Υπαρχει θεση για τα κομματα στην «κοινωνια των πολιτων»; Υπαρχει θεση για την «κοινωνια» μεσα στα κομματα; (Εντος Εποχης, 30.3.2008)

TΩΝ ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΙΜΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του περασμένου Αυγούστου και λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές, το «κίνημα» των μπλόγκερς καλεί σε μια σιωπηρή συγκέντρωση με μαύρα ρούχα στην πλατεία Συντάγματος. Δεδομένου του «ακομμάτιστου» χαρακτήρα της κινητοποίησης και της επικοινωνιακής στήριξής της από πολλά μέσα ενημέρωσης, η συγκέντρωση έχει ευρύτατη ανταπόκριση. Όλα πηγαίνουν όσο ήσυχα έχουν προβλεφθεί, μέχρι την είσοδο στην πλατεία των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, με πανό και συνθήματα. Οι συγκεντρωμένοι γιουχάρουν τα πανό (αφού σπάνε την ομοιομορφία των μαύρων ρούχων και τον κώδικα σιωπής της συγκέντρωσης), ενώ τα μπλοκ των «ανεπιθύμητων», αδιαφορώντας για το πλαίσιο των διοργανωτών και το «επίπεδο ανάπτυξης» του οιονεί κινήματος, συνεχίζουν την προσπάθεια να τους πείσουν για το αναπόφευκτο του κομμουνισμού.

Οι σχέσεις έντασης κομμάτων – κινημάτων είναι κλασική τόσο στο θεωρητικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής. Οι κλασικοί ορισμοί εμμένουν στο επίπεδο των μορφολογικών διακρίσεων και των τυπικών δομών που προβλέπει το κυρίαρχο αστικό-δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και αναπαράγουν, ρητά ή άρρητα, το «φυσιολογικό» χαρακτήρα τους, παραγνωρίζοντας το ιδεολογικό-αξιακό και πολιτικό, άρα εγγενώς συγκρουσιακό, φορτίο τους: κόμματα (που-διεκδικούν- την-πολιτική-εξουσία) και κινήματα (που-επιδιώκουν-μεταρρυθμίσεις) απλώς υπάρχουν το ένα απέναντι απ’ το άλλο, και καθένα από αυτά είναι για το άλλο το εξωτερικό του.

Στο πλαίσιο των ίδιων θεωρήσεων, η εξουσία εντοπίζεται και εξαντλείται στην κρατική εξουσία και αλλαγές ευρέως φάσματος ή και συνολικές ανατροπές παραμένουν εκτός συζήτησης, μολονότι οι τελευταίες αποτελούν τις πλέον καταστατικές συνθήκες της νεωτερικότητας (η ίδια η Γαλλική Επανάσταση, «θεσμοθετώντας» τη ρευστότητα των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων και θεσμών, αποτέλεσε το πιο ισχυρό τεκμήριο για τη δυνατότητα του πλήρους μετασχηματισμού των κοινωνικών συστημάτων…).

Η δυνατότητα συνολικών ανατροπών αμφισβητείται ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια, ιδίως από όσους υποστηρίζουν ότι ο κύκλος της νεωτερικότητας έχει πλέον κλείσει και ότι οι απόπειρες συνολικής ενατένισης του κοινωνικού στις σύγχρονες (δηλαδή εξατομικευμένες) κοινωνίες συνιστά ματαιοπονία, αν όχι ροπή προς τον ολοκληρωτισμό. Είναι φανερό ότι γι’ αυτού του είδους τις αναλύσεις, τα κόμματα –και δη της αριστεράς- δεν αποτελούν παρά αναχρονιστικά μορφώματα, δέσμια του «κρατισμού» παλιότερων εποχών και προσκολλημένα σε «ξεπερασμένες» συλλογικές ταυτότητες, με πρώτη από αυτές την ταξική. Το μόνο άξιο λόγου υποκείμενο είναι πια η «κοινωνία των πολιτών».

Στα συμφραζόμενα της συζήτησης περί «κοινωνίας των πολιτών», το πολιτικό σύστημα και η δημόσια σφαίρα γίνονται αντιληπτά ως πλήρως διακριτά πεδία με εν πολλοίς προκαθορισμένους ρόλους και αρμοδιότητες. Η πολιτική εξουσία και το συναφές κομματικό σύστημα είναι περίπου αδιαμφισβήτητα και ακλόνητα, ενώ ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών -στις ευτυχέστερες των περιπτώσεων- περιορίζεται σε διορθωτικές κινήσεις του συστήματος με έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα. Συνηθισμένη πρακτική, σ’ αυτό το πλαίσιο, είναι η εκχώρηση κρατικών λειτουργιών κοινωνικής μέριμνας στις διάφορες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών: κατακτήσεις ενσωματωμένες μέχρι πρότινος στο θεσμικό πλαίσιο, μετατρέπονται σταδιακά σε «πρωτοβουλίες»  και φιλανθρωπία. Διόλου τυχαία, η συνεισφορά διαφόρων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στο λεγόμενο μετασοσιαλιστικό κόσμο ή τις χώρες του Τρίτου Κόσμου δεν ήταν παρά αυτή της εγγύησης της ανάπτυξης στις κοινωνίες αυτές, με όρους (βεβαίως) νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Από τη σκοπιά της αριστεράς, το ενδιαφέρον είναι ότι η μονομέρεια και η δήθεν ταξική ουδετερότητα (στην πραγματικότητα, μεροληψία) της «κοινωνίας των πολιτών» στην τρέχουσα εκδοχή της, δεν αποβαίνει υπέρ των κομμάτων, δεν τα δικαιώνει αυτομάτως, όσο επαναστατικά ή ριζοσπαστικά κι αν δηλώνουν κάποια από αυτά.

Τι πάει στραβά; Αρκεί μόνο ότι τα κόμματα δομούνται σε εθνική βάση σε καιρούς που το εθνικό κράτος υποσκελίζεται από τους «θεσμούς της παγκοσμιοποίησης»; Κατά τη γνώμη μας, όχι. Αν πολιτική είναι ένα σύνολο πρακτικών που τροποποιούν τις σχέσεις εξουσίας και αν επανάσταση είναι η ριζική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και συνεπώς και του θεσμικού πλαισίου, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε α) για τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις εξουσίας αναπαράγονται στο κατώφλι των αριστερών κομμάτων και β) για τους τρόπους διευθέτησης των ορίων που θέτει η μορφή «κόμμα» σε περιόδους ραγδαίων κοινωνικών διεργασιών, ιδίως υπό το πρίσμα της παραδοχής ότι τα κόμματα αποτελούν μέρος του (αστικού) κρατικού μηχανισμού, με όλους τους περιορισμούς που θέτει ο τελευταίος.

Η φιλελεύθερη αντίληψη περί πολιτικής περιορίζει τις σχέσεις εξουσίας στους θεσμούς και το κεντρικό πολιτικό παιχνίδι (κυβέρνηση, κόμματα). Το πολιτικό, όμως (η πολιτική βαθμίδα) δεν είναι εκτός «κοινωνίας»: ούτε ο κρατικός μηχανισμός μας έπεσε στο κεφάλι απ’ τον ουρανό, ούτε οι πολιτικές οργανώσεις είναι μεταφυσικές οντότητες. Το κράτος είναι μια μορφή θεσμικής ολοκλήρωσης των κοινωνικών σχηματισμών και οι πολιτικές οργανώσεις δεν είναι τίποτε άλλο από συλλογικότητες που διεκδικούν την ηγεμονία στο πλαίσιό τους. Όπως όμως η πολιτική εξουσία και η ηγεμονία «προέρχονται» από την κοινωνία και ασκούνται στο πλαίσιό της, έτσι, και παρά τον ανταγωνιστικό προς την αστική κυριαρχία χαρακτήρα τους, ακόμα και αντιπαραθετικά εγχειρήματα, όπως τα αριστερά κόμματα, είναι δυνατό να αναπαράγουν στο εσωτερικό τους πρακτικές που προσιδιάζουν στα αστικά κόμματα, πόσο μάλλον όταν τα πρώτα δομούνται στα πρότυπα των τελευταίων.

Δεν πρόκειται για κάποιου είδους ροπή στην «προδοσία». Η επιδίωξη της πολιτικής ηγεμονίας και η σύνδεση της κοινωνικής χρησιμότητας με την αποτελεσματικότητα ως προς το πολιτικό επίδικο, υποχρεώνουν τα κόμματα να λειτουργούν ως κέντρα μονοπώλησης της πολιτικής και της (αντι)εξουσίας και να αμβλύνουν τις διαφορές που εμφανίζονται στο εσωτερικό τους ως αντανακλάσεις της κοινωνικής πολυπλοκότητας, χάριν της «ισοδυναμίας» και του «αποτελέσματος»: η ομογενοποίηση (περιστολή της κοινωνικής συνθετότητας κατά τον Μπαλιμπάρ: εκεί που το κράτος βλέπει παντού «πολίτες», η Αριστερά μιλάει μόνο για «εργάτες», «νέους», κλπ), ανάγεται σε κανόνα κομματικής επιβίωσης.

Έτσι, στον αγώνα για την ηγεμονία και την αποκατάσταση της «μεγάλης αφήγησης», πρακτικές και ευαισθησίες που θεωρούνται πολλές φορές «δευτερεύουσες», οριακά «περιθωριακές» ή ανεπίτρεπτα πολυτελείς, αποκλείονται, ώστε τελικά να θεωρείται ως «ταξική» μόνο η πάλη με οικονομικό επίδικο[1]. (Ο ίδιος ο Λένιν πάντως, την ίδια στιγμή που υποστήριζε ότι το επαναστατικό κόμμα πρέπει να είναι ενιαίο και αρραγές, υποδείκνυε την πολλαπλότητα των ανταγωνιστικών πρακτικών και στηλίτευε τις θέσεις που περιορίζονταν στον «οικονομικό αγώνα απέναντι στο κράτος»).

Σε καιρούς επανόδου –με αντιφατικό τρόπο- των «μεγάλων αφηγήσεων», είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι μια «αφήγηση» γίνεται όντως «μεγάλη» όταν καταφέρνει να είναι ανθεκτική, άρα συνθετική. Η πλήρης ομογενοποίηση δεν επιτρέπει τη συγκρότηση μιας σταθερής ταυτότητας, γιατί αδιαφορεί να συνθέσει τις «διαφορές» ˙ είναι πάνω σ’ αυτήν την περιστολή των διαφορών που η σύγχρονη εκδοχή της «κοινωνίας των πολιτών» κερδίζει έδαφος και που «το κίνημα γίνεται το παν, ενώ ο στόχος τίποτα».

Αν η κοινωνική απελευθέρωση συνδέεται με την «απονέκρωση του κράτους», μια κομματική δομή που προσιδιάζει στο αστικό κράτος (ιεραρχία, καταμερισμός, ομογενοποίηση) δεν μπορεί παρά να επερωτάται διαρκώς, επί ποινή οριστικής αποσύνδεσής της από την υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης. Η δυνατότητα επερώτησης αυτών των δομών δεν μπορεί παρά να ανιχνεύεται στο πλαίσιο των κοινωνικών κινημάτων, στο βαθμό που αυτά δρουν και ταυτόχρονα «υπερβαίνουν» (όπως το θέτει ο Πουλαντζάς), τον ορίζοντα του κράτους.

Από την παρισινή Κομμούνα μέχρι το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, τα ιστορικά παραδείγματα κινημάτων που επιχείρησαν να ανατρέψουν πλευρές της κυριαρχίας ή την κυριαρχία συνολικά είναι πολλά ανά τον κόσμο. Τα στοιχεία που ενοποιούν τόσο διαφορετικά κινήματα, εκτός βεβαίως από το χειραφετητικό τους πρόταγμα, είναι η πολλαπλότητα των υποκειμένων που έδρασαν στο εσωτερικό τους, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους και το γεγονός ότι οι μορφές διεκδίκησης των αγώνων αυτών υπερέβαιναν τα θεσμισμένα όρια του αστικού κράτους (ως προς τη δομή και τις πρακτικές τους), ακόμα και στις περιπτώσεις που το ζήτημα της εξουσίας δεν ετίθετο ευθέως. Τα κινήματα αυτά πήγαν «πέρα» από το κράτος της εποχής τους, επιτυγχάνοντας καίριας σημασίας μετασχηματισμούς στο εσωτερικό του.

Από τη σκοπιά της αριστεράς λοιπόν, και σε αντιπαράθεση με τις κάθε λογής αμφισημίες, την αυτάρκεια και τη μονομέρεια της «κοινωνίας των πολιτών», μια στρατηγική για το δημοκρατικό σοσιαλισμό οφείλει να διερευνά συνεχώς τις αντιφάσεις και τα όρια της μορφής «κόμμα», ρωτώντας πώς αυτό μπορεί να ενδυναμώσει, όχι αφηρημένα την επιρροή του, αλλά την τάση του κομμουνισμού.


[1] Ο λόγος, βεβαίως, για τον οποίο μια ορισμένη αριστερά θεωρεί ως υλισμό «την ύλη» σχετίζεται με την επικράτηση του θετικισμού, σε βάρος του μαρξισμού που οι ίδιες οι μαρξιστικές οργανώσεις επικαλούνται…

Advertisements


Η 8η Μαρτιου, οι γυναικες και η Αριστερα (Εντος Εποχης 8.3.2008)
08/03/2008, 4:34 μμ
Filed under: Ευη Πατκου | Ετικέτες:

ΤΗΣ ΕΥΗΣ ΠΑΤΚΟΥ

Χρονογραφήματα, σχόλια, δελτία τύπου μας κατακλύζουν και αυτή την επέτειο της 8ης Μαρτίου. Κείμενα που επεξεργάζονται στερεότυπες εικόνες γυναικών, διαμορφώνοντας γυναικεία πρότυπα προς μίμηση ή προς αποφυγή. Δελτία τύπου πολλών κομμάτων που φαντάζουν σαν επετειακές υποχρεώσεις, να ασχοληθούν με το μισό του πληθυσμού, ενώ όλο τον υπόλοιπο καιρό αδιαφορούν. Ένας λόγος περί γυναικών, για μια φορά τον χρόνο, με τις γυναίκες πάλι παθητικές αποδέκτριες.

Μ΄ όλη την κατάχρηση της επετείου, που γίνεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και παρόλο που το νόημά της έχει χαθεί μέσα στις μαζικές εξόδους διασκέδασης πολλών γυναικών, στα «χρόνια πολλά» και στα προσφερόμενα λουλούδια, δίνεται ωστόσο μια ευκαιρία να μιλήσουμε για τις διακρίσεις σε βάρος των γυναικών που συνεχίζουν να υπάρχουν, για τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων, για τα πατριαρχικά στερεότυπα, για τη βία κατά των γυναικών, για την ανεργία των γυναικών που φτάνει στο 13%, για την ανασφάλιστη εργασία που στο 60% αφορά γυναίκες.

Στις 8 Μαρτίου, οι γυναίκες τιμούν την πρώτη γυναικεία διαδήλωση της ιστορίας. Μια διαδήλωση εργατριών στις βιοτεχνίες ενδυμάτων της Νέας Υόρκης το1857 (ή το 1858, ή ίσως το 1875). Οι εργάτριες εκείνες διαδήλωσαν απαιτώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, ωράριο 10 ωρών και ισότιμα δικαιώματα για τις γυναίκες. Δέχθηκαν την επίθεση της αστυνομίας και η συγκέντρωση διαλύθηκε. Οι αγώνες τους όμως συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια με ενθουσιασμό και πείσμα. Το 1910, στην Β΄ παγκόσμια συνδιάσκεψη των Σοσιαλιστριών στην Κοπεγχάγη, με πρόταση της γερμανίδας σοσιαλίστριας Κλάρας Τσέτκιν, καθιερώθηκε η 8η Μαρτίου ως Παγκόσμια μέρα της Γυναίκας σε ένδειξη τιμής στις ιστορικές συγκεντρώσεις της Νέας Υόρκης, ως μέρα πάλης για τα δικαιώματα των γυναικών και κυρίως για το δικαίωμα ψήφου, που ακόμα δεν είχε κατακτηθεί.

Ακολούθησαν μεγαλειώδεις πορείες: στην Νέα Υόρκη τον Μάρτιο του 1912 διεκδικώντας ισότιμα δικαιώματα στην εργασία, στη Γερμανία 8 Μαρτίου του 1914 με κύριο αίτημα την ψήφο, που κατέκτησαν τέσσερα χρόνια αργότερα. Στη Γαλλία την ίδια μέρα οι σοσιαλίστριες έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση με 60.000 γυναίκες διαδηλώτριες. Στη Ρωσία, στην Πετρούπολη, οι γυναίκες διαδήλωναν στις 8 Μαρτίου (23 Φεβρουαρίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο) του 1917 και πολλές εργάτριες στην κλωστοϋφαντουργία έκαναν απεργία – μια εξέγερση που υπήρξε προοίμιο της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης.

Στη δεκαετία του 1920 η 8η Μαρτίου γιορτάζεται από τα κόμματα της Κομμουνιστικής Διεθνούς ως ημέρα (κοινής με τους άνδρες) πάλης για τα γυναικεία ζητήματα. Στην Ελλάδα καθιερώνεται το 1924 και γιορτάζεται κυρίως από το ΚΚΕ τόσο στο μεσοπόλεμο όσο και μεταπολεμικά, ενώ είναι περιορισμένη η αναφορά στην ημέρα αυτή από τα σοσιαλιστικά κόμματα ή τους γυναικείους φορείς της εποχής εκείνης. Η επέτειος, δηλαδή, στην Ελλάδα εκείνη την εποχή χαρακτηρίζεται αριστερή και παίζει σημαντικό ρόλο στην ένταξη των γυναικών στην πολιτική και κομματική ζωή. Η Ημέρα της Γυναίκας θα διευκολύνει την εισαγωγή ενός διαφορετικού προβληματισμού στην προσέγγιση του γυναικείου ζητήματος στο κόμμα ανοίγοντας το ζήτημα της «πάλης ενάντια στον διπλό ζυγό» (ανδρικό και καπιταλιστικό) με σαφή, από την άλλη πλευρά, τη φροντίδα της διαφοροποίησης από τον λεγόμενο «αστικό φεμινισμό».

Η Ημέρα της Γυναίκας επιζεί στις εξορίες του Μεταξά, στην κατοχή, χρησιμεύει στη στρατολόγηση στο ΕΑΜ, γιορτάζεται στην ελεύθερη Ελλάδα, στο βουνό, στην προσφυγιά, στις φυλακές… Ως την πτώση της χούντας.

Στη δεκαετία του 1970 τα πράγματα αλλάζουν. Η Ημέρα της Γυναίκας έχει χάσει τη σημασία που είχε στο μεσοπόλεμο. Οι γυναίκες της Αριστεράς δεν την έχουν ανάγκη για να εμφανιστούν στο δημόσιο χώρο. Ταυτόχρονα, έχουμε την αναγέννηση του γυναικείου κινήματος και η 8η Μαρτίου ξαναβρίσκει την συμβολική της σημασία στους αγώνες των γυναικών για απελευθέρωση. Το 1977 ο ΟΗΕ προτείνει για Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας την 8η Μαρτίου. Πλήθος από γυναικείες ομάδες και οργανώσεις δίνουν το δικό τους στίγμα, με αποκορύφωμα την μεγάλη συγκέντρωση των γυναικών στα Προπύλαια (7 Μαρτίου 1980) με αίτημα την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου. Μετά αρχίζει η κατάχρηση της ημέρας και η απόσυρση των φεμινιστριών με το γνωστό σύνθημα «Δεν γιορτάζουμε, δεν δεχόμαστε επισκέψεις». Στη προκήρυξη της Κίνησης Δημοκρατικών Γυναικών για την 8η Μαρτίου 1986 διαβάζουμε : «Όλοι μιλάνε για τη ‘γιορτή’, βγάζουν λόγους, πανηγυρίζουν, αφιερώνουν, καθησυχάζουν τη συνείδησή τους. Κάτι μεταξύ Εθνικής Εορτής και επετείου. Εμείς νιώθουμε αποστροφή για όλα αυτά. Η χρησιμοποίησή μας τη μέρα τούτη είναι το άλλοθι της κοινωνικής σιωπής για όλο τον άλλο χρόνο…» .

Η 8η Μαρτίου ξεκίνησε εργατική – σοσιαλιστική, συνέχισε κομμουνιστική και αναβίωσε ως φεμινιστική. Και σήμερα τι έχουμε να πούμε; Πολλά, αλλά εγώ θα μείνω μόνο σ΄ αυτό το «16-1 γυναίκα» στη σύνθεση της νέας πολιτικής γραμματείας του ΣΥΝ, αυτού του φεμινιστικότερου, κατά τα άλλα, πολιτικού οργανισμού στην Ελλάδα. Ένδειξη κι αυτό του πόσο πολλά έχουμε ακόμη να κάνουμε μετά από έναν αιώνα αγώνων των γυναικών, που κατάφερε τόσο πολλά, αλλά και τόσο λίγα.

Η Εύη Πάτκου είναι μέλος της Π.Κ. Εκπαιδευτικών Θεσ/νίκης του Συνασπισμού