Η αναζήτηση του Ελληνα Μουσολίνι
15/07/2011, 5:46 μμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες:
Η κρίση δημόσιου χρέους στις μέρες του ΄30
TOY TAΣΟΥ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Τις τελευταίες μέρες, καθώς οι λαϊκές αντιδράσεις σ΄ αυτή την πολιτική κλιμακώνονται με το κίνημα των αγανακτισμένων, το ίδιο ερώτημα τίθεται πλέον ωμά από τους υποστηρικτές μιας «σθεναρής» εθνικής ηγεσίας, απαλλαγμένης από τα «λαϊκιστικά» και δημοκρατικά σύνδρομα της μεταπολίτευσης κι υποταγμένης μέχρι κεραίας στα κελεύσματα των τραπεζιτών. Συνέχεια


Οι πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος του δημόσιου χρέους
15/07/2011, 11:29 πμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες: , ,
Η εισήγηση του Γιάννη Δραγασάκη στο Διεθνές Συνέδριο «Δημόσιο χρέος και πολιτικές λιτότητας στην Ευρώπη: Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς», που διοργανώσαν το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, ο Συνασπισμός και το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς
Του Γιάννη Δραγασάκη

Το πρόβλημα της δημόσιας και της ιδιωτικής υπερχρέωσης αναδεικνύεται ολοένα και πιο έντονα σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες, μαζί και στην Ελλάδα, αποτελεί κορυφαίο κοινωνικό, οικονομικό και πρωτίστως πολιτικό πρόβλημα. Διότι ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών που έχουν τις ρίζες τους στη μακρόχρονη άνιση διανομή των εισοδημάτων και σε προβλήματα της πραγματικής οικονομίας. Ήταν μια συνειδητή επιλογή στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που κυριάρχησαν, με στόχο την αποκομιδή εύκολων κερδών από τις τράπεζες κυρίως, αλλά όχι μόνο, την πρόσκαιρη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων και την άμβλυνση των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού με μια μεγέθυνση που γινόταν με την διαρκή στήριξη του δανεισμού. Δεν πρόκειται λοιπόν περί λάθους, αλλά είναι μια συνειδητή και συστημική επιλογή.
Στη χώρα μας ειδικά, ενώ ο συνολικός δανεισμός αυξανόταν επί χρόνια,πολύ πιο γρήγορα από την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, πράγμα που διαρκώς επισημαίναμε μέσα και έξω από τη βουλή, οι ελληνικές κυβερνήσεις αλλά και οι τράπεζες δανείζονταν και δάνειζαν ανέμελα. Και τούτο γιατί, όπως κάποια στιγμή αναγνώρισε ο Πρόεδρος του Eurogroup κ. Γιούνκερ, ήταν μεγάλα τα κέρδη που προέκυπταν για ξένα και για ελληνικά συμφέροντα μέσα από αυτή την ανακυκλούμενη βιομηχανία δανεισμού, την αντίστοιχη κατανάλωση και τις αντίστοιχες εισαγωγές. «Τα ξέραμε» δήλωσε ο κ. Γιούνκερ «από καιρό». Τότε γιατί, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, ζητάνε θυσίες από τον ελληνικό λαό και όχι από όσους, μέσα και έξω από την Ελλάδα, καρπώθηκαν τα κέρδη; Τώρα οι ιθύνοντες, σε Ελλάδα και Ευρώπη, προσπαθούν να ενοχοποιήσουν τους εργαζόμενους, για να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες.
Το πρόβλημα του δημόσιου χρέους είναι όχι μόνο πολιτικό αλλά και βαθύτατα ταξικό. Διότι κατά βάση προκύπτει από την κοινωνικοποίηση, μέσω του κράτους, του κόστους των κρίσεων και ζημιών του ιδιωτικού τομέα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Ιρλανδία. Με δημόσιο χρέος 27% πριν από την κρίση, απειλείται τώρα με χρεοκοπία διότι το κράτος απορρόφησε τις ζημιές των τραπεζών. Το ίδιο φαινόμενο, μετατροπή δηλαδή του ιδιωτικού χρέους σε δημόσιο, παρατηρείται στην Πορτογαλία, την Ισπανία και αλλού.
Σε μας αυτό βέβαια έγινε και από παλαιότερα, σε προηγούμενες κρίσεις. Το ελληνικό δημόσιο χρέος δημιουργήθηκε κυρίως τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν από 22%, που ήταν το 1980, έφτασε το 98% το 1993 και σήμερα, μετά την κρίση, τη στήριξη των τραπεζών και την ύφεση που προκαλεί η πολιτική του Μνημονίου, εκτιμάται στο πρωτοφανές ύψος του 150% του ΑΕΠ.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα του δημόσιου χρέους επιτείνεται και από ειδικότερες αιτίες. Μελέτες Ελλήνων οικονομολόγων, εκθέσεις του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλων φορέων μας επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε τρεις, τις πιο σημαντικές, που είναι:
α) Η φορολογική ασυλία των ισχυρών, η διάχυτη φοροδιαφυγή και η υστέρηση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τα μέσα επίπεδα της ευρωζώνης.
β) Οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και οι εξοπλισμοί, που ευθύνονται για το 1/3 περίπου του πριν την κρίση χρέους.
γ) Η απουσία κάθε συστήματος ελέγχου και αξιολόγησης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας των δημόσιων δαπανών και η μετατροπή του δημοσίου σε χώρο ελεύθερης δράσης των ιδιωτικών συμφερόντων, ιδίως μετά την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Άρα δεν ευθύνεται το κράτος γενικώς, όπως λένε, οι απολογητές του ισχύοντος συστήματος αλλά η περαιτέρω υποταγή του κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα και σε ιδιοτελείς συμπεριφορές και πρακτικές.
Ενώ όμως το δημόσιο χρέος, όπως είδαμε, προϋπήρχε, αλλά ήταν διαχειρίσιμο μέχρι και το 2009, η μετεξέλιξή του σε ανοιχτή κρίση και ο αποκλεισμός από τις αγορές δανεισμού δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο ενδογενών αιτιών. Πέρα από τις ευθύνες της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ήταν αποτέλεσμα αφ’ ενός της διεθνούς κρίσης και αφ’ ετέρου της νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της Νομισματικής Ένωσης, των εγγενών ελλειμμάτων και αντιφάσεων του ευρώ, της απουσίας μηχανισμών κοινού δανεισμού και κοινής άμυνας απέναντι στην κερδοσκοπία και την  παντοδυναμία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σήμερα τα ελλείμματα αυτά, λίγο ως πολύ, αναγνωρίζονται. Επίσης πολλοί, ακόμη και κορυφαίοι παράγοντες της Ε.Ε., αναγνωρίζουν ότι το μέγεθος και το οικονομικό κόστος της ελληνικής κρίσης μεγάλωσε εξαιτίας των προβλημάτων αυτών αλλά και της σκόπιμης ολιγωρίας της Γερμανίδας καγκελαρίου κας Μέρκελ και των ευρωπαϊκών αρχών.

Ριζική λύση με κοινή αριστερή ευρωπαϊκή στρατηγική

Από την ανάλυση αυτή προκύπτουν δύο διαπιστώσεις και ένα συμπέρασμα.
Διαπίστωση πρώτη:  Το συσσωρευμένο δημόσιο χρέος των 300 περίπου δις ευρώ αντιπροσωπεύει ένα κεφάλαιο που δεν υπάρχει πλέον ούτε ως χρήμα ούτε ως παραγωγική δυνατότητα. Είναι ένα κεφάλαιο που έχει αναλωθεί σε μια κατανάλωση που δεν υπάρχει πλέον, σε εξοπλισμούς οι οποίοι δεν παράγουν εισόδημα, σε υποδομές που φθείρονται ή αντιπροσωπεύει κέρδη και φοροκλοπές που και τα δύο έχουν, σε μεγάλο βαθμό, φυγαδευτεί στο εξωτερικό. Άρα, αυτό το συσσωρευμένο χρέος, ως αναλωθέν κεφάλαιο, δεν μπορεί να αναπαραχθεί, δεν μπορεί να δώσει εισόδημα, άρα δεν μπορεί να πληρωθεί.
Αν το πλεόνασμα από την όποια μελλοντική ανάκαμψη χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή αυτού του παλαιού και αναλωθέντος πια κεφαλαίου, όπως προβλέπει το Μνημόνιο και υποστηρίζει η κυβέρνηση, η Ελλάδα θα μείνει αιωνίως υπερχρεωμένη, αν δεχθούν να την δανείζουν φυσικά, η οικονομία θα μπει σε μακροχρόνιο μαρασμό και η κοινωνία θα γνωρίσει την εξαθλίωση. Αν πουληθεί η δημόσια περιουσία, όπως ζητείται επιτακτικά, για να αποπληρωθεί αυτό το παλαιό χρέος, αυτό θα ήταν μια ληστεία προς τις νέες γενιές και μια ταπείνωση διαρκείας. Κάνει εντύπωση που οι πιέσεις αυτές έρχονται κυρίως από μια χώρα που ο λαός της έχει ταπεινωθεί στο παρελθόν και γνωρίζει επομένως καλά τις μακροχρόνιες συνέπειες τέτοιων ταπεινώσεων.
Διαπίστωση δεύτερη: Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να εξυπηρετηθεί ένα μέρος αυτού του αναλωθέντος κεφαλαίου, του παλαιού χρέους δηλαδή, είναι μέσω μιας νέας ανάπτυξης, η οποία όμως για να επιτευχθεί απαιτεί νέους πόρους. Θεωρητικά θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και όλο το χρέος και μακροχρόνια να αποσβεσθεί, όπως έγινε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το χρέος των ΗΠΑ και άλλων χωρών, μέσω μιας ισχυρής και διαρκούς ανάπτυξης. Όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας προοπτικής απαιτεί ριζική αλλαγή της κυρίαρχης ευρωπαϊκής πολιτικής, ένα πανευρωπαϊκό αναπτυξιακό σχέδιο και μαζική μεταφορά μη δανειακών πόρων, όπως είχε γίνει μεταπολεμικά με το σχέδιο Μάρσαλ.
Το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους  καλούμαστε λοιπόν να το προσεγγίσουμε καταρχήν στρατηγικά και όχι λογιστικά. Και έχουν δίκιο όσοι, όπως ο Ζακ Ατταλί σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, μας καλούν να σκεφθούμε το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους με όρους ενός «καλού» και ενός «κακού» χρέους. Το «καλό» χρέος είναι το νέο χρέος που πρέπει να υπάρξει, με φειδώ ασφαλώς, μόνο για αναπτυξιακούς σκοπούς και το «κακό», είναι το χρέος που έρχεται από το παρελθόν, το οποίο θα πρέπει να απορροφηθεί από κάποιον ευρωπαϊκό ή διεθνή φορέα, μέσω του οποίου θα μπει σε μια διαδικασία μακροχρόνιας απόσβεσής του. Ίσως έχουν δίκιο, για να αναφερθώ σε μια διαφορετική πρόταση, επίσης, το Δίκτυο Ευρωπαίων Οικονομολόγων, ο καθηγητής Βαρουφάκης και όλοι όσοι υποστηρίζουν, καιρό τώρα, πως ένα μέρος των εθνικών χρεών πρέπει να απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να αδρανοποιηθεί. Άλλωστε αυτό δεν κάνουν και η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ μέσω των κεντρικών τραπεζών; Η κοινή ιδέα εδώ είναι πως το παλιό χρέος, το πεθαμένο κεφάλαιο, δεν θα πρέπει να πνίξει, κρατώντας δέσμιο, το ζωντανό κεφάλαιο και μαζί μ’ αυτό ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία, σε ένα εξαντλημένο παρελθόν.
Αυτές είναι οι διαπιστώσεις. Το συμπέρασμα, που υποσχέθηκα, είναι ότι υπάρχει προοδευτική λύση στο πρόβλημα του χρέους. Όμως η λύση αυτή περνά μέσα από μια διαπραγμάτευση με δύο κυρίως επίδικα θέματα: το πρώτο είναι η μείωση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του σε ανεκτά επίπεδα και το δεύτερο είναι η χρηματοδότηση της ανάκαμψης, της ανασυγκρότησης της οικονομίας και της νέας ανάπτυξης. Εννοείται πως στην εξειδίκευση μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει να διευκρινιστούν πολλά θέματα. Για παράδειγμα, ορισμένοι δικαιούχοι, όπως ασφαλιστικά ταμεία σε Ελλάδα και Ευρώπη, ή μικροαποταμιευτές, θα πρέπει να εξαιρεθούν από το όποιο κόστος ή να αποζημιωθούν. Επίσης η ρύθμιση του Δημόσιου Χρέους, για να έχει πρακτικό αποτέλεσμα, πρέπει να περιλαμβάνει τη ρύθμιση του χρέους των τραπεζών και μέρος του ιδιωτικού χρέους, ιδίως αυτό των φτωχών νοικοκυριών. Ακόμη πρέπει να προβλεφθεί μια ρήτρα ώστε σε περίπτωση ύφεσης ή υψηλής ανεργίας να μειώνεται ή και να παγώνει προσωρινά η εξυπηρέτηση του χρέους.
Μπορούμε λοιπόν να εργασθούμε για μια πολυμερή ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος, τις ανισότητες και τις αναπτυξιακές ασυμμετρίες στην Ευρώπη, που θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά με τρόπο ριζικό και συνολικό για όλες τις χώρες και θα θέσει την ευρωπαϊκή προοπτική σε νέες βάσεις. Η άλλη επιλογή είναι να αφεθούν τα προβλήματα να σέρνονται μέσα σε ατέρμονες διμερείς και αποσπασματικές διαπραγματεύσεις, πιέσεις, εκβιασμούς και επαναλαμβανόμενες κρίσεις.
Πιστεύω πως η πρώτη εκδοχή πρέπει να είναι η επιλογή μας. Υπάρχουν όμως δυνατότητες να φτάσουμε σε μια τέτοια προοπτική; Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι μια τέτοια ρύθμιση έχει παραπλήσια λογική με τη ρύθμιση που πέτυχε η Γερμανία το 1953 στα δικά της χρέη. Άρα δεν είναι μια λύση εξωπραγματική.
Μπορούμε να πούμε επίσης ότι, σε αντίθεση με το κλίμα που υπήρχε ένα χρόνο πριν, το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους αρχίζει να συνειδητοποιείται ως ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο πρόβλημα. Αρχίζει να συνειδητοποιείται ότι το πρόβλημα, στ’ αλήθεια, δεν είναι το δημόσιο χρέος από μόνο του αλλά η ύφεση, το ιδιωτικό χρέος, το χρέος των τραπεζών και η συνέχιση της πολιτικής που δημιουργεί το χρέος. Άρα και εκεί που σήμερα δεν υπάρχει πρόβλημα Δημόσιου Χρέους, αύριο μπορεί να εμφανισθεί. Αρχίζει έτσι να αναπτύσσεται ένας ευρύτερος προβληματισμός και από δυνάμεις πέραν της Αριστεράς, ακόμη και παράγοντες της σοσιαλδημοκρατίας που, μαζί με τις προτάσεις του ΚΕΑ, του Δικτύου Ευρωπαίων Οικονομολόγων, του Attac, και πολλών άλλων κοινωνικών και επιστημονικών οργανώσεων και παραγόντων, συγκροτούν τον πυρήνα μιας προοδευτικής ευρωπαϊκής απάντησης στο πρόβλημα του χρέους. Αν και ο διάλογος συνεχίζεται με συγκλίνουσες όσο και αποκλίνουσες απόψεις, βασικά σημεία μιας τέτοιας πολιτικής είναι:
Πρώτο, να επιτραπεί ο κατευθείαν δανεισμός και των κρατών από την ΕΚΤ, όπως συμβαίνει και με τις τράπεζες.
Δεύτερο, να δημιουργηθεί κοινός μηχανισμός δανεισμού για την έκδοση ευρωομολόγων που, υπό όρους και προϋποθέσεις, θα μπορούσε να περιορίσει τη δύναμη των αγορών να κερδοσκοπούν με τις διαφορές επιτοκίων.
Τρίτο, να μετατραπεί μέρος των εθνικών χρεών σε κοινό ευρωπαϊκό χρέος.
Τέταρτο, να γίνει διαγραφή, αδρανοποίηση ή επαναγορά μέρους του χρέους με τους πόρους ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή και της περιουσίας.
Πέμπτο, να εξασφαλισθεί αναπτυξιακή ώθηση σε όλη την Ε.Ε., με αιχμή την απασχόληση, την κοινωνική ανάπτυξη και την αλληλεγγύη, μέσα από έναν ενισχυμένο προϋπολογισμό και νέους θεσμούς διαφανείς και δημοκρατικά ελεγχόμενους. Μια τέτοια συναφής πρόταση θα παρουσιασθεί στο Συνέδριό μας από το σ. Βουρτς, την τελευταία ημέρα του Συνεδρίου.
Υπάρχουν λοιπόν λύσεις, μέσα από ένα διαφορετικό ρόλο της ΕΚΤ, που θα μπορούσαν να δώσουν άμεση διέξοδο και ταυτόχρονα να συμβάλλουν στον αγώνα ενάντια στο μισθολογικό, το φορολογικό και τον κοινωνικό ανταγωνισμό, ενισχύοντας την αλληλεγγύη. Ο βαθύτερος λόγος που αυτές οι λύσεις δεν υιοθετούνται δεν είναι εμπόδια θεσμικού ή τεχνικού χαρακτήρα. Ο λόγος είναι ότι, αν υιοθετούνταν, θα κλόνιζαν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και τη συναίνεση, που έχει διαμορφωθεί πάνω σ’ αυτήν, ανάμεσα στην ευρωπαϊκή δεξιά και μεγάλα τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι λοιπόν αυτές οι συναινέσεις και οι διαμορφωμένοι συσχετισμοί που πρέπει να ανατραπούν για να ανοίξει ο δρόμος για προοδευτικές λύσεις, και όχι μόνο για το πρόβλημα του χρέους.

Νομικές και ηθικές διαστάσεις του χρέους

Αναφέρθηκα στο πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα του χρέους και εξέθεσα μια επιχειρηματολογία υπέρ της μερικής τουλάχιστον διαγραφής ή αδρανοποίησης του συσσωρευμένου χρέους, που προκύπτει από την κατανόηση του χρέους με όρους πολιτικής οικονομίας. Όμως σημαντικές είναι και οι νομικές και οι ηθικές ακόμη διαστάσεις του προβλήματος του χρέους.
Πόσο ηθικό είναι το κάθε νήπιο που θα γεννιέται απ’ εδώ και πέρα στην Ελλάδα να ξεκινάει τη ζωή του με χρέος (κατά κεφαλή) 30.000 ευρώ; Και ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να βεβαιώσει για το άμεμπτο των δανειακών συμβάσεων του ελληνικού κράτους, μετά από όσα έχουν αποκαλυφθεί γύρω από το σκάνδαλο της Siemens και όχι μόνο;
Πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από πολίτες, κόμματα και βουλευτές, για τον έλεγχο του χρέους, μπορούν να έχουν θετική συμβολή στην αποκάλυψη και τέτοιων πτυχών. Θα πρότεινα μάλιστα να τροποποιηθεί άμεσα ο Κανονισμός της Βουλής -δεν είναι δύσκολο-, ώστε στη σχετική επιτροπή για τη διερεύνηση και τον έλεγχο του χρέους, που ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει να συσταθεί, να μπορούν να συμμετάσχουν ως ισότιμα μέλη και εκπρόσωποι συλλογικών φορέων και  ειδικοί επιστήμονες, όπως έχει γίνει και σε άλλες χώρες.
Αναφέρθηκα επίσης σε μια διαπραγμάτευση πολιτική. Εδώ προκύπτει ο ρόλος των πολιτικών υποκειμένων. Μπορεί π.χ. η σημερινή ελληνική κυβέρνηση και, κυρίως, θέλει να συγκρουσθεί με λογικές και συμφέροντα που ως τώρα έδειξε να υπηρετεί τυφλά;
Προφανώς είναι στο χέρι του ελληνικού λαού να αναδείξει μια κυβέρνηση που θα έχει τη βούληση και τη δύναμη, στηριγμένη στον ίδιο το λαό, να αγωνισθεί για να απαλλάξει την κοινωνία από τον κίνδυνο ενός μακροχρόνιου μαρασμού. Όμως, σε κάθε περίπτωση, πρέπει, αυτή τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, να την κατανοήσουμε συνυφασμένη με την ενεργή παρουσία του λαϊκού παράγοντα, των συνδικάτων, των κινημάτων, των προοδευτικών επιστημόνων και εδώ και στην Ευρώπη.
Δεν πρέπει να μας τρομάζει το πρόβλημα. Δεν πρέπει να μας φοβίζουν οι δυσκολίες. Όμως δεν πρέπει να υποτιμούμε τη δυνατότητα του χρηματιστικού καπιταλισμού όχι μόνο να συγκεντρώνει τον πλούτο, αλλά και να αποκεντρώνει το ρίσκο, να διαχέει τον κίνδυνο, να σκορπά το φόβο μέσα στην κοινωνία. Υπάρχει λοιπόν και ένα θέμα αντίστασης και σε αυτό το επίπεδο. Υπάρχει θέμα ορθής ενημέρωσης. Χρειαζόμαστε επομένως πυκνό συντονισμό, δίκτυα ανταλλαγής πληροφοριών και κινητοποίησης.

Ρύθμιση του χρέους: Αναγκαία αλλά δεν αρκεί

Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ έχει μερικές πολύ σημαντικές σελίδες για το ρόλο του Δημόσιου Χρέους στην πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου και την εξέλιξη του καπιταλισμού. Εκεί λοιπόν κάνει μια αναφορά και στο Δημόσιο Χρέος ως πηγή αυταπατών. Πρώτη αυταπάτη ότι το χρέος φταίει για όλα τα δεινά. Δεύτερη αυταπάτη ότι αν αντιμετωπισθεί το πρόβλημα χρέους τα βάσανα του κόσμου της εργασίας θα τελειώσουν. Με τη σκέψη μου στην επισήμανση αυτή θα ήθελα να ολοκληρώσω.
Σωστά, νομίζω, διαπιστώνουμε ότι μια δίκαιη και βιώσιμη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους είναι άμεση και επιτακτική ανάγκη. Σωστά επικεντρώνουμε την προσοχή μας σ’ αυτό. Διότι το συσσωρευμένο χρέος, όσο αυξάνει, μεγαλώνει την επισφάλεια της εργασίας και την πίεση στο κοινωνικό κράτος. Αξιοποιείται επίσης ως μοχλός εξάρτησης, πίεσης, εκβιασμού και τρομοκράτησης της κοινωνίας. Επομένως είναι αναγκαίο να έχουμε, ως Αριστερά, μια σαφή πρόταση για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση στο πρόβλημα του χρέους.
Όμως η ρύθμιση του χρέους από μόνη της, ακόμη κι αν γίνει με τους πλέον ευνοϊκούς όρους, δεν αρκεί για μια επανεκκίνηση της οικονομίας και αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος, αν δεν ανατραπεί το σύστημα που δημιουργεί το χρέος. Και εμάς, ως Αριστερά, πρωτίστως μας ενδιαφέρουν οι αιτίες, οι ρίζες των προβλημάτων και όχι μόνο τα συμπτώματά τους. Το δημόσιο χρέος στην εποχή μας, και ειδικά στις χώρες της ευρωζώνης, είναι ένα, όπως προσπάθησα να δείξω,  χρέος συστημικό, οργανικά συνδεδεμένο με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και την κρίση του καπιταλισμού, διαφορετικό από ορισμένες απόψεις από το χρέος του τρίτου κόσμου, το οποίο γνωρίζαμε ως τώρα. Πρέπει συνεπώς να αξιοποιήσουμε τις εμπειρίες που υπάρχουν, με τρόπο δημιουργικό και όχι μηχανιστικό, αλλά και να δημιουργήσουμε νέες, με τη σκέψη και τη δράση μας. Το βέβαιο είναι πως η απελευθέρωση από τη θηλιά του χρέους δεν θα είναι ένα μονόπρακτο έργο αλλά αποτέλεσμα μιας βαθιάς συστημικής αλλαγής του τρόπου ανάπτυξης, του τρόπου χρηματοδότησης της οικονομίας και του τρόπου διανομής και αναδιανομής των εισοδημάτων. Αυτό σημαίνει πως ο ριζικός μετασχηματισμός του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας, η διαρκής επαγρύπνηση και η πάλη για τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα, η δίκαιη διανομή και αναδιανομή, ο κοινωνικός έλεγχος του τραπεζικού συστήματος, η εφαρμογή μιας στρατηγικής κοινωνικής ανάπτυξης, με επίκεντρο τη διεύρυνση της απασχόλησης και την αναβάθμιση της εργασίας είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια δίκαιη και βιώσιμη ρύθμιση του συσσωρευμένου χρέους μπορεί να αποδειχθεί πράγματι ανάσα για το λαό. Ο συνδυασμός μάλιστα της οικονομικής με την οικολογική κρίση κάνει ένα τέτοιο πλαίσιο ακόμη πιο απαιτητικό, αφού η διέξοδος από την κρίση πρέπει να γίνει με όρους όχι περισσότερης αλλά διαφορετικής ανάπτυξης, διαφορετικής πρωτίστως από οικολογική και κοινωνική άποψη.
********
Συνηθίζουμε να λέμε σχεδόν στερεότυπα, σα να απαγγέλουμε ένα ποίημα, ότι στην εποχή μας υπάρχουν πολλές αριστερές και η κάθε μια έχει τις δικές της αναλύσεις. Βάζοντας όμως τελεία στο σημείο αυτό, δεν εξηγούμε αλλά αναπαράγουμε τον κατακερματισμό.
Προσωπικά πάντα πίστευα πως και μέσα από τις διαφορετικές αναλύσεις μπορούν να υπάρξουν κοινοί τόποι και περιοχές κοινής δράσης. Το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς αντιπροσωπεύει και προσωποποιεί αυτή τη δυνατότητα. Η ύπαρξη και η δράση του μας παρακινεί να δοκιμάσουμε ένα νέο μοτίβο, εκείνο που λέει πως, παρά τις διαφορές μας, είμαστε όλοι μαζί εδώ γιατί αντιπροσωπεύουμε κοινές ανάγκες, κοινές αγωνίες, κοινές ελπίδες, είμαστε όλοι μαζί εδώ γιατί έχουμε τελικά πολλά κοινά αιτήματα, γιατί οι αγώνες που έρχονται μπορούν να κερδηθούν μόνο αν είμαστε αποφασισμένοι και όλοι μαζί.


Η αριστερή στρατηγική απέναντι στην κρίση
12/07/2011, 4:33 μμ
Filed under: Χρηστος Λασκος | Ετικέτες: ,
Ημερομηνία δημοσίευσης: 10/07/2011

Του Χρήστου Λάσκου

Οι κομμουνιστές ξεχωρίζουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα […] επειδή στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων προβάλλουν και προωθούν τα κοινά και ανεξάρτητα από εθνικότητα συμφέροντα του προλεταριάτου ως σύνολο…

Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος

 

Είναι γνωστό πως, εδώ και ενάμιση χρόνο τουλάχιστον, στο πλαίσιο της ελληνικής Αριστεράς συγκρούονται δύο κύριες οπτικές, σε ό,τι αφορά την κρίση και την απάντηση σε αυτήν.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, η διαμάχη ως προς τα βασικά της συστατικά έρχεται από πολύ παλιά, αναπαράγοντας στο όριο τις αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του ’30 –της περιόδου της Μεγάλης Ύφεσης– περί καπιταλιστικής ή αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας ή, διαφορετικά, τις διαφωνίες σχετικά με τον χαρακτήρα της επανάστασης, σοσιαλιστικό ή αστικοδημοκρατικό. Αυτή η διαμάχη συνεχίστηκε για τα επόμενα ενενήντα σχεδόν, χρόνια αντιπαραθέτοντας «αντιιμπεριαλιστές» με «αντικαπιταλιστές», «καθαρούς» ή σε μίγματα διάφορων αναλογιών. Δεν σκοπεύω να αναπτύξω εδώ αυτήν τη θεματική, βέβαια. Η ιστορία μπορεί να περιμένει όταν οι συνθήκες είναι τόσο πιεστικές όσο οι τωρινές. Για όποιον όμως ενδιαφέρεται παραπέμπω στο βιβλίο του Παντελή Πουλιόπουλου, από το μακρινό 1934, με τίτλο Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα; και ιδίως το κεφάλαιο με τίτλο «Το ιλαροτραγικό πρόγραμμα της ελληνικής «δημοκρατικής διχτατορίας»».

Οι δύο βασικές γραμμές λοιπόν, που διατρέχουν τη σημερινή συζήτηση, νομίζω πως σχηματικά πολώνονται γύρω από το ζήτημα της Ευρώπης. Προσοχή! Επειδή πολλές φορές υπάρχει η αίσθηση πως κεντρικό είναι το ζήτημα της «στάσης πληρωμών» ή όχι, έχει σημασία να διευκρινιστεί εξαρχής πως αυτό είναι ένα θέμα απολύτως ήσσονος σημασίας. Κατά κύριο λόγο, μάλιστα, αφορά την τακτική της διαπραγμάτευσης, τη στιγμή που το ουσιώδες είναι το ποιος είναι αυτός που θα διαπραγματευθεί. Το θέτω συνεπώς εντός παρενθέσεως, θεωρώντας πως ήδη έχει υπάρξει μια μεγάλη σειρά επιχειρημάτων –περισσότερων από όσα του άξιζαν– που αναδεικνύουν τα σχετικά προβλήματα.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να ορίσουμε του δύο πόλους της σημερινής διαμάχης. Κατά την άποψη του Κώστα Λαπαβίτσα1, ο ένας πόλος είναι αυτός των ευρωπαϊστών (ένθερμων ή απρόθυμων) και ο άλλος ο δικός του, ο οποίος δεν προσδιορίζεται όμως με κάποιο ιδιαίτερο όνομα. Αυτή η έλλειψη μπορεί να εξηγηθεί είτε γιατί είναι προφανές περί τίνος πρόκειται είτε γιατί υπάρχει το πρόβλημα του τι είναι το αντίθετο του «ευρωπαϊσμού», και ιδίως του «επαναστατικού ευρωπαϊσμού», όπως ονομάζει ο ίδιος τον ένα από τους δύο «ευρωπαϊσμούς», τον απρόθυμο. Νομίζω πως έχουμε, χωρίς αμφιβολία, να κάνουμε με το δεύτερο: τη δυσκολία δηλαδή του αυτοπροσδιορισμού όσων δεν είναι «ευρωπαϊστές», πολύ περισσότερο όταν το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς –χωρίς να αναφερθούμε καν στο ΚΕΑ– αποτελείται από «επαναστάτες ευρωπαϊστές».

Βέβαια, οι τελευταίοι επ’ ουδενί αισθάνονται «ευρωπαϊστές», όπως φαντάζομαι και ο Λαπαβίτσας, κατ’ αντίστιξη, δεν νιώθει «εθνικιστής» — να, ωστόσο, το όνομα που λείπει, αν αποδεχτούμε τη συγκεκριμένη λογική της δικής του ονοματοθεσίας.

Όπως σημειώνει η Özlem Onaran2, μεταξύ των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη έχει εγκαθιδρυθεί μια συμφωνία σχετικά με τη στρατηγική απέναντι στην κρίση γύρω από τέσσερις άξονες: α) αντίσταση απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και τις περικοπές, β)ένα ριζικά προοδευτικό-αναδιανεμητικό φορολογικό σύστημα και ελέγχους στην κίνηση του κεφαλαίου, γ) κοινωνικοποίηση και δημοκρατικό έλεγχο των τραπεζών και δ) δημοκρατικό έλεγχο του χρέους με στόχο τη διαγραφή του σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η λογική αυτής της ευρείας συμφωνίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής Αριστεράς συνίσταται στην προφανή διαπίστωση πως ο διεθνής χαρακτήρας της επίθεσης του κεφαλαίου επιτάσσει πως η αντίσταση θα πρέπει εξίσου να οργανωθεί σε διεθνές επίπεδο. Απέναντι στην πολυεθνική άρχουσα τάξη της Ευρώπης, μια διεθνιστική απάντηση μπορεί να διαμορφώσει μια πολύ ισχυρότερη εναλλακτική συγκριτικά με αντίστοιχες εθνικές στρατηγικές.

Διαπιστώνετε κάτι ιδιαίτερα «ευρωπαϊστικό» σε αυτή την τοποθέτηση; Εγώ, πάλι, όχι. Αντίθετα, ακριβώς, διακρίνω μια σοβαρή έγνοια να διασφαλιστούν δύο ουσιώδεις προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική αριστερή απάντηση: η ενότητα του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού δυνάμεων στη σύγκρουση με το κεφάλαιο και η αποφυγή επιλογών, που είναι απολύτως αποδεδειγμένο ιστορικά πως αντιστοιχούν πολύ περισσότερο σε εθνικιστικά και δεξιόστροφα κινήματα — ειδικά, μάλιστα, σήμερα που ο εθνικισμός αναπτύσσεται ραγδαία στο κέντρο της Ευρώπης και η άκρα Δεξιά ξαναγίνεται ισχυρός κίνδυνος. Ακριβώς γι’ αυτό, η πρόταξη της αντίστασης και των ταξικών πλευρών, που τίθενται πρώτες από την ίδια την ιεράρχηση των αξόνων, διασφαλίζει μια αριστερή πρόσληψη του προγράμματος.

Έναντι αυτών τι προτείνει η άλλη πλευρά; Νομίζω, εν πολλοίς, προτείνει την έξοδο από το ευρώ (με αιχμή του δόρατος τη στάση πληρωμών, αλλά, όπως ήδη τόνισα, αυτό δεν έχει στρατηγικό χαρακτήρα). Όλα τα υπόλοιπα (κρατικοποιήσεις, έλεγχοι κεφαλαίων, βιομηχανική πολιτική κλπ) στην πραγματικότητα έχουν ως απόλυτη προϋπόθεση το πρώτο. Η ιδέα, συνεπώς, εύκολα συγκεντρώνεται στο δίπολο «δραχμή + αριστερή κυβέρνηση» στο πλαίσιο του εθνικού κράτους.

Η έξοδος από το ευρώ, όπως πολλές φορές έχει υποστηριχθεί, θα έχει ως πρώτη συνέπεια τη δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Επειδή, προφανώς, η μείζων αυτή επιλογή δεν έχει καμιά σχέση με ο,τιδήποτε θα θύμιζε Αριστερά έρχεται ο δεύτερος προσθετέος της φόρμουλας, η «αριστερή κυβέρνηση» δηλαδή, με το πρόγραμμά της. Μόνο που κι εκεί είναι πολλά τα προβλήματα. Γιατί ο προτεινόμενος κρατικός καπιταλισμός, παρόλο που πολλές φορές έχει διακηρυχθεί πως αποτελεί πρόκριμα για το σοσιαλισμό, ποτέ δεν εξηγήθηκε, ούτε ακροθιγώς, το πώς και το γιατί. Παρομοίως, το γιατί μια πρόταση κρατικού καπιταλισμού σε εθνικό επίπεδο συνιστά αντικαπιταλιστική κίνηση είναι εξίσου μυστηριώδες. Ο στόχος της «εθνικής ανεξαρτησίας» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– είναι απολύτως σαφής. Ο στόχος της ενίσχυσης της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, επίσης.

Το ταξικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής, αντίθετα, δεν είναι καθόλου σαφές. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν όλη αυτή την ανάλυση τη διατρέχει η αντίληψη πως ο έσχατος αντίπαλος είναι οι «πιστωτές» και όχι η καπιταλιστική τάξη. Είναι πολύ ενδεικτικό, από αυτή την άποψη, πως καθόλου δεν προβάλλεται το γεγονός πως ενώ οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες –οι χειρότεροι των «πιστωτών»– έχουν απαιτήσεις κάποιων δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, οι έλληνες καπιταλιστές –και όχι μόνον οι μεγάλοι– διαθέτουν σε καταθέσεις στο εξωτερικό, παράκτιες εταιρίες και ρευστότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου χρηματικά ποσά που μετρούνται σε τρις (χωρίς να συνυπολογίσουμε την υπόλοιπη περιουσία τους) και τα οποία θα απέδιδαν σε φόρους ποσά πολλαπλάσια του συνολικού ελληνικού χρέους. Όπως, επίσης, είναι ενδεικτικό πως η πρόταξη, από τη δική μας πλευρά, των ζητημάτων της αναδιανομής και της άγριας φορολόγησης του κεφαλαίου και του πλούτου θεωρείται «συνδικαλιστική», ενώ είναι προφανές πως αυτό που παίζεται κατεξοχήν είναι το να αποφύγουν ακριβώς «αυτοί» να πληρώσουν τόσο το χρέος όσο και την κρίση. Γιατί, ακόμη και στην περίπτωση της ολικής διαγραφής του χρέους, «αυτοί» είναι που κυρίως θα ευνοηθούν, εκτός και αν στοχοποιηθούν με συστηματικό τρόπο, κάτι με το οποίο οι υποστηρικτές της «εξόδου» ελάχιστα ασχολούνται.

Πράγμα απολύτως λογικό, βέβαια, αν σκεφτούμε πως, για τον Λαπαβίτσα, «[η] κρίση οφείλεται στις αδυναμίες της ελληνικής αστικής τάξης… Η απώλεια ανταγωνιστικότητας, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, η ροπή προς την ιδιωτική κατανάλωση, ο υπερδανεισμός των νοικοκυριών, η γιγάντωση των τραπεζών (! Χ.Λ.) μέσα στο σύστημα του ευρώ συνιστούν την ουσία του ελληνικού προβλήματος… Από θέσεως αδυναμίας, η ελληνική άρχουσα τάξη αποδέχτηκε το Μνημόνιο» (Η Αυγή, 10.10.2010). Η ελληνική άρχουσα τάξη απολαμβάνοντας τη μεγαλύτερη κερδοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έχοντας τη χρηματική «επιφάνεια», στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, διεισδύοντας ισοπεδωτικά στις οικονομίες των γειτονικών χωρών σε ποσοστά ασύλληπτα, παρ’ όλα αυτά θεωρείται «αδύναμη», και μάλιστα η «αδυναμία» της γίνεται αίτιο της ελληνικής κρίσης, φέρνοντάς τη στη δυσάρεστη θέση να αποδεχτεί το Μνημόνιο! Το γεγονός πως το τελευταίο δουλεύει ως η τέλεια μηχανή για τα δικά της συμφέροντα, σε βαθμό που ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν θα μπορούσε να φανταστεί, προφανώς είναι, επίσης, ένδειξη «αδυναμίας».

Εδώ βρίσκεται το κύριο σημείο διαχωρισμού των δύο αναλύσεων. Γιατί η ανάλυση της «εξόδου» αυτό που προσάπτει στον ελληνικό καπιταλισμό είναι πως «απέτυχε», ενώ είναι προφανές πως, σε ό,τι αφορά αυτό που κάνει το κεφάλαιο να είναι κεφάλαιο, η δυνατότητά του δηλαδή να εκμεταλλεύεται την εργασία, η επιτυχία του είναι περιφανής. Και, από αυτή την άποψη, η ανάλυση αυτή προσομοιάζει ιδιαίτερα με αυτήν της κυβέρνησης. Τι λέει η κυβέρνηση; Το πρόβλημα είναι η «ανταγωνιστικότητα» και το δημόσιο χρέος («χρεοκοπία του μοντέλου ανάπτυξης»). Τι λέμε εμείς; Το πρόβλημα είναι η ακραία εκμετάλλευση και η ανισότατη διανομή. Να πληρώσουν αυτοί!

Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή επιχειρήσαμε να μετατοπίσουμε την ατζέντα της συζήτησης μακριά από αυτά που έθετε η κυβέρνηση, χωρίς να βοηθηθούμε καθόλου, προφανώς, από όσους μας κατήγγελαν πως «δεν καταλαβαίναμε την ιδιοτυπία της ελληνικής κρίσης, γενικολογώντας». Γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή, επιμείναμε στον διεθνή προσανατολισμό, κατανοώντας την κοινότητα της ταξικής διάστασης της ευρωπαϊκής κρίσης. Γι’ αυτό εμμένουμε να μιλάμε με παραδοσιακούς μαρξιστικούς όρους για παγκόσμια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, υπογραμμίζοντας πως μια εκτεταμένη διαδικασία καταστροφής κεφαλαίου θα τεθεί αναγκαστικά σε κίνηση προκειμένου να περάσει το σύστημα σε νέα φάση συσσώρευσης.

Δεδομένων των προηγουμένων είναι, νομίζω, σαφές, γιατί η ευρωπαική ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να προσχωρήσει σε ιδέες που αναπτύσσονται με κέντρο μια στρατηγική «εξόδου». Γιατί απορρίπτει, δηλαδή, αυτό τον ιδιότυπο «μονεταρισμό», που δαιμονοποιώντας ένα νόμισμα επιτρέπει την απόκρυψη των καπιταλιστικών σχέσεων, οι οποίες είναι η αιτία των προβλημάτων — και, μάλιστα, στην περίπτωσή μας, η άμεση αιτία.

Φυσικά, ενός κακού μύρια έπονται. Έτσι, και εδώ, η όλη στρατηγική πρόταση που ακολουθεί τη βασική ιδέα της «εξόδου» εμφορείται από στοιχεία στα οποία η ριζοσπαστική Αριστερά έχει επί πολύ ασκήσει δριμεία και αποδομητική κριτική. Κατά μία έννοια, ό,τι καταδικάζονταν στη θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και του λαϊκομετωπισμού επανέρχεται ως σύγχρονη αριστερή πρόταση.

Ας θυμηθούμε λοιπόν πως η κριτική που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης της δεκαετίας του ’70 στις κυρίαρχες τότε δυνάμεις της Αριστεράς απέδιδε στη στρατηγική των τελευταίων ένα τρίπτυχο ιδεών, που βρίσκονταν στη βάση της παταγώδους αποτυχίας τους να υπερασπιστούν τότε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης: οικονομισμός-κρατισμός-κυβερνητισμός.

Τι γίνεται σήμερα;

α) Η συζήτηση κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα ψευτοδίλημμα περί του κατάλληλου λαϊκού (!) νομίσματος. Λες και η υποτιμημένη δραχμή δεν θα «συμπεριφέρεται», για κάποιο μυστηριώδη λόγο, με βάση τους κοινωνικοταξικούς συσχετισμούς, που δομούν τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Η αντιμετώπισή της ως σχεδόν «υπερόπλου» εναντίον του γερμανικού πυρήνα (!) ή τουλάχιστον ως της απόλυτης προϋπόθεσης γαι τη σωτηρία «μας» συνιστά κλασικό οικονομισμό και, μάλιστα, εξαιρετικά ρηχό.

β) Η κεντρική θέση που καταλαμβάνει το κράτος στη στρατηγική της «εξόδου» δεν την διαφοροποιεί σε τίποτε, μα τίποτε, από την κρατιστική εμμονή π.χ. του Γαλλικού ΚΚ τη δεκαετία του ’70 πως η αλλαγή στον «κάτοχο» του κρατικού μηχανισμού είναι ικανότατος όρος για την εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής. Νομίζω πως μια τέτοια θέση, εκτός του ό,τι σπέρνει ψευδαισθήσεις που γρήγορα καταρρέουν συμπαρασύροντας και τους υποστηρικτές τους, μας απομακρύνει τόσο πολύ από τον καταστατικό αντικρατισμό μας, από την αντιμετώπιση του κράτους, για να θυμηθούμε τον Μαρξ, ως «τρομερού τέρατος», που γίνεται επικίνδυνη. Είμαστε τόσο αντικρατιστές όσο ακριβώς και αντικαπιταλιστές ή δεν είμαστε τίποτε. Επιδιώκουμε από τώρα να δομήσουμε μορφές κοινωνικής παρέμβασης και οικονομικής αυτοοργάνωσης εκτός και σε αντιπαλότητα με το κράτος ή συνεργούμε στην εγκαθίδρυση ενός εθνικο-κρατικού καπιταλισμού. Γι’ αυτό κι εμείς στο ΣΥΝ έχουμε τόσο μεγάλη εμμονή στην πρόταξη των ιδεών της οικονομίας των αναγκών και της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Γι’ αυτό δεν παθιαζόμαστε από παραγωγικές ανασυγκροτήσεις και βιομηχανικές πολιτικές — εκτός εάν, ενάντια σε όλη την παραγωγιστική και παρωχημένη αριστερή παράδοση του παρελθόντος, εννοούμε ανασυγκροτήσεις και πολιτικές που αφορούν τη δόμηση των παραγωγικών σχέσεων και όχι την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας. Τίποτε στην πρόταση της «εξόδου» δεν πείθει για το τελευταίο.

γ) Είναι διάχυτη η άποψη πως η αλλαγή στο κυβερνητικό επίπεδο, η εκλογή μιας αριστερής κυβέρνησης, είναι καθοριστικό βήμα για όσα προτείνονται. Έτσι επιλύεται ένα πρόβλημα χωρίς καν να τεθεί. Ακόμη χειρότερα, αντικειμενικά ενισχύεται ο εγγενής κυβερνητισμός της όλης Αριστεράς. Κι όταν λέω όλης δεν εξαιρώ προφανώς ούτε τη δική μας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Ο κυβερνητισμός, όμως, είναι μείζων κίνδυνος. Γιατί αποτρέπει από την επιδίωξη του ουσιώδους, που δεν είναι άλλο από την πραγματική είσοδο των μαζών στην πολιτική, από την αναζήτηση εκείνων των μορφών που προσιδιάζουν στις απαιτήσεις εκτεταμένης και ουσιαστικής συμμετοχής, οι οποίες βρίσκονται στη βάση οποιουδήποτε χειραφετητικού εγχειρήματος. Τη στιγμή που ο κόσμος κινητοποιείται με πρωτοφανή τρόπο στις πλατείες, ανοίγοντας αφάνταστες μέχρι λίγες μέρες πριν δυνατότητες, κάποιοι μεταξύ μας θεωρούν πρώτο το ζήτημα της αριστερής κυβέρνησης. Αλήθεια, τι είναι μια «αριστερή κυβέρνηση»;

δ) Στη βάση της όλης στρατηγικής σύλληψης της «εξόδου» βρίσκεται ένας κλασικού τύπου λαϊκομετωπισμός. Πολλές φορές μάλιστα είναι και ομολογημένος. Ο ελληνικός «λαός», έτσι αδιαφοροποίητα, πλην μιας δράκας μεγαλοκαρχαριών, έχει συμφέρον να αντιταχθεί στην κυρίαρχη πολιτική. Έτσι, για μια ακόμη φορά, ο ταξικός χαρακτήρας των γεγονότων εξατμίζεται αφήνοντας να κυριαρχεί η εικόνα μιας «χώρας» που δέχεται επίθεση πανταχόθεν — γι’ αυτό, άλλωστε, τόσο συχνά τονίζεται η ανάγκη συνειδητής συμπερίληψης της «εθνικής» διάστασης των πραγμάτων. Μόνο που, αντί να συμπεριλαμβάνεται, η «εθνική» διάσταση κατακυριαρχεί καθορίζοντας τα πάντα. Η «Σπίθα» είναι ο λογικός πολιτικός αποδέκτης, ανεξαρτήτως προθέσεων. Αν και για ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της «εξόδου» αυτό, μάλλον, δεν συνιστά πρόβλημα.

ε) Έτσι, όμως, αγνοείται η ανάγκη να δούμε ποιός πραγματικά κοινωνικά είναι με ποιόν και ποιός, παρά τα επιφαινόμενα, δεν είναι. Αντιγράφοντας τον Π. Λ. Ρυλμόν, νομίζω μαζί του πως, «τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και το μεγαλύτερο μέρος των μεσαίων στρωμάτων αποδέχονται την επιδείνωση της ανισότητας ως προς το εισόδημα και τις κοινωνικές υπηρεσίες, όπως αποδέχονται την αύξηση της ανεργίας και την επέκταση της φτώχειας. Παρόλο που οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και των πολιτικών που τη διαχειρίζονται έχουν για όλο σχεδόν τον πληθυσμό κάποιες αρνητικές επιπτώσεις, η επιδείνωση των ανισοτήτων που επιβάλλουν αυτές οι πολιτικές, υποστηρίζεται και γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τη συντριπτική πλειοψηφία των προνομιούχων […]. Στις επιχειρήσεις [μεγάλες και μικρές] βρίσκεται σε εξέλιξη ένα σαρωτικό σχέδιο απολύσεων όσων υπερασπίζονται τα νόμιμα δικαιώματα των εργαζομένων […]. Οι εκκλήσεις επομένως για παλλαϊκή ενότητα σε αυτές τις συνθήκες αποτελούν υπεκφυγές, από όπου κι αν προέρχονται» (Η Εποχή, 1.5.2011).

Ας το ξαναπούμε, λοιπόν. Η όλη ανάλυση, που τονίζει τα νομίσματα, τα ισοζύγια πληρωμών και τις διεθνείς μακροοικονομικές ανισορροπίες δεν μπορεί παρά να τοποθετεί στο κέντρο τη δι-εθνική «κλοπή αξίας» στη θέση της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης, να προτάσσει δηλαδή την ανισότητα μεταξύ «κέντρου» και «περιφέρειας» σε μια νέα, όχι και πολύ ιδιότυπη, εκδοχή της ανδρεοπαπανδρεϊκής «ανάλυσης» της δεκαετίας του ’70 που, ως γνωστόν, έφερε «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, το λαό στην εξουσία» εγκαθιδρύοντας τον «σοσιαλισμό στις 18». Κι ας έφαγαν οι μαρξιστές την ψυχή τους για να δείξουν περί ποίων ασυναρτησιών επρόκειτο. Κι ας είναι απολύτως φανερό πως οι «μακροοικονομικές ανισορροπίες και τα ελλειμματικά ισοζύγια» είναι συνέπειες και όχι αίτια. Συνέπειες, μάλιστα, ενός κατεξοχήν ταξικού, με την πιο «καθαρή» έννοια του όρου, συμβάντος: της τεράστιας, ιστορικής σημασίας ίσως, νίκης που πέτυχε το κεφάλαιο απέναντι στην εργασία, όχι στην «περιφέρεια», αλλά στο γεμανικό «κέντρο».

Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία πως ο Θ. Παρασκευόπουλος έχει δίκιο συνοψίζοντας: «Να πληρώσουν οι πλούσιοι. Αυτό θα ήταν η σωστή πανευρωπαϊκή απαίτηση της αριστεράς για την αντιμετώπιση του χρέους και για την εύρεση πόρων για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Στο πρώτο του προγραμματικό κείμενο ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ότι αντιλαμβάνεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ταξική εξουσία. Και ακριβώς αυτή η ταξική εξουσία χρειάζεται ανατροπή, που μπορουν να την κάνουν μόνο οι εργαζόμενες τάξεις της Ευρώπης μαζί. Γιατί αυτό είναι το μεγάλο απόκτημα της ένωσης της Ευρώπης: η ένωση των εργατικών της τάξεων. Βέβαια υπό το κεφάλαιο, βλέπεις οι καπιταλιστές το κάνανε. Αλλά δεν είναι ανοησία να υποστηρίζεις την αποχώρηση από αυτή την ένωση, για να τα βάλεις μόνος σου με τους τραπεζίτες και τα χετζ φαντς;» (Η Εποχή, 15.5.2011). Αυτό είναι που λέμε. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος

1 “A left strategy for Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

2 «An internationalist transitional program towards an anti-capitalist Europe”, International Viewpoint, Απρίλιος 2011

Περισσότερος διάλογος στο blog των Ενθεμάτων: http://enthemata.wordpress.com/2011/07/10/laskos-2/



ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ (26.9.2010)
.
Φωτογραφία του Ζαν Σαμπριέ, 1955

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Σε προηγούμενο άρθρο («Ενθέματα», 5.9.2010) ασχολήθηκα με την έξοδο από το ευρώ ως αριστερή στρατηγική για την έξοδο από την κρίση. Επιχειρηματολόγησα ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο το ευρώ όσο το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί. Στο παρόν άρθρο θέλω να εκφράσω ένα παρόμοιο σκεπτικισμό για τη στρατηγική της στάσης πληρωμών.

Συνέχεια



Σαμαρας και Παπανδρεου στη Χωρα των Θαυματων (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 26.9.2010)

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Μια από τις «βασικές αλήθειες» που ανακοίνωσε ο κ. Αντώνης Σαμαράς στη ΔΕΘ είναι ότι με τη μείωση των συντελεστών φορολογίας μπορούμε να αναμένουμε περισσότερα φορολογικά έσοδα. Αν υπάρχει οικονομική θεωρία που έχει απαξιωθεί περισσότερα τα τελευταία είκοσι χρόνια θα ήθελα να τη μάθω.

Συνέχεια



Ελενης εγκωμιο (ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ, 25.9.2010)

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στην Ελευθεροτυπία της Τετάρτης ο Βασίλης Καρδάσης, παλιός φίλος και σύντροφος, αναρωτιέται γιατί να ψηφίσει Μητρόπουλο και όχι Καμίνη αφού το διακύβευμα στην αυτοδιοίκηση είναι οι μεταρρυθμίσεις στην πόλη, ενώ το Μνημόνιο το αποδοκιμάζει όλη η κοινωνία και άρα δεν τίθεται θέμα. Η προφανής απάντηση είναι γιατί ο Μητρόπουλος κατεβαίνει στην Περιφέρεια, ενώ ο Καμίνης στην Αθήνα.

Συνέχεια



ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ (ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΥΓΗΣ, 9.9.2010)

ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ


Η κυβέρνηση Ομπάμα ανακοίνωσε την πρόθεσή της να επενδύσει 50 δισ. δολάρια σε υποδομές για να αποφύγει ένα δεύτερο επεισόδιο ύφεσης. Οι πτωτικές τιμές των ακινήτων, ο πεσιμισμός των καταναλωτών και οι επικρατούσες συνθήκες στην αγορά εργασίας συνηγορούν ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανή. Ωστόσο, οι πολιτικοί αναλυτές αμφισβητούν αν το πακέτο θα περάσει από το Κογκρέσο. Οι τράπεζες, και όχι μόνο στις ΗΠΑ, ξαναεμφανίζουν αξιοσημείωτα κέρδη. Όχι γιατί παρατηρούμε μια αυξανόμενη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, αλλά γιατί επέστρεψαν σε αυτές τις δραστηριότητες, όπως οι αγοροπωλησίες διαφόρων χρηματοπιστωτικών εργαλείων, που μας οδήγησαν στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Συγχρόνως, η όποια ανάπτυξη εμφανίζεται στην παγκόσμια οικονομία αναπαράγει τις μακροοικονομικές ανισορροπίες της προηγούμενης περιόδου. Η Κίνα και η Γερμανία συνεχίζουν να έχουν πλεονάσματα στο ισοζύγιο πληρωμών και οι ΗΠΑ ελλείμματα. Και, βεβαίως, η Ελλάδα παραμένει με ένα έλλειμμα της τάξης του 10% παρόλο που είναι σε βαθιά ύφεση και τα καμπανάκια συνήθως χτυπούν όταν μια χώρα φτάνει σε ελλείμματα της τάξης του 4-5%.

Συνέχεια