αξιολογήσιμη, η καταστολή του «εσωτερικού εχθρού» από τους κρανοφόρους της ΚΝΕ και η συκοφάντηση αγώνων εκτός του κομματικού πλαισίου του ΚΚΕ ως «μεμονωμένα περιστατικά».

Ανυπακοή και άλλες χαμένες αισθήσεις

Αυτού του είδους η «νομιμότητα» έμελλε, τα τελευταία χρόνια, να δεχτεί ορισμένα σοβαρά πλήγματα. Στην αρχή ήταν η υπεράσπιση από το ΚΚΕ του «δικαιώματος κάθε λαού» (άρα και του ελληνικού) να διεκδικεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες· μετά, οι αμφιλεγόμενες επιλογές στην Τοπική Αυτοδιοίκηση -Καρδίτσα από τη μια πλευρά, Ελληνικό από την άλλη· έπειτα η καταγγελία του αγώνα της ΠΟΣΔΕΠ και στη συνέχεια η συκοφάντηση του κινήματος των καταλήψεων του 2006 ως «μαύρου μπλοκ ΔΑΠ-ΠΑΣΠ-ΕΑΑΚ-ΣΥΝ» που θα στείλει τον κόσμο στο σπίτι του[4]. Το σκηνικό θα συμπλήρωνε πρόσφατα η βελούδινη διαμαρτυρία για το ξεπούλημα των λιμανιών –βελούδινη από σεβασμό στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Κίνα, όσο και από προσήλωση στο πνεύμα των «Θέσεων» για το 18ο Συνέδριο: οι αγώνες δεν μπορούν να δώσουν ουσιαστικές λύσεις, το θέμα είναι ο σοσιαλισμός.

Κι ύστερα ήρθε (;) η εξέγερση

Εν αναμονή της αναπόφευκτης έλευσης του σοσιαλισμού, οι εξεγέρσεις όπου το Κόμμα της Εργατικής Τάξης δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο είναι απολύτως αστάθμητες, συνεπώς το σχήμα του ΚΚΕ για την ιστορική εξέλιξη δεν τις καλύπτει. Εφ’όσον δεν προβλέπεται εξέγερση όπου το ΚΚΕ δεν πρωταγωνιστεί, εύλογα κι αυτό δεν «βλέπει» εξέγερση και εξακολουθεί να διαδηλώνει ως είθισται. Εξέγερση, λοιπόν, δεν έγινε ποτέ -εξάλλου οι εξεγέρσεις ή θα είναι αγώνες «τάξης εναντίον τάξης» ή δεν θα υπάρξουν. Οι καθημερινές κινητοποιήσεις και οι βίαιες συγκρούσεις σε όλη τη χώρα που έκαναν το γύρο του κόσμου (και κατονομάστηκαν ως εξέγερση) ήταν «τυφλή βία των κουκουλοφόρων», ο πυρήνας των οποίων «έχει διαμορφωθεί στους κόλπους του κράτους, από θύλακες μέσα και έξω από την Ελλάδα και επί ΠΑΣΟΚ και επί ΝΔ», ενώ «όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, σε κάποια φάση είναι δυνατόν να ξεφύγουν και από τον έλεγχο των αρχικών εμπνευστών τους που συντονίζονται από μυστικές υπηρεσίες»[5].

Εφαρμοσμένος οπορτουνισμός

Αν σε άλλες, ανώδυνες περιπτώσεις, η βία θα ανακηρυσσόταν πομπωδώς ως η μαμή της ιστορίας κι όποιος (Συνασπισμός) την απέρριπτε, θα στηλιτευόταν ως φορέας του αστικού πασιφισμού, υπερασπιστής της ιμπεριαλιστικής ειρήνης, οπορτουνιστής που καλλιεργεί αυταπάτες, κ.ά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, και στο βαθμό που ο Συνασπισμός στοχοποιείτο ως θωπεύων τις ερωτογενείς ζώνες των «κουκουλοφόρων»[6], η θεωρία του ΚΚΕ περί επαναστατικής βίας χρειαζόταν να τροποποιηθεί. Σε πείσμα της ιστορίας λοιπόν, στην πραγματική εξέγερση δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι -προφητεία που, μεταξύ άλλων, καθιστά την εξέγερση στα προάστια της Γαλλίας (αυτήν που το ΚΚΕ χαιρέτιζε προ τριετίας) μη πραγματική.

Υπεύθυνες αναλύσεις και στάσεις όπως οι παραπάνω, άξιζαν και πήραν τα εύσημα του αστικού πολιτικού κόσμου: κοντά στα άλλα, η αναγωγή της αντιπαλότητας με τον ΣΥΡΙΖΑ σε κύρια αντίθεση στη συγκυρία και το συλλεκτικό διήγημα που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη (ο δολοφόνος του Γρηγορόπουλου ξεσπάει: «ένα κομμάτι ψωμί έβγαζα κι εγώ»), ήταν επαρκείς λόγοι ώστε το ΚΚΕ να αποσπάσει τα συγχαρητήρια ακόμα και της ακροδεξιάς, δίνοντας στο μύθο της Συνέπειας και του «πέντε κόμματα, δύο πολιτικές» μιαν άλλη διάσταση: το ΚΚΕ ήταν σαφώς πια το ένα από τα τέσσερα κόμματα, εκπλήσσοντας μόνο όσους επί χρόνια εθελοτυφλούσαν.

Κομμουνιστικό κόμμα χωρίς κομμουνισμό

Το συμπέρασμα είναι μάλλον προφανές. Άλλοτε «απέναντι» κι άλλοτε σε ρόλο κατώτερο των αναγκών, του πολιτικού του βάρους και των οργανωτικών του δυνατοτήτων[7], το ΚΚΕ δεν έχει απλώς ξεκόψει από την υπόθεση του κομμουνισμού, αλλά σε κρίσιμες περιστάσεις στέκεται στον αντίποδα. Δεν πρόκειται βέβαια για «προδοσία» της ιστορίας του. Στην καμπή μιας αντιφατικής ιστορικής διαδρομής (που μόνο το ίδιο επιμένει να παρουσιάζει ενιαία και αδιάσπαστη), το ΚΚΕ αποτυγχάνει συστηματικά να συνδέσει την κομμουνιστική επαγγελία με την καθημερινή διεκδίκηση (με συνέπειες, συμμετρικά, τον προπαγανδισμό και τον τακτικισμό), φοβάται, αποθαρρύνει και συκοφαντεί κυνικά τους αγώνες που δεν καθοδηγεί, αναβιώνει το τραύμα του ’49 ενόψει κάθε σύγκρουσης απ’το Πολυτεχνείο μέχρι σήμερα, «προσαρμόζει», τέλος, τον κοινωνικό ανταγωνισμό στο πολιτικό-εκλογικό του όφελος, προσχωρώντας σ’ ένα μοντέλο «αυτοαναφορικού» κομματικού ανταγωνισμού, όπου η πολιτική σύγκρουση αδιαφορεί για τα επίδικα των κοινωνικών αγώνων, ενώ είναι σαφές ότι επηρεάζει την έκβασή τους[8].

Το τέλος του μύθου της Συνέπειας

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι ξένο στην αντιφατική ιστορία του ΚΚΕ, εν τούτοις ο Δεκέμβριος του 2008 σηματοδοτεί μια ποιοτική διαφορά: την ταυτόχρονη εμφάνιση όλων αυτών των στοιχείων σε μια οριακή συγκυρία όπου, αντίθετα μ’ ό,τι συνέβαινε κάποια χρόνια πριν (όταν η ρευστή κατάσταση στο Συνασπισμό και η περιορισμένη δυναμική της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς συντηρούσαν τον μύθο του), αυτά σήμερα δεν μπορούν να κρυφτούν. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου έπληξε αποφασιστικά έναν μύθο που χτιζόταν με τα υλικά της Παράδοσης (και «επιχείρημα» τις εκσυγχρονιστικές αυταπάτες του Συνασπισμού της δεκαετίας του ’90), κατέδειξε τα όρια που θέτει στο ΚΚΕ η κοινωνική του σύνθεση και τους ισχυρούς δεσμούς του στο πολιτικό σύστημα και επιβεβαίωσε την κριτική της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι ο σταλινισμός και η (δανεική…) ρητορική της ανυπακοής δεν αποτελούν εχέγγυα αγωνιστικότητας και επαναστατικής αφοσίωσης, αλλά στρέβλωση και εκτροπή του κομμουνισμού, καθ’όλα συμβατή με τα τοτέμ της αστικής κυριαρχίας: τη δημόσια τάξη, το κρατικό μονοπώλιο στη βία, το εθνικό συμφέρον και την ατομική ιδιοκτησία. Η αναμενόμενη πανηγυρική νεκρανάσταση του Στάλιν στο επικείμενο Συνέδριο του ΚΚΕ, δείχνει πως τα περιθώρια για διορθωτικές κινήσεις είναι πολύ στενά. Μακάρι οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες του ΚΚΕ να μας διαψεύσουν.


[1] Εννοείται ότι για το ΚΚΕ, κι αυτή και κάθε άλλη κριτική ήταν (και είναι) «αντικομμουνισμός».

[2] Ότι η ενότητα είναι μέσο και όχι σκοπός, -ότι, δηλαδή, δεν είναι από μόνη της προωθητική και αριστερόστροφη-, το αποδεικνύει η εμπειρία του «Κοινού Πορίσματος ΕΑΡ-ΚΚΕ» και όσα την ακολούθησαν: συγκυβέρνηση’89, διπλή διάσπαση’91, αποστράτευση σημαντικού μέρους αγωνιστών-τριών, απαξίωση ΚΚΕ-ΕΑΡ, τόσο από τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ όσο και από αυτόν της ριζοσπαστικής Αριστεράς…

[3] «Η «17Ν» δεν μπόρεσε να αποκτήσει στην Ελλάδα μαζική βάση. Έφαγε τα ψωμιά της και τώρα, άχρηστη πια με αυτή τη μορφή, κλείνει το μαγαζί. Κάτι θα φέρουν στη θέση της». Αλέκα Παπαρήγα, Ριζοσπάστης 24/9/2002 στο: Ηλίας Ιωακείμογλου-Σώτη Τριανταφύλλου, Αριστερή Τρομοκρατία, Δημοκρατία και Κράτος, εκδόσεις Πατάκη 2003

[4] Δεν ήταν, λοιπόν, στην εξέγερση του Δεκεμβρίου «η πρώτη φορά που η κριτική του ΚΚΕ στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν κριτική από τα δεξιά», όπως γράφτηκε στην Αυγή.

[5] Ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Για τις τελευταίες εξελίξεις με αφορμή τις κινητοποιήσεις για τη δολοφονία του 15χρονου, 9 Δεκεμβρίου 2008. Έχει ενδιαφέρον να παραβάλουμε τη στάση του ΚΚΕ με τη μαρτυρία του Στέργιου Κατσαρού για τα γεγονότα του ’65 («Εγώ ο προβοκάτρορας, ο τρομοκράτης»). Γράφει ο Κατσαρός: «Ο θάνατος του Σωτήρη (σ.σ.: Πέτρουλα) έδειχνε ότι η επαναστατική πρωτοπορία κινδύνευε πλέον σοβαρά από την αστυνομία, αλλά και από την κομματική ηγεσία της ΕΔΑ (…) Οι κατηγορίες για προβοκάτορες και χαφιέδες μπορούσαν να εξοντώσουν ηθικά και πολιτικά κάποιον αγωνιστή. Οι σκέψεις αυτές ήταν που οδήγησαν τους επαναστάτες να σκεπάζουν το πρόσωπό τους με μαντίλια. Ο μηχανισμός της ΕΔΑ σκύλιαζε στη θέα αυτών των νέων με τα μαντίλια στα πρόσωπα. Τους αποκαλούσε κουκουλοφόρους, θέλοντας να τους παρομοιάσει με τους κουκουλοφόρους προδότες της κατοχής. Ωστόσο, παρά τις συκοφαντίες αυτές, τα πρόσωπα με τα μαντίλια γίνονταν διαρκώς περισσότερα» (σελ. 47).

[6] Το ΚΚΕ καταγγέλλει τις «θωπείες» του ΣΥΡΙΖΑ στους κουκουλοφόρους ως «ψηφοθηρική» και καιροσκοπική τακτική (δηλώσεις Παπαρήγα, στελεχών του κόμματος, ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής). Άσχετα αν οι μυστικές υπηρεσίες δεν έχουν λόγο να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ, ήταν επιεικώς γελοίο η σχετική ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ να κλείνει με προτροπή στο λαό και τη νεολαία «να δώσουν τώρα την απάντησή τους με τον αγώνα και την ψήφο τους» και να βρίσκονται σε (εκλογική) «ετοιμότητα».

[7] Το έχουμε ξαναγράψει και με άλλες αφορμές: η οργανωτική ανάπτυξη εγγυάται την αναγκαία «κρίσιμη μάζα», όμως δεν αντιστοιχεί ευθύγραμμα σε αναβάθμιση του ρόλου ενός υποκειμένου στον κοινωνικό ανταγωνισμό: η οργανωτική υπεροπλία δε συνεπάγεται νομοτελειακά πολιτική επικράτηση.

[8] Η προτεραιότητα της πολιτικής επί της κοινωνικής ισχύος αποτελεί σχήμα οικείο του σοσιαλδημοκρατικού βολονταρισμού, ο Γκράμσι ωστόσο δεν ήταν ποτέ το φόρτε του ΚΚΕ.

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών