Τα μαύρα καρπούζια του Πάσχου
15/07/2011, 5:51 μμ
Filed under: Uncategorized | Ετικέτες:
Του ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΑΝΓΚΑΝΕΛΛΗ
Για τους έλληνες καναλάρχες ισχύει αυτό που είχε γράψει ο Βίκτωρας Ουγκώ για τους αποικιοκράτες του 19ου αιώνα: «αν δεν υπήρχαν οι Άγγλοι δε θα μαθαίναμε ποτέ τα εγκλήματα των Γάλλων, και το αντίστροφο». Όποιος είναι μιας κάποιας ηλικίας θα θυμάται, ίσως, τη σειρά δημοσιευμάτων της πάλαι ποτέ Κοσκωτοφυλλάδας «24 ώρες», στα οποία ο παραπαίων πρόεδρος του Ολυμπιακού και κολλητός φίλος  δημάρχου Πειραιά Ανδρέα Ανδριανόπουλου (do you remember Ντέταρι;) έβγαζε τα άπλυτα όλων των υπόλοιπων  εκδοτών ελληνικών εφημερίδων  στη φόρα. Τι συνεταιρισμούς με ναζί επί Κατοχής, τι θαλασσοδάνεια επί χούντας, τι μίζες για κατασκευή δημοσίων έργων είχαν δει τότε τα μάτια μας, δε μπορώ να το περιγράψω. Έκτοτε, ο χοντρός το έσκασε με ελικόπτερο αλλά, τελικά, φυλακίστηκε (λίγο) κι αδυνάτισε (πολύ), ο Ανδριανόπουλος έγινε βουλευτής του Πασόκ και υπάλληλος της Γκάσπρομ, εκσυγχρονιστήκαμε ως λαός κι ως έθνος, η θειά μου η Μηλιώ έπαιξε κι έχασε το εφάπαξ της στο Χρηματιστήριο,  η εκτυπωτική επιχείρηση του Κοσκωτά πέρασε έναντι συμβολικού τιμήματος σε γνωστό τηλεπαρουσιαστή  πρωινής εκπομπής, ο Σκάι και η Καθημερινή στον Αλαφούζο senior και μετά, στον Αλαφούζο junior.
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Διότι, εκλεκτέ και μονάκριβε αναγνώστη μου, τον τελευταίο καιρό «νιώθω» (όπως θα έλεγε και ο Λευτέρης Πανταζής), όχι ταραχή αλλά ένα απλό déjà vu. Τα κανάλια (και οι εφημερίδες) έχουν χρεοκοπήσει, τόσο στις συνειδήσεις των τηλεθεατών, όσο και ταμειακά. Οπότε, ο ένας επιχειρηματίας  προσπαθεί να δαγκώσει τη μύτη του άλλου, αντί να βρουν «όλοι μαζί» μια «συναινετική» διέξοδο στην κρίση (τους). Κάποιοι, βέβαια, «τολμούν» λίγο περισσότερο από τους άλλους (όπως θα συνυπέγραφε και η Βάσω Κιντή), έχουν ανοίξει τα πλυσταριά τους και βγάζουν τα «λερωμένα, τα’ άπλυτα, τα παραπεταμένα» του ανταγωνιστή στη φόρα. Όπως το παλιό, καλό, λερό 89. Πρωταγωνιστές αυτή τη φορά, δυο γνώριμα από το παρελθόν πρόσωπα: ο κύριος Αλαφούζος και ο κύριος Κουρής. Δεν πρόκειται, βέβαια, να μπω στην ουσία της υποθέσεως αφού δεν έχω κάνει και έρευνα. Απλώς, χαιρέκακα παρακολουθώ τις εξελίξεις, όχι με κομμένη ανάσα αλλά, μάλλον, με αρωματικό μαντήλι στη μύτη.
Στο μεταξύ, ο γνωστός Πάσχος, έχοντας αγανακτήσει με το επισφαλές εργασιακό του καθεστώς που μόλις περιέγραψα, ψάχνει για κάτι πιο σίγουρο. Σε δυο ταμπλό, μάλιστα, ώστε, αν δεν του κάτσει η μια δουλειά, να ποντάρει στην άλλη. Η πρώτη θέση εργασίας είναι «καλλιεργητής μαύρων καρπουζιών» στο καταρ-αμένο πλην εύφορο μποστάνι του Ελληνικού. Πήγε μια μέρα, λοιπόν, με την τσάπα του και τις γαλότσες-αλλά, φευ, τον είχαν προλάβει άλλοι! «Κάποιος Πάνος Τότσικας», λέει, με μια «πρωτοβουλία» αναρχοάπλυτων (διότι, ως γνωστόν, οι «πρωτοβουλίες» των μπανιαρισμένων ονομάζονται ΜΚΟ), είχε φτάσει πρώτος στα τιμημένα  χώματα των πρώην αεροδιαδρόμων, κι είχε φυτέψει «μαύρα καρπούζια, πεπόνια, ντομάτες και πιπεριές».  Αν ο Πάσχος ήταν Μάνος θα ανέκραζε «να επέμβει ο στρατός!». Αλλά ο Πάσχος, παρότι θαυμαστής της  «Δράσης», είναι τύπος ιντελλεκτουέλ, αγαπά τα επιχειρήματα τόσο, όσο και την επιχειρηματικότητα. Γύρισε, λοιπόν, στο Φάληρο, και συνέγραψε πονημάτιον τινά ονόματι «Πρωτοβουλίες, επιτροπές και συναφή τερτίπια».
Δε θα σε κουράσω, αναγνώστη μου, με τα βαθυστόχαστα και τα ουρανομήκη του λατρευτού κονδυλοφόρου. Μόνο το κεντρικό επιχείρημα θα σου γλυκοψιθυρίσω. Ο Πάσχος, συμφωνώντας με τον Τότσικα, μας λέει ότι «το Ελληνικό είναι ένα φιλέτο».  Έπειτα, κάνει την καρδιά του πέτρα, προσεύχεται να μη τον διαβάσει κανένας Παμπούκης, και μας λέει πως «το Ελληνικό πραγματικά δεν ανήκει σε κανένα κυβερνήτη να το διαχειριστεί». Κι εδώ ακριβώς, πλασάρει τις φιλοδοξίες του ως μεγαλοαγρότης: Από πού κι ως που ο αναρχοάπλυτος  «θεωρεί ότι ο ίδιος και η παρέα του –ή έστω η «συλλογικότητά» του– είναι ο λαός και οι επόμενες γενιές, αυτοπροσώπως»; Τι λέτε κύριε; Στη χώρα που σκοτώθηκε ο Μαρίνος Αντύπας θα πάτε εσείς να το παίξετε απαλλοτριωτής; (Εδώ κολλάει το «να επέμβει ο στρατός» αλλά, είπαμε, και διανοούμενοι είμεθα). Ακολουθεί, λοιπόν, το συντριπτικό επιχείρημα: «Αν ο κ. Τότσικας δεν είναι ο λαός αυτοπροσώπως, πώς ομιλεί ως λαός; Έχει κάποια λαϊκή επιφοίτηση; Απέκτησε η Εκκλησία του Δήμου ιερέα που ερμηνεύει αυθεντικά και με μεταφυσικό τρόπο τη λαϊκή βούληση;» Εδώ ο εκλεκτός μεγαλοδημοσιογράφος υπονοεί έντεχνα: Αν ο πρώτος τυχόν πουθενάς Τότσικας «ερμηνεύει αυθεντικά τη λαϊκή βούληση» εγώ τι θα γίνω; Οπωροκλέπτης;  Εκεί που πάω δηλαδή να βρω μια δεύτερη κουτσοδουλειά να θρέψω τη φαμίλια μου (μέχρι εκατοστής γενεάς), να χάσω και την πρώτη; Ε, όχι κύριε Πάνο μου. Κάτω τα χέρια από τα μαύρα καρπούζια. Την Πρωτοβουλία σου και σ’ άλλο περιβόλι!
Μέχρι, όμως, να δει τι θα γίνει μ’ εκείνα τα στρεμματάκια, ο Πάσχος δεν κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια. Βγαίνει στους δρόμους για το ψωμάκι της ημέρας. Δεν είναι δα και κανένας τεμπέλης δημόσιος υπάλληλος. Λιώσαν οι σόλες του, λοιπόν, ώσπου έφτασε στο Σύνταγμα. Κι εκεί, παρατηρητικός ων, αποφάσισε να το παίξει κυνηγός επιχειρηματικών ταλέντων. Μας τα λέει ο ίδιος στο γνωστό αραβούργημά του: «Το μόνο οργανωμένο κομμάτι της κινητοποίησης των «Αγανακτισμένων» είναι η κάτω πλατεία Συντάγματος.[…] Αυτή η αξιοζήλευτη, πραγματικά, οργάνωση. […] Κατ’ αρχήν στήθηκε σε χρόνο μηδέν.  […] Όλο αυτό το θαύμα του μάνατζμεντ –είναι και αποκεντρωμένο–. […]  Αυτήν την οργάνωση θα τη ζήλευε η πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.»
Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν! Διότι, αργά ή γρήγορα, σκέφτεται ο Πάσχος κρίνοντας  από το πού κατέληξαν κάτι ΑνδρουλακοΔαμανακοΜπίστηδες, «κάποιοι από τους σημερινούς οργανωτές θα γίνουν τα αυριανά στελέχη των επιχειρήσεων (που –μεταξύ μας– χρειάζονται οργανωτικά μυαλά)». Γιατί λοιπόν να μην τους τσακώσω πρώτος, να τους προωθήσω σε κανέναν φίλο μου- από αυτούς που φαλίρισαν τις επιχειρήσεις που κληρονόμησαν;
Και μετά θα πάρουμε κρατική επιχορήγηση για τον εξωραϊσμό του Συντάγματος, πέντε-έξι ενισχύσεις για την ανακατασκευή του σιντριβανιού, πάντοτε στο πλαίσιο της «πράσινης ανάπτυξης». Και μετά θα κηρύξουμε πτώχευση. Και μετά θα μεταφέρουμε την Πλατεία στη Βουλγαρία, όπου με φτηνό εργατικό δυναμικό…
Και μετά ξύπνησε κάθιδρος από τον εφιάλτη. Ήταν, λέει, στο μικρόφωνο της Λαϊκής Συνέλευσης και του λέγανε ότι «ξεπέρασε το ενάμιση λεπτό  η ομιλία του» και «να καθίσει κάτω…».
Τώρα πια, μόνο στα καρπούζια ελπίζει.
Advertisements

Σχολιάστε so far
Σχολιάστε



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: